Ἡ διακαὴς ἐπιθυμία (Κυριακὴ Ζακχαὶου)

25 Ιανουαρίου, 2026

Πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Πολὺ πρὶν ἀρχίσει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι πλησιάζει καὶ μᾶς καλεῖ νὰ μποῦμε στὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γι’ αὐτήν.

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης λειτουργικῆς παράδοσης τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε μεγάλη γιορτὴ ἢ περίοδος – π.χ. τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ κ.λπ. – προαναγγέλλεται καὶ «ἑτοιμάζεται» ἀπὸ νωρίτερα.

Γιατί; Διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ βαθιὰ ψυχολογικὴ γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ξέροντας τὴν ἔλλειψη αὐτοσυγκέντρωσης καὶ τὴν τρομακτικὴ «κοσμικότητα» τῆς ζωῆς μας, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἀλλάξουμε αὐτόματα, νὰ πᾶμε ξαφνικὰ ἀπὸ τὴ μιὰ πνευματικὴ ἢ διανοητικὴ κατάσταση σὲ μιὰ ἄλλη.

Ἔτσι, ἀρκετὰ πρὶν ἀρχίσει ἡ οὐσιαστικὴ προσπάθεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία προκαλεῖ τὴν προσοχή μας στὴ σοβαρότητα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὴ σημασία της.

Πρὶν μποῦμε στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἀρχίσουμε νὰ τὴ ζοῦμε, μᾶς παρουσιάζει τὸ νόημά της. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ περίοδος περιλαμβάνει τὶς πέντε διαδοχικὲς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή.

Κάθε μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ἔχει εἰδικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ εἶναι ἀφιερωμένη σὲ κάποιο θεμελιακὸ γεγονὸς μετάνοιας.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γίνεται τὴν Κυριακὴ ποὺ διαβάζουμε τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὸ Ζακχαῖο (Λουκ. 19, 1-10).

Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἦταν πολὺ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἶχε τόσο διακαὴ ἐπιθυμία νὰ Τὸν δεῖ ποὺ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο.

Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε στὴν ἐπιθυμία του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ἔτσι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς πρώτης προαγγελίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία. Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὶς ἐπιθυμίες του.

Μπορεῖ ἀκόμη νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος μιὰ ἐπιθυμία καὶ αὐτὴ τὴ βασικὴ ψυχολογικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ἀναγνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο: «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» λέει ὁ Χριστός.

Μιὰ ἀσίγαστη ἐπιθυμία ξεπερνάει τοὺς φυσικοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν παθιασμένα ἐπιθυμεῖ κάτι, κάνει πράγματα ποὺ κάτω ἀπὸ «ὁμαλὲς» συνθῆκες θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὰ κάνει.

Ἂν καὶ «κοντὸς» ὑπερβαίνει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μόνο πρόβλημα, λοιπόν, εἶναι κατὰ πόσο ἐπιθυμοῦμε πράγματα σωστά, κατὰ πόσο ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας μέσα μας σκοπεύει σὲ σωστὸ τέρμα ἢ κατὰ πόσο – ὅπως λέει ὁ ὑπαρξιστὴς ἄθεος Jean Paul Sartre – ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «ἄχρηστο πάθος».

Ὁ Ζακχαῖος ἐπιθυμοῦσε τὸ «σωστό», ἤθελε νὰ δεῖ καὶ νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό.

Ὁ Ζακχαῖος εἶναι τὸ πρῶτο σύμβολο μετάνοιας, γιατὶ ἡ μετάνοια ἀρχίζει σὰν μιὰ ἀνακάλυψη τῆς βαθιᾶς φύσης ὅλης τῆς ἐπιθυμίας: τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴ δικαιοσύνη Του, γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Ὁ Ζακχαῖος εἶναι «κοντός», ἀσήμαντος, ἁμαρτωλός, μὲ περιορισμένη αἴσθηση εὐθύνης, ἀλλὰ ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία του τὰ ξεπερνάει ὅλα αὐτά.

Κατὰ κάποιο τρόπο «ἐκβιάζει» τὸ Χριστὸ νὰ τὸν προσέξει· φέρνει τὸ Χριστὸ στὸ σπίτι του.

Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀγγελία, ἡ πρώτη πρόσκληση· δική μας ὑπόθεση εἶναι τὸ νὰ ἐπιθυμήσουμε αὐτὸ ποὺ εἶναι βαθύτερο καὶ πιὸ ἀληθινὸ μέσα στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ τὸ Ἀπόλυτο ποὺ βρίσκεται μέσα μας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε ὄχι, καὶ ποὺ ὅταν ξεκλίνουμε καὶ ἀπομακρύνουμε τὶς ἐπιθυμίες μας ἀπ’ αὐτό, τότε γινόμαστε, πραγματικά, ἕνα «ἄχρηστο πάθος».

Ἂν ὅμως ἐπιθυμοῦμε βαθιά, ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά, τότε ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται.

Κυριακή ΙΒ΄Λουκᾶ- Τῶν δέκα Λεπρῶν

17 Ιανουαρίου, 2026

Εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινά κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες·

᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μέτὰ φωνῆς μέγάλης δοξάζων τόνν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτόνς ἦν Σαμαρείτης.

ἀποκριθεὶς δὲ ὁ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν;

οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦνάι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; καὶ εἶπεν αὐτῷ·

ἀνάστὰς πορεύου· ἡ πίστίς σου σέσωκέ σε.

(Λουκ. 17, 12-19).

ταν δέκα λεπροί. Εἶναι φρικτό νά βλέπεις ἕνα λεπρό, πόσο μᾶλλον νά δεῖς δέκα μαζί. Ἕνα σῶμα καλυμμένο ὁλόκληρο, ἀπὸ τὴν κορφὴ ὡς τὰ νύχια, μὲ ἄσπρες κηλῖδες, κακοφορμισμένες πληγές, ποὺ στήν ἀρχὴ δημιουργοῦν φαγούρα κι ἔπειτα καῖνε σὰν φλόγα.

Ἕνα σῶμα πού φθείρεται συνέχεια καὶ λειώνει. Ἕνα σῶμα πού ἔχει περισσότερο πύον παρὰ αἷμα. Ἕνα σῶμα πού μυρίζει τόσο ἐξωτερικὰ ὅσο κι ἐσωτερικά. Κι ὅταν ἡ λέπρα προσβάλει τό στόμα, τήν μύτη ἢ τὰ μάτια, φαντάζεστε τί ἀέρα ἀνασαίνει ὁ λεπρὸς ἀπὸ τό γεμάτο πύον στόμα του, τὶ γεύση ἔχει αὐτό πού τρώει, καὶ πῶς τοῦ φαίνεται ὁ κόσμος πού βλέπει ἀπὸ τὰ γεμάτα πύον μάτια του.

Σύμφωνα μέ τόν Νόμο τοῦ Μωυσῆ, στούς λεπροὺς ἀπαγορευόταν νὰ ἔλθουν σ’ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους… Κι οἱ λεπροί, γιά νά ἐμποδίσουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νά τοὺς πλησιάσουν, τοὺς φώναζαν ἀπὸ μακριά, μὲ τό μοναδικὸ ὄνομα πού ἀναφέρεται στόν Νόμο γι’ αὐτούς: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀναφέρεται στόν Νόμο:

«Καὶ ὁ λεπρὸς ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀκάλυπτος, καὶ περὶ τὸ στόμα αὐτοῦ περιβαλέσθω, καὶ ἀκάθαρτος κεκλήσεται» (Λευϊτ. 13, 45). Τὰ ῥοῦχα του πρέπει νά εἶναι σχισμένα, γιά νά φαίνεται ἡ λέπρα του. Τό κεφάλι του νά εἶναι ἀκάλυπτο, καὶ τό στόμα του καλυμμένο, γιά τόν ἴδιο λόγο. Καὶ, κυρίως, ἔπρεπε νά φωνάζουν: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀπομακρύνονταν ἀπό τίς πόλεις καὶ τὰ χωριά καὶ ζοῦσαν χειρότερα κι ἀπὸ τὰ ζῶα, περιφρονημένοι καὶ ξεχασμένοι.

Ἀναφέρεται στό Λευϊτικό: «Πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας ἐὰν ᾖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ἁφή, ἀκάθαρτος ὢν ἀκάθαρτος ἔστάι, κεχωρισμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔστάι ἡ διατριβή.» (Λευϊτ. 13, 46). Τοὺς λογάριαζαν νεκρούς, ἀλλ’ ἡ μοῖρα τους ἦταν χειρότερη κι ἀπὸ τῶν νεκρῶν.

Μιά μέρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας, τοῦ κάλλους καὶ τῆς δύναμης, πέρασε κοντὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα ῥάκη, αὐτὰ τὰ δύσοσμα ὑπολείμματα τῆς ζωῆς. Μόλις οἱ λεπροὶ κατάλαβαν πὼς δίπλα τους περνοῦσε Ἐκεῖνος, σήκωσαν τήν φωνή τους ἀπὸ μακριὰ καὶ εἶπαν: «Ἰησοῦ ἐπιστᾶτα, ἐλέησον ἡμᾶς».

Πῶς γνώριζαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοὶ ἄνθρωποι γιά τόν Ἰησοῦ καὶ τήν δύναμη πού εἶχε νά τοὺς βοηθήσει, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἐπικοινωνία μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θά πρέπει κάποιος ἀπὸ ἐκείνους πού τοὺς ἄφηνε ἀπὸ μακριὰ ψωμὶ στόν δρόμο, νά τοὺς εἶχε πληροφορήσει γιά τὰ νέα. Ἡ φήμη τοῦ νέου θαυματουργοῦ στόν κόσμο, ποὺ θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἐνδιαφέρει, θὰ πρέπει νά εἶχε φτάσει στ’ αὐτιὰ τους. Ὅλα τ’ ἄλλα πού γίνονταν στόν κόσμο, ὅπως οἱ ἀλλαγὲς τῶν ἀρχόντων κι οἱ πόλεμοι ἀνάμεσα στά ἔθνη, ἡ ἵδρυση κι ἡ καταστροφὴ τῶν πόλεων, οἱ ἐορταστικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ πυρκαγιὲς κι οἱ σεισμοί, ὅλ’ αὐτὰ τοὺς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορα.

Πνιγμένοι μέσα στό πύον, τό μόνο πού θὰ σκέφτονταν ἦταν ἡ ἀθλιότητά τους καὶ ἴσως Ἐκεῖνος πού θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἀπαλλάξει ἀπό τίς πληγές, τὰ ῥάκη καὶ τό πύον καὶ νά τοὺς ντύσει μέ τόν ἔνδυμα τῆς ὑγείας. Ἄκουσαν γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ καὶ σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ποὺ ὁ Κύριος θεράπευσε λεπροὺς σὰν κι ἐκείνους (Λουκ. 17, 12). Θὰ νοσταλγοῦσαν λοιπὸν τήν μοναδική εὐκαιρία νά βρεθοῦν μπροστὰ στόν Κύριο.

Κάπου στήν ἄκρη τῆς πεδιάδας τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος ἀρχίζει ν’ ἀνηφορίζει πρὸς τήν Σαμάρεια, τόν περίμεναν. Καὶ νά ποὺ ἡ εὐτυχισμένη καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία πού περίμεναν τοὺς πλησίασε, ὄχι κατὰ τύχη, ἀλλά μέ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Εἶδαν τόν Χριστόν νά περνάει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τοὺς μαθητὲς Του κι ἔκραξαν μέ μεγάλη φωνή:«Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς!». Γιατὶ τόν ὀνόμασαν Ἐπιστάτη; Ἐπειδή ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ τό «διδάσκαλος». Ἐπιστάτης δέν εἶναι μόνο ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος πού ἐποπτεύει, ποὺ καθοδηγεῖ, πού μέ τὰ λόγια, τό παράδειγμα καὶ τήν μέριμνά Του ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Γιατί τότε δέν τόν ὀνόμασαν «Κύριο», πού εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπιβλητικὴ λέξη ἀπὸ τό «ἐπιστάτης»; Ἐπειδή δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμα τήν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ.

Ἐλέησον ἡμᾶς, κραύγαζαν.«Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες δείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Καὶ καθὼς πήγαιναν στούς ἱερεῖς, στόν δρόμο καθαρίστηκαν. Σὲ προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρῶν, ὁ Κύριος ἔκτεινε τόν χέρι Του κι ἀκούμπησε τόν λεπρὸ λέγοντας:«Θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ’ 13).

Τώρα ὅμως ὄχι μόνο δέν ἄγγιξε τοὺς λεπρούς, μὰ δέν τοὺς πλησίασε κἄν, ἦταν μακριὰ τους, ἀφοῦ, «ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνήν». Τοὺς μιλοῦσε ἀπὸ ἀπόσταση.

Γιατὶ ὁ Κύριος τοὺς ἔστειλε στούς ἱερεῖς; Ἐπειδή οἱ ἱερεῖς εἶχαν τό καθῆκον νά τοὺς κηρύξουν ἀκαθάρτους καὶ νά τοὺς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὴν κοινωνία, ὅπως εἶχαν καὶ τό δικαίωμα νά δηλώσουν πώς εἶναι θεραπευμένοι καὶ καθαροί, γιά νά ξαναγυρίσουν κοντὰ στούς ἀνθρώπους (Λευϊτ. 13, 34,44). Ὁ Κύριος δὲν θὰ καταργήσει τόν Νόμο, καθὼς μάλιστα ὁ Νόμος δέν ἐμποδίζει τόν ἔργο Του, ἀλλὰ μᾶλλον τόν ἐνισχύει σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση.

Οἱ ἴδιοι οἱ ἱερεῖς θὰ πείθονταν πώς οἱ δέκα λεπροὶ καθαρίστηκαν, ἀφοῦ βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό. Οἱ δέκα λεπροὶ ἄκουσαν τί τοὺς εἶπε ὁ Κύριος καί πού τοὺς ἔστειλε καὶ ξεκίνησαν γιά τό χωριό, νά ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ Του. Νά, ὅμως, ποὺ καθὼς βάδιζαν, ἡ λέπρα τους καθαρίστηκε, ἐξαφανίστηκε. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. 17, 14). Κοίταξαν τὰ σώματά τους καὶ διαπίστωσαν πώς εἶχαν γίνει καθαροί, ὑγιεῖς.

Κοίταζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἔκαναν τὴν ἴδια διαπίστωση. Οἱ πληγές, τό πύον κι ἡ δυσοσμία εἶχαν ἑξαφανιστεῖ. Μόνο τὰ ἴχνη τῆς φοβερῆς ἀρρώστιας εἶχαν μείνει, γιά νά μαρτυροῦν τήν θεραπεία τους.

