love

HER NAME WAS KATERINA

      IMG_4199

Εκείνο το βράδυ.. Αχ εκείνο το βράδυ.
Φορούσες εκείνο το λευκό φόρεμα, θυμάσαι; Εκείνο που πάντα ταίριαζες με το μαγιό. Προχώρησες μακριά από το τραπέζι μας έτσι ώστε να μπορούν να σε βλέπουν όλοι. Σε εκείνη την παραλία φύλαξες τον θησαυρό όλου του κόσμου.
Αυτή η μπόρα έγινε το τέλειο φόντο για τον χορό σου.

Σήκωσες τα χέρια φτάνοντας τον Θεό και στριφογύριζες και λικνιζόσουν και χαμογελούσες.Σαν να ήσουν μόνη σου. Έκανες έρωτα με την βροχή σαν να μην σε έβλεπε κανένας από εμάς.
Τόσο υπέροχη. Τόσο όμορφη. Τόσο λατρεμένη.
Είμαι έτοιμη να πεθάνω ΤΩΡΑη φωνή σου έσκισε τον ήχο της βροχής.
Ναι ρε γαμημένε, τώρα μπορώ να πεθάνω. ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ”.
Και χόρευες και στριφογύριζες και γυάλιζαν τα μαλλιά σου βρεγμένα πάνω στους ώμους σου και έλαμπαν τα μάτια σου. Δεν αγαπήθηκαν ποτέ άλλοτε μάτια στον κόσμο όπως αγαπήθηκαν τα δικά σου.

Δεν χόρταινα να σε βλέπω. Σε κοίταζα προσπαθώντας να καταγράψω κάθε λεπτομέρεια της αγγελικής μορφής σου. Και μου έλειπες. Αχ, πόσο μου έλειπες ήδη. Δεν ήθελα να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα μου μην τυχόν και χάσω την παραμικρή σου κίνηση.

Γονάτισες…
Έκλαψες. Δειλά.. Με εκείνο το τρεμούλιασμα που έκαναν τα χείλη σου κάθε φορά που πήγαινες να κλάψεις. Μετά δυνάμωσε. Κλάμα και βροχή έγιναν ένα. Και πένθησες ώρα πολλή. Και σιγά-σιγά άρχισαν να κλαίνε όλοι.
Κανένας δεν πλησίασε. Δεν γινόταν. Αυτό ήταν μόνο δικό σου. Και πάλευα θυμάμαι να μας κάνω αόρατους. Όλους εμάς. Μην σε ενοχλήσουμε. Μη δεις τη θλίψη μας και στεναχωρηθείς.

Εμάς που σ΄αγαπούσαμε. Που σε λατρεύαμε. Που σε ζηλεύαμε. Και σε μισούσαμε. Που δεν σε φτάναμε. Που πάντα απείχες 10 εκατοστά από το έδαφος.

Μια αιθέρια ύπαρξη που δεν άνηκε εδώ. Ήσουν από άλλο τόπο γλυκιά μοναδική Κατερίνα.

Οι στιγμές μας ήταν δανεικές. Δεν τις έζησα όπως έπρεπε. Δεν ήξερα τότε.
Τώρα ξέρω. Τώρα θα χόρευα μαζί σου. Τώρα θα γέλαγα μαζί σου. Τώρα θα ούρλιαζα μαζί σου. Τώρα θα έκλαιγα μαζί σου. Όχι, όχι χωρίς εσένα. Μαζί σου μόνο.

… Και μετά θα σου έπιανα το χέρι και θα σε πήγαινα σπίτι. Θα σε έκανα μπάνιο αργά, σχεδόν τελετουργικά. Και θα σε έβαζα στο κρεβάτι. Και θα σε αγκάλιαζα. Και θα ακούγαμε το τραγούδι μας. Ίσως να σου έκανα και τις αστείες μιμήσεις μου. Και μετά θα σε χάιδευα. Και θα σου έλεγα ότι τώρα μπορείς να φύγεις. Και θα ήμουν δίπλα σου κάθε λεπτό. Και προς το τέλος θα ψιθύριζα στο αφτί σου την αγάπη όλου του κόσμου. Μαζί . Και θα χαμογέλαγες. Και θα μου έλεγες με την ψιλή, αδύναμη φωνή σου “σ΄αγαπώ”.
Και θα έφευγες έτσι. Χωρίς να με αφήσεις ποτέ. Και θα συνέχιζα να σου ψιθυρίζω. Να με έχεις συντροφιά στο ταξίδι σου. Kαι δεν θα σταμάταγα μέχρι την αυγή.

Τώρα ξέρω. Ξέρω πως η αγάπη είναι κάτι άπιαστο. Πως δεν συναντάται πια. Μα όταν την έχεις νιώσει, ξέρω πως την έχεις πάντα μέσα σου. Να σε ζεσταίνει και να σου δίνει δύναμη όταν όλα καταρρέουν γύρω σου. Κάνοντας αυτούς που δεν την έχουν νιώσει να απορούν που βρέθηκε αυτή η δύναμη.
Ξέρω ότι η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ. Ζει περισσότερο από εμάς. Τώρα ξέρω πως η αγάπη ζει για πάντα.

Ναι σου λέω. Τώρα ξέρω αγάπη μου_

όλο λάθος

Do Not Disturb 

  

Θόρυβος, τρεχάλα, σκόνη, κάποιος βρίζει, ακούγεται από μακριά. Εγώ είμαι.. Εγώ είμαι;; Πόσο καιρό έχω να με ακούσω; 

Μην σπρώχνετε, όλοι θα μπούμε. Μη, πονάω. Θέλω να ουρλιάξω. Θα με ακούσω αυτή τη φορά; Η γη γυρίζει ακανόνιστα, εμετικά. Μη, πονάω. Σκίζω τα ρούχα μου. Ανακουφίζομαι. Γδέρνω το σώμα μου, το χτυπάω στον τοίχο. Γελάω σαδιστικά. Έτσι είναι όταν το χάνεις; Ωραία είναι. 
Λύτρωση, η.
Δεν χρειάζεται να τρέχω. Δεν έχει θόρυβο εδώ. 
Είναι σαν το γαμήσι από έρωτα. 
Pause στον χρόνο.
Ωραία είναι εδώ_ 
love

I Have A Friend

Έχω ένα φίλο που ζει τις στιγμές του.

