
Της είχε υποσχεθεί.
Της είχε υποσχεθεί μια ζωή γεμάτη.
Γεμάτη έρωτα,
αγκαλιές,
συγκινήσεις,
μεγάλες στιγμές,
γέλιο,
ματιές,
χαμόγελα,
ζεστασιά,
ασφάλεια,
παιχνίδι,
βόλτες,
αποδράσεις,
μαγεία
ΑΓΑΠΗ.
–
Πάνε τρία χρόνια. Τον είχε πιέσει εκείνο το μεσημέρι πολύ.
Επιτέλους, πότε θα έρθεις μια φορά στην ώρα σου; Οι άλλοι έχουν ξεκινήσει ήδη και εσύ ακόμα να φύγεις από τη δουλειά. Θα φτάσουμε πάλι βράδυ. Βαρέθηκα να ταξιδεύω βράδυ. Θα διαλέξουν το καλύτερο δωμάτιο, θα κάνουν σκι και θα τους βρούμε ως συνήθως στο φαγητό. Έλα επιτέλους. Αν δεν είσαι εδώ σε είκοσι λεπτά θα φύγω μόνη μου να το ξέρεις. Δύο μέρες έχουμε μόνο. Και έτσι όπως το πας πάλι η Αράχοβα θα μας δει μόνο κάποιες ώρες… σε βαρέθηκα!
Πέρασε το εικοσάλεπτο, πάει και το μισάωρο. Σηκώθηκε ξαναπήγε στο παράθυρο αλλά δεν τον έβλεπε να έρχεται. Πήρε τηλέφωνο στο κινητό του. Κλειστό. Πήρε στο γραφείο, έφυγε πριν μια ώρα της είπαν. Και που στο διάολο είναι; Στην μιάμιση ώρα είχε αρχίσει να νευριάζει επικίνδυνα. Έφτιαχνε στο μυαλό της την σκηνή που μπαίνει αυτός τρεχάτος μέσα στο σπίτι και εκείνη τον εγκαταλείπει κάνοντας θεατρική έξοδο. Στις δύο ώρες έφυγε ο θυμός.
Μα που είναι; Που είναι;
Ξαναπήρε και ξαναπήρε στο κινητό του. Κλειστό. Άφηνε μηνύματα. Όχι όπως τα πρώτα με νεύρα.
Αγάπη μου; Που είσαι; Ανησυχώ.
Στις τρεις ώρες πήρε τα κλειδιά και οδήγησε τη διαδρομή δουλειά σπίτι. Τίποτα. Γυρίζοντας σπίτι και μιλώντας ασταμάτητα με όλους στο τηλέφωνο είχε τρομοκρατηθεί πια.
Κάτι έχει συμβεί. Το ξέρω. Δεν τον νιώθω. Πάντα τον νιώθω κι ας είναι χιλιόμετρα μακριά μου.
Βλέπει το φωτάκι του τηλεφωνητή να ανάβει. Πάγος. Ήξερε. Πριν ακούσει το άψυχο μαραφέτι, ήξερε.
Κυρία Δάμου, σας τηλεφωνούμε από το κατ. Ο σύζυγος σας διακομίστηκε με σοβαρά τραύματα.
–
Δεν θυμάται πως έφυγε, πως έφτασε στο νοσοκομείο, πότε μαζεύτηκε τόσος κόσμος.
Μετωπική, υπέκυψε στα τραύματα του. Λυπούμαστε. Όλα γυρίζουν. Τι εννοείτε υπέκυψε; Όχι, όχι, όχι.
Πάγωσε ο χρόνος. Το μόνο που μένει να ακούγεται δυνατά είναι όχι. Όχι. Όχι. Όχι.
Και ξαφνικά, αλλάζουν όλα. Κόσμος, ετοιμασίες, κηδειόχαρτο “ η σύζυγος και οι λοιποί συγγενείς”. Στεφάνια, δάκρυα, συμπόνια, καφές πικρός, κονιάκ. Όχι, όχι, όχι.
–
Ξύπνησε σε ένα δωμάτιο κάτασπρο.
–Μα τι έγινε; Τι συνέβη; Πείτε μου.
-Ηρέμησε Μαρία. Θα φωνάξουμε τον γιατρό. Ηρέμησε.
-Μαρία; Μπορείς να θυμηθείς τι έχει συμβεί; Γνωρίζεις που βρίσκεσαι;
-‘Όχι, που είμαι; Θέλω τον Χάρη, ο Χάρης ξέρει πως είμαι εδώ; Θα ανησυχεί.
-Μαρία, Ο Χάρης δεν είναι εδώ μαζί μας. “Έφυγε” πριν ένα μήνα.
-Τι εννοείτε έφυγε; Εγώ γιατί δεν το ξέρω αυτό; Που είμαι;
–
Μια εβδομάδα μετά βγήκε από την κλινική. Δεν το χωράει το μυαλό της. Το βράδυ πήγαινε στο νεκροταφείο και κοιμόταν εκεί. Ήθελε να είναι μαζί του. Έπρεπε να είναι μαζί του.
Πως το σηκώνεις τόσο βάρος; Πως ξεφεύγεις από το πυκνό σκοτάδι που σε περιβάλλει; Πως συνεχίζεις να αναπνέεις ενώ το άλλο σου μισό δεν υπάρχει; Πως σταματάς αυτόν τον πόνο που σου ξεσκίζει την καρδιά, που σου καίει τα σωθικά χειρότερα και απ΄ το πιο ισχυρό οξύ;
-Οι άνθρωποι πεθαίνουν Μαρία. Συνέχεια. Ο θάνατος είναι κομμάτι της καθημερινότητας.