Ποιός θὰ μποροῦσε νά πεῖ πώς τό θαῦμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ ἀνάσταση νεκρῶν; Ἄς ἐγκύψουμε βαθύτερα στό γεγονὸς πῶς, μ’ ἕνα Του λόγο, τὰ λεπρὰ σώματα πού τὰ εἶχε καταφάγει ἡ ἀρρώστια, ξαφνικὰ καθαρίστηκαν, ἔγιναν καλά; Ὅσο ἐμβαθύνει κανεὶς στό θαῦμα αὐτό, ἀναγνωρίζει κι ὁμολογεῖ πώς θνητός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν’ ἀρθρώσει τέτοιο λόγο.

Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νά προφέρει αὐτόν τόν θεραπευτικὸ λόγο, μέσα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα χείλη Του. Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ λόγος αὐτός βγῆκε ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη. Εἶναι σίγουρο ὅμως πώς προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια βάθη, ἀπ’ ὅπου κι ὁ λόγος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Αὐτός εἶπε καὶ ἐγενήθησαν».

Ὑπάρχουν λόγια καὶ λόγια. Ὑπάρχουν λόγια ἁγνὰ κι ἀναμάρτητα, ποὺ εἶναι καὶ λόγια δυνάμεως. Τὰ λόγια αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ πηγὴ τῆς αἰώνιας Ἀγάπης. Οἱ πύλες ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας εἶναι ἀνοιχτὲς μπροστὰ τους. Τὰ πάντα, ἄνθρωποι, ἀσθένειες καὶ πνεύματα τοὺς ὑποτάσσονται.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ λόγια διασπαστικά, ὠμά, ποὺ τὰ ἔχει νεκρώσει ἡ ἁμαρτία. Τὰ λόγια αὐτὰ δέν ἔχουν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ ἀπ’ ὅση ἔχει τό σφύριγμα τοῦ ἀνέμου ἀνάμεσα στίς καλαμιές. Ὅσα τέτοια νεκρὰ λόγια κι ἂν ἀκουστοῦν, παραμένουν τόσο ἀνίσχυρα, ὅσο ὁ καπνός πού προσκρούει σὲ σιδερένια πόρτα.

Ἀναλογιστεῖτε ὅμως πόση ἀπερίγραπτη ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά νιώθουμε, ὅταν γνωρίζουμε σὲ πόσο δυνατό καὶ στοργικὸ Κύριο ἀνήκουμε!«Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ» (Ψαλμ. 134, 6). Αυτός εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς, Αὐτός κυβερνᾶ τὴν ἀρρώστια, Αὐτός δίνει τοὺς νόμους τῆς φύσης, εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Δέν δημιουργηθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη φύση.

Εἴμαστε δοῦλοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ πού ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο. Δέν εἴμαστε πλάσματα τῆς τύχης. Εἴμαστε πλάσματα Ἐκείνου πού δημιούργησε ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους ἀδελφοὺς μας, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους κι ὅλα τ’ ἀθάνατα ὄντα τοῦ οὐρανοῦ. Ἂν ὑποφέρουμε σ’ αὐτὴ τήν ζωή, Ἐκεῖνος γνωρίζει τό νόημα καὶ τόν σκοπὸ τῶν βασάνων μας.

Ἂν μᾶς ἔκανε λεπρούς ἡ ἁμαρτία, ὁ λόγος Του εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τήν λέπρα, εἴτε σωματική εἶναι αὐτή εἴτε πνευματική. Τήν ὥρα πού πνιγόμαστε, τό σωστικὸ χέρι Του εἶναι κοντὰ μας. Τήν ὥρα πού πεθαίνουμε, μᾶς περιμένει στήν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου.

Ἂς γυρίσουμε τώρα στήν διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου, στήν θεραπεία τῶν λεπρῶν. Ἂς ῥίξουμε μιά ματιά στήν καθαρὴ ἀπεικόνιση τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀγνωμοσύνης. Τὶ ἔκαναν οἱ λεπροὶ αὐτοὶ ὅταν διαπίστωσαν πώς εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπὸ τήν λέπρα τους; Μόνο ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό.

Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ τράβηξαν τόν δρόμο τους. Οὔτε πού σκέφτηκαν νά γυρίσουν καὶ νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη καὶ Σωτήρα τους.Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

«Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτός ἦν Σαμαρείτης» (Λουκ. 17, 15, 16). Ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος, μόλις εἶδε πώς εἶχε ἁπαλλαγεῖ ἀπὸ τήν φοβερὴ ἀρρώστια του, ἔνιωσε τὴν ψυχὴ του ν’ ἀνασαίνει ἀνάλαφρα.

Ἦταν σὰν νά εἶχε βγάλει ἀπὸ μέσα του κάποια φαρμακερὰ φίδια. Ἡ πρώτη του σκέψη λοιπὸν ἦταν νά τρέξει καὶ νά εὐχαριστήσει Ἐκεῖνον πού τόν ἔσωσε ἀπ’ αὐτὴν τήν φοβερὴ ἀθλιότητα. Λίγο νωρίτερα εἶχε κράξει, «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τώρα ξανασήκωσε τήν φωνή του καὶ βροντοφώναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του κι ἀπὸ τὰ καθαρὰ χείλη του εὐχαρίστησε τόν Θεό. Δέν τοῦ ἔφτασε αὐτό ὅμως.

Ἔτρεξε ἀμέσως νά βρεῖ τόν Εὐεργέτη του, νά τοῦ ἐκφράσει τίς εὐχαριστίες του. Μόλις ἔφτασε κοντὰ στόν Χριστό ἔπεσε μπροστὰ Του νά τόν προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα ὄχι μέ πονεμένα πόδια ἀπό τίς ἀνοιχτὲς πληγές, ἀλλά μέ πόδια θεραπευμένα καὶ ὑγιῆ. Εἶχε πιὰ ἕνα σῶμα τελείως ὑγιές, μιά καρδιά γεμάτη χαρά καὶ δυό μάτια γεμάτα δάκρυα.

Αὐτός ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά μᾶζα ἀπὸ πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν ἀπόβλητος ἀπὸ τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ξανάγινε ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας τους.

Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά θλιβερὴ σάλπιγγα πού ἠχοῦσε μονότονα μιά μόνο λέξη: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!». Τώρα μεταβλήθηκε σὲ μιά θριαμβευτική σάλπιγγα πού ἀνέπεμπε εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στόν Θεό.

Αὐτός ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς θεραπευμένος κι εὐγνώμων ἄνθρωπος δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλὰ Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες δέν ἦταν Ἰουδαῖοι ἀλλὰ οὔτε καὶ καθαρόαιμοι Ἀσσύριοι ἢ μιγάδες ἀπὸ Ἀσσύριους καὶ Ἰουδαίους γονεῖς.

Ἦταν οἱ Ἀσσύριοι ἐκεῖνοι πού κάποτε ἐγκατέστησε ὁ βασιλιὰς Σαλμανάσαρ σὲ τόπους τῆς Συρίας, ἀφοῦ μετακίνησε ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς Ἰουδαίους στήν Ἀσσυρία (Β΄ Βασ. 17, 3-6, 24). Τό ὅτι ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος ἦταν καθαρόαιμος Ἀσσύριος προκύπτει κι ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου πού τόν ὀνόμασε ἀλλογενῆ.

«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος;» (Λουκ.17, 17-18).Πόσο εὐγενικὰ μέμφεται τοὺς ἀγνώμονες ὁ Κύριος! Ῥώτησε μόνο ἂν θεραπεύτηκαν κι αὐτοὶ καὶ γιατὶ δὲν γύρισαν νά τόν εὐχαριστήσουν.

Δὲν ῥώτησε, βέβαια, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέν ἤξερε ὅτι εἶχαν θεραπευτεῖ ὅλοι. Ὄχι. Γνώριζε πώς θὰ θεραπευτοῦν προτοῦ κἄν τοὺς δεῖ καὶ τοὺς συναντήσει. Ἔκανε ὅμως τὴν ἐρωτήση σὰν μιά εὐγενική ἐπίπληξη. Ἐμεῖς, ὅταν δίνουμε ἕνα νόμισμα σὲ κάποιον ἐπαίτη, ἐκνευριζόμαστε καὶ ξεσποῦμε σὲ διαμαρτυρίες ἂν δὲ μᾶς εὐχαριστήσει. Σκεφτεῖτε τώρα πόσο θὰ ἐκνευριζόμασταν καὶ θὰ καταγγέλαμε τοὺς ἐννιὰ αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὑποτεθεῖ πώς εἴχαμε τήν δύναμη καὶ τοὺς ἔχουμε θεραπεύσει ἀπὸ τέτοια φοβερὴ ἀρρώστια κι ἐκεῖνοι δὲν γύρισαν νά μᾶς ποῦν οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.

Οἱ μέρες μας εἶναι γεμάτες ἀπὸ ὀργισμένους ἀνθρώπους ἐνάντια στούς ἀγνώμονες. Ὁ ἀέρας πού μᾶς περιβάλει εἶναι γεμάτος ἀπὸ μίση καὶ ὕβρεις πού ἐκστομίζονται ἀπὸ χείλη ἀνθρώπων καθημερινά, ἀπὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, πρὸς τοὺς ἀγνώμονες. Πόσο μικρὰ ὅμως εἶναι αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, σὲ σχέση μέ τὰ μέγιστα πού ἀκούραστα καὶ ἀδιάλειπτα κάνει ὁ Θεὸς γιά τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τήν στιγμή πού γεννήθηκαν ὡς τόν θάνατό τους!

Ὁ Θεὸς ὅμως ποτὲ δὲ μέμφεται, ποτὲ δέν ὀργίζεται στόν ἀγνώμονα, ἀλλὰ τόν ἐπιπλήττει εὐγενικὰ καὶ ῥωτάει ὅσους τόν λατρεύουν στόν ναό: «Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Δέν ἔδωσα τὴν ὑγεία σὲ χιλιάδες; Γιατὶ βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στόν ναό Μου; Δὲν δίνω τό φῶς τοῦ ἡλίου σὲ ἑκατομμύρια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγες ἑκατοντάδες οἱ εὐγνώμονες; Δέν ὀμόρφηνα τοὺς ἀγρούς, δέν τοὺς γέμισα μέ πλούσια σοδειά, μὲ κάθε χόρτο γιά τὰ κοπάδια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγοι ἐσεῖς πού γονατίζετε μέ εὐχαριστία μπροστά Μου;

Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Ποῦ εἶναι οἱ δυνατοὶ καὶ ἰσχυροί πού κυβερνοῦν τὰ ἔθνη μέ τήν δική Μου δύναμη καὶ ἰσχύ; Ποῦ εἶναι οἱ ἰσχυροί, ποῦ οἱ ἐπιτυχημένοι πού πλούτισαν ἀπὸ τὰ πλούτη Μου καὶ πέτυχαν χάρη στό ἔλεός Μου; Ποῦ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι πού ἀντλοῦν τὴν ὑγεία καὶ τὴν εὐτυχία ἀπὸ τήν δική Μου πηγή;

Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς πού τὰ παιδιὰ τους τὰ βοηθάω νά μεγαλώσουν καὶ νά γίνουν δυνατοί; Ποῦ εἶναι οἱ δάσκαλοι πού τοὺς χορηγῶ σοφία καὶ γνώση; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄρρωστοι πού θεράπευσα; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ πού καθάρισα τίς ψυχὲς τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ λέπρα;».

Προσέξτε, «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος»! Μόνο αὐτός γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει. Εἶναι ὅμως κανένας ξένος, ἀλλογενής, στόν Χριστό; Δέν ἦρθε γιά νά σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὄχι μόνο τοὺς Ἰουδαίους; Οἱ Ἰουδαῖοι ὑπερηφανεύονταν ἐπειδὴ ἦταν ὁ «περιούσιος», ὁ ἐκλεκτός λαὸς τοῦ Θεοῦ, πὼς εἶχαν γνώση τοῦ Θεοῦ, πὼς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη ξεπερνοῦσαν κάθε ἄλλο ἔθνος στή γῆ. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα παράδειγμα πού φανερώνει τό σκότος τοῦ μυαλοῦ τους καὶ τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους.

Ἕνας Ἀσσύριος, εἰδωλολάτρης, εἶχε πιὸ φωτισμένο μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγενικὴ καρδιά ἀπὸ τοὺς αὐτοθαυμαζόμενους Ἰουδαίους.Ἡ ἱστορία αὐτή μέ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἢ τοὺς μὴ ἐκλεκτούς, δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ στίς μέρες μας. Καὶ σήμερα κάποιοι εἰδωλολάτρες ἔχουν πιὸ ἀνοιχτό μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγνώμονα καρδία πρὸς τόν Θεὸ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς.

Ὑπάρχουν μωαμεθανοί, ἢ βουδιστὲς πού ντροπιάζουν πολλοὺς χριστιανούς μέ τίς καρδιακὲς προσευχὲς τους στόν Θεὸ καὶ τήν θερμή εὐγνωμοσύνη τους πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἡ παραβολὴ τελειώνει μέ τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα μας πρὸς τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη: «Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19). Προσέξτε τήν μεγαλοσύνη τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυρίου, τὴν ἀρχοντιὰ Του! Ὁ ἴδιος χαίρεται νά ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους συνεργάτες Του στά μέγιστα καὶ καλὰ ἔργα Του.

Θέλει ἔτσι νά ἐνισχύσει τό ἠθικὸ τῆς ταπεινωμένης καὶ ὑποτιμημένης ἀνθρωπίνης ὕπαρξης. Εἶναι ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης ὑπερηφάνειας καὶ ματαιότητας καὶ θέλει νά μοιράσει τήν δική Του ἀξία μέ ἄλλους, τὰ πλούτη Του μέ τοὺς φτωχούς, τήν δόξα Του μέ τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς θλιμμένους.

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ὁ Σαμαρείτης εἶχε πραγματικὰ πιστέψει, ὅπως κι οἱ ἄλλοι ἐννιὰ λεπροί. Ἂν δέν εἶχαν πιστέψει στήν δύναμη τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ φώναζαν «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Σέ τὶ τοὺς χρησίμευε ὅμως ἡ πίστη τους; Μέ τὴν ἴδια πίστη θὰ μποροῦσαν νά φωνάξουν σὲ χιλιάδες διασήμους γιατροὺς τοῦ κόσμου: «Ἐλεῆστε μας, θεραπεῦστε μας!» Ὅλα ὅμως θ’ ἀπέβαιναν μάταια.

Ἄν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς χιλιάδες θνητοὺς γιατροὺς τοῦ κόσμου τοὺς εἶχε θεραπεύσει, πιστεύετε πώς θ’ ἀπέδιδε τήν θεραπεία στήν πίστη τοῦ ἀρρώστου ἢ στήν δικὴ του ἱκανότητα κι ἐπιστημοσύνη; Δὲν συνηθίζουν οἱ γιατροὶ τοῦ κόσμου νά ξεπερνοῦν σιωπηλά τίς εὐχαριστίες τῶν ἀρρώστων γιά τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους, δίνουν μεγάλη ἔμφαση στήν δικὴ τους ἀξία καὶ συμμετοχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἄνθρωπο.