Ξεχωρίζει την ποιότητα σε ότι κάνει.
Θα σταματήσει σε μια διαδρομή,άκου να δεις, να αιχμαλωτίσει την εικόνα που περνάει εκείνη τη στιγμή μπροστά του. Ένα δέντρο, μια καρέκλα, ένα χαμόγελο, την αντανάκλαση του ήλιου στη θάλασσα. Και τις ντύνει τις στιγμές του. Πάντα με κάποιο τραγουδι. Τις ολοκληρώνει. Καμιά φορά τις μοιράζεται με τον κόσμο.
Είναι μαγικός ο τρόπος που αντλεί ευτυχία από στιγμές. Σε κάνει εκεί που χαίρεσαι για κείνον, στα κρυφά να τον ζηλεύεις. Λίγο. Μα πως μπορεί;
Μην παρανοήσετε. Έχει και τα κάτω του ο φίλος μου. Αλλά τα ζει μόνος του. Να, όπως όταν βγάζουμε μια μύξα από τη μύτη, κρυφά. Όταν δεν μας βλέπει κανείς.
Όταν τον ρωτάς τι κάνει, χαμογελάει λάμποντας και λέει «όλα τέλεια».
Σχεδόν σαν να ντρέπεται να σχηματίσει με λέξεις κάποιον προβληματισμό του. Ντρέπεται να δώσει δύναμη σε κάτι μικρό όταν ξέρει τη δυστυχία που υπάρχει γύρω μας. Πως να στο πω; Στην αξιολόγηση των σημαντικών προβλημάτων, οι όποιες ανησυχίες του φαντάζουν αστείες. Εκείνη η γυναίκα διαγνώστηκε με καρκίνο. Ο τυπάκος που μοιράζονταν το μετρό κάθε πρωί έχασε τη δουλειά του. Μια φίλη του έχασε την αδελφή της.
Και εκείνος έχει τη δύναμη να σταματάει το χρόνο. Να μυρίζει τις στιγμές του κ να νιώθει ευτυχής κ ευγνώμων.

Έχω ένα φίλο που αγαπάει τη ζωή.

Και έχει συνειδητοποιήσει πως ζωή σημαίνει στιγμές. Τις φυλάει τις στιγμές του. Στέκεται και τις καμαρώνει. Τις συλλέγει σαν μικρό θησαυρό. Δεν το λέει. Το κάνει μόνο. Και εσύ που είσαι πιο δίπλα το βλέπεις. Και αναρωτιέσαι.Και θαυμάζεις. Και θες να μάθεις να το κάνεις κι εσύ. Να μην περιμένεις πια εκείνο το μεγάλο που θα έρθει για να χαρείς. Τον μεγάλο έρωτα, την καλή δουλειά, το γαμάτο ταξίδι ή το αμάξι που θες από δενθυμασαιαπόποτε.
Θες να μάθεις να ζεις τις στιγμές σου. Σχεδόν με ευγνωμοσύνη που όντως τις ζεις. Την βόλτα με τους κολλητούς, το αστείο που σας έκανε να κλαίτε από τα γέλια, την ομορφιά της θέας από το πατρικό σου στο χωριό, την γεύση της πρώτης γουλιάς από εκείνο το εξαιρετικό κρασί, την ζεστασιά του σώματος του ανθρώπου που όταν είναι γύρω σου, νιώθεις πως είσαι σπίτι σου.
Και τα ακόμα πιο μικρά. Την γεύση του καφέ το πρωί, την πρώτη καταιγίδα του Σεπτέμβρη, τη μυρωδιά των φρεσκοπλυμένων σεντονιών, τη γεύση της σάλτσας με το σκόρδο που κάνει η γιαγιά σου για τα τηγανητά κολοκυθάκια. Το ίντερνετ που κολλάει κ δεν νευριάζεις. Χαίρεσαι για αυτήν την μικρή πολυτέλεια. Γιατί πριν έκανες μια βόλτα στους παράδρομους του κέντρου. Και επιβράδυνες το βήμα σου μην τυχόν και ξυπνήσεις τον κύριο που κοιμόταν πάνω σ’ ένα αυτοσχέδιο στρώμα από κούτες και ξεσκισμένες κουβέρτες.

Έχω ένα φίλο που πλέον είμαι σίγουρη πως είναι ευτυχής.

Και θέλεις να είσαι γύρω του γιατί εύχεσαι να είναι κολλητικό.
Έχω ένα φίλο που τις στιγμές του, τις ζει στην ουσία τους.

Έχω ένα φίλο που ζει πραγματικά_

όλο λάθος

Τräumen

Εικόνα

 

Σαν ήμουν παιδούλα, μικρή ζωηρή

Μέσα από τα όνειρα αναζητούσα ζωή

Ονειρευόμουν παλάτια με παιχνίδια πολλά

Ονειρευόμουν κουκλίτσες αρκουδάκια χνουδωτά

 

Σαν ήμουν έφηβη αγνή ακόμα στο σώμα, στη ψυχή

Ονειρευόμουν μια τέλεια ιδανική ζωή

Ονειρευόμουν ιππότες και γαλάζιους πρίγκιπες

Ονειρευόμουν ισότητα, αγάπη στην ανθρωπότητα

 

Σαν ήμουν γυναίκα αναζητώντας σιγουριά

Ονειρευόμουν κάπως πιο προσγειωμένα πια

Ονειρευόμουν μια άνετη ζωή, μια συντροφιά

Μα κάπου ονειρευόμουν τα όνειρα μου να βγουν αληθινά

 

Σαν γέρασα κι έγινα μια ασήμαντη γριά

Με δάκρυα στα μάτια ονειρευόμουν ξανά

Ονειρευόμουν ανθρώπους χωρίς κακία και σκληρή καρδιά

Ονειρευόμουν παιδιά με ρούχα και χαρά

 

Το τέλος έρχεται και οι ελπίδες μου χάνονται σιγά σιγά

Τ’ ασήμαντα πράγματα μου φαίνονται σημαντικά

Κλείνω τα μάτια μου τα ώριμα πια

Σκέφτομαι τα όνειρα..

Αχ, τα όνειρα, όνειρα μένουν παντοτινά_

love

LoveAche

 

Εικόνα

          Φεύγω.

          Σ’ αγαπώ.

          Κι εγώ.

          Φύγε.

          Φεύγω.

          Μη.

          Μένω.

          Δεν θέλω.

          Τότε φεύγω.

          Δεν θέλω.

          Τότε άκου.

          Τι;

          Την καρδιά σου.

          Πονάει.

          Όταν πονάει γεμίζει.

          Όχι.

          Ναι.

          Σε μισώ.

          Που μ’ αγαπάς.

          Που σ’ αγαπώ.

          Τότε φεύγω

          και εγώ θα φύγω.

          Μακρυά μου;

          Μακρυά από την καρδιά σου.

          Δεν υπάρχει τέτοιο μέρος.

          Υπάρχει.

          Όχι.

          Θα ψάχνω μέχρι να το βρω.

          Π ο τ έ δεν θα το βρεις

          Θα ψάχνω για π ά ν τ α.

          Θα μ’ αγαπάς;

          Για π ά ν τ α

          Θα μου το λες;

          Π ο τ έ ξανά.

          Συγνώμη.

          Γιατί;

          Για όλα.

          Δεν μπορώ άλλο.

          Μπορείς, δεν είμαι έτοιμος. Λίγο ακόμα.

          ΟΧΙ

          Ναι.

          ΠΟΤΕ

          ΠΑΝΤΑ…(θα Σ’ αγαπάω.)

          Σε μισώ που σ’ αγαπάω.

