Έχουμε τρεις θείες. Δηλαδή έχουμε περισσότερες αλλά επειδή τις μπερδεύουμε έχουμε τις βασικές. Είναι η θεία Πρόνοια, η θεία Χάρις και η θεία Μεγαλόχαρη η Μεγάλη –Χάρη της. Αυτή η τελευταία έχει μαζί –μαζί δύο ονόματα, αλλά και άλλα πολλά για να σκέπει όλες τις θείες του κόσμου, ακόμα και τις Κινέζες σου λέει όπως θεία –Μα-ρί-κο-Σαν ή τις Γαλλίδες όπως Τία –Μαρία. Αυτές όλες δεν τις βλέπουμε, μόνο τις επικαλούμεθα λέει η νόνα – Θοδωρούλα η οποία μπορεί και να τις βλέπει από καιρού εις καιρόν. Δηλαδή βλέπει φως φανάρι την ανταπόκρισή τους όταν τις επικαλούμεθα και ταυτοχρόνως τις φυσιογνωμίες τους, τις μορφές τους εκεί ψιλά προς το ταβάνι καθώς κοιτά ή έξω προς το πελώριο δέντρο της πασχαλιάς. Εμείς το ταυτοχρόνως δεν το μπορούμε και δεν μας μένει παρά να τις επικαλούμεθα κι όλα τ’ άλλα είναι δικιά τους δουλειά, επιμένει η νόνα – Θοδωρούλα η οποία πριν από πολλά χρόνια ως Ντορέτα έπαιξε στην οπερέτα τραγουδώντας ταυτοχρόνως με την καλλίφωνη φωνή της πρωτίστως και τα καλλίγραμμα πόδια της βεβαίως, το « καρδιά απ’ αγάπη ορφανή » και διάφορα άλλα υψίφωνα τόσο πολύ ώστε δάκρυζε ο μόνιμος τότε θαυμαστής της ο Ζωρζ. Αυτός την προσφωνούσε αρχικώς « ο κόμματος », εν συνεχεία « ο μελαγχολικός κόμματος » λόγω του καρδιά απ’ αγάπη ορφανή κ.λπ. και τελικά για πάντα « μα πετίτ ». Αυτό το μαπετίτ δεν ήταν πολύ σαφές στους συγγενείς διότι ο ίδιος ο θαυμαστής Ζωρζ ήταν γαλοτραφής. Δηλαδή τρεφόταν σου λέει με γάλους. Όχι προς Θεού με τους ανθρώπους της Γαλλίας, αλλά με τους γάλους από τις γαλοπούλες που εμείς τις τρώμε γεμιστές τα Χριστούγεννα μονάχα. Τις παραγεμίζουμε με διάφορα γεμίδια και μπαχαρικά για να νοστιμίσει το άνοστο κρέας τους και τελικά μας αρέσει γιατί έγινε έθιμο, που θα πει μια άγραφτη διαταγή από τις ανωτέρω θείες ή θείους που αν και άφαντοι τους επικαλούμεθα.
Αυτός λοιπόν ο Ζωρζ ο Μαπετίτ, είχε ένα κουστούμι ριγέ και φορούσε πάντα λουλούδι στο πέτο, τα χέρια του, ώ! τα χέρια του… αβρά – θεέ μου τί λέξεις η νόνα –Θοδωρούλα- με μαγικές χειρονομίες, κιμπάρης, αριστοκράτης, με εργοστάσιον ζύθου, έδινε –πρόσφερε –ξανάδινε –ξαναπρόσφερε στη μαπετίτ λίρες χρυσές, κοσμήματα τιμαλφή –τι λέξεις θέ’ μου – βελούδα και ταυτάδες μόνο και μόνο για τα καλλίγραμμά της πόδια και για τη φωνή βεβαίως όταν υψηφώνιζε την «παπαρούναααα σκιθρωπή –παπαρούνααα μαραμένη –ο διαβάτης που διαβαίνει…» και επειδή ήθελε τη λατρευτή του παπαρούνα για πάντα χαρωπή, πήρε με λύπη πίσω το δαχτυλίδι του αρραβώνα γιατί η Ντορέτα τότε επιθυμούσε τις λατρείες των διαβάτων όλου του κόσμου δια λόγους θείας Δικαιοσύνης και καριέρας. Κοινώς και απλώς ως Ντορέτα έλαμπε, άστραφτε, πετούσε αλόγιστα και τις λίρες του γαλοτραφούς –άμοιρες γαλοπούλες- στις αβρές παλάμες – τσέπες διαφόρων αναξιοπαθούντων θαυμαστών της.