Ὁ Χριστός ὅμως συμπεριφέρεται διαφορετικὰ στούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός ἔχει ἕνα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ὁ λεπρὸς Σαμαρείτης πρόσθεσε ἕνα σπυρὶ σιτάρι στό φορτίο. Τό φορτίο μέ τό σιτάρι εἶναι ἡ θεϊκὴ Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Τό σπυρὶ τοῦ λεπροῦ εἶναι ἡ πίστη του στόν Χριστό. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ πραγματικὰ τόν ἄνθρωπο καὶ δέν ὑποτιμᾶ τό μικρὸ σπυρί, ἀλλ’ ἀντίθετα θὰ τόν τιμήσει περισσότερο ἀπὸ τό δικὸ Του μεγάλο φορτίο.

Γι’ αὐτό καὶ δὲν λέει, ὅπως θὰ ‘λέγε κάθε ἄνθρωπος σὲ τέτοια περίπτωση: «Τό φορτίο μου μέ τό σιτάρι θὰ σὲ θρέψει». Δέν λέει, «Ἐγὼ σὲ ἔσωσα», ἀλλὰ «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στά λόγια αὐτά!

Πόσο μεγάλη εἶναι γιά ὅλους μας ἡ διδαχὴ Του! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπίπληξη στήν ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια κι ὑπερηφάνεια!

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή μετά τά Φῶτα- Τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ

11 Ιανουαρίου, 2026

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν, ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος:

«γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.»

Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»

(Ματθ. 4, 12-17).

«Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ».

Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπού Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, διά τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στή γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός.

Κατῆλθε στόν τόπο αὐτὸ τῆς ἐξορίας, στόν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴ λύτρωση, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἑξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».

Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις πού Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμη.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσεν ἐδῶ στή γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπεία ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δέν θεωροῦσε καμμία ἁμαρτία ὡς ἀθεράπευτη. Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νά καλῆ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιά κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιά κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια.

Ὢ ἐσεῖς, οἱ ὁδοιπόροι τῆς γῆς. Ὢ ἐσεῖς, ὅλοι ὅσοι ἀναλίσκεσθε ἢ σύρεσθε στή εὐρύχωρη ὁδό, μέσα στόν ἀκατάπαυστο θόρυβο τῶν γηίνων μεριμνῶν, περισπασμῶν καὶ διασκεδάσεων, ἀνάμεσα σὲ ἄνθη ἀνάμικτα μέ ἀγκάθια, ἐσεῖς, ποὺ σπεύδετε καὶ ἀκολουθεῖτε αὐτὸν τὸν δρόμο, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ τέλος, ποὺ εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ καὶ ὅμως ὅλοι τὸ λησμονοῦν: ὁ σκοτεινὸς τάφος καὶ ἡ ἀκόμη σκοτεινότερη καὶ φοβερότερη αἰωνιότητα.

Σταματῆστε! Ἀποτινάξτε τὴν γοητείαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ σᾶς κρατεῖ μονίμως σὲ αἰχμαλωσία! Ἀκοῦστε αὐτό πού σᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός, δῶστε στά λόγια Του τὴν προσοχή πού τοὺς ἁρμόζει: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.

Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, ὁδοιπόροι ἐσεῖς τῆς γῆς, νά στρέψετε ὅλη σας τὴν προσοχὴ σ’ αὐτὴ τὴ ζωτικὰ ὠφέλιμη καὶ σωτήρια νουθεσία. Ἀλλιῶς θὰ φθάσετε στόν τάφο, θὰ φθάσετε στό κατώφλι καὶ στήν πύλη τῆς αἰωνιότητας, χωρὶς νά ἔχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ὀρθὰ τὴν αἰωνιότητα, οὔτε τίς ὑποχρεώσεις ἐκείνων πού εἰσέρχονται σ’ αὐτήν, ἔχοντας προετοιμάσει τὸν ἑαυτὸ σας μόνο γιά τὶς δίκαιες τιμωρίες πού θὰ ὑφίστασθε αἰωνίως γιά τὶς ἁμαρτίες σας.

Ἡ βαρυτέρα δὲ καὶ σοβαροτέρα ἁμαρτία εἶναι τὸ νά μὴ δίδετε προσοχὴ στούς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δηλαδὴ νά Τὸν περιφρονῆτε. Ἀποκοιμίζει καὶ ἐξαπατᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ δρόμος τῆς ἐπιγείου ζωῆς.

Στά μάτια αὐτῶν πού ἀρχίζουν τὴν πορεία τους σ’ αὐτήν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀτελείωτο πεδίο πού σφύζει ἀπὸ πραγματικότητα. Γιά ὅσους τὴν τελείωσαν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα συντομότατο ταξίδι πού συνοδεύεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ μάλιστα χωρὶς περιεχόμενο.

Μετανοεῖτε!

Μοχθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ βιάζονται νά πλουτίσουν σὲ γνώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μικρῆς μόνο σημασίας, καὶ κατάλληλες γιά κάποιο μόνο χρονικὸ διάστημα. Γνώσεις πού συμβάλλουν στή ἱκανοποίησι ἀναγκῶν, ἀνέσεων καὶ ἰδιοτροπιῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς.

Περιφρονοῦμε τελείως τίς οὐσιαστικές, τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις καὶ τὴν ἐργασία, γιά τὰ ὁποῖα καὶ μόνο μᾶς ἔχει χαρισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή. Δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴ συνδιαλλαγὴ μας μὲ Αὐτὸν διά τοῦ λυτρωτοῦ μας Χριστοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἐπίγεια ζωὴ μας ἀντικειμενικά, ἀμερόληπτα, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι μηδαμινή, ἕνα τίποτε. Ὅλα της τὰ ἀγαθὰ ἀφαιροῦνται μέ τὸν θάνατον, ἀλλὰ συχνὰ καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο μέ ποικίλες, ἀπροσδόκητες καταστάσεις.

Αὐτὰ τὰ φθαρτά, τὰ τόσο γρήγορα ἑξαφανιζόμενα ἀγαθά, δέν ἀξίζουν νά ὀνομάζωνται ἀγαθά. Στή πραγματικότητα εἶναι ἀπάτες καὶ παγίδες. Ὅσοι κολλοῦν καὶ βυθίζονται στίς παγίδες αὐτές, καὶ συλλαμβάνονται ἀπὸ αὐτές, ἀποστεροῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινά, τὰ αἰώνια, τὰ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτοῦμε ὅταν πιστεύωμε στόν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε στή μυστικὴ ὁδό τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς.

Θὰ μᾶς προδώσουν, ἀδελφοί, ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς προδώσουν ὅλα τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πάμπλουτους θὰ τοὺς προδώση ὁ πλοῦτος τους, τοὺς ἐνδόξους ἡ δόξα τους, τοὺς νέους ἡ νεότης τους, τοὺς σοφοὺς ἡ σοφία τους.

Ἕνα μόνον αἰώνιο καὶ οὐσιῶδες ἀγαθὸν μπορεῖ νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διέλευσή του ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμφιλίωσίς του μέ τὸν Θεόν, τὴν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός. Γιά νά λάβη ὅμως κανεὶς τὰ κορυφαῖα καὶ ὑπέρτατα αὐτὰ ἀγαθά, πρέπει νά ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ νά τὴν μισήση.

Μετανοεῖτε!

Τὶ σημαίνει νά μετανοήσωμε; Σημαίνει νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας καὶ νά μεταμεληθοῦμε γι’ αὐτές. Σημαίνει ἀκόμη νά πάψωμε νά τὶς διαπράττωμε καί ποτέ πλέον νά μὴν ἐπιστρέψωμε σ’ αὐτές, ὅπως εἶπε κάποιος μεγάλος ἅγιος Πατέρας ἀπαντῶντας σὲ ἀνάλογη ἐρώτηση.

Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι μεταβάλλονται σὲ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πολλοὶ ἄνομοι σὲ ἀνθρώπους εὐλαβεῖς καὶ δικαίους.

Ἀδελφοί! Ἂς γνωρίσωμε τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ βυθισμένο στήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Κύριος οἰκονόμησε τὴν ἐνανθρώπησή Του, ἔτσι ὥστε διά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του νά μπορέση νά δεχθῇ τίς τιμωρίες πού οἱ ἄνθρωποι ἀξίζουν νά δεχθοῦν·

καί μέ τὸ νά δεχθῆ τιμωρία Ἐκεῖνος ὁ Πανάγιος, νά ἑξαγοράση καὶ νά λυτρώση τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν τιμωρία. Τὶ τὸν προσείλκυσε κοντὰ μας, ἐδῶ στή γῆ, στόν τόπο τῆς ἐξορίας μας; Μήπως οἱ δικαιοσύνες μας; Ὄχι! Τὸν εἵλκυσε σὲ μᾶς ἡ ὀλεθρία ἐκείνη κατάστασις στή ὁποία μᾶς ἔριξε ἡ ἁμαρτία μας.

Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί! Ἂς πάρωμε θάρρος, διότι γιά μᾶς, ἀκριβῶς πρὸς χάριν μας ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τὸ μέγα ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του! Ἐπέβλεψε μέ ἀσύλληπτο ἔλεος στίς ἀσθένειές μας. Ἂς πάψωμε νά ταλαντευώμεθα, ἂς πάψωμε νά παραδιδώμεθα στή ἀκηδία καὶ τὴν ἀμφιβολία. Ἂς πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζῆλο καὶ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂς ἀρχίσωμε τὴν μετάνοια.

Ἂς συμφιλιωθοῦμε διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, μέ τίς ἀσθενικὲς δυνάμεις μας στή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, ὅπως μποροῦν νά ἀνταποκρίνωνται στή ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ τὰ δημιουργήματά Του, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔπεσαν στήν ἁμαρτία: Ἂς μετανοήσωμε!

Ἂς μετανοήσωμε ὄχι μόνο μέ λόγια, ἂς δώσωμε μαρτυρία τῆς μετανοίας μας, ὄχι μόνο μέ λίγα δάκρυα τῆς στιγμῆς, οὔτε μόνο μέ τὴν ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στίς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσκομίσωμε μαζί μέ τὰ δάκρυα καί μέ τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια καὶ τὸν ἄξιο καρπὸ τῆς μετανοίας μας. Ἂς μεταβάλωμε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴ μας σὲ σύμφωνη μέ τὸ Εὐαγγέλιον βιοτή….

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ὁ Θεὸς στούς ἁμαρτωλούς, «καὶ καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν».

Καὶ πῶς τελειώνει ἡ δικαία αὐτὴ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ἡ κρίσις Του γιά τὴν μετάνοια, στή ὁποία συνεχῶς καλεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐπιγείου ζωῆς του; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁμολογήση τίς ἁμαρτίες του, καὶ ἀποφασίση νά μετανοήση εἰλικρινῶς καὶ νά διορθωθῇ, τότε ὁ Θεὸς λύει τὴν κρίση πού ὑπῆρχε μαζὶ του μέ τὴν ἀκόλουθη ἀπόφαση:

«Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ».

Ἂν ὅμως ὁ χριστιανὸς καταφρονήση αὐτὴ τὴν τελευταία, τὴν πολυεύσπλαχνο κρίση τοῦ Θεοῦ, τότε τοῦ ἀνακοινώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὁριστικὴ του καταδίκη.

«Τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστόλος Παῦλος, «εἰς μετάνοιαν σὲ ἄγει». Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ ἁμαρτήματά σου, παρατηρεῖ μέ μακροθυμία τίς ἁμαρτίες πού διαπράττεις κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Του, τὴν ἁλυσίδα τῶν ἁμαρτιῶν πού διεμόρφωσαν ὅλον σου τὸν βίο.

Ἀναμένει τὴ μετάνοιά σου, καὶ συνάμα ἀναθέτει στήν ἐλευθέρα προαίρεσή σου τὴν ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας σου ἢ τῆς καταδίκης σου.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου

8 Ιανουαρίου, 2026

Γεωργίου Π. Πατρώνου,

  1. Σκιαγράφηση τῆς προσωπικότητας τοῦ Βαπτιστῆ

Οἱ Εὐαγγελιστὲς Μάρκος καὶ Ἰωάννης, ἐκφραστὲς δύο διαφορετικῶν παραδόσεων, τῆς συνοπτικῆς καὶ τῆς ’Iωάννειας, προτάσσουν στὰ Εὐαγγέλια καὶ τὶς διηγήσεις τους γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ, τὴ συνάντησή του μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ (Μάρκ.1, 2-6· Ἰωάν.1,19-23).

Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι δύο Εὐαγγελιστές, Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς, ἀναφέρονται μὲ ἔμφαση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ καὶ τὸν τοποθετοῦν ὡς γέφυρα γιὰ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ Ἰησοῦ στὴ δημόσια δράση του, ὕστερα ἀπὸ τὴ γνωστὴ συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν καὶ τὴν πραγματοποίηση τῆς βάπτισης στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Ματθ.3,1-6, Λουκ.3,1-6).

Εἶναι ἐνδεικτικό, ἐπίσης, ὅτι γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ προσώπου τοῦ Ἰωάννη καὶ τὴ σημασία τοῦ ρόλου του στὴν ὅλη ὑπόθεση τῆς προπαρασκευῆς γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία Χριστοῦ, οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν πολλὰ στοιχεῖα ὄχι μόνο γιὰ τὴ συνάντηση Ἰησοῦ καὶ Ἰωάννη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θαυμαστὴ γέννηση τοῦ δευτέρου, τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς του, τὸ μεσσιανικὸ κήρυγμά του, τὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ τὴν ἐν γένει προσωπικότητά του.

Ὁ Ἰωάννης ἦταν, πράγματι, μία ἡγετικὴ φυσιογνωμία μὲ τεράστια πνευματικὴ ἀπήχηση στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς ὁμιλεῖ, ἀκόμη, γιὰ τὴν «προκαθορισμένη» μορφὴ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἰωάννη «ἐκ κοιλίας μητρὸς» καὶ γιὰ τὰ χρόνια της προετοιμασίας καὶ προπαρασκευῆς του πρὸς ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ὅπως ἀναδειχθεῖ ἕνας ἀληθινὸς «πρόδρομος» τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸν εἶχε προαναγγείλει ὁ Ἄγγελος πρὶν τὴ γέννησή του, ὅτι «ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» (Λουκ.1,15).