         

love

Fate vs Destiny

Image

Τι σκεπτόσουν πριν δέκα χρόνια και που ήσουν ; Πριν είκοσι χρόνια; Πριν τριάντα; Πιο πίσω;

Τι περίμενες να γίνει και πως επηρέασες την πλοκή της ταινίας σου; Πόσες φορές ήξερες τι πρέπει να κάνεις και ποια πρέπει να είναι η στάση σου ακριβώς;

 Και τελικά τι έκανες; Έλα τώρα, σίγουρα ήθελες κάτι άλλο από αυτό που ζεις σήμερα. Αν είσαι τυχερός με μικρή απόκλιση. Αν δεν είσαι τυχερός είσαι χείριστος σκηνοθέτης.

 Και φτάνει η ώρα της αποτίμησης. Όχι γιατί τελειώνει η ζωή σου μα γιατί γίνεται κάτι που δεν έχει καμία σχέση με δική σου υπαιτιότητα.

 Ένας θάνατος, μια πλημμύρα, μια καταστροφή. Και σε ξυπνάει. Και σε συνταράσσει. Γιατί βλέπεις τη διαφορά. Συνειδητοποιείς πόσο έχεις κοροϊδέψει τον εαυτό σου όλα αυτά τα χρόνια υποστηρίζοντας πως ότι έγινε ήταν να γίνει. Πως δεν είχες επιλογή, τι να έκανες κ εσύ ο καημένος; Χαχα. Βλέπεις το φανταστικό εγώ σου, απέναντι σου να γελάει μέσα στα μούτρα σου κοροϊδευτικά. «Παρ’ τα μαλακα, στην έφερα.»

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι πως μετά την περίοδο του πένθους ή της επιφυλακής δεν βάζεις μυαλό. Δεν χαίρεσαι που κάποια πράγματα μπορείς να τα ελέγξεις. Ξεχνάς. Κοιμάσαι. Αφυπνίζεσαι για λίγο την ώρα της κρίσης μέχρι να ξανανυστάξεις πάλι και να πέσεις στο συνηθισμένο σου λήθαργο. Μέχρι την επόμενη φορά που κάτι νέο, κάτι για το οποίο δεν είχες την παραμικρή υπαιτιότητα θα σε ξυπνήσει.

 

Αυτά σκεφτόταν ο κυρ Γιώργος την ώρα που σκάλιζε τον κήπο. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που έφυγε εκείνη; Δεν ξέρει. Κάποιες φορές είναι σαν να έγινε εχθές και κάποιες άλλες σαν να έχουν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που την άγγιξε με το βλέμμα του και της έστειλε την αγάπη όλου του κόσμου.

Δεν σκοτώθηκε σε δυστύχημα, δεν τον παράτησε, δεν τον επέλεξε αυτόν τον χωρισμό, δεν την είχε πικράνει ποτέ. Ήξεραν και οι δύο από την πρώτη στιγμή πως η ψυχή τους ήταν μία απλώς κατοικούσε σε δύο σώματα απολύτως ταιριασμένα.  Του την πήρε η αρρώστια.

Τα έλεγε και τα ξαναέλεγε στον Γιώργο, το μοναδικό του εγγόνι. Όχι από κείνη. Εκείνη δεν πρόλαβε. Όχι, δεν ήταν τόσο τυχερός.

Πονούσε που τον έβλεπε να υποφέρει έτσι. Βασάνιζε τον εαυτό του χωρίς λόγο.

 Γιώργο μου, θα έχεις πολλά πράγματα που θα σε βασανίσουν στη ζωή σου. Και δεν θα τα έχεις καλέσει. Άσε ήσυχη τη μοίρα να παίξει το παιχνίδι της. Μην την προκαλείς. Άκου εμένα τον γέρο. Πόνεσα πολύ στη ζωή μου παιδί μου και δεν με λυπάται ούτε τώρα ο Θεός. Να με λυτρώσει, να αρχίσω να ξεχνάω. Τι έκαμα, τι έγινε, τι μου πήραν, τι εγκατέλειψα, με τι συμβιβάστηκα.

Άμα θέλει να φύγει άσε την να φύγει. Οι άνθρωποι που δεν πρέπει να χωρίσουν, δεν χωρίζουν. Θα το ήξερες, θα το ένιωθες πως είστε ένα. Θα το ένιωθε και εκείνη. Αφού βλέπεις πως δεν είναι έτσι. Εγωισμός είναι. Δεν σε πήραν δα και τα χρόνια.

Η μοίρα και μόνο αυτή χωρίζει τους ανθρώπους που πρέπει να είναι μαζί.  Δεν υπάρχει βούληση ανθρώπινη. Το τυχερό, πώς να στο πω; Η το άτυχο για να μιλάω πιο σωστά. Αφού βλέπεις ρε Γιώργη, την ακούς. Δεν σε θέλει. Στο λέει. Δεν είναι έτσι η αγάπη η γνήσια. Η αληθινή. Μην σκας καημένε. Βγες, πιες, κλάψε και γύρνα σελίδα. Είσαι καλό παιδί και σεβαστικό. Έλα βοήθα με παιδί μου να σηκώσουμε το τελάρο και μην σκας. Αυτά μπορείς να τα ορίσεις. Για τα άλλα να φοβάσαι. Για τα άλλα.

 

Περπάτησαν πολλή ώρα αμίλητοι το δρόμο του γυρισμού. Στο σπίτι είχε φουρνίσει η γιαγιά ψωμί. Πόσο του άρεσε το σπίτι των παππούδων του. Από μικρό παιδί ερχόταν εδώ και κούρνιαζε στο ντιβάνι δίπλα στο τζάκι και παρατηρούσε τους μεγάλους να κάνουν τις δουλειές όλοι μαζί. Με γέλια, με πειράγματα. Η μητέρα του άλλαζε όταν ήταν στο πατρικό της. Στο σπίτι στην Αθήνα ήταν πάντα πιο κρύα τα πράγματα. Δούλευαν πολλές ώρες οι γονείς του. Έτρωγε μόνος του, κοιμόταν μόνος του. Έπαιζε ατελείωτες ώρες μόνος του φτιάχνοντας ιστορίες στο κεφάλι του και πάντα πρωταγωνιστούσε. Πότε πειρατής, πότε βασιλιάς, πότε αστυνόμος.

Πέρασαν τα χρόνια, δεν είναι πια παιδί. Μεγάλωσε ακούγοντας τον παππού να μιλάει για εκείνη. Δεν το έκρυβε. Η γιαγιά ήξερε. Και όποτε ξεκινούσε ο παππούς κουνούσε με συγκατάβαση το κεφάλι της. Γι’ αυτό ίσως κράτησαν τόσα χρόνια αγαπημένοι. Δέχτηκε η γιαγιά το μικρό ποσοστό καρδιάς που της έδωσε και το συμπλήρωσε με ολόκληρη τη δική της. Πάντα χαμογελαστή, πάντα πρόθυμη. Οι παλιές ήταν αλλιώς. Γιατί δεν υπάρχουν πια τέτοιες γυναίκες; Τι έγινε και μας μίσησαν; Γιατί δεν μας κανακεύουν και δεν μας ανέχονται πια;

 

Γιατί παππού εσένα σε αγάπησαν τόσο πολύ και οι δύο γυναίκες σου; Τι έκανες που δεν το κάνω εγώ;