-Δεν έπρεπε να πεθάνει γιατρέ. Εγώ τον οδήγησα εκεί. Αν δεν του είχα φωνάξει, αν δεν ήμουν υστερική σκύλα τώρα θα ήταν εδώ.
-Καλή μου, δεν φταις εσύ. Πρέπει να προχωρήσεις. Να το αφήσεις πίσω σου πια. Έχει περάσει πολύς καιρός. Δεν έχεις δικαιολογία πια για την κατάσταση σου. Με τόσο χρόνια ψυχοθεραπεία δεν θα έπρεπε να συζητάμε πάλι τα ίδια. Πως πάνε οι κρίσεις;
-Κάποιες μέρες έτσι, κάποιες μέρες αλλιώς. Δεν μπορώ άλλο. Θέλω να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Θέλω να γυρίσει. Δεν έπρεπε γιατρέ. Δεν έπρεπε.
-Θα σου αυξήσω λίγο τη δοσολογία στο seroxat. Τα υπόλοιπα τα συνεχίζεις κανονικά. Και που ‘σαι Μαρία; Κανόνισε το επιτέλους αυτό το ταξίδι με τη φίλη σου. Χρειάζεσαι αλλαγή παραστάσεων. Και με το θέμα του σπιτιού; Ακόμα να βρεθεί αγοραστής; Πρέπει ν’ αλλάξεις τη ζωή σου. Δεν θα έχεις καλή εξέλιξη, στο λέω.
Τρία χρόνια τώρα τα ίδια. Μα πώς να μην είναι τα ίδια;
Μα τι περιμένουν όλοι; Για να αλλάξει κάτι πρέπει να ξεγίνει αυτό που έγινε. Και αυτό είναι αδύνατο. Αδύνατο γαμώτο.
Κοιμάται στη δική του πλευρά στο κρεβάτι, φοράει ακόμη τα ρούχα του μέσα στο σπίτι. Στρώνει τραπέζι για δύο και μιλάει με τις ώρες απευθυνόμενη σ’ εκείνον.
Τρελαίνομαι, το ξέρω πια. Αλλά ίσως έτσι πρέπει. Δεν ζει, Παναγία μου δεν ζει; Εγώ γιατί είμαι ακόμη ζωντανή; Πως τολμάω να είμαι ακόμη ζωντανή;
Έψαχνε το κουράγιο να τερματίσει το δράμα της αλλά ούτε για αυτό δεν ήταν ικανή. Περιέφερε το σώμα της μηχανικά κάνοντας μόνο τα απαραίτητα. Τους είχε διώξει όλους από κοντά της. Ήθελε μόνο έναν, και δεν τον είχε. Γιατί Θεέ; ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ; Ούρλιαζε στον ύπνο της και πεταγόταν ιδρωμένη για να τρομάξει πιο πολύ αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα. Τον χειρότερο εφιάλτη τον ζούσε.
Καθάρισε σχολαστικά όλο το σπίτι, γδύθηκε, γέμισε την μπανιέρα μέχρι πάνω, ήπιε όλο το σιρόπι και κατάπιε και τις δύο καρτέλες από το κάθε κουτί με αυτά τα τρελοχάπια που της δίνουν για να είναι ήρεμη.
Μπήκε μέσα και περίμενε. Νύσταζε, παραδόθηκε.
Ξύπνησε πάλι σε εκείνο το άσπρο δωμάτιο. Για στάσου; Τι γίνεται; Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ.
Η μητέρα του Χάρη ανησυχούσε γιατί δεν της σήκωνε το τηλέφωνο και πήγε σπίτι, άνοιξε με τα κλειδιά της και την βρήκε. Την προλάβανε στο τσακ.
Σε όλο το διάστημα που έμεινε στο νοσοκομείο ξυπνούσε και κοιμόταν χωρίς να δείχνει σημάδια επαφής με την πραγματικότητα.
Υπέγραψαν οι γονείς της για μακροχρόνια παραμονή στην ψυχιατρική πτέρυγα. Δεν μπορούσαν να αφήσουν το κορίτσι τους να πεθάνει. Καλύτερα εκεί μέσα. Υπάρχει η ελπίδα τουλάχιστον να ανακάμψει.
-Γιατρέ; Γιατρέ; Πότε θα βγω από δω; Ξέρεις, ο Χάρης μου έκανε πρόταση γάμου. Μμμμ, είμαι τόσο ευτυχισμένη σήμερα! Πες μου συγχαρητήρια γιατρέ! Μα γιατί κλαις καλέ;; Πρέπει να υπογράψεις για να βγω, έχω τόσα πράγματα να ετοιμάσω. Τόσες δουλειές να γίνουν. Λέω να αφήσω μακριά τα μαλλιά μου για τον γάμο.
Μου υποσχέθηκε γιατρέ κοιτώντας με, με εκείνα τα λαμπερά του μάτια.
Μου υποσχέθηκε μια ζωή γεμάτη
έρωτα,
αγκαλιές,
συγκινήσεις,
μεγάλες στιγμές,
γέλιο,
ματιές,
χαμόγελα,
ζεστασιά,
ασφάλεια,
παιχνίδι,
βόλτες,
αποδράσεις,
μαγεία,
ΑΓΑΠΗ_