Μικρασιατική Εκστρατεία: Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας στη μάχη «Έρικνεν – Κορυφή 1310 του Χασάν Μπελ»

Γράφει-Παρουσιάζει ο Αρματιστής

Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης Βασίλειος

Με την ανάρτηση αυτή συνεχίζεται η σειρά παρουσιάσεων για τη Μικρασιατική Εκστρατεία που εγκαινιάστηκε πρόσφατα.

Στην παρουσίαση αναλύεται η δημιουργία και η συντήρηση του «μύθου» του Πλαστήρα μέσω των λαθροχειριών και των πλαστογραφιών συγκεκριμένων ιστοριογράφων μεγάλης αναγνωσιμότητας.

Οι σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις, ο Κλαούζεβιτς και η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση

Πρόλογος

Στις πολεμικές συγκρούσεις που έχουν λάβει χώρα τον 21ο αιώνα και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται, με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, νέα τεχνικά μέσα και, συναφώς, νέες τακτικές, εντυπωσιακές ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Τα στοιχεία αυτά συχνά μονοπωλούν το ενδιαφέρον των στρατιωτικών παρατηρητών.

Όμως οι στρατιωτικές συγκρούσεις, πέρα από τα «επικαιρικά» στοιχεία τους, έχουν στον πυρήνα τους θεμελιώδη, αμετάβλητα χαρακτηριστικά τα οποία παίζουν συνήθως πολύ πιο αποφασιστικό ρόλο και τα οποία τείνουν να παραβλέπονται. Ένα τέτοιο θεμελιώδες στοιχείο, η θέληση, αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος.

Ο Ορισμός του Πολέμου

Ο Κλαούζεβιτς ορίζει τον πόλεμο ως εξής:

«Πόλεμος είναι μία πράξη βίας με σκοπό να εξαναγκάσει τον αντίπαλο να υποκύψει στη θέλησή μας.»

Στόχος του πολέμου είναι η θέληση του αντιπάλου. Όλες οι ενέργειες, όλα τα μέσα έχουν ως τελικό στόχο τη θέληση του αντιπάλου. Η θέληση του κάθε εμπολέμου αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τη διεξαγωγή (και τη συνέχιση) του κάθε πολέμου, τον παράγοντα που του επιτρέπει (ή δεν του επιτρέπει) να διεξάγει επιχειρήσεις, να επιστρατεύει ανθρώπους και να επιτάσσει μέτρα, να προβαίνει στην κάθε ενέργεια που σχετίζεται με τον πόλεμο. Κάθε πλήγμα στα μέσα, στις δυνάμεις, στις υποδομές, σε οποιοδήποτε στοιχείο του αντιπάλου αποσκοπεί στην κάμψη της θέλησής του. Κάθε στόχευση στο «κέντρο βάρος» του αντιπάλου αποτελεί αναζήτηση του υλικού ή ηθικού στοιχείου που θα οδηγήσει στην κάμψη της θελήσεώς του.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας: Οι Ευθύνες του για την Ήττα της Στρατιάς Μικράς Ασίας

Γράφει-Παρουσιάζει ο Αρματιστής

Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης Βασίλειος

Με την ανάρτηση αυτή εγκαινιάζεται μία νέα μορφή παρουσίασης περιεχομένου: όχι απλό κείμενο αλλά ένα βίντεο με αφήγηση, διαφάνειες, χάρτες και φωτογραφίες. Ελπίζουμε ότι οι φίλοι του ιστολογίου αλλά και άλλοι ενδιαφερόμενοι θα το βρουν πιο ενδιαφέρον και διαφωτιστικό από τα -συχνά δύσκολα- κείμενα σχετικά με το θέμα.

Στην παρουσίαση παρουσιάζονται συνολικά τα πεπραγμένα του Σχη Νικολάου Πλαστήρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία και εξετάζεται η «παράδοξη» φήμη που τον συνοδεύει μέχρι τις ημέρες μας.