Ὁ ἴδιος δέ, ὅπως ὑπονοεῖται στὰ κείμενα, ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχε ὁδηγηθεῖ «ἐν ταῖς ἐρήμοις» καὶ ἐκεῖ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου «ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι» (Λουκ.1, 80). Στὴν ἔρημο ὁ Ἰωάννης ἔμεινε «ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραὴλ» (Λουκ.1,80) καὶ μετὰ ἐξῆλθε ὡς «προφήτης Ὑψίστου» στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰορδάνη, μὲ σκοπὸ νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ «ἐτοιμᾶσαι ὁδοὺς Κυρίου» (Λουκ.1,76).

Θαυμάσια, ἑπομένως, γεγονότα συνόδευσαν τὸν Ἰωάννη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύλληψης καὶ γέννησής του ὡς τὴν τελευταία του μαρτυρικοῦ θανάτου του, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ πιὸ κάτω.

Ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη, ἡ Ἐλισάβετ, ποὺ ἦταν καὶ συγγενής τῆς Παρθένου Μαρίας, ὅπως εἴδαμε στὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, «συνείληφεν υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς» κατὰ θαυμαστὸ τρόπο (Λουκ.1, 36). Κατὰ τὴ συνάντηση δὲ ἐκείνη τῶν δύο ἐγκύων γυναικῶν, ὅπως γράφει τὸ κείμενο, «ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τὴ κοιλία αὐτῆς» καὶ ἡ Ἐλισάβετ «ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου» καὶ ἀπεκάλυψε μετὰ τὸν ἀσπασμό, ὅτι ἡ Μαρία θὰ γίνει μὲ τὴν κύηση καὶ γέννηση «ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου» (Λουκ.1, 43-44).

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ζαχαρίας, ἱερέας τοῦ Ναοῦ τὴν περίοδο ἐκείνη, βεβαιώνεται ὕστερα ἀπὸ ὁραματικὴ ἐμπειρία, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ υἱοῦ του θὰ πραγματοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ θαυμαστὲς συνθῆκες καὶ «χεὶρ Κυρίου» θὰ τὸν συνοδεύει συνεχῶς γιὰ νὰ φέρει σὲ πέρας τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του. Τὸ ὄνομα δὲ Ἰωάννης ποὺ θὰ πάρει, καὶ ἡ ὅλη μετέπειτα ζωή του θὰ εἶναι μία ἀληθινὴ μαρτυρία αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς θαυμαστῆς κλήσης τοῦ (Λουκ.1, 60 ἐξ.).

Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἰωάννης, ἡ μετέπειτα «φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμω», σύντομα θὰ ἀναδειχθεῖ ἕνα εἶδος «ἐνσάρκου Ἀγγέλου» καὶ προδρόμου γιὰ νὰ ἑτοιμάσει «τὴν ὁδὸν Κυρίου» (πρβλ. Ἠσ.40, 3) καὶ «ἵνα μαρτυρήση περὶ τοῦ φωτὸς» (Ἰωάν.1,7).

Χαρακτηριστικό τῆς «προδρομικότητάς» του αὐτῆς θὰ εἶναι τὸ κήρυγμα μετανοίας καὶ τὸ βάπτισμα ὕδατος «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», σύμφωνα καὶ μὲ πρόρρηση τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ λέει «φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ» (Λουκ.3, 3-4·  Ἠσ.40, 3-5). Μὲ ἀποκορύφωση στὸ τέλος τὴν ἴδια τὴ βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Βαπτιστῆ ἦταν ἀσκητικὴ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἐντελῶς λιτή, ἀφοῦ, «τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ· ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον» (Ματθ.3,4).

Ἐπὶ πλέον διέθετε τεράστια πνευματικὴ αἴγλη καὶ ἐπιρροή, καθ’ ὅσον «ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται πάντες ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Μάρκ.1, 5). Ὅλα αὐτά, καθὼς καὶ ἡ γενικότερη χαρισματική του φύση, κατέστησαν τὸν Ἰωάννη τὴ μεγαλύτερη θρησκευτικὴ καὶ πνευματικὴ προσωπικότητα τῆς ἐποχῆς του.

Αὐτὸν τὸν εἰδικὰ ἀπεσταλμένο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σεβάστηκαν βαθύτατα οἱ δίκαιοι καὶ οἱ ταπεινοί τοῦ Ἰσραήλ, ταυτόχρονα ὅμως ἡ παρουσία τοῦ προκαλοῦσε φόβο καὶ τρόμο στοὺς ἄδικους καὶ μοιχούς.

Βέβαια, ὁ ἀσκητικὸς καὶ «μοναχικὸς» τρόπος ζωῆς τοῦ Προδρόμου, ποὺ γιὰ τὸν Ἰουδαϊσμὸ δὲν ἦταν ποτὲ κάτι τὸ συνηθισμένο καὶ ἀποδεκτό, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰησοῦ ποὺ κυριαρχοῦσε ὁ φαρισαϊσμὸς καὶ ἡ θρησκευτικὴ ὑποκρισία, ἦταν φυσικὸ νὰ δημιουργήσει σὲ πολλοὺς διάφορα προβλήματα καὶ ἀντιδράσεις.

Ἀκόμη καὶ σήμερα, αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἀσκητικότητας τοῦ Ἰωάννη, ἔγινε αἰτία νὰ διατυπωθεῖ ἀπὸ πολλοὺς μελετητὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ ἄποψη, πὼς πιθανῶς ὁ Βαπτιστὴς νὰ εἶχε κάποια ἄμεση σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὶς ἐσχατολογικὲς κοινότητες τῶν Ἐσσαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνοι ζοῦσαν στὴν ἔρημο, ὅπως γνωρίζουμε, ἄγαμοι καὶ ἀσκητικοί, κατὰ τρόπο μοναστικὸ καὶ κοινοβιακό.

Ἀνεξάρτητα, ὅμως, ἀπὸ τὸ ἂν κάποτε εἶχε καὶ πόση σχέση μπορεῖ νὰ εἶχε μὲ τὶς ἐσσαϊκὲς κοινότητες τοῦ Κουμρᾶν, φαίνεται ὅτι ὁ Ἰωάννης τὴν ἐποχὴ τῆς συνάντησής του μὲ τὸν Ἰησοῦ ἦταν ἐντελῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τέτοιους συσχετισμοὺς καὶ ἀνεξάρτητος, μὲ δικούς του μαθητὲς καὶ ὀπαδούς.

Ὁ ἀπόλυτα προσωπικὸς τρόπος ζωῆς του καὶ ἡ μορφὴ προετοιμασίας καὶ δράσης του, θυμίζουν τοὺς μεγάλους προφῆτες τοῦ παρελθόντος.

  1. Ἡ ἀποστολή τοῦ Βαπτιστῆ

Ὁ Ἰωάννης μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Εὐαγγελίων παρουσιάζεται ὡς ὁ μοναδικὸς «προφήτης» καὶ «πρόδρομος» ποὺ στέλνεται ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἑτοιμάσει πνευματικὰ τὸ λαὸ ἐν ὄψει τῆς ἐπικείμενης ἔλευσης τοῦ Μεσσία. Στὸ Δ΄ Εὐαγγέλιο τονίζεται μὲ ἔμφαση αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ προδρομικὴ ἰδιότητα καὶ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰωάννη:

«Ἐγένετο ἄνθρωπος, ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήση περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αὐτοῦ. Οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήση περὶ τοῦ φωτὸς» (Ἰωάν.1, 6-8). Ὁ ἴδιος, ἐξάλλου, ὁ Βαπτιστὴς θὰ πεῖ ἀργότερα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅταν κάποτε ρωτήθηκε σχετικά, ὅτι «ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ Χριστός», ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ Ἠλίας, ἢ «ὁ Προφήτης», ποὺ περίμεναν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἔρθει εἰδικὰ γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ στὸν κόσμο (βλ. Δευτερ.18, 15).

Ὁ ἴδιος εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς ἦταν ἁπλῶς ἡ «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», ὑπενθυμίζοντας μὲ τοὺς λόγους του καὶ τὰ κηρύγματά του αὐτὰ ποὺ οἱ μεγάλοι προφῆτες καὶ ἰδιαίτερα ὁ Ἠσαΐας προανήγγειλαν γι’ αὐτὸν καὶ τὴν ἀποστολὴ του (βλ. Ἡσ. 40, 3).

Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰησοῦς κάποτε εἶχε πεῖ κάτι παρόμοιο, δημόσια μάλιστα πρὸς τὸ λαό, γιὰ τὸν Βαπτιστὴ καὶ τὴν ἀποστολή του: «τί ἐξήλθατε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον; ἀλλὰ τί ἐξήλθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.

Ἀλλὰ τί ἐξέλθατε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου, οὗτος γὰρ ἔστι περὶ οὗ γέγραπται· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὅδόν σου ἔμπροσθέν σου. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ.11, 7-11).

Ὁ ὅρος «μείζων» δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ, πιστεύουμε, στὴν προσωπικὴ ἁγιότητα ἢ ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα τοῦ Ἰωάννη καὶ οὔτε θέλει νὰ φανερώσει κάποια ἠθικῆς φύσεως ἰδιότητα, ἀλλὰ σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν ὑψηλὴ ἀποστολὴ καὶ κλήση του νὰ ὑπηρετήσει στὸ αἰώνιο σωτηριολογικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ κάποια ἄλλη ἄποψη, ἂν μποροῦσε νὰ δεῖ κανείς τὰ πράγματα, θὰ ἔλεγε ὅτι καὶ «ὁ μικρότερος ἐν τῇ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἔστιν» (Ματθ. 11, 11).

Αὐτὸ τὸ μοναδικὸ προνόμιο, νὰ δεῖ μὲ τὰ σωματικά του μάτια τὸ Μεσσία καὶ νὰ γίνει Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής του, τὸ εἶχε μόνο ὁ Ἰωάννης ἀπὸ ὅλους τούς μεγάλους προφῆτες τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, πράγματι, ὁ Ἰωάννης ἦταν ὁ «μέγιστος τῶν προφητῶν», ἔστω καὶ ἂν ὁ «ἐλάχιστος» τῆς βασιλείας θὰ εἶναι «μείζων αὐτοῦ».

Ὑπ’ αὐτὴ τὴν προοπτική, ὁ Ἰωάννης κατανοεῖται ὡς προφήτης μοναδικὸς ἀλλὰ καὶ «ὁριακὸς» ταυτόχρονα, γιατί μὲ τὴν παρουσία του καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ διακρίνει ἀλλὰ καὶ συνδέει τὸν κόσμο τῆς Παλαιᾶς μὲ τὸν κόσμο τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Συνδέει δηλαδὴ τὴν προφητικὴ «γνώση» μὲ τὴν ἱστορικὴ ἐμπειρία, τὴν προσδοκία τοῦ παρελθόντος μὲ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ παρόντος. Στὸν Ἰωάννη καὶ μὲ τὸν Ἰωάννη γίνεται ἡ μεγάλη μετάβαση ἀπὸ τὸ παλαιὸ στὸ νέο καὶ ἀπὸ τὸ πρὶν στὸ τώρα. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ «μέγιστος» τοῦ παλαιοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ ὁ «ἐλάχιστός» τοῦ νέου (βλ. Ματθ. 11, 11).

Εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ πιὸ «τραγικὴ» φυσιογνωμία τῆς ἱστορίας τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὴ δική του προσωπικὴ ἱστορία παρουσιάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ καὶ τόσο ἔντονα τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἰωάννης ἔδωσε μία «εἰκόνα» καὶ τὸν «τύπο» αὐτοῦ τοῦ δράματος.

Στὴ ζωὴ του φάνηκε κατὰ δραματικὸ τρόπο ἡ ἀνάγκη μίας ἀποφασιστικῆς «διάβασης» ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἀνθρώπινη καὶ ἱστορικὴ γνώση «περὶ τοῦ Ἰησοῦ» στὴν ἀναγνώρισή του ὡς «Χριστοῦ καὶ Κυρίου». Αὐτὸ σήμαινε γιὰ τὸν Ἰωάννη ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας ἦταν «υἱὸς τῆς Μαρίας» ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

( «Ἡ ἱστορικὴ πορεία τοῦ Ἰησοῦ», ἔκδ. Δόμος, σ. 211-215)

«Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε»

5 Ιανουαρίου, 2026

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Untitled-1

Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του

καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη;

Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη.

«Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» ( Ματθ. 3, 14). Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:

Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση… Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας.

Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου!” (Ἰωάν. 1,29) . Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του.

Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς.

Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο.

Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς.

Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, “οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ἡσ. 53, 4-5) .

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

3 Ιανουαρίου, 2026

«Ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·  φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου,

εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,  ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.  καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

  ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.

  καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι῾Αγίῳ». (Μάρκ. A΄ 1-8).

εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ξεκινάει τὸ εὐαγγέλιό του μέ τὴν ἔναρξη τῆς δημοσίας ζωῆς καὶ τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Καὶ μᾶς παρουσιάζει ἀμέσως καὶ ἐμφατικὰ τὴν προφητεία τοῦ προφήτη Μαλαχία γιά τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ὡς ἄγγελο πού προπορεύεται τοῦ Κυρίου.

Γιατί τόσο ὁ προφήτης ὅσο κι ὁ εὐαγγελιστὴς ὀνομάζουν ἄγγελο τὸν Ἰωάννη, ἀφοῦ δέν ἤταν ἄγγελος ἀλλ’ ἄνθρωπος; Πρῶτον, ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης μέ τή ζωή του ἤταν σὰν οὐράνιος ἄγγελος, προσέγγιζε τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Δεύτερον, ἐπειδή μέ τὸ κήρυγμά του θὰ γινόταν σαφές πώς σκοπὸς τῆς ἐπίγειας διακονίας τοῦ Χριστοῦ ἤταν νά κάνει ἀγγέλους ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ θνητοὺς ἀνθρώπους· νά πάρει τοὺς σκλαβωμένους στήν ἁμαρτία θνητοὺς ἀνθρώπους καὶ νά τοὺς κάνει ἀναμάρτητους, ἐλεύθερες ὑπάρξεις, ὅπως εἶναι κι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι στόν οὐρανό.

Μὲ ποιόν τρόπο ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο ὁ Ἰωάννης; Πρῶτον, μὲ τὴν ὑπακοὴ του στόν Θεό, δεύτερον μέ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τρίτον μέ τὴν ἔλλειψη μέριμνας καὶ φροντίδας γιά τή σωματική ζωή του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἤταν ἀπόλυτα ὑπάκουος στόν Θεὸ ἀπὸ τὴν πολὺ πρώιμη ἡλικία του. Γεννήθηκε ἀπὸ ὑπερήλικες γονεῖς, ὀρφάνεψε ἀπὸ μικρός. Ἔτσι ἀφέθηκε στήν πατρικὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἤταν ὁ μοναδικὸς γονιὸς του, ὁ ἀποκλειστικὸς προστάτης κι ἡ μοναδικὴ ἀγάπη του.

Δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στόν Θεὸ καὶ ἔστρεφε πρὸς Ἐκεῖνον τή σκέψη του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού τὸν ἀπασχολοῦσαν. Δέν εἶχε καμιὰ ἀνάγκη νά διδαχτεῖ ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀφοῦ Ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο δόθηκε κάθε γνώση στούς ἀνθρώπους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἐπικοινωνοῦσε ἄμεσα μέ τὸν Ἰωάννη καὶ τοῦ ἀποκάλυπτε τὸ θέλημά Του.

Ἀποσυρμένος ἀπὸ τὸν κόσμο ὁ Ἰωάννης προσκολλήθηκε πιστὰ στόν Θεό, ὅπως κάνουν κι οἱ οὐράνιοι ἄγγελοι. Κι ὅπως οἱ ἄγγελοι, ἔτσι κι αὐτὸς ξεδιψοῦσε ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς σοφίας, τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ὀνόμασε κι αὐτὸν ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης δὲν λογάριαζε κανέναν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Δέν ἔκανε διάκριση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Δέν τοὺς ξεχώριζε οὔτε ἀπὸ τὸν ἱματισμὸ τους οὔτε ἀπὸ τὴν τιμὴ καὶ τή δύναμή τους, τή σοφία τους ἢ τὸν πλοῦτο τους. Μόνο ἡ ψυχὴ τους τὸν ἔκανε νά τοὺς διαφοροποιεῖ. Τὰ μάτια του δέν ἔβλεπαν τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ γυμνές τίς ψυχὲς τους, πού τίς κρύβει ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸ κάλυμμα τοῦ σώματος. Τέτοια ἐλευθερία καὶ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους μόνο οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἔχουν, γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης ὀνόμασε τὸν Ἰωάννη ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο καὶ γιά τὴν ἀμεριμνησία πού εἶχε γιά τὴν ἐπίγεια ζωή. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι, δέν εἶναι ὑλικὲς ὑπάρξεις ὅπως οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι στολισμένοι μέ τή μεγαλοπρέπεια τῆς ὕπαρξής τους, εἶναι «σώματα ἐπουράνια» (Α΄ Κορ. 15, 40).

Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν μέ τή βιωματική τους ἐμπειρία κι ὄχι ἀπὸ τή σοφία πού ἀπόκτησαν ἀπὸ τὰ βιβλία, ἔτσι ἔζησε κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης. Ἔμαθε νά ζεῖ ἀμέτοχος ἀπό τίς βιωτικὲς μέριμνες. Δὲν διάβασε βιβλία οὔτε ἄκουσε σοφοὺς ἀνθρώπους πού συνηθίζουν νά «μιλοῦν», ἀλλά δέν λένε τὸ «πῶς». Ἔζησε ἀσκώντας τὴν ἐλευθερία ἀπὸ μέριμνες.

Δοκίμασε τή νηστεία καὶ εἶδε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ζήσει ὄχι μόνο χωρὶς ὅλες ἐκεῖνες τίς τροφὲς γιά τὶς ὁποῖες κοπιάζει τόσο πολύ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ψωμί. Ὁ Ἰωάννης τρεφόταν μέ «ἀκρίδες» καὶ «μέλι ἄγριο». Δέν ἔπινε κρασί ἢ ἄλλο δυνατὸ ποτό. Καὶ παρ’ ὅλ’ αὐτά, πουθενὰ δέν ἀναφέρεται ὅτι τοῦ ἔλειψε τὸ φαγητὸ ἢ τὸ ποτό. Δέν ἤταν οἱ ἀκρίδες καὶ τὸ ἄγριο μέλι πού τὸν ἔτρεφαν, ἀλλά ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού λάβαινε ὁ πιστὸς δοῦλος Του ἀπὸ τὰ μέσα αὐτά. «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγε ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 77, 25).

Ὁ Ἰωάννης δὲν νοιαζόταν οὔτε ποῦ θὰ ζήσει οὔτε τί θὰ φορέσει. Κατοικία του ἤταν ἡ ἔρημος, σκέπη του εἶχε τὸν οὐράνιο θόλο. Ἔνδυμά του εἶχε τρίχες καμήλας, περασμένες σὲ δερμάτινες λουρίδες. Ἔβλεπε τὴν ψυχὴ του καλυμμένη μέ τὰ ἡλιόλουστα ἱμάτια τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ κι ὄχι μέ τή σωματική φθορά. Ξάπλωνε καὶ κοιμόταν εἴτε κάτω ἀπὸ τὸν ἀνοιχτὸ οὐρανὸ εἴτε σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ πολλὰ σπήλαια τῆς ἐρήμου «πέραν τοῦ Ἰορδάνου». Τί τὸν ἔνοιαζε αὐτὸ ὅμως, ἀφοῦ ἡ ψυχὴ του ἀναπαυόταν στόν βασιλικὸ στῆθος τοῦ οὐρανίου Δημιουργοῦ; Γείτονες εἶχε τίς φαρμακερὲς ὀχιὲς καὶ τὰ πεινασμένα λιοντάρια.

Δέν τὰ φοβόταν ὅμως, γιατὶ ἤξερε πώς τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ πού τὰ βλέπει ὅλα, τὸν προστάτευε. Γιατὶ νά τὰ φοβηθεῖ, ἀφοῦ δέν μποροῦσαν νά βλάψουν τὴν ψυχὴ του; Τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἔβλεπε σὰν ψυχή, ὄχι σὰν σάρκα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν ἐλεύθερος ἀπό ἐπίγειες μέριμνες. Μοναδικὴ του φροντίδα ἤταν ἡ ψυχὴ του· Μοναδικὸς νόμος καὶ κανόνας γιά τὴν ψυχὴ του ἤταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὸ ἔμοιαζε μὲ τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους. Γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης τὸν ὀνόμασε ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης, ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου, γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης φύσης: τὶς ἀδυναμίες της, τὴν κλίση της πρὸς τὸ κακό, τὴν ἀσυνέπειά της. Τὰ ἔμαθε καλὰ αὐτὰ στά τριάντα χρόνια τῆς μόνωσής του στήν ἔρημο. Ἀπόκτησε αὐτογνωσία κι ἔτσι γνώρισε καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο κι ὅλα ὅσα συμβαίνουν ἢ μποροῦν νά συμβοῦν σ’ αὐτόν. Ἡ νικηφόρα μάχη πού ἔκανε μέ τὸν ἑαυτὸ του τοῦ προσπόρισε ἀνεξάντλητη γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

Ἔτσι τώρα παρουσιάστηκε στούς ἀνθρώπους μέ τὴν ἐλευθερία τοῦ νικητή. Ἡ γνώση του δέν ὀφειλόταν σὲ βιβλία. Προερχόταν ἀπὸ πρῶτο χέρι, ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, μέσα ἀπὸ τή δική του ἐμπειρία. Εἶναι φανερό πώς ἔτσι τὸ κήρυγμά του ἔχει ἕναν πολὺ ἀνθρώπινο χαρακτῆρα. Δὲν στηρίζεται στά λόγια τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμα κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐξομολογηθεῖ εἰλικρινὰ κι ἔχει ἀποδείξει ἔμπρακτα τή μετάνοιά του γιά τὶς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ὁ Ἰωάννης δέν τὸν ἐμπιστεύεται ἀμέσως. Γνωρίζει τήν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀσυνέπεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσης.

Γι’ αὐτὸ κι ἀγωνίζεται μ’ ὅλες του τίς δυνάμεις νά ξεκαθαρίσει στούς μετανοοῦντες πώς πρέπει ν’ ἀποδείξουν τὰ λόγια μέ τὰ ἔργα τους. Ὅταν ἡ ἁμαρτία ἐπαναλαμβάνεται, γίνεται συνήθεια. Τώρα συνήθεια πρέπει νά γίνουν τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Κι αυτὸ μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέ μακρὰ ἄσκηση τῶν ἀρετῶν.

Ὅλα ὅσα συνιστᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὡς καρποὺς μετανοίας, ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἀρκετὰ γιά νά σώσουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Φτάνουν ὅμως γιά νά κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἄξιο νά παρουσιαστεῖ μπροστὰ στόν Χριστό. Τὸ καθῆκον τοῦ Προδρόμου ἤταν νά ἐπισημάνει τὸν κίνδυνο στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά καθαρίσουν τὸν ἑαυτὸ τους καὶ ν’ ἀξιωθοῦν νά παρουσιαστοῦν μπροστὰ στόν θεῖο Πρόσωπο τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.

Ὅταν ἔβλεπε κανεὶς τὸν φοβερὸ προφήτη, κοντὰ στόν ὁποῖο συνωστίζονταν οἱ κάτοικοι ὁλόκληρης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἄκουγε τίς ἰδιόρυθμες κραυγές μέ τίς προτροπὲς καί τίς ἀπειλές γιά φωτιὰ καὶ τσεκούρια, τὸν ῥωτοῦσε:

«Σύ τις εἰ;» Μήπως εἶσαι ἐσὺ ὁ ἀναμενόμενος Χριστός; «Οὐκ εἰμί ἐγὼ ὁ Χριστός», ἀπαντοῦσε ὁ Ἰωάννης. «Τί οὖν; Ἠλίας εἰ σύ;». «Οὐκ εἰμι». «Τίς εἶ;». «Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου» (Ἰωάν. 1, 20-23).

Καὶ στή συνέχεια ὁ Ἰωάννης ἀναγνώριζε κι ὁμολογοῦσε ταπεινά: «Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Αὐτός ἐστίν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.» (Ἰωάν. 1, 26-27).

Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιά νά διδάξει στούς ἀνθρώπους τὴν ταπείνωση πού εἶχαν ξεχάσει καὶ τὴν ὑπακοή πού εἶχαν παραβιάσει. Μᾶς δίνει ἕνα τέλειο ὑπόδειγμα μέ τή δική του ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα του.

Οἱ ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν ταπείνωση καὶ ὑπακοή, δέν ἔχουν οὔτε σοφία οὔτε ἀγάπη. Καί ὅποιος τὰ στερεῖται αὐτά, στερεῖται καὶ τὸν Θεό. Καί ὅποιος δέν ἔχει Θεό, δέν ὁρίζει οὔτε τὸν ἑαυτὸ του. Εἶναι σὰν νά μὴν ὑπῆρχε, ἀφοῦ ζεῖ στό σκοτάδι καὶ στή σκιὰ τοῦ θανάτου.

Ἂν κάποιος ἔλεγε: «Ὁ Χριστὸς εἶναι μεγάλο κι ἀπλησίαστο παράδειγμα γιά μένα. Δέν μπορῶ νά Τὸν πλησιάσω. Ὑπάρχει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος πού, σὰν συνηθισμένος ἄνθρωπος, εἶναι πιὸ κοντὰ στούς θνητούς». Ὁ Πρόδρομός Του μᾶς διδάσκει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή, μὲ τή δική του ἁγνὴ ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ στόν Χριστό.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τὸ νέο ἔτος

1 Ιανουαρίου, 2026

Fr. Alexander Schmemann

Εἶναι παλιὸ τὸ ἔθιµο: τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τὶς ἐπιθυµίες µας γιὰ τὸ νέο ἔτος καὶ προσπαθοῦµε νὰ εἰσέλθουµε στὸ ἄγνωστο µέλλον µ’ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τὴν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς µας ἐπιθυµίας.

Σήµερα, γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ βρισκόµαστε µπροστὰ σ’ ἕνα νέο ἔτος. Τί ἐπιθυµοῦµε γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν καθένα; Ποιὸ εἶναι τὸ τέλος ὅλων µας τῶν ἐλπίδων;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι µονίµως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχὲς τὸ Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιὰ τὸ Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία ποὺ ἐπιθυµοῦµε εἶναι φυσικὰ διαφορετικὴ καὶ προσωπικὴ γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ ὅλοι µας µετέχουµε στὴν κοινὴ πίστη πὼς αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ εὐτυχία θὰ µᾶς πλησιάσει, πὼς µποροῦµε νὰ ἐλπίσουµε σ’ αὐτὴ µὲ προσδοκία.

Πότε ὅµως εἶναι κάποιος ἀληθινὰ εὐτυχισµένος; Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐµπειρίας καὶ γνώσης σχετικὰ µὲ τὸν ἄνθρωπο, δὲν µποροῦµε πλέον νὰ ἐξισώσουµε τὴν εὐτυχία µὲ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, ὑγεία, ἐπιτυχία κλπ.

Γνωρίζουµε πὼς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτὴ τὴ µυστηριώδη καὶ πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ φυσικὴ ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ ἄγχος. Ἡ ἐπιτυχία φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ φόβο.

Εἶναι ἐκπληκτικὸ πὼς ὅσο περισσότερη ἐξωτερικὴ εὐτυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καὶ πιὸ ἀτίθασος ὁ φόβος πὼς θὰ τὴ χάσουµε καὶ θὰ µείνουµε µὲ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ εὐχόµαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «µία νέα εὐτυχία» γιὰ τὸ Νέο Ἔτος.

Ἡ «παλιὰ» εὐτυχία ποτὲ δὲν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅµως ἀτενίζουµε ξανὰ µπροστὰ µας µὲ µία εὐχή, ἕνα ὄνειρο, µία ἐλπίδα…

Χριστὲ καὶ Παναγία! Τὸ εὐαγγέλιο πρὶν ἀπὸ πάρα πολὺ καιρὸ εἶχε καταγράψει τὴν ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πλούτισε, ἔκτισε καινούριες ἀποθῆκες γιὰ νὰ ἀποθηκεύσει τὰ ἀγαθά του, καὶ ἀποφάσισε πὼς πλέον εἶχε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ποὺ ἐγγυῶντο τὴν εὐτυχία του!

Εἶχε ἄνεση καὶ µέσα. Ἐκείνη ὅµως τὴ νύχτα ἄκουσε: «ἄφρων, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σου, ἃ δὲ ἠτοίµασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20).

Ἡ σταδιακὴ συνειδητοποίηση ὅτι τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ κρατηθεῖ, πὼς µπροστὰ µας βρίσκεται ὁ ἀναπόφευκτος θάνατος καὶ ἡ φθορά, εἶναι τὸ δηλητήριο ποὺ δηλητηριάζει τὴ µικρὴ καὶ περιορισµένη εὐτυχία ποὺ διαθέτουµε.

Αὐτὸς εἶναι σίγουρα καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴ συνήθεια ποὺ ἔχουµε νὰ κάνουµε τέτοιο σαµατὰ καὶ θόρυβο, φωνάζοντας καὶ γελώντας, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει δώδεκα τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους.