-Δεν υπήρξα ούτε μια στιγμή εγωιστής παιδί μου. Ούτε μία. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως θα είναι το εγώ μου καλά. Πάντα σκεφτόμουν το εμείς. Στην αρχή οι δυό μας και μετά η οικογένεια. Δεν λιγοψύχησα ακόμα και όταν δεν ήμουν απόλυτα ευτυχισμένος. Πάντα μαζί. Και με τη γιαγιά σου. Το ξέρει αυτό. Είναι λεβέντισσα. Γυναίκα από τις λίγες. Ακόμα και μετά από πενήντα χρόνια μαζί την θαυμάζω και να σου πω, την φοβάμαι λίγο. Είναι δυνατή γυναίκα. Πολύ πιο δυνατή από μένα. Όταν με μαλώνει νιώθω σαν παιδί. Έχει πάντα δίκιο. Μεγάλο πράγμα να δίνεις αυτή τη δύναμη στην γυναίκα. Είναι έξυπνα πλάσματα αυτές. Και τώρα πια δεν είναι καταπιεσμένες όπως στα χρόνια μου. Τι να σου πω Γιώργη μου; Έτσι μου έλεγε το κεφάλι μου να κάνω έτσι έκανα. Και δεν μου βγήκε σε κακό. Παρά την πίκρα και τη θλίψη μου. Ήμουν τυχερός. Και εσύ έτσι να κάνεις. Να χαμογελάς και να δέχεσαι, έστω και με θλίψη, αυτά που δεν μπορείς να αλλάξεις και να προσπαθείς πάντα για το καλύτερο σε αυτά που μπορείς. Έτσι να κάνεις_

love

Loving Death

                    Image

Της είχε υποσχεθεί.

Της είχε υποσχεθεί μια ζωή γεμάτη.

Γεμάτη έρωτα,

αγκαλιές,

συγκινήσεις,

μεγάλες στιγμές,

γέλιο,

 ματιές,

 χαμόγελα,

ζεστασιά,

ασφάλεια,

 παιχνίδι,

 βόλτες,

 αποδράσεις,

 μαγεία

ΑΓΑΠΗ.

 –

Πάνε τρία χρόνια. Τον είχε πιέσει εκείνο το μεσημέρι πολύ.

 Επιτέλους, πότε θα έρθεις μια φορά στην ώρα σου; Οι άλλοι έχουν ξεκινήσει ήδη και εσύ ακόμα να φύγεις από τη δουλειά. Θα φτάσουμε πάλι βράδυ. Βαρέθηκα να ταξιδεύω βράδυ. Θα διαλέξουν το καλύτερο δωμάτιο, θα κάνουν σκι και θα τους βρούμε ως συνήθως στο φαγητό. Έλα επιτέλους. Αν δεν είσαι εδώ σε είκοσι λεπτά θα φύγω μόνη μου να το ξέρεις. Δύο μέρες έχουμε μόνο. Και έτσι όπως το πας πάλι η Αράχοβα θα μας δει μόνο κάποιες ώρες… σε βαρέθηκα!

 

Πέρασε το εικοσάλεπτο, πάει και το μισάωρο. Σηκώθηκε ξαναπήγε στο παράθυρο αλλά δεν τον έβλεπε να έρχεται. Πήρε τηλέφωνο στο κινητό του. Κλειστό. Πήρε στο γραφείο, έφυγε πριν μια ώρα της είπαν. Και που στο διάολο είναι; Στην μιάμιση ώρα είχε αρχίσει να νευριάζει επικίνδυνα. Έφτιαχνε στο μυαλό της την σκηνή που μπαίνει αυτός τρεχάτος μέσα στο σπίτι και εκείνη τον εγκαταλείπει κάνοντας θεατρική έξοδο. Στις δύο ώρες έφυγε ο θυμός.

Μα που είναι; Που είναι;

Ξαναπήρε και ξαναπήρε στο κινητό του. Κλειστό. Άφηνε μηνύματα. Όχι όπως τα πρώτα με νεύρα.

 Αγάπη μου; Που είσαι; Ανησυχώ.

Στις τρεις ώρες πήρε τα κλειδιά και οδήγησε τη διαδρομή δουλειά σπίτι. Τίποτα. Γυρίζοντας σπίτι και μιλώντας ασταμάτητα με όλους στο τηλέφωνο είχε τρομοκρατηθεί πια.

Κάτι έχει συμβεί. Το ξέρω. Δεν τον νιώθω. Πάντα τον νιώθω κι ας είναι χιλιόμετρα μακριά μου.

Βλέπει το φωτάκι του τηλεφωνητή να ανάβει. Πάγος. Ήξερε. Πριν ακούσει το άψυχο μαραφέτι, ήξερε.

 Κυρία Δάμου, σας τηλεφωνούμε από το κατ. Ο σύζυγος σας διακομίστηκε με σοβαρά τραύματα.

 –

Δεν θυμάται πως έφυγε, πως έφτασε στο νοσοκομείο, πότε μαζεύτηκε τόσος κόσμος.

Μετωπική, υπέκυψε στα τραύματα του. Λυπούμαστε. Όλα γυρίζουν. Τι εννοείτε υπέκυψε; Όχι, όχι, όχι.

Πάγωσε ο χρόνος. Το μόνο που μένει να ακούγεται δυνατά είναι όχι. Όχι. Όχι. Όχι.

Και ξαφνικά, αλλάζουν όλα. Κόσμος, ετοιμασίες, κηδειόχαρτο “ η σύζυγος και οι λοιποί συγγενείς”. Στεφάνια, δάκρυα, συμπόνια, καφές πικρός, κονιάκ. Όχι, όχι, όχι.

 –

 Ξύπνησε σε ένα δωμάτιο κάτασπρο.

Μα τι έγινε; Τι συνέβη; Πείτε μου.

-Ηρέμησε Μαρία. Θα φωνάξουμε τον γιατρό. Ηρέμησε.

 

-Μαρία; Μπορείς να θυμηθείς τι έχει συμβεί; Γνωρίζεις που βρίσκεσαι;

-‘Όχι, που είμαι; Θέλω τον Χάρη, ο Χάρης ξέρει πως είμαι εδώ; Θα ανησυχεί.

-Μαρία, Ο Χάρης δεν είναι εδώ μαζί μας. “Έφυγε” πριν ένα μήνα.

-Τι εννοείτε έφυγε; Εγώ γιατί δεν το ξέρω αυτό; Που είμαι;

 –

Μια εβδομάδα μετά βγήκε από την κλινική. Δεν το χωράει το μυαλό της. Το βράδυ πήγαινε στο νεκροταφείο και κοιμόταν εκεί. Ήθελε να είναι μαζί του. Έπρεπε να είναι μαζί του.

Πως το σηκώνεις τόσο βάρος; Πως ξεφεύγεις από το πυκνό σκοτάδι που σε περιβάλλει; Πως συνεχίζεις να αναπνέεις ενώ το άλλο σου μισό δεν υπάρχει; Πως σταματάς αυτόν τον πόνο που σου ξεσκίζει την καρδιά, που σου καίει τα σωθικά χειρότερα και απ΄ το πιο ισχυρό οξύ;

-Οι άνθρωποι πεθαίνουν Μαρία. Συνέχεια. Ο θάνατος είναι κομμάτι της καθημερινότητας.