Σημείωμα: Πολιτική Αμυντικής Βιομηχανίας – Η «ελληνική μέθοδος»

Η παγίως σκανδαλώδης εκπόνηση και υλοποίηση του ελληνικού εξοπλιστικού σχεδιασμού και η ανυπαρξία πολιτικής στην πολεμική βιομηχανία είναι σε γενικές γραμμές γνωστά στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Πρόσφατα είχαμε την ευκαιρία να δούμε δημοσίως και περίπου ημιεπίσημα τον βασικό μηχανισμό λειτουργίας του φαινομένου.

Οι «Επιχειρησιακές Ανάγκες»

Οι εξοπλιστικές ανάγκες, σε μεγάλο βαθμό, προκύπτουν αφ’ εαυτών και σχετικά αντικειμενικά, βάσει της καταστάσεως του υφισταμένου υλικού, της απειλής, των τεχνολογικών εξελίξεων, του ισχύοντος δόγματος και των διαθεσίμων πόρων. Οι ανάγκες αυτές θεωρητικώς αποτυπώνονται σε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό (δωδεκαετίας σύμφωνα με τα νυν ισχύοντα), και επικαιροποιούνται περιοδικά αφού είναι προφανές ότι σε χρονικό ορίζονται δωδεκαετίας πολλά από τα παραπάνω δεδομένα αλλάζουν. Σε κάθε περίπτωση, υφίσταται ένα αδρό περίγραμμα των αναγκών και, συνεπώς, μία πρόβλεψη των μειζόνων προμηθειών, επίσης προσεγγιστικά κοστολογημένων.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

2025: Η Κατάσταση των Πραγμάτων

Πρόλογος

Η διεθνής κατάσταση, όπως εξελίσσεται με επιταχυνόμενο ρυθμό κατά τα τελευταία έτη, διαλύει τις ψευδαισθήσεις των αφελών περί «Τέλους της Ιστορίας». Ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου και της «Μονοπολικής Στιγμής» των ΗΠΑ έχει εκπνεύσει, το ίδιο και η «Φιλελεύθερη Διεθνής Τάξη»[i] που είχε εγκαθιδρυθεί μετά τον Β’ ΠΠ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκαλύπτεται ως αυτό που στην πραγματικότητα ήταν ανέκαθεν, καλυπτόμενη πίσω από τις περιστάσεις της περιόδου 2000-2020: μία ενιαία αγορά σχετικά ευκατάστατων αλλά πολιτικά και στρατιωτικά αδύναμων κρατών, πρακτικά υποτελών στις ΗΠΑ, χωρίς πολιτική υπόσταση, και με βεβαιότητα χωρίς ιδία πολιτική ισχύ πέραν της ισχύος επιβολής κανόνων εντός των ορίων της -ακόμη κι αυτή φθίνουσα τα τελευταία χρόνια και με φθίνουσα προοπτική.

Σε αυτό το νέο καθεστώς διαλύονται επίσης γρήγορα οι ψευδαισθήσεις που είχαν δημιουργηθεί τόσο στις ηγετικές τάξεις της Χώρας όσο και στην κοινωνία της περί ασφάλειας που διασφαλίζεται από τη συμμετοχή μας στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αν δεν αποτρέπει πλήρως την τουρκική επεκτατικότητα, τουλάχιστον την περιορίζουν ουσιωδώς και την τηρούν υπό έλεγχο. Σταδιακά, και με επιταχυνόμενο ρυθμό, καθίσταται εμφανές ότι οι «τρίτοι» που τηρούσαν την Τουρκία υπό έλεγχο εκλείπουν, είτε επειδή είναι απρόθυμοι να εμπλακούν στις υποθέσεις της περιοχής μας, είτε επειδή δεν έχουν την ισχύ να το κάνουν. Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, οι απειλές είναι πολύ πιο έντονες, οι κίνδυνοι πολύ μεγαλύτεροι, και ο καθένας σταδιακά υπεύθυνος για τη δική του ασφάλειά· όχι εκτός συμμαχιών, αλλά εκτός της ασφάλειας που παρέχει η απόλυτη επικυριαρχία μίας μεγάλης δυνάμεως στην περιοχή. Υπό το πρίσμα αυτό, η στρατιωτική ισχύς αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία για την εθνική ασφάλεια. 