Φοβούµαστε νὰ µείνουµε µόνοι καὶ σιωπηλοί, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει σὰν τὴν ἀνελέητη φωνὴ τῆς µοίρας: πρῶτο κτύπηµα, δεύτερο, τρίτο καὶ συνεχίζει, τόσο ἀδυσώπητα, ὁµοιόµορφα, τόσο τροµακτικὰ µέχρι τέλους. Τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἀλλάξει, τίποτε νὰ τὸ σταµατήσει.

Ἔτσι ἔχουµε δύο πολὺ βαθεῖς καὶ ἀκατάλυτους ἄξονες τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης: φόβος καὶ εὐτυχία, ἐφιάλτης καὶ ὄνειρο.

Ἡ καινούρια εὐτυχία ποὺ ὀνειρευόµαστε τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους θὰ µπορέσει τελικὰ νὰ ἠρεµήσει, νὰ σκορπίσει καὶ νὰ κατανικήσει τὸ φόβο;

Ὀνειρευόµαστε µιὰ εὐτυχία στὴν ὁποία νὰ µὴν παραµονεύει ὁ φόβος βαθιὰ µέσα της, ἕνας φόβος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προσπαθοῦµε πάντοτε νὰ προφυλαχθοῦµε, πίνοντας, ἢ µὲ τὸ νὰ εἴµαστε συνεχῶς ἀπασχοληµένοι, περιβαλλόµενοι ἀπὸ θόρυβο.

Ἡ σιγὴ ὅµως αὐτοῦ τοῦ φόβου εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ κάθε ἄλλο θόρυβο. «Ἄφρων»! Μάλιστα, τὸ ἀθάνατο ὄνειρο τῆς εὐτυχίας εἶναι ἐκ φύσεως ἀνόητο σ’ ἕναν κόσµο µολυσµένο ἀπὸ φόβο καὶ τὸ θάνατο.

Ἀκόµη καὶ στὶς ἀνώτερες στιγµὲς τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, οἱ ἄνθρωποι τὸ γνωρίζουν καλά. Μποροῦµε νὰ νιώσουµε τὴ θλίψη καὶ τὴ θλιβερὴ ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ µεγάλου ποιητῆ Ἀλέξανδρου Πούσκιν, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαποῦσε τὴ ζωή, ὅταν ἔγραφε:

«Δὲν ὑπάρχει εὐτυχία στὸν κόσµο». Ὄντως, µία βαθιὰ θλίψη διαπερνᾶ κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαµηλά, στὸν πάτο τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, τὰ πλήθη ξετρελαίνονται µὲ τὸ θόρυβο καὶ τὶς φωνές, ὡς ἐὰν ὁ θόρυβος καὶ τὰ θορυβώδη πάρτυ θὰ µποροῦσαν νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία.

Ὁ καιρὸς ὅµως στὴν πραγµατικότητα εἶναι τόσο λίγος. Μόνο στιγµὲς περνοῦν πρὶν τὸ βέλος τοῦ χρόνου σφυρίξει πετώντας πρὸς τὸ µοιραῖο στόχο.

Γιατί καθυστεροῦµε; Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐδῶ, ἀνάµεσά µας, δίπλα µας, στέκεται Κάποιος: «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ἂν µόνο παραµερίζαµε τὸ φόβο µας καὶ Τὸν κοιτάζαµε, θὰ βλέπαµε ἕνα τέτοιο, µία τέτοια χαρά, καὶ µία τέτοια περίσσεια ζωῆς, ποὺ σίγουρα θὰ καταλαβαίναµε τὸ νόηµα αὐτῆς τῆς φευγαλέας καὶ µυστηριώδους λέξης «εὐτυχία».

Ἀπό τό βιβλίο:Εορτολόγιο

ἔκδ. Ἀκρίτας

Στή δύση τοῦ ἔτους

31 Δεκεμβρίου, 2025

DSC08329[1]

Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἕνας νέος χρόνος πλησιάζει. Ὅταν εἴμαστε νέοι ὑποδεχόμαστε τὸν καινούριο χρόνο μὲ ἀνοιχτὲς καρδιές, νομίζοντας πὼς ὅλα θὰ μᾶς εἶναι δυνατὰ κατὰ τὴ διάρκειά του.

Τὸν βλέπουμε ν’ ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν μία ἀτέλειωτη πεδιάδα καλυμμένη μὲ παρθένο χιόνι, ποὺ οὔτε μιὰ πατημασιὰ δὲν ἔχει ἀκόμη σημαδέψει τὴ λευκότητά της, τὰ πάντα εἶναι δυνατά, τὰ πάντα εἶναι ἁγνὰ καὶ φωτεινά.

Στὴν προχωρημένη ἡλικία περιμένουμε τὸ νέο χρόνο μὲ ἕνα εἶδος ἐσωτερικῆς ὑπομονῆς, μὲ τὴν αἴσθηση πὼς θὰ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη τοῦ παρελθόντος ἴσως νὰ μᾶς συμβοῦν ἄφθονα καινούρια περιστατικά, θὰ εἶναι ὅμως γνωστά, γήινα περιστατικὰ μὲ τὰ ὁποῖα γνωρίζουμε πῶς νὰ ζήσουμε. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἴμαστε λανθασμένοι

Ἡ νέα χρονιὰ πράγματι ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν ἕνα ἀπάτητο ἀκόμη μονοπάτι, μιὰ πλατειὰ παρθένα πεδιάδα ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀνθίσει μ’ ἕνα πλοῦτο καλῶν ἀνθρώπινων πράξεων. Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἡλικία μας ἕνα μονοπάτι ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἂν θὰ τὸ κάνουμε «ὁδὸν Κυρίου» ἢ ὄχι.

Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται τὸ ἂν γιὰ τοὺς γύρω μας καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς θὰ φτιάξουμε δρόμο γιὰ τὸν Οὐρανὸ ἢ τὴν Κόλαση – τὴν αἰώνια Κόλαση, ἢ ἁπλῶς τὴ σκληρὴ ἀνθρώπινη κόλαση τῆς γῆς.

Ταυτόχρονα, αὐτὸ ποὺ ἁπλώνεται μπροστὰ μας εἶναι, ὅπως τὸ βλέπει ἡ γεροντικὴ ἡλικία, τὸ συνηθισμένο καὶ τὸ οἰκεῖο, μόνο ποὺ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτὲ πρὶν σ’ ἐμᾶς.

Ἡ ζωὴ ἴσως νὰ μὴ φέρνει τὸ διαφορετικό, μπορεῖ ὅμως ἐμεῖς νὰ εἴμαστε διαφορετικοί, τὰ ἴδια περιστατικὰ μπορεῖ νὰ ξανασυμβοῦν καὶ νὰ εἶναι τελείως καινούρια, διότι ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἀλλάξει.

Μποροῦμε νὰ μποῦμε στὴ χρονιὰ αὐτὴ δημιουργικά, μόνο ὅμως μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ μποῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται στὴ χρονιὰ αὐτή, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Κύριος καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ σωστὸ μέρος, μὲ τὴν πίστη ὅτι τίποτα δὲ θὰ συμβεῖ χωρὶς τὴ θέληση ἤ τὴ συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ.

Ἂν ἡ στάση μας εἶναι τέτοια θὰ δοῦμε πὼς τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο (αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὴν τύχη δὲν πιστεύει στὸ Θεό), πὼς δὲν ὑπάρχουν ἄσκοπες συναντήσεις καὶ πὼς τὸ κάθε πρόσωπο μᾶς ἔχει σταλεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Ἂν μποῦμε στὴ χρονιὰ αὐτὴ γνωρίζοντας ὅτι τὸ κάθε τι -φωτεινὸ καὶ σκοτεινό, καλὸ καὶ τρομακτικὸ – εἶναι ἕνα δῶρο ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται ὥστε μέσα ἀπὸ μᾶς ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη, ἡ χαρὰ καὶ ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου νὰ ἔλθουν στὸν κόσμο, ἂν ἔχουμε σταθερὴ πίστη πὼς τὸ κάθε πρόσωπο ποὺ ἔρχεται στὸ δρόμο μας μᾶς ἔχει σταλεῖ γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουμε τὸ λόγο ἢ τὴν πράξη τοῦ Κυρίου ἢ γιὰ νὰ τὰ δεχτοῦμε ἀπὸ ἐκεῖνο, τότε ἡ ζωὴ θὰ εἶναι πλούσια καὶ θὰ ἔχει νόημα -διαφορετικὰ θὰ παραμείνει ἕνα παιγνίδι τῆς τύχης, μιὰ ἀτέλειωτη ἁλυσίδα τυχαίων περιστατικῶν.

Ἂς μποῦμε στὸν καινούριο χρόνο μ’ αὐτὴ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ μὲ τέτοια πνευματικὴ φλόγα, ἂς δεχτοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὁποιονδήποτε ὁ Θεὸς μᾶς στείλει, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Κύριος δέχεται ἐμᾶς στὴν πορεία μας κι ἂς δεχτοῦμε ὅ,τι καὶ ἂν μᾶς συμβεῖ σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ σ’ ὅλες τὶς περιστάσεις ἂς συμπεριφερόμαστε σὰν Χριστιανοί· τότε ὅλα θὰ πᾶνε καλά

Ὁ παλιὸς χρόνος ἔχει φύγει καὶ πολλοὶ περιμένουν τώρα τὸν ἐρχομὸ τοῦ νέου χρόνου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιὰ κείνους ἔχει τελειώσει ὁ ἀγώνας, ἐνῶ ἐμεῖς ζοῦμε ἀκόμα πάνω στὴ γῆ. Ἂς θυμηθοῦμε ὅσους ἔζησαν ἀνάμεσά μας, ἐκείνους ποὺ γνωρίζαμε κι ἀγαπούσαμε κι ἐκείνους ποὺ ἀπὸ ἀπροσεξία οὔτε κἄν παρατηρήσαμε.

Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς ἀμέτρητους ἀνθρώπους ποὺ πέθαναν φέτος δυστυχισμένοι ἀπὸ ἀρρώστιες, σὲ δυστυχήματα, σὲ πολέμους. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς πάντες χωρὶς ν’ ἀφήσουμε κανέναν ἔξω κι ἂς μποῦμε στὴν καινούρια χρονιὰ μὲ καρδιὰ ἀνοιχτὴ γιὰ τοὺς πάντες.

Ἂς ψάλουμε «αἰωνία ἡ μνήμη» γιὰ ὅλους τοὺς κεκοιμημένους πρὶν χωριστοῦμε καὶ ἂς διατηρήσουμε αὐτὴ τὴν αἰωνία μνήμη στὶς καρδιές μας μὲ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε νὰ συναντήσουμε ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους μπορέσαμε ν’ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ σεβαστοῦμε, ἀνθρώπους τῶν ὀποίων τὸ παράδειγμα μπόρεσε νὰ μᾶς ἐμπνεύσει.

Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει τὸ Νέο Ἔτος. Σᾶς εὔχομαι ἕναν εὐτυχισμένο καινούριο χρόνο, νὰ ζήσετε, ν’ ἀγαπᾶτε τὸ Θεό, ν’ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ ἐξυπηρετεῖτε τοὺς ἀνθρώπους.

Metr. Anthony Bloom

Κυριακή μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν

27 Δεκεμβρίου, 2025

Τρία γεγονότα μᾶς διηγεῖται ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, τήν φυγή τοῦ Ιησοῦ στήν Αἴγυπτο, τή σφαγή τῶν νηπίων τῆςς Βηθλεέμ καί τήν ἐπιστροφή τοῦ Χριστοῦ στή Ναζαρέτ.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι δέν ὑπάρχει μαθητής μεγαλύτερος ἀπό τόν δάσκαλό του, καί ὅτι ἄν τόν Ἴδιο τόν μίσησε ὁ κόσμος, τότε θά μισήσει κι ἐμᾶς.

Ἀπὸ τὴν ἀρχή τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα πρέπει νά περιμένουμε πειρασμοὺς καὶ δοκιμασίες.

Βλέπεις, ὅτι αὐτὸ γίνεται καὶ στόν Χριστό, ἐνῶ ἀκόμη εἶναι στά σπάργανα; Μόλις γεννήθηκε, ξεσηκώθηκε ἐναντίον του ὁ Ἡρῴδης.

Ἀκολουθεῖ ἡ φυγὴ στήν Αἴγυπτο. Ἐξορία σὲ χώρα βαρβαρική.

Ἀκούγοντάς τα αὐτά, πρόσεξε. Μὴν ταραχθεῖς, ὅταν σὲ βρίσκουν ἀθεράπευτες συμφορὲς καὶ ἀμέτρητοι κίνδυνοι! Καὶ κυρίως πρόσεξε.

Μὴν εἰπεῖς: «Γιατί μοῦ συμβαίνουν αὐτά; Ἐγώ, ἀφοῦ τηρῶ τίς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἔπρεπε νά στεφανωθῶ καὶ νά ἀνακηρυχθῶ νικητής! Νά ἀποκτήσω ὄνομα καὶ δόξα!»

Μὴ σκέφτεσαι ἔτσι. Ἀντίθετα νά τὰ δέχεσαι ὅλα μέ γενναιότητα.

Πνευματικὴ ζωὴ χωρὶς πειρασμοὺς δέν γίνεται.

Νά ἔχεις ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Τέτοια ἐμπιστοσύνη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶχε καὶ ὁ Δίκαιος Ἰωσήφ.

Τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Ἄγγελος καὶ τοῦ λέγει: «Πάρε τὸ Παιδὶ καὶ τή Μητέρα Του καὶ πηγαίνετε στήν Αἴγυπτο.»

Δέν σκανδαλίσθηκε ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰωσήφ. Οὔτε εἶπε στόν Ἄγγελο: «Τὶ μπερδεμένα πράγματα μοῦ λές; Ἐσὺ δέν μοῦ ἔλεγες προηγουμένως, ὅτι Αὐτὸς θὰ σώσει τὸν λαὸ Του;

Τώρα λοιπόν, οὔτε τὸν Ἑαυτὸ Του δέν μπορεῖ νά σώσει;! Ἄλλα μοῦ ὑποσχέθηκες καὶ ἄλλα γίνονται στήν πραγματικότητα;»

Δέν μίλησε ἔτσι ὁ Ἰωσήφ. Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δέν εἶπε. Εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό.

Οὔτε γιά τὸν χρόνο ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο δέν δείχνει περιέργεια τή στιγμή μάλιστα πού ὁ Ἄγγελος μίλησε πολὺ ἀόριστα γιά ἐπιστροφή.

Πιστεύει, ὑπακούει καὶ ὑπομένει μέ χαρὰ ὅλους τοὺς πειρασμούς.

Νά, λοιπόν! Ὁ ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ δέν ξαφνιάζεται, ὅταν τὸν βρίσκουν θλίψεις καὶ δοκιμασίες.