-Δεν έπρεπε να πεθάνει γιατρέ. Εγώ τον οδήγησα εκεί. Αν δεν του είχα φωνάξει, αν δεν ήμουν υστερική σκύλα τώρα θα ήταν εδώ.

-Καλή μου, δεν φταις εσύ. Πρέπει να προχωρήσεις. Να το αφήσεις πίσω σου πια. Έχει περάσει πολύς καιρός. Δεν έχεις δικαιολογία πια για την κατάσταση σου. Με τόσο χρόνια ψυχοθεραπεία δεν θα έπρεπε να συζητάμε πάλι τα ίδια. Πως πάνε οι κρίσεις;

-Κάποιες μέρες έτσι, κάποιες μέρες αλλιώς. Δεν μπορώ άλλο. Θέλω να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Θέλω να γυρίσει. Δεν έπρεπε γιατρέ. Δεν έπρεπε.

-Θα σου αυξήσω λίγο τη δοσολογία στο seroxat. Τα υπόλοιπα τα συνεχίζεις κανονικά. Και που ‘σαι Μαρία; Κανόνισε το επιτέλους αυτό το ταξίδι με τη φίλη σου. Χρειάζεσαι αλλαγή παραστάσεων. Και με το θέμα του σπιτιού; Ακόμα να βρεθεί αγοραστής; Πρέπει ν’ αλλάξεις τη ζωή σου. Δεν θα έχεις καλή εξέλιξη, στο λέω.

 

Τρία χρόνια τώρα τα ίδια. Μα πώς να μην είναι τα ίδια;

Μα τι περιμένουν όλοι; Για να αλλάξει κάτι πρέπει να ξεγίνει αυτό που έγινε. Και αυτό είναι αδύνατο. Αδύνατο γαμώτο.

Κοιμάται στη δική του πλευρά στο κρεβάτι, φοράει ακόμη τα ρούχα του μέσα στο σπίτι. Στρώνει τραπέζι για δύο και μιλάει με τις ώρες απευθυνόμενη σ’ εκείνον.

Τρελαίνομαι, το ξέρω πια. Αλλά ίσως έτσι πρέπει. Δεν ζει, Παναγία μου δεν ζει; Εγώ γιατί είμαι ακόμη ζωντανή; Πως τολμάω να είμαι ακόμη ζωντανή;

Έψαχνε το κουράγιο να τερματίσει το δράμα της αλλά ούτε για αυτό δεν ήταν ικανή. Περιέφερε το σώμα της μηχανικά κάνοντας μόνο τα απαραίτητα. Τους είχε διώξει όλους από κοντά της. Ήθελε μόνο έναν, και δεν τον είχε. Γιατί  Θεέ; ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ; Ούρλιαζε στον ύπνο της και πεταγόταν ιδρωμένη για να τρομάξει πιο πολύ αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα. Τον χειρότερο εφιάλτη τον ζούσε.

 

Καθάρισε σχολαστικά όλο το σπίτι, γδύθηκε, γέμισε την μπανιέρα μέχρι πάνω, ήπιε όλο το σιρόπι και κατάπιε και τις δύο καρτέλες από το κάθε κουτί με αυτά τα τρελοχάπια που της δίνουν για να είναι ήρεμη.

Μπήκε μέσα και περίμενε. Νύσταζε, παραδόθηκε.

 

Ξύπνησε πάλι σε εκείνο το άσπρο δωμάτιο. Για στάσου; Τι γίνεται; Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ.

 

Η μητέρα του Χάρη ανησυχούσε γιατί δεν της σήκωνε το τηλέφωνο και πήγε σπίτι, άνοιξε με τα κλειδιά της και την βρήκε. Την προλάβανε στο τσακ.

Σε όλο το διάστημα που έμεινε στο νοσοκομείο ξυπνούσε και κοιμόταν χωρίς να δείχνει σημάδια επαφής με την πραγματικότητα.

Υπέγραψαν οι γονείς της για μακροχρόνια παραμονή στην ψυχιατρική πτέρυγα. Δεν μπορούσαν να αφήσουν το κορίτσι τους να πεθάνει. Καλύτερα εκεί μέσα. Υπάρχει η ελπίδα τουλάχιστον να ανακάμψει.

 

-Γιατρέ; Γιατρέ; Πότε θα βγω από δω; Ξέρεις, ο Χάρης μου έκανε πρόταση γάμου. Μμμμ, είμαι τόσο ευτυχισμένη σήμερα! Πες μου συγχαρητήρια γιατρέ! Μα γιατί κλαις καλέ;; Πρέπει να υπογράψεις για να βγω, έχω τόσα πράγματα να ετοιμάσω. Τόσες δουλειές να γίνουν. Λέω να αφήσω μακριά τα μαλλιά μου για τον γάμο.

Μου υποσχέθηκε γιατρέ κοιτώντας με, με εκείνα τα λαμπερά του μάτια.

 Μου υποσχέθηκε μια ζωή γεμάτη

 έρωτα,

αγκαλιές,

συγκινήσεις,

 μεγάλες στιγμές,

γέλιο,

 ματιές,

 χαμόγελα,

ζεστασιά,

ασφάλεια,

παιχνίδι,

 βόλτες,

αποδράσεις,

 μαγεία,

ΑΓΑΠΗ_

όλο λάθος

Κύριε κύριε!

Image

Σηκωθείτε! Γρήγορα! Αν ξημερώσει και δεν είστε στα πόστα σας ξέρετε τι θα πάθετε! Σήκω Περικλή. Δεν σας πήραμε για να τεμπελιάζετε. Γρήγορα.

Σαράντα χρόνια πέρασαν από εκείνα τα χαράματα που γέμιζαν με αυτή τη στριγκιά φωνή. Είμαι ο Περικλής, ο ένας από τους δεκαοχτώ που καταφέραμε να φύγουμε εκείνο το βράδυ. Δεν είμαι καλός στην αφήγηση, δεν ξέρω γιατί με φωνάξατε στην εκπομπή σας. Δεν λέω ωραία λόγια, δεν τα έμαθα ποτέ.

Ήρθα με τους γονείς μου από την Αλβανία παράνομα. Τότε με τον Μπερίσα και τον χαμό. Ξέρετε. Ήμουν παιδάκι τότε, πιτσιρίκι. Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών.

Θυμάμαι τη μάνα να κλαίει. Νύχτα ήταν. Μετά ήρθαν αυτοί. Πλήρωσαν και με πήραν.. Έτσι απλά. Ναι, πλήρωσαν και με πήραν, καλά ακούσατε. Στο αμάξι θυμάμαι, έκλαιγα πολύ. Ήθελα τη μάνα μου. Γύρισα πίσω να την κοιτάξω. Να την κρατήσω στη μνήμη μου. Δεν μ’ αγκάλιασε. Απλά με έδωσε. Δεν με χαιρέτησε. Ποτέ. Ίσως να μην ήξερε που με έδινε. Ίσως να μην ήξερε τι θα γινόταν.

Εκεί σ’ εκείνο τ’ αμάξι έπεσε η πρώτη σφαλιάρα. Σκάσε μυξιάρικο. Δεν περνάνε αυτά εδώ. Σκάσε γιατί θα σε κάνω μαύρο.

 

Στο σπίτι κοιμόμουν σε κάτι κουρέλια στο πάτωμα μαζί με άλλα έξι παιδιά. Κάθε μέρα έφερναν κι άλλα παιδιά. Αγόρια μόνο. Τα κορίτσια τα είχαν αλλού μάθαμε μετά.

Πριν ξημερώσει ήμασταν όλα στα πόστα μας. Σε φανάρια, σε λεωφόρους. Έξω από μεγάλα εμπορικά. Είχαμε στόχο τα 50ευρώ περίπου, σε σημερινά λεφτά, μέχρι το μεσημέρι στις τρεις. Αν δεν τα πιάναμε; Τι νας σας πω τώρα. Ε, εντάξει, είχε ξύλο. Έπεφτε πολύ ξύλο. Όταν μεθούσε ο τύπος και τον εκνευρίζαμε έβγαινε η ζώνη. Κανά τσιγάρο σβηνόταν πάνω μας καίγοντας μας τα χέρια, τα πόδια. Πόνος. Πολύς πόνος.. Καθημερινή ιστορία. Για όλους μας. Τα κορίτσια τα βίαζαν. Από εφτά χρονών. Τις φώναζε πουτάνες. Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες. Αυτό φώναζε όταν τελείωνε κάθε φορά.

Και την επόμενη μέρα πάλι μεροκάματο. Και έκανε πολύ κρύο. Σας το είπα αυτό; Δεν μας έβαζαν ζακέτες, μπουφάν, κάτι τις. Για να μας λυπούνται και να μας δίνουν χρήματα.

Πολύ επικίνδυνα εκεί έξω. Πολλά παιδιά δεν γύριζαν. Δεν ξέρω αν το έσκασαν ή αν τ’ άρπαξαν κάποιοι. Φοβόμασταν πάντως. Το βράδυ που τρώγαμε ψωμί κι ελιές καταπίναμε τα δάκρυα μας για να μην  πέσει κι άλλο ξύλο. Έξτρα.

Στο δρόμο τσακωνόμασταν συνέχεια. Αν δεν είχες καλό ζευγάρι στο πόστο ήταν ακόμα πιο μαρτυρικά. Κλοτσίδια, μπουνίδια, ότι θες. Επιβιώναμε όπως μας έλεγε το ένστικτο μας. Παιδάκια ήμασταν. Τσαμπουκαλεμένα παιδάκια.

 Γύρω στα δέκα μου μας μάζεψαν όλους, αγόρια και κορίτσια σε ένα κτίριο για παιδιά. Ίδρυμα λέει. Μαλακίες. Εγώ θα σας πω για την βρωμιά που υπήρχε. Το κράτος λέει μερίμνησε για τις αθώες ψυχές. Μπούρδες. Έχωσε λεφτά η Ευρώπη τότε και τους είπε να καθαρίσουν τους δρόμους. Από εμάς. Από τα σκουπίδια. Ήμασταν πάρα πολλοί. Ανακατεμένοι. Άσπροι, μαύροι, τσιγγάνοι, ότι ηλικία θες. Εκεί να δεις ξύλο. Ο τραγόπαπας της κυριακάτικης λειτουργίας γουστάριζε αγοράκια. Την τρίτη βδομάδα που ήμουν εκεί με βίασε πρώτη φορά. Έλα ρε μπασταρδάκι, κάτσε ήσυχος και δεν θα πονέσεις πολύ. Το μυστικό είναι να μην αντιστέκεσαι. Θα δεις, θα σου αρέσει.

Προτιμούσα το δρόμο. Και το ξύλο. Εκεί μέσα ήταν κόλαση. Τα μεγαλύτερα παιδιά κάπνιζαν από χαμομήλι μέχρι (αν ήταν τυχεροί) μαύρο. Λιγοστεύαμε στην πορεία. Οι ίδιοι οι υπάλληλοι του ιδρύματος μας ξαναπουλούσαν στο κύκλωμα. Μιλάμε για μεγάλη μπίζνα. Είχα φτάσει πια τα δεκατρία. Κανένας δεν ασχολήθηκε με εμάς. Κανένας δεν νοιάστηκε. Ποιό κράτος και ποιά πρόνοια; Αυτά υπάρχουν για να ταλαιπωρούν γιαγιάδες και παππούδες.

 

Τι να σας πω; Πως έφυγα; Α ναι, ναι. Έγινε μεγάλη φασαρία ένα απόγευμα. Συχνά είχαμε φασαρίες αλλά εκείνη τη φορά ξέφυγε το πράγμα. Πέθανε ένα κορίτσι, μάλλον από κλοτσιά στην κοιλιά αν θυμάμαι καλά, από αυτά που έμεναν ήδη μέσα όταν πήγαμε εμείς, τα παιδιά των φαναριών. Από κει ξεκίνησαν όλα.

Μπλεχτήκανε πολλά άτομα στον καυγά. Μας πετούσαν νερό και μετά στιγμιαία ηλεκτρικό ρεύμα. Όσο έδιναν οι φύλακες, τόσο λυσσάγαμε εμείς.

Δεν θυμάμαι και πολλά. Δώδεκα αγόρια και έξι κορίτσια. Λυσσασμένα, οργισμένα και ελεύθερα.

 

Στην αρχή δουλεύαμε στα φανάρια. Για να τρώμε ένα κομμάτι ψωμί. Βγαίναμε τα αγόρια. Τα κορίτσια τα προστατεύαμε. Κοιμόμασταν σε χαρτόκουτα που βρίσκαμε στα σκουπίδια. Όλοι μαζί. Δεν χωριστήκαμε. Ήταν επικίνδυνα εκεί έξω. Και δεν είχαμε προστάτη τώρα. Ότι κάναμε μόνοι μας. Εγώ και ένα άλλο παιδί ήμασταν οι μεγαλύτεροι.

Εμείς κανονίζαμε βάρδιες και το πρόγραμμα της ημέρας. Χωρίς ξυλίκια και τα ρέστα όμως. Ότι βγάζαμε το μοιραζόμασταν δίκαια. Δίναμε και μερίδιο στις κοπέλες.

Μετά από ένα οχτάμηνο βρήκα δουλειά σε συνεργείο. Πολλή καρπαζιά και εκεί αλλά δούλευα τίμια. Μου έδωσε ένα δωμάτιο τ΄ αφεντικό δίπλα στο συνεργείο για να μένω. Τη νύχτα έβαζα κρυφά και τους υπόλοιπους μέσα. Τουλάχιστον είχαμε ένα μέρος για ύπνο.

 

Ε, κάπως έτσι πέρασε ο καιρός. Κάποιοι έφυγαν, κάποιοι έμπλεξαν χειρότερα και έπρεπε να τους διώξουμε. Ναρκωτικά δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου. Δεν γίνεται να κάνεις κάτι που σου στερεί τον έλεγχο. Από αυτό εξαρτιόταν η ζωή μου και όχι μόνο η δική μου. Και των υπόλοιπων. Καταλαβαίνετε; Μάλλον όχι. Δεν θα έπρεπε να καταλαβαίνετε!

 

Στα δύο χρόνια είχαμε μείνει έξι άτομα. Δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Δεν μπορούσαμε να τις αφήσουμε μόνες τους. Ήμαστε οικογένεια. Εγώ και ο ψηλός από την αρχή είχαμε την ευθύνη τους.

Σιγά σιγά ήμασταν πιο άνετοι. Είχαμε κανονικό σπίτι, δουλεύαμε όλοι. Τρώγαμε σαν άνθρωποι και ψωνίζαμε ρούχα. Την πρώτη φορά που μπήκα σε μαγαζί για να αγοράσω ένα παντελόνι τσακώθηκα. Νόμιζα ότι με δούλευε η τύπισσα επειδή ήταν ευγενική. Δεν είχα συνηθίσει να βλέπω αυτή την πλευρά των ανθρώπων. Την έβρισα και έφυγα. Δεν το πήρα ποτέ εκείνο το παντελόνι. Από τότε πήγαινα μαζί με το Μαράκι για ψώνια. Γλυκιά κοπέλα. Ευγενική. Από τη φύση της, όχι ότι πήγε σε κανένα σχολείο.

 

Τι να έχω να πω για τη ζωή μου ε; Αγώνας. Μεγάλος αγώνας. Το πεζοδρόμιο ή το περπατάς ή σέρνεσαι σε αυτό. Προσπαθώ να μην τα θυμάμαι όλα αυτά. Η ζωή μου έδειξε και τα καλά της στην πορεία. Τα άλλα παιδιά κλαίω. Χαθήκαν άδικα τόσες ψυχές. Κρίμα. Οι άνθρωποι ξέρετε όταν είναι ελαττωματικοί είναι χειρότεροι και από το πιο άγριο, μοχθηρό ζώο. Έζησα την κόλαση όπως την γράφουν στα βιβλία. Και βγήκα από αυτήν. Άλλοι δεν τα κατάφεραν δυστυχώς.

 

-Κυρίες και κύριοι παρακολουθήσατε την κατάθεση ψυχής του Περικλή Πετρόπουλου. Ενός από τα παιδιά των φαναριών. Ο Περικλής είναι σαράντα πέντε ετών σήμερα, παντρεμένος με την Σοφία και έχουν τρία γλυκύτατα παιδιά. Έμαθε να διαβάζει μαζί με τα παιδιά του. Διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων στην Αλεξανδρούπολη και ζει ευτυχισμένος προσπαθώντας να μην θυμάται τον εφιάλτη που πέρασε.

Εφιάλτης που για αυτόν ήταν προσωρινός ενώ για τους περισσότερους συντρόφους του ήταν όλη τους η ζωή. Τι απέγιναν άραγε τα υπόλοιπα πεντακόσια παιδιά που ήταν θύματα αυτού του κυκλώματος; Τι απέγιναν τα παιδιά των φαναριών; Το 1998, πριν τριανταπέντε χρόνια, αυτή η ιστορία θάφτηκε μέσα στη καθημερινότητα. Μέχρι το 2004, ο Συνήγορος του Πολίτη είχε δηλώσει ως αγνοούμενα 502 παιδιά. Το 2013 έγινε επαναφορά της υπόθεσης από την κυβέρνηση και τις αρχές χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.

 Άλλη μια εκπομπή «Η Έλλαδα τότε» έφτασε στο τέλ……………………………………………………………………………………

όλο λάθος

Jane Doe

Image

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα.

Νύχτες σαν κι αυτή ανοίγει το κουτί της καταστροφής της.

Φευγάτη από το σπίτι από τα δεκαεφτά. Στην αρχή για ένα γκόμενο. Τι καύλα που ήταν ο Μάικ.

 Στο εξάμηνο την παράτησε κάπου στα σύνορα αφού την είχε τουλουμιάσει. Δεν θυμάται πια γιατί. Δεν θυμάται πολλά πράγματα. Από επιλογή; Δεν ξέρει. Ίσως να έχει χαλάσει πια το μυαλό της. Και δικαίως.

Είναι είκοσι τρία και μοιάζει σαν τελειωμένη σαρανταπεντάρα.

Εκείνη τη νύχτα που την πέταξε από το αμάξι μέσα στη βροχή έσπασε κάθε κομμάτι αθωότητας μέσα της. Τρέκλισε σ’ ένα μπαρ στο τέλος του δρόμου. Ξέρεις από κείνα που είναι γεμάτα φαντάρους (που το μόνο που σκέφτονται είναι το μουνί) και ρωσιδάκια (που το μόνο που προσφέρουν είναι μουνί)

Μπήκε μέσα μες τα αίματα. Κανείς δεν της έδωσε σημασία. Καπνός, αλκοόλ και φτηνή κολόνια. Αυτά θυμάται έντονα.

 Και σφραγίστηκε το μέλλον της. Ήταν σαφής ο Μεγάλος. Έτσι τον έλεγαν όλοι. Αν θες φαγητό και κάπου να κοιμάσαι πρέπει να κρατάς ευχαριστημένους τους πελάτες. 

Δεν το σκέφτηκε καθόλου. Δέχτηκε αμέσως. Κρύωνε και πεινούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να γύριζε πίσω στο σπίτι της. Ο πατέρας θα την σκότωνε. Άνθρωπος παλαιών αρχών με αυστηρά όρια. Η καημένη η μάνα της μία αδύναμη γυναικούλα που μιλούσε ελάχιστα και ποτέ μπροστά στον άντρα της.

 Της δόθηκαν δύο μέρες να ξεκουραστεί. Ας είχε ακόμα μελανιές από τα κροσέ του Μάικ.

Στην αρχή ήταν καλά. Ανεκτά είναι η πιο σωστή λέξη. Όσο ήταν σε κείνο το μπουρδέλο για τους φαντάρους τελείωνε σε δέκα λεπτά η κάθε φορά χωρίς αγριάδες ή ιδιαίτερες “απαιτήσεις”.

Από κει και πέρα δεν θυμάται πολλά. Τις περισσότερες μέρες ήταν μαστουρωμένη.

Αφού πέρασε από Βέροια και τα γύρω χωριά κατέληξε στην Θεσσαλονίκη. Πάντα μαζί με τον Μεγάλο. Ήταν καλός ο μεγάλος. Την χτυπούσε ελάχιστα και την άφηνε να ξεκουράζεται τις δύσκολες μέρες του μήνα.

 –

Και τώρα μετά από έξι χρόνια που μοιάζουν σαν αιώνας μένει σ’ ένα υπόγειο, χωρίς έπιπλα. Μια καρέκλα έχει και ένα στρώμα που βρήκε στα σκουπίδια. Πριν τέσσερις μήνες έπιασαν τον Μεγάλο και εκείνη έμεινε μόνη της. Όπου πήγε να ζητήσει δουλειά, της αρνήθηκαν. Τι να σε κάνουμε κορίτσι μου εσένα; Έχεις δει πως είσαι; Γεμάτη σημάδια και δείχνεις δέκα χρόνια μεγαλύτερη απ’ όσο λες ότι είσαι. Υπάρχει νέο αίμα στην αγορά. Φρέσκο. Κοριτσάκια που είναι πρόθυμα να κάνουν τα πάντα.

 

Δεν μπορούσε να πάρει τη δόση της και έτρωγε ελάχιστα. Τι ελάχιστα δηλαδή; Μια φέτα πορτοκάλι την ημέρα από αυτά που μάζευε από τα δέντρα στα πεζοδρόμια.

Βροχερή νύχτα σήμερα, ταιριάζει με την ψυχή της. Αν έχει μείνει κάτι και από δαύτην. Σκέφτηκε πολλές φορές να πάει στους δικούς της. Δεν είχε κουράγιο όμως. Όλα αυτά τα χρόνια τους είχε τρελάνει στο παραμύθι. Για έρωτες, γάμους, παιδιά και διαμονή στην Αμερική.  Πώς να τους αντικρύσει και τι να τους πει;

Πήγαινε κάθε Κυριακή στο επισκεπτήριο να δει τον Μεγάλο. Αυτό την κρατούσε. Ώσπου τον μετέφεραν στον Κορυδαλλό. Πως θα πήγαινε στην Αθήνα; Τι νόημα είχε έτσι κι αλλιώς;

 –

Ήταν Δευτέρα ξημερώματα όταν την βρήκαν. Ένα σκουπιδιάρικο περνούσε και την είδε ξαπλωμένη αφύσικα έξω από ένα φούρνο.

Την καημένη την κοπέλα. Ποιος να ξέρει την ιστορία της; Η γειτονιά σοκαρισμένη μουρμουρούσε καθώς την έπαιρνε το ασθενοφόρο.

 Δεν την αναζήτησε κανείς. Δεν την αναγνώρισε ποτέ κανείς. Άλλο ένα τελειωμένο πρεζόνι είπαν στο νοσοκομείο. Από το νεκροτομείο στο νεκροταφείο χωρίς ούτε μια ψυχή να τη συντροφεύει. Θάφτηκε ένα απόγευμα σ’ ένα λάκκο πρόχειρα ανοιγμένο, μέσα σε μια κάσα από μαδέρια. Χωρίς λειτουργία. Χωρίς ένα λουλούδι.

Κανείς δεν ρώτησε πως, που, γιατί. Κανείς δεν έμαθε πως, που, γιατί.

Έβρεχε εκείνη την νύχτα.

 Καλό ταξίδι Τζέιν Ντο_ 

όλο λάθος

Τοκ Τοκ

20131230-184308.jpg

-Τοκ τοκ. Τοκ τοκ…


-Άσε με. Φύγε. Ποιός εισαι; Δεν έχω όρεξη να ανοίξω την πόρτα σε κανέναν. Μη χτυπάς. Φύγε σου λέω. Ωωωωωω. Είσαι και επίμονος. Άντε να ανοίξω αλλά δεν θα σ’αρεσει.
…Εεε. Ποιός είναι; Είναι κανείς εδώ;


-Η συνείδηση σου είμαι. Άσε με να μπω. Τρίψε τα μάτια σου, τεντώσου, ξύπνα και άκου προσεχτικά.


-Μα τι λες; Ποιός μου κάνει πλάκα; Δεν σε βλέπω.


-Δεν χρειάζεται να με βλέπεις. Τα μάτια είναι υπερεκτιμημένα. Με νιώθεις. Αυτό μετράει. Κάτσε τώρα και σώπα.
Άκουσε προσεκτικά. Παλεύω μήνες να σε βρω. Χτυπάω μήνες την πόρτα σου αλλά εσύ λείπεις.
Κοιτά γύρω σου. Είσαι μόνος σου. Αυτό δεν σου λέει τίποτα; Έκλαιγες εχθές. Δεν ήταν κανένας εδώ να σε πάρει αγκαλιά και να σ’αποκοιμίσει με χάδια. Να σου πει γλυκά και όμορφα λόγια. Να σε ησυχάσει.
Πριν δυο εβδομάδες αγνόησες έναν άστεγο ζητιάνο. Και μετά πιο κάτω χλεύασες ένα φουκαρά που έπαιζε φλάουτο για να βγάλει μερικές δεκάρες. Θυμάσαι; Θυμάσαι που την επόμενη μέρα σε έδιωξαν απο τη δουλειά; Χωρίς αποζημίωση. Θυμάσαι;
Αυτό λέγεται ανταποδοτική δικαιοσύνη. Ίσως το ξέρεις όπως το ξέρει ο απλός λαός. «Κάρμα».

Το μεγαλύτερο σύνολο των οφειλών μας το ξεχρεώνουμε σε αυτή τη ζωή. Δεν το ήξερες ε; Φαίνεται. Και εσύ έχεις δημιουργήσει πολλά χρέη. Ω! Αβάσταχτα. Και πρέπει να πληρώσεις. Να αποκαταστήσεις την ισορροπία. Δε ζει η ψυχή σου μια φορά. Το σώμα σου ζει μόνο μια. Είναι δυνατόν λοιπόν να τρέφεις το σώμα και όχι το πνεύμα; Οι άνθρωποι που τα έχουν σκατώσει πεθαίνουν μόνοι. Όχι σε αγκαλιά αγαπημένου. Μην παίζεις με τις ψυχές των ανθρώπων. Όταν τελειώσει το παιχνίδι καίγεσαι. Μην ποδοπατάς ότι δεν σε εξυπηρετεί. Η κόλαση είναι εδώ. Και εσύ την ζεις. Και είναι τόσο πονηρή που δεν το καταλαβαίνεις καν. Θεωρείς οτι φταίνε οι άλλοι που κακοπερνάς. Πάντα οι άλλοι. Αχ. Καημένο μου.
Την στιγμή που δίστασες και την στιγμή που δείλιασες και την στιγμή που υποχώρησες σφράγισες την κόλαση σου. Οι παλιοί έλεγαν «προσέχουμε για να έχουμε».
Εσύ δεν πρόσεξες. Και τώρα δεν έχεις. Είναι πιο απλό και από παιδικό τραγούδι. Να αγαπάς και να αγαπιέσαι είναι η μεγαλύτερη ευτυχία της ύπαρξης.


Τώρα σήκω. Ντύσε το σώμα σου και κάνε βόλτα την ψυχή σου. Χαμογέλα και βγες έξω να σε λούσει η βροχή. Να ξεπλύνει τη μαλακία σου. Τη δική σου, ναι. Όχι των άλλων. Φορτώνεσαι ότι σου αξίζει. Δικά σου είναι τα λάθη ακούς; Όμως είναι ανθρώπινο να κάνεις λάθη. Το θεϊκό είναι να τα διορθώνεις. Γι’ αυτό σου λέω. Σήκω. Έχεις πολλή δουλειά μπροστά σου. Άνοιξε τα παντζούρια της ψυχής σου και καλωσόρισε ανθρώπους καθαρούς.
Κουνήσου ντε. Ακόμα; _