Εισαγωγή

Από την κρίση του 2020, οπότε η νέα κυβέρνηση ανακάλυψε βεβιασμένα τη χρησιμότητα της στρατιωτικής ισχύος, και ακόμη περισσότερο από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου Εθνικής Αμύνης από τον νυν υπουργό κ. Δένδια, η συζήτηση περί στρατιωτικής ισχύος στη δημόσια συζήτηση έχει επιταθεί.

Η δημόσια συζήτηση για την Εθνική Άμυνα συνηθέστατα περιστρέφεται γύρω από την προμήθεια σύγχρονων κυρίων συστημάτων (μαχητικών, φρεγατών, αρμάτων μάχης) και ακόμη περισσότερο γύρω από το κόστος τους. Σε κάπως πιο «εξεζητημένους» κύκλους γίνονται έντονες συζητήσεις γύρω από την καταλληλότητα του ενός ή άλλου οπλικού συστήματος και πιο πρόσφατα, καθώς τα σχετικά προβλήματα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων έχουν καταστεί εξόφθαλμα, γύρω από τα ποσοστά στελέχωσής τους καθώς και την κατάσταση του υφισταμένου εξοπλισμού. Οι συζητήσεις αυτές έχουν το ενδιαφέρον τους· είναι όμως ακόμη πιο ενδιαφέρον να εξεταστεί το ζήτημα της στρατιωτικής ισχύος από μία «ανώτερη» και πιο αφηρημένη σκοπιά, δηλαδή από απόψεως «υψηλής στρατηγικής». Πιο απλά, θα εξεταστεί η δυνατότητα της Χώρας να παραγάγει στρατιωτική ισχύ υπό τις παρούσες περιστάσεις, με δεδομένους τους πόρους που τώρα διαθέτει ή που δύναται να διαθέσει ή που φαίνεται να είναι διατεθειμένη να διαθέσει για τη δημιουργία στρατιωτικής ισχύος, και της εν γένει δυνατότητάς της να μετασχηματίσει τους πόρους αυτούς σε πραγματική στρατιωτική ισχύ.

Οι Πόροι

Οι αντικειμενικές πηγές της στρατιωτικής ισχύος είναι οι πόροι που διατίθενται για τη δημιουργία της. Είναι σημαντικό να έχουμε αντίληψη της σχέσης των εκατέρωθεν πόρων της στρατιωτικής ισχύος.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σύγκριση αντιαεροπορικών – αντιβαλλιστικών συστημάτων με βάση ανοικτές πηγές

γράφει ο Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης

Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό Σχολής Ικάρων – Διδάκτωρ ΕΜΠ

Η Φουντουκιά και η Αποκάλυψις του Ιωάννου

Την 21η Νοεμβρίου 2024, ένας ρωσικός βαλλιστικός πύραυλος έπληξε στόχο στο Ντνίπρο της Ουκρανίας. Ακριβέστερα, έξι ανεξάρτητες πολεμικές κεφαλές (“οχήματα επανεισόδου ανεξάρτητης στόχευσης”, Multiple Independently Re-targetable Vehicles – MIRV), με έξι υποπυρομαχικά η κάθε μία, έπεσαν με περίπου 11 φορές την ταχύτητα του ήχου (Mach 11, σχεδόν 3,8 km/s), σε ένα παλαιό σοβιετικό εργοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων, το οποίο κατέστρεψαν ολοσχερώς, προκαλώντας σεισμό. Και όλα αυτά, χωρίς να διαθέτουν συμβατική ή πυρηνική πολεμική κεφαλή, παρά μόνο με την κινητική τους ενέργεια. Οι εικόνες που έκαναν τον γύρο του κόσμου ήταν απόκοσμες.

Εικόνα 1: Η πτώση μίας εκ των έξι πολεμικών κεφαλών του ρωσικού βαλλιστικού πυραύλου Oreshnik στο Dnipro της Ουκρανίας. Η πολύ μεγάλη ταχύτητα (Mach 11) προκάλεσε πρωτόγνωρες και απόκοσμες εικόνες, που θυμίζουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη: “…καὶ εἴληφεν ὁ ἄγγελος τὸν λιβανωτὸν καὶ ἐγέμισεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν γῆν. καὶ ἐγένοντο βρονταὶ καὶ φωναὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ σεισμός” (Και πήρε ο άγγελος το θυμιατήρι και το γέμισε από την φωτιά του θυσιαστηρίου και έριξε αυτήν την φωτιά στη γη. Και αμέσως τότε έγιναν βροντές και φωνές και αστραπές και σεισμός. Αποκ. 8,5). (https://apnews.com/article/russia-oreshnik-hypersonic-missile-putin-ukraine-war-345588a399158b9eb0b56990b8149bd9)

Σύμφωνα με ρωσικές πηγές, ο εν λόγω βαλλιστικός πύραυλος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, ονομάζεται Oreshnik (“φουντουκιά” στα ρωσικά) και έχει βεληνεκές της τάξης των 5.000 km, εμπίπτοντας στην κατηγορία ενδιάμεσης εμβελείας (Intermediate-Range Ballistic Missile – IRBM), ενώ θα μπορούσε να φέρει πυρηνικές κεφαλές. Ο Β. Πούτιν επεσήμανε ότι ο εν λόγω πύραυλος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τα υφιστάμενα συστήματα αεράμυνας.

Αν και ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούν ότι πρόκειται περί νέου πυραύλου, εκτιμώντας ότι κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί εξέλιξη του παλαιότερου RS-26 “Yars–M”, σε κάθε περίπτωση αυτό αποτελεί ένα πολύ δύσκολα ανασχέσιμο όπλο. Εκτιμάται ότι είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί ακόμα κι από τα πιο ικανά αντιβαλλιστικά συστήματα, όπως ο πύραυλος SM-3 Block IIA της Raytheon, κόστους 30 εκατ. $ έκαστος. Συστήματα όπως το THAAD (Terminal High Altitude Area Defense) της Lockheed Martin εκτιμάται ότι δεν είναι σε θέση να αναχαιτίσουν τον Oreshnik, λόγω της υψηλής του ταχύτητας, ενώ δεν φτάνουν το απαιτούμενο ύψος για να τον χτυπήσουν πριν την απελευθέρωση των 6 πολεμικών κεφαλών. Καθίσταται προφανές ότι συστήματα της κατηγορίας του Patriot αδυνατούν πλήρως να αντιμετωπίσουν τον Oreshnik.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!

Ευχόμαστε ολόψυχα στους αναγνώστες του ιστολογίου Υγεία κι Ευτυχία για το 2025! Για τη Χώρα μας ευχόμαστε το Νέο Έτος να είναι ένας χρόνος Ειρήνης κι Ευημερίας για όλους τους πολίτες της!

Από την πλευρά μας, μετά από μία υποτονική παρουσία κατά το 2024, θα επανέλθουμε δριμύτεροι με νέα κείμενα -και όχι μόνον, που ελπίζουμε ότι θα συμβάλουν ουσιωδώς στον δημόσιο διάλογο για την Εθνική Άμυνα.

Καλή Χρονιά!!!

Οι Τορπίλες (Τorpedoes) – Mέρος Γ΄

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην τεχνολογία Sonar«

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα 2019

ISBN 978-960-491-133-2

Ελαφρές ανθυποβρυχιακές τορπίλες LWT (Lightweight Torpedoes)

Οι ελαφρού τύπου ανθυποβρυχιακές τορπίλες φέρονται κυρίως από πλοία επιφανείας και ναυτικά ιπτάμενα μέσα (αεροσκάφη και ελικόπτερα), με σκοπό την προσβολή υποβρυχίων στόχων. Έχουν σχετικά μικρότερο μήκος 2.5-3 m, φέρουν λιγότερη εκρηκτική γόμωση 35-50 kg και είναι πιο ανθεκτικές από τις βαρέως τύπου, καθώς μπορούν να ρίπτονται από αέρος στη θάλασσα. Μετά από την εκτόξευση / εναέρια άφεση, η ενεργοποίηση της τορπίλης (όπως και η εκκίνηση του κινητήρα της), θα πρέπει να διεξάγεται το συντομότερο με την είσοδό της στο νερό. Συνήθως, μετά από την εκτόξευση / άφεση του όπλου, δεν υπάρχει κανένας απολύτως εξωτερικός έλεγχος (fire & forget). Για το λόγο αυτό, η εμβέλεια και η αποτελεσματικότητα των ανθυποβρυχιακών τορπιλών (ιδιαίτερα των παλαιότερων μοντέλων) είναι μειωμένη μέσα στο θαλάσσιο περιβάλλον των ρηχών υδάτων (αντηχήσεις, ψευδοστόχοι, κτλ), οπότε η εφαρμοζόμενη πολιτική βολής είναι salvo με μικρή χρονική διαφορά μεταξύ των δύο τορπιλών. Εξαίρεση στο θέμα του ελέγχου μετά από την εκτόξευση αποτελούν ορισμένες Σουηδικές τορπίλες ελαφρού τύπου. Οι συγκεκριμένες τορπίλες έχουν εξαιρετικά χαμηλές ταχύτητες (αθόρυβες), εκμεταλλεύονται τη θετική πλευστότητα (buoyancy) που επιτυγχάνουν λόγω του σχετικά μεγάλου φυσικού τους όγκου[1] και κατευθύνονται προς το στόχο με τη βοήθεια αγωγού επικοινωνίας (wire guided) οπτικής ίνας, προκειμένου να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα το ακουστικά αντίξοο περιβάλλον της Βαλτικής θάλασσας (μέσο βάθος βυθού περί τα 60 m).

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι Τορπίλες (Τorpedoes) – Mέρος Β΄

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην τεχνολογία Sonar«

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα 2019

ISBN 978-960-491-133-2

Τορπίλες βαρέως τύπου HWT (Heavyweight Torpedoes)

Οι λεγόμενες τορπίλες βαρέως τύπου HWT (Heavyweight Torpedoes) εκτοξεύονται κυρίως από υποβρύχια, εναντίον πλοίων επιφανείας ή άλλων υποβρυχίων.[1] Η παραδοσιακή τακτική ενός υποβρυχίου, εκμεταλλευόμενο τα εγγενή του χαρακτηριστικά, είναι να βρεθεί ανεντόπιστο σε σχετικά κοντινή και ασφαλή απόσταση από το πλοίο-στόχο και να εκτοξεύσει τις τορπίλες του σε διαμόρφωση υψηλής ταχύτητας.

Η ενεργοποίηση μιας τορπίλης HWT, όπως και η εκκίνηση του κινητήρα της, θα πρέπει να διεξάγονται αρκετά γρήγορα, ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής εκκένωση του τορπιλοσωλήνα εκτόξευσης. Μετά από την επίθεση του υποβρυχίου ακολουθούν απότομοι ελιγμοί διαφυγής, με μέγιστη ταχύτητα, έτσι ώστε αυτό να βρεθεί εκτός του βεληνεκούς των όπλων τόσο του πλοίου στόχου σε περίπτωση που κατορθώσει να επιβιώσει από την επίθεση, όσο και των τυχόν αεροναυτικών μονάδων στην περιοχή. Εναλλακτικά, υπάρχει και η δυνατότητα εκτόξευσης των τορπιλών από μεγαλύτερη απόσταση σε διαμόρφωση χαμηλής ταχύτητας. Αυτός ο τρόπος προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στο υποβρύχιο, καθώς το θέτει εκτός του μέγιστου βεληνεκούς των εχθρικών όπλων. Ταυτόχρονα όμως, προσφέρει και στο στόχο μεγαλύτερη δυνατότητα να διαφύγει ελισσόμενος, πιθανώς χρησιμοποιώντας και αντίμετρα κατά τορπιλών. Οι μοντέρνες τορπίλες διαθέτουν τη δυνατότητα να προσεγγίζουν κάποιο στόχο με χαμηλή ταχύτητα και να αυξάνουν ταχύτητα στην τερματική φάση επίθεσης, μεγιστοποιώντας έτσι τις πιθανότητες πλήγματος του στόχου (Pkill).

Κρίσιμης σημασίας σε κάθε περίπτωση είναι η χαμηλή ακουστική υπογραφή της τορπίλης, ώστε να παραμένει κατά το δυνατόν ανεντόπιστη από τους εχθρικούς ακουστικούς αισθητήρες, μια απαραίτητη προϋπόθεση για την αιφνιδιαστική προσβολή του στόχου. Σε αυτόν τον τομέα, οι ηλεκτροκίνητες τορπίλες, παρότι κατά κανόνα κινούνται με χαμηλότερες ταχύτητες, υπερέχουν όμως των περισσότερων τορπιλών με μηχανή θερμικής πρόωσης, καθώς διαθέτουν χαμηλότερο ακουστικό ίχνος.

Σχήμα 1(α). Η παλαιότερης έκδοσης αυτοκινούμενη νάρκη βυθού Mk-67 SLMM (Submarine Launched Mobile Mine) είχε ως βάση την τορπίλη Mk-37 (συνολικό βάρος 754 kg, κεφαλή μάχης με εκρηκτική γόμωση 230 kg και μηχανισμός ανίχνευσης στόχου μαγνητικός/σεισμικός/πίεσης). Τέθηκε σε υπηρεσία, τη δεκαετία του 1980. Παρόμοιας φιλοσοφίας αυτοκινούμενες νάρκες (self-propelled mines) διαθέτει το Ρωσικό ναυτικό (SMDM-1/2/3, διαμέτρου 650 mm, θερμικής πρόωσης, εμβέλειας δεκάδων km), καθώς επίσης το Κινεζικό ναυτικό (ΕΜ56, εμβέλειας 13 km, επιχειρησιακού βάθους 45 m, κεφαλής μάχης 380 kg, διάρκειας ζωής 9 μήνες).

 

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι Τορπίλες (Τorpedoes) – Μέρος Α’

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Εισαγωγή στην Yδροακουστική και στην τεχνολογία Sonar»

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα 2019

ISBN 978-960-491-133-2

1. Γενικά – Τρόποι καθοδήγησης / κατεύθυνσης

Οι τορπίλες (torpedoes)[1] αποτελούν αυτοπροωθούμενα υποβρύχια (ύφαλα) όπλα, υψηλής ακρίβειας και καταστρεπτικής ικανότητας, τα οποία χρησιμοποιούνται για την προσβολή πλοίων επιφανείας και υποβρυχίων. Αρχικά, οι τορπίλες ήταν όπλα αποκλειστικά κατά των πλοίων επιφανείας, όμως σταδιακά αναλάμβαναν όλο περισσότερο και ανθυποβρυχιακό ρόλο. Οι απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές για την εμπλοκή αυτών των δύο ειδών στόχων, υποβρυχίων και πλοίων επιφανείας είναι ριζικά διαφορετικές και η κατασκευή ενός μόνον όπλου με δυνατότητα εκτέλεσης και των δύο αυτών ρόλων απετέλεσε κατά το παρελθόν ιδιαίτερη πρόκληση.

Γενικά, διακρίνονται δύο μεγάλες κατηγορίες: οι βαρέως τύπου τορπίλες HWT (heavyweight torpedoes) που βάλλονται εναντίον πλοίων επιφανείας και υποβρυχίων, και οι ιστορικά νεότερες ελαφρές ανθυποβρυχιακές τορπίλες LWT (lightweight torpedoes) που προορίζονται κυρίως εναντίον υποβρυχίων. To 75% της σημερινής αγοράς αποτελούν οι τορπίλες βαρέως τύπου και το υπόλοιπο 25% οι ελαφρού τύπου. Επίσης, οι περισσότερες τορπίλες βαρέως τύπου είναι πλέον διττού / διπλού ρόλου (dual purpose), δηλαδή χρησιμοποιούνται τόσο εναντίον πλοίων επιφανείας, όσο και υποβρυχίων. Κατά το μακρινό παρελθόν, οι τορπίλες βαρέως τύπου ήταν αποκλειστικά ενός μόνο ρόλου (single purpose), δηλαδή εναντίον πλοίων επιφανείας