Ἀλλὰ παίρνει θάρρος· γιατὶ ἐνθυμεῖται, ὅτι Αὐτός πού γιά μᾶς ἔγινε Νήπιο, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του ἀντιμετώπισε διωγμοὺς καὶ ταλαιπωρίες.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Εἰς τό Γενέθλιον τοῦ Κυρίου Ἡμῶν ‘Ιησοῦ Χριστοῦ

24 Δεκεμβρίου, 2025

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Μυστήριο παράξενο καὶ παράδοξο ἀντικρύζω. Βοσκῶν φωνὲς φτάνουν στ’ αὐτιά μου. Δὲν παίζουν σήμερα μὲ τὶς φλογέρες τοὺς κάποιον τυχαῖο σκοπό. Τὰ χείλη τοὺς ψάλλουν ὕμνο οὐράνιο.

Οἱ ἄγγελοι ὑμνολογοῦν, οἱ ἀρχάγγελοι ἀνυμνοῦν, ψάλλουν τὰ Χερουβεὶμ καὶ δοξολογοῦν τὰ Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν ὅλοι, βλέποντας τὸ Θεὸ στὴ γῆ καὶ τὸν ἄνθρωπο στοὺς οὐρανούς.

Σήμερα ἡ Βηθλεὲμ μιμήθηκε τὸν οὐρανό: Ἀντὶ γι’ ἀστέρια, δέχτηκε τοὺς ἀγγέλους· ἀντὶ γιὰ ἥλιο, δέχτηκε τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Καὶ μὴ ζητᾶς νὰ μάθεις τὸ πῶς. Γιατί ὅπου θέλει ὁ Θεός, ἀνατρέπονται οἱ φυσικοὶ νόμοι.

Ἐκεῖνος λοιπὸν τὸ θέλησε. Καὶ τὸ ἔκανε. Κατέβηκε στὴ γῆ κι ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι’ αὐτὸν τὸ σκοπό.

Σήμερα γεννιέται Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει αἰώνια, καὶ γίνεται αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε. Εἶναι Θεὸς καὶ γίνεται ἄνθρωπος! Γίνεται ἄνθρωπος καὶ πάλι Θεὸς μένει!

Ὅταν γεννήθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δὲν δέχονταν τὴν παράδοξη γέννησή Του: Ἀπὸ τὴ μία οἱ Φαρισαῖοι παρερμήνευαν τὰ ἱερὰ βιβλία· κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ γραμματεῖς δίδασκαν ἀλλὰ ἀντὶ ἄλλων. O Ἡρώδης πάλι, ζητοῦσε νὰ βρεῖ τὸ νεογέννητο Βρέφος ὄχι γιὰ νὰ τὸ τιμήσει, μὰ γιὰ νὰ τὸ θανατώσει.

Ἐ λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ σήμερα τρίβουν τὰ μάτια τους, βλέποντας τὸ Βασιλιὰ τ’ οὐρανοῦ νὰ βρίσκεται στὴ γῆ μ’ ἀνθρώπινη σάρκα, γεννημένος ἀπὸ παρθενικὴ μήτρα.

Καὶ ἦρθαν οἱ βασιλιάδες νὰ προσκυνήσουν τὸν ἐπουράνιο Βασιλιὰ τῆς δόξας.

Ἦρθαν οἱ στρατιῶτες νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Ἀρχιστράτηγο τῶν οὐράνιων Δυνάμεων.

Ἦρθαν οἱ γυναῖκες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ μετέβαλε τὶς λύπες τῆς γυναίκας σὲ χαρά.

Ἦρθαν οἱ παρθένες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ δημιούργησε τοὺς μαστοὺς καὶ τὸ γάλα, καὶ τώρα θηλάζει ἀπὸ Μητέρα Παρθένο.

Ἦρθαν τὰ νήπια νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ ἔγινε νήπιο, γιὰ νὰ συνθέσει δοξολογικὸ ὕμνο «ἀπ’ τὰ στόματα τῶν νηπίων» (Ψάλμ. 8:3).

Ἦρθαν τὰ παιδιὰ νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ ἡ μανία τοῦ Ἡρώδη τὰ ἀνέδειξε σὲ πρωτομάρτυρες.

Ἦρθαν οἱ ποιμένες νὰ προσκυνήσουν τὸν καλὸ Ποιμένα, ποὺ θυσίασε τὴ ζωή Του γιὰ χάρη τῶν προβάτων.

Ἦρθαν οἱ ἱερεῖς νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ ἔγινε ἀρχιερέας ὅπως ὁ Μελχισεδὲκ (Ἑβρ. 5:10).

Ἦρθαν οἱ δοῦλοι νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ πῆρε μορφὴ δούλου, γιὰ νὰ μετατρέψει τὴ δουλεία μᾶς σ’ ἐλευθερία.

Ἦρθαν οἱ ψαράδες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ τοὺς μετέβαλε σὲ «ψαράδες ἀνθρώπων» (Μάτθ. 4:19)

Ἦρθαν οἱ τελῶνες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τοὺς τελῶνες ἀνέδειξε εὐαγγελιστή.

Ἦρθαν οἱ πόρνες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ παρέδωσε τὰ πόδια του στὰ δάκρυα μίας πόρνης.

Κοντολογίς, ἦρθαν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ δοῦν τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει στοὺς ὤμους Τοῦ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου:

Οἱ μάγοι γιὰ νὰ Τὸν προσκυνήσουν·

οἱ ποιμένες γιὰ νὰ Τὸν δοξολογήσουν·

οἱ τελῶνες γιὰ νὰ Τὸν κηρύξουν·

οἱ πόρνες γιὰ νὰ Τοῦ προσφέρουν μύρα·

ἡ Σαμαρείτισσα γιὰ νὰ ξεδιψάσει·

ἡ Χαναναία γιὰ νὰ εὐεργετηθεῖ.

 ***

Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλοι σκιρτοῦν ἀπὸ χαρά, θέλω κι ἐγὼ νὰ σκιρτήσω, θέλω νὰ χορέψω, θέλω νὰ πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αὐλό, δίχως λαμπάδες ἀναμμένες στὰ χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, ἀντὶ γι’ αὐτά, τὰ σπάργανα τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα μου, αὐτὰ ἡ ζωή μου, αὐτὰ ἡ σωτηρία μου, αὐτὰ ὁ αὐλός μου, αὐτὰ ἡ κιθάρα μου.

Γι’ αὐτὸ τὰ ‘χω μαζί μου: Γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ τὴ δύναμή τους δύναμη, γιὰ νὰ φωνάξω μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, «δόξα στὸν ὕψιστο Θεό», καὶ μὲ τοὺς ποιμένες, «καὶ εἰρήνη στὴ γῆ, εὐλογία στοὺς ἀνθρώπους» (Λούκ. 2:14).

Καὶ ξέρετε γιατί; Γιατί Ἐκεῖνος ποὺ προαιώνια γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀνεξήγητα, γεννιέται σήμερα ἀπὸ παρθένα ὑπερφυσικά. Τὸ πώς, τὸ γνωρίζει ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐμεῖς μόνο τοῦτο μποροῦμε νὰ ποῦμε: Πὼς ἀληθινὴ εἶναι καὶ ἡ οὐράνια γέννησή του, ἀδιάψευστη εἶναι καὶ ἡ ἐπίγεια.

Ἀλήθεια εἶναι ὅτι γεννήθηκε Θεὸς ἀπὸ Θεό, ἀλήθεια εἶναι καὶ ὅτι γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπὸ παρθένα. Στὸν οὐρανὸ εἶναι ὁ μόνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα μόνο, γιὸς Τοῦ μονογενής. Καὶ στὴ γῆ εἶναι ὁ μόνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μόνο, γιὸς τῆς μονογενής.

Ὅπως στὴν περίπτωση τῆς οὐράνιας γεννήσεώς Του εἶναι ἀσέβεια νὰ σκεφτοῦμε μητέρα, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῆς ἐπίγειας γεννήσεώς Του εἶναι βλασφημία νὰ ὑποθέσουμε πατέρα. Ὁ Θεὸς Τὸν γέννησε μὲ τρόπο θεϊκό.

Ἡ Παρθένος Τὸν γέννησε μὲ τρόπο ὑπερφυσικό. Ἔτσι, οὔτε ἡ οὐράνια γέννησή Του μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ, οὔτε ἡ ἐνανθρώπησή Του μπορεῖ νὰ ἐρευνηθεῖ. Τὸ ὅτι Τὸν γέννησε ἡ Παρθένος σήμερα τὸ γνωρίζω. Τὸ ὅτι Τὸν γέννησε ὁ Θεὸς προαιώνια τὸ πιστεύω.

Κι ἔχω μάθει νὰ τιμῶ σιωπηλὰ τὴ γέννησή Του, χωρὶς φιλοπερίεργες ἔρευνες κι ἀνώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ Θεό, δὲν πρέπει νὰ στέκεται κανεὶς στὴ φυσικὴ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ νὰ πιστεύει στὴ δύναμη Ἐκείνου ποὺ κατευθύνει τὰ πάντα.

Τί φυσικότερο ἀπ’ τὸ νὰ γεννήσει μία παντρεμένη γυναίκα; Ἀλλὰ καὶ τί πιὸ παράδοξο ἀπ’ τὸ νὰ γεννήσει παιδὶ μία παρθένα, δίχως ἄνδρα, καὶ νὰ παραμείνει παρθένα;

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν μποροῦμε νὰ ἐρευνοῦμε ὅ,τι γίνεται σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Ὅ,τι ὅμως συμβαίνει μὲ τρόπο ὑπερφυσικό, ἂς τὸ σεβόμαστε σιωπηλά.

Ὄχι γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο, ἀλλὰ γιατί εἶναι ἀνερμήνευτο.

 Φόβο νιώθω μπροστὰ στὸ θεῖο μυστήριο.

Τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ λαλήσω;

 ***

Βλέπω ἐκείνη ποὺ γέννησε. Βλέπω κι Ἐκεῖνον ποὺ γεννήθηκε. Ἀλλὰ τὸν τρόπο τῆς γεννήσεως δὲν μπορῶ νὰ τὸν καταλάβω. Ὅπου θέλει, βλέπετε, ὁ Θεός, νικῶνται οἱ φυσικοὶ νόμοι.

Ἔτσι ἔγινε κι ἐδῶ: Παραμερίστηκε ἡ φυσικὴ τάξη καὶ ἐνέργησε ἡ θεία θέληση.

Πόσο ἀνέκφραστη εἶναι ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ!

Ὁ προαιώνιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄφθαρτος καὶ ἀόρατος καὶ ἀσώματος, κατοίκησε μέσα στὸ φθαρτὸ καὶ ὁρατὸ σῶμα μας. Γιὰ ποιὸ λόγο; Νά, ὅπως ξέρετε, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ὅ,τι βλέπουμε παρὰ σ’ ὅ,τι ἀκοῦμε.

Στὰ ὁρατὰ πιστεύουμε. Στ’ ἀόρατα ὄχι. Ἔτσι δὲν πιστεύαμε στὸν ἀόρατο ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ λατρεύαμε ὁρατὰ εἴδωλα μὲ μορφὴ ἀνθρώπων.

Δέχτηκε λοιπὸν ὁ Θεὸς νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ μας μὲ ὁρατὴ μορφὴ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ διαλύσει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κάθε ἀμφιβολία γιὰ τὴν ὕπαρξή Του.

Κι ὕστερα, ἀφοῦ μᾶς διδάξει μὲ τὴν αἰσθητὴ καὶ ἀναμφισβήτητη παρουσία Του, νὰ μᾶς ὁδηγήσει εὔκολα στὴν ἀληθινὴ πίστη, στ’ ἀόρατα καὶ ὑπερφυσικά.

Κατάπληξη μὲ γεμίζει τὸ θαῦμα!

Παιδὶ βλέπω τὸν προαιώνιο Θεό!

Σὲ φάτνη ἀναπαύεται, Αὐτὸς ποὺ ἔχει θρόνο τὸν οὐρανό!

Χέρια ἀνθρώπινα ἀγγίζουν τὸν ἀπρόσιτο κι ἀσώματο!

Μὲ σπάργανα εἶναι σφιχτοδεμένος, Αὐτὸς ποὺ σπάει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας!

Ὅμως… τοῦτο εἶναι τὸ θέλημά Του: Τὴν ἀτιμία νὰ μεταβάλει σὲ τιμή· μὲ δόξα νὰ ντύσει τὴν εὐτέλεια· καὶ τὴν προσβολὴ σ’ ἀρετὴ νὰ μεταπλάσει.

Πῆρε τὸ σῶμα μου. Μοῦ προσφέρει τὸ Πνεῦμα Του. Μοῦ χαρίζει τὸ θησαυρὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, παίρνοντας ἀλλὰ καὶ δίνοντάς μου: Παίρνει τὴ σάρκα μου γιὰ νὰ μὲ ἁγιάσει· μοῦ δίνει τὸ Πνεῦμα Του γιὰ νὰ μὲ σώσει.

«Νά, ἡ παρθένος θὰ μείνει ἔγκυος» (Ἤσ. 7:14).

Τὰ λόγια εἶναι τῆς συναγωγῆς, μὰ τὸ ἀπόκτημα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ συναγωγὴ ἔβαψε τὸ νῆμα· ἡ Ἐκκλησία φόρεσε τὴ βασιλικὴ στολή.

Ἡ Ἰουδαία Τὸν γέννησε· ἡ οἰκουμένη Τὸν ὑποδέχτηκε.

Ἡ συναγωγὴ Τὸν θήλασε καὶ Τὸν ἔθρεψε· ἡ Ἐκκλησία Τὸν παρέλαβε καὶ ὠφελήθηκε.

Στὴ συναγωγὴ βλάστησε τὸ κλῆμα· ἐμεῖς ὅμως ἀπολαμβάνουμε τὰ σταφύλια τῆς ἀλήθειας.

Ἡ συναγωγὴ τρύγησε τὰ σταφύλια· οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως πίνουν τὸ μυστικὸ πιοτό.

Ἐκείνη ἔσπειρε στὴν Ἰουδαία τὸ σπόρο· οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως θέρισαν τὸ στάχυ μὲ τὸ δρεπάνι τῆς πίστεως. Αὐτοὶ ἔκοψαν μὲ σεβασμὸ τὸ ρόδο, καὶ στοὺς Ἰουδαίους ἔμεινε τὸ ἀγκάθι τῆς ἀπιστίας.

Τὸ πουλάκι πέταξε, κι αὐτοὶ οἱ ἀνόητοι κάθονται καὶ φυλᾶνε ἀκόμα τὴ φωλιά.

Οἱ Ἰουδαῖοι πασχίζουν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ βιβλίο τοῦ γράμματος, καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τρυγοῦν τὸν καρπὸ τοῦ Πνεύματος.

«Νά, ἡ παρθένος θὰ μείνει ἔγκυος».