Μείνασα δε –τι σου είναι η ζωή- πανί με πανί στην αγκαλιά του ωραίου αμορόζου της η «καρδιά απ’ αγάπη ορφανή», ειδοποιείται ότι ο Ζωρζ της κληροδότησε αποβιώσας μέρος του εργοστασίου του ζύθου και τούτο ήταν φως φανάρι εκδήλωση της θείας Πρόνοιας γιατί έτσι βολεύτηκε πολύς κόσμος καταχρεωμένος και συν τω χρόνω η υψίφωνος με την ωραία ποδαρούλα ονομάστηκε Θοδωρούλα και θάλπει εμάς και όλη την οικογένεια επί τη υποχρεώσει να έχουμε αναρτημένες παντού όλες τις φανταχτερές της οπερέτας φωτογραφίες της αν και κιτρινιασμένες και λίγο θολές και λίγο πικραμένες πια.
Έχουμε και την μακρινή μας θεία Αρετή την θεούσα εκ νεότητός της και σεμνώς διάγουσα, όπως επίσης υπάρχει δίπλα μας η θεία Καλλιστώ που έχουμε την επίβλεψή της διότι ζει μονάχη και διότι σε όλους μας αρέσει η ροδοζάχαρη, πράγμα που συνεπάγεται την ανάγκη μας για πολλές επισκέψεις στην τουαλέτα. Η θεία Καλλιστώ διαθέτει δύο «αναγκαίους» και δύο εμείς, παρ’ όλ’ αυτά συμβαίνει να καταλαμβάνονται άπαντες ενίοτε. Την θεία αυτή την λέμε και Αφροδίτη που ουδεμία σχέση συγγενική υπάρχει παρά μόνον νοηματική εις τα ονόματα, καθότι η θεία –Αφροδίτη αγαπήθηκε κάποτε από αυαίσθητον εραστή ο οποίος έπλεκε ποιήματα στην ερωμένη με το διακοσμητικόν όνομα Καλλιστώ διά τα χαρίσματά της. Η δε Αφροδίτη που πάντα έσμιγε εν φιλότητι τα όντα και τον εαυτόν της με τον θείο Μίμη τελικά, που γλώσσα δεν έβανε μέσα του έως ότου του προσφέραμε ροδοζάχαρη και ενθουσιάστηκε. Αυτός δεν φοβόταν τίποτα στη ζωή του εκτός από τα φαντάσματα, αλλά την έπαθε από την Καλλιστώ –Αφροδίτη που είχε εμμονές και κοντούς αντίχειρες, πράγμα αναμενόμενο διότι κάποιος επιστήμων μελετητής του το πρόβλεψε ως θείαν Δίκην (άλλη θεία κι αυτή), διότι είχε διαπράξει κάρμα, και βρήκε το δάσκαλό του με δαύτη.
Υπάρχουν και άλλες θείες νέες ή νεώτερες που είναι κοντά μας ή μακριά μας ακόμα και στην νήσον Μπαλί σου λέει παντοιοτρόπως και τουλάχιστον τις βλέπεις ή τις ακούς να μιλούν, ατέλειωτα και βασανισμένα, τις πιάνεις –πιασούμενες είναι – τις εκμεταλλεύεσαι άμα λάχει , αλλά δεν τις επικαλείσαι αυτές.
Η Θοδωρούλα που ξέρει πολλά τις φυλάγεται, τις δωροδοκεί, τις ξορκάει όταν πρέπει και η θεία Πρόνοια βάνει το χέρι της. Οι θείοι είναι λιγότεροι, πεθαίνουν νωρίτερα και γενικώς χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκτός ενός πανέξυπνου, πολύξερου, χαριτωμένου (είχε τις χάρες όλες) που μας έβανε χέρι, (όχι ακριβώς χέρι, τέλος πάντων) και που άγρια η παλιά Ντορέτα και νυν Θοδωρούλα απείλησε πως αν ξαμώσεις πάλι θα στα κόψω, μα τους αγίους Θεοδώρους, δείχνοντας τα σκέλια του, κι έτσι τον χάσαμε, δεν φάνηκε πια. Τώρα γηράσκει αεί διδασκόμενος σε οίκο ευγηρίας και η αειθαλής Θοδωρούλα του πηγαίνει καλούδια, εκδικούμενη και συνεπικουρούμενη από την σεμνή θεία Αρετή την θεούσα παλαιόθεν ημερομηνίας και όχι προς θεού εκείνην τη συνονόματήν της Αρετή, αυτήν την πείσα –δείξα που ημέραν τινά παράτησε άντρα και παιδιά και ξανασκελώθηκε καθώς λέμε με κάποιον ονόματι Φαίδων, όχι βέβαια, δεν πρόκειται για την ξανάσκελη αυτή, μη γίνει τέτοιο μπέρδεμα και σκανδαλισμός! Διότι κι αυτός ο Φαίδων ουδεμίαν σχέση είχε με τον Πλάτωνα τον φιλόσοφον, ορκιζόταν μάλιστα πως τι σχέση να έχει με τον άνθρωπο αυτόν, τον Πλάτωνα και τον Φαίδωνά του, ούτε που τον ξέρει, ούτε που μένει, φοβούμενος μπλεξίματα με την Δικαιοσύνη (την απλή, όχι τη θεία Δικαιοσύνη) που εκείνον τον καιρό κυνηγούσε κάποιον Πλάτανο ή Πλατάνο ως ύποπτον διακίνησης όπλων.
Ο Φαίδων, την Αρετήν και τα μάτια του, ψηλός, λίγο σκυφτός, μαλλιά, ως αεράτος με μέτρο, αλλά ατυχώς δεν διεκρίνετο διά την ηθηκήν αρετήν του, δι ό και ο κόσμος -η γειτονιά δηλαδή- τον αφόρισε άγρια, ζηλοφθονούμενον συνεχώς.
Τα παιδιά της Αρετής της ερωτοχτυπημένης ένοιωσαν κακία με όλα αυτά και πήραν τον κακό το δρόμο στο σταυροδρόμι του Ηρακλή και τα λοιπά, ώστε έγιναν τσιράκια του καταζητούμενου Πλάτανου ή Πλατάνου. Όχι και τα τρία, μόνο τα δύο, το τρίτο έγινε μοναχός, στο Άγιονόρος σου λέει, στη μονή του Εσφιγμένου που περιέργως θυμίζει, η μονή βέβαια, δήμαρχον τινά με μάτια μποβολώδη ως εφιγμένα, γι αυτό.
Εκεί εις την μονήν εθαύμαζε την θείαν Φύσιν, αγνήν χαρίεσαν και αγρίαν, απόμακρον από τα εγκόσμια τα πικρά και γέμουσαν παντίων πτηνών ακόμα και γλάρων. Ο ορίζων εκεί ήτο άπλετος και επικρατούσε η θεία –Μεγαλόχαρη η Μεγάλη- η Χάρη της. Οι συνμόναχοί του Γέροντες περιέβαλαν με θείαν –Αγάπην τον νεαρό μοναχό, του δίδαξαν την βαριάν καλογερικήν και τον ονόμασαν Τιμόθεον, ενώ το κοσμικόν του όνομα ήταν Αγάπιος, και συχνά μεταλάμβανε την θείαν –Κοινωνίαν.