Πές μου, Ἰουδαῖε, πές μου λοιπόν, ποιὸν γέννησε;

Δεῖξε, σὲ παρακαλῶ, θάρρος, ἔστω καὶ σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἔδειξες μπροστὰ στὸν Ἡρώδη. Ἀλλὰ δὲν ἔχεις θάρρος. Καὶ ξέρω γιατί. Γιατί εἶσαι ἐπίβουλος.

Στὸν Ἡρώδη μίλησες γιὰ νὰ Τὸν ἐξολοθρεύσει· καὶ σ’ ἐμένα δὲν μιλᾶς γιὰ νὰ μὴν Τὸν προσκυνήσω.

Ποιὸν λοιπὸν γέννησε; Ποιόν;

Τὸ Δημιουργό της κτίσεως. Κι ἂν ἐσὺ σωπαίνεις, ἡ φύση τὸ βροντοφωνάζει. Τὸν γέννησε λοιπὸν μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος θέλησε νὰ γεννηθεῖ. Στὴ φύση δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα μίας τέτοιας γεννήσεως.

Ἐκεῖνος ὅμως, ὡς κύριος της φύσεως, ἐπινόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι ἔδειξε ἔτσι ὅτι, καὶ ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε, δὲν γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος, μὰ ὅπως μόνο σὲ Θεὸ ταιριάζει.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ παρθένα γῆ, Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ κατόπιν ἔκαμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα ἀπὸ παρθένα κόρη ποὺ νίκησε τὴ φύση, ξεπερνώντας τὸ νόμο τοῦ γάμου.

Ὁ Ἀδὰμ τότε, χωρὶς νὰ ἔχει γυναίκα, γυναίκα ἀπόκτησε.

Ἡ Παρθένος τώρα, χωρὶς νὰ ἔχει ἄνδρα, ἄνδρα γέννησε.

Καὶ γιατί ἔγινε αὐτό; Νὰ γιατί:

Οἱ γυναῖκες εἶχαν ἕνα παλαιὸ χρέος πρὸς τοὺς ἄνδρες, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ εἶχε βλαστήσει γυναίκα χωρὶς τὴ μεσολάβηση ἄλλης γυναίκας.

Γιὰ αὐτὸ ἡ Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στοὺς ἄνδρες τὸ χρέος τῆς Εὕας, γέννησε χωρὶς ἄνδρα, δείχνοντας ἔτσι τὴν ἰσοτιμία τῆς φύσεως.

Σῶος ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν ἀφαίρεση τῆς πλευρᾶς του.

Ἀδιάφθορη ἔμεινε κι ἡ Παρθένος μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Βρέφους.

Ἀλλὰ πρόσεξε καὶ κάτι ἀκόμα:

Δὲν ἔπλασε ὁ Κύριος κάποιο ἄλλο σῶμα γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ. Πῆρε τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι περιφρονεῖ τὴν ὕλη ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε ὁ Ἀδάμ.

Ἦρθαν ἔτσι, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, σὲ μυστικὴ ἕνωση. Κι ὁ διάβολος, ποὺ εἶχε ὑποδουλώσει τὸν ἄνθρωπο, τράπηκε σὲ φυγή.

Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἀλλὰ γεννιέται ὡς Θεός. Ἂν προερχόταν, ὅπως ἐγώ, ἀπὸ ἕναν κοινὸ γάμο, πολλοὶ θὰ θεωροῦσαν ἀπάτη τὴ γέννησή Του.

Γι’ αὐτὸ γεννιέται ἀπὸ παρθένα· γι’ αὐτὸ διατηρεῖ τὴ μήτρα τῆς ἄθικτη· γι’ αὐτὸ διαφυλάσσει τὴν παρθενία τῆς ἀκέραιη: Γιὰ νὰ γίνει ὁ παράξενος τρόπος τῆς γεννήσεως αἰτία ἀκλόνητης πίστεως.

Σ’ αὐτὸν λοιπὸν ποὺ θ’ ἀμφισβητήσει τὴν ἄσπορη γέννηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐπικαλεστῶ ὡς μάρτυρα τὴν ἀμόλυντη σφραγίδα τῆς παρθενίας.

Πές μου λοιπόν, Ἰουδαῖε, γέννησε ἡ Παρθένος ἢ ὄχι; Κι ἂν μὲν γέννησε, γιατί δὲν ὁμολογεῖς τὴν ὑπερφυσικὴ γέννηση; Ἂν πάλι δὲν γέννησε, γιατί ἐξαπάτησες τὸν Ἡρώδη; Ὅταν ἐκεῖνος ζητοῦσε νὰ μάθει ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός, ἐσὺ δὲν εἶπες «στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας» (Μάτθ. 2:4); Μήπως ἐγὼ γνώριζα τὴν πόλη ἢ τὸν τόπο;

Μήπως ἐγὼ γνώριζα τὴν ἀξία τοῦ Βρέφους ποῦ ἦρθε στὸν κόσμο; Ὁ Ἠσαΐας καὶ οἱ προφῆτες σας δὲν μίλησαν γι’ Αὐτό; Κι ἐσεῖς, οἱ ἀγνώμονες ἐχθροί, δὲν ἐξηγήσατε τὴν ἀλήθεια; Ἐσεῖς, οἱ γραμματεῖς κι οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ἀκριβεῖς φύλακες τοῦ νόμου, δὲν μᾶς διδάξατε γιὰ τὸ Χριστό;

Ἐσεῖς δὲν ἑρμηνεύσατε τὶς Γραφές; Μήπως ἐμεῖς γνωρίζαμε τὴ γλώσσα σας; Καὶ ὅταν γέννησε ἡ Παρθένος, ἐσεῖς δὲν παρουσιάσατε στὸν Ἡρώδη τὴ μαρτυρία τοῦ προφήτη Μιχαία,

«Ἀλλ’ ἀπὸ σένα, Βηθλεέμ, πόλη τῆς περιοχῆς τοῦ Ἐφραθᾶ, ἂν καὶ εἶσαι μία ἀπὸ τὶς μικρότερες πόλεις τοῦ Ἰούδα, θὰ ἀναδειχθεῖ ἀρχηγὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Μίχ. 5:1);

Πολὺ καλὰ εἶπε ὁ προφήτης «ἀπὸ σένα». Ἀπὸ σᾶς προῆλθε καὶ παρουσιάστηκε σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Παρουσιάστηκε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ καθοδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους. Παρουσιάστηκε ὡς Θεός, γιὰ νὰ σώσει τὴν οἰκουμένη.

Μὰ τί ὠφέλιμοι ἐχθροὶ ποὺ εἲστ’ ἐσεῖς! Τί φιλάνθρωποι κατήγοροι!

Ἐσεῖς κατὰ λάθος δείξατε πὼς τὸ νεογέννητό της Βηθλεὲμ εἶναι Θεός. Ἐσεῖς Τὸν κηρύξατε χωρὶς νὰ τὸ θέλετε. Ἐσεῖς Τὸν φανερώσατε, πασχίζοντας νὰ Τὸν κρύψετε. Ἐσεῖς Τὸν εὐεργετήσατε, ἐπιθυμώντας νὰ Τὸν βλάψετε.

Τί ἀστοιχείωτοι δάσκαλοι εἶστε, ἀλήθεια; Ἐσεῖς πεινᾶτε, καὶ τρέφετε ἄλλους. Ἐσεῖς διψᾶτε, καὶ ποτίζετε ἄλλους. Πάμφτωχοι εἶστε, καὶ πλουτίζετε ἄλλους.

 Ἐλᾶτε λοιπὸν νὰ γιορτάσουμε! Ἐλᾶτε νὰ πανηγυρίσουμε! Εἶναι παράξενος ὁ τρόπος τῆς γιορτῆς -ὅσο παράξενος εἶναι κι ὁ λόγος τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα λύθηκαν τὰ μακροχρόνια δεσμά.

Ὁ διάβολος καταντροπιάστηκε.

Οἱ δαίμονες δραπέτευσαν.

Ὁ θάνατος καταργήθηκε.

Ὁ παράδεισος ἀνοίχτηκε.

Ἡ κατάρα ἐξαφανίστηκε.

Ἡ ἁμαρτία διώχτηκε.

Ἡ πλάνη ἀπομακρύνθηκε.

Ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε.

Τὸ κήρυγμα τῆς εὐσέβειας ξεχύθηκε καὶ διαδόθηκε παντοῦ.

Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μεταφυτεύθηκε στὴ γῆ.

Οἱ ἄγγελοι συνομιλοῦν μὲ τοὺς ἀνθρώπους.

Ὅλα ἔγιναν ἕνα.

Γιατί;

Γιατί κατέβηκε ὁ Θεὸς στὴ γῆ κι ὁ ἄνθρωπος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Κατέβηκε ὁ Θεὸς στὴ γῆ καὶ πάλι βρίσκεται στὸν οὐρανό. Ὁλόκληρος εἶναι στὸν οὐρανὸ κι ὁλόκληρος στὴ γῆ. Ἔγινε ἄνθρωπος κι εἶναι Θεός.

Εἶναι Θεὸς καὶ πῆρε σάρκα. Κρατιέται σὲ παρθενικὴ ἀγκαλιὰ καὶ στὰ χέρια Τοῦ κρατάει τὴν οἰκουμένη.

Τρέχουν κοντὰ Τοῦ οἱ μάγοι. Τρέχουμε κι ἐμεῖς. Τρέχει καὶ τ’ ἀστέρι γιὰ νὰ φανερώσει τὸν Κύριο τ’ οὐρανοῦ. Μά… κι Ἐκεῖνος τρέχει. Τρέχει πρὸς τὴν Αἴγυπτο. Καὶ φαίνεται βέβαια, πὼς πηγαίνει ἐκεῖ γιὰ ν’ ἀποφύγει τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ Ἡρώδη.

Ὅμως τοῦτο γίνεται γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν τὰ προφητικὰ λόγια: «Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς θὰ πάρει τρίτος, μετὰ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ τοὺς Αἰγυπτίους, τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ» (Ἤσ. 19:24).

Τί λές, Ἰουδαῖε; Ἐσὺ ποῦ ἤσουν πρῶτος ἔγινες τρίτος; Οἱ Αἰγύπτιοι καὶ οἱ Ἀσσύριοι μπῆκαν μπροστά, καὶ ὁ πρωτότοκος Ἰσραὴλ πῆγε πίσω;

Ναί. Ἔτσι εἶναι. Οἱ Ἀσσύριοι θὰ γίνουν πρῶτοι, ἐπειδὴ αὐτοὶ πρῶτοι μὲ τοὺς μάγους τοὺς προσκύνησαν τὸν Κύριο. Πίσω τους οἱ Αἰγύπτιοι, ποὺ Τὸν δέχτηκαν, ὅταν κατέφυγε στὰ μέρη τους γιὰ ν’ ἀποφύγει τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ Ἡρώδη.

Τρίτος καὶ τελευταῖος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, μετὰ τὴ βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη.

Τί ἄλλο μένει νὰ πῶ;

Δημιουργὸ καὶ φάτνη βλέπω… Βρέφος καὶ σπάργανα… Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή… Ἀνέχεια πολλή…

Εἶδες ὅμως τί πλοῦτος μέσα στὴ μεγάλη φτώχεια; Ὁ Πλούσιος ἔγινε φτωχὸς γιὰ χάρη μας. Δὲν ἔχει οὔτε κρεβάτι οὔτε στρῶμα. Μέσα σὲ ταπεινὸ παχνὶ Τὸν ἔχουν ἀποθέσει…

Ὢ φτώχεια, πλούτου πηγή!

Ὢ πλοῦτε ἀμέτρητε, κρυμμένε μὲς στὴ φτώχεια!

Μέσα στὴ φάτνη κείτεσαι καὶ τὴν οἰκουμένη σαλεύεις.

Μέσα σὲ σπάργανα τυλίγεσαι καὶ σπᾶς τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας.

Λέξη ἀκόμα δὲν ἄρθρωσες καὶ δίδαξες στοὺς μάγους τὴ θεογνωσία.

 ***

Τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ λαλήσω;

Νὰ Βρέφος σπαργανωμένο!

Νὰ ἡ Μαρία, Μητέρα καὶ Παρθένος μαζί!

Νὰ ὁ Ἰωσήφ, πατέρας τάχα τοῦ Παιδιοῦ!

Ἐκείνη ἡ γυναίκα, αὐτὸς ὁ ἄνδρας. Νόμιμες οἱ ὀνομασίες, ἀλλὰ χωρὶς περιεχόμενο.

Ὁ Ἰωσὴφ μνηστεύθηκε μόνο τὴ Μαρία, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἐπισκίασε. Ἔτσι, γεμάτος ἀπορία, δὲν ἤξερε τί νὰ ὑποθέσει γιὰ τὸ Βρέφος: Νὰ πεῖ πὼς ἦταν καρπὸς μοιχείας, δὲν τολμοῦσε.

Νὰ προσφέρει λόγο βλάσφημο ἐναντίον τῆς Παρθένου, δὲν μποροῦσε. Οὔτε πάλι δεχόταν τὸ Παιδὶ σὰν δικό του, γιατί τοῦ ἦταν ἄγνωστο τὸ πὼς καὶ ἀπὸ ποιὸν γεννήθηκε.

Ἀλλὰ νά, πού, πάνω στὴ σύγχυσή του, παίρνει ἀπάντηση ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου: «Ἰωσήφ, μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, γιατί τὸ παιδὶ ποὺ περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα» (Μάτθ. 1:20). Καὶ φανέρωσε ἔτσι σ’ ἐκεῖνον καὶ σ’ ἐμᾶς ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπισκίασε τὴν Παρθένο.

Γιατί ὅμως ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ παρθένα, ἀφήνοντας ἀβλαβῆ τὴν παρθενία της;

Νὰ γιατί:

Κάποτε ὁ διάβολος ἐξαπάτησε τὴν παρθένα Εὕα. Τώρα ὁ ἄγγελος ἔφερε τὸ λυτρωτικὸ μήνυμα στὴν Παρθένο Μαριάμ.

Κάποτε ἡ Εὕα ξεστόμισε λόγο, ποὺ ἔγινε αἰτία θανάτου. Τώρα ἡ Μαρία γέννησε τὸ Λόγο, ποὺ ἔγινε αἰτία αἰώνιας ζωῆς.

Ὁ λόγος τῆς Εὕας ἔδειξε τὸ δέντρο, ποὺ ἔβγαλε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο.

Ὁ Λόγος τῆς Μαρίας ἔδειξε τὸ Σταυρό, ποὺ ἔβαλε τὸν Ἀδὰμ πάλι στὸν παράδεισο.

 Σ’ αὐτὸν λοιπόν, τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς Παρθένου, ποὺ ἄνοιξε δρόμο μέσα σὲ τόπο ἀδιάβατο, ἂς ἀναπέμψουμε δοξολογία μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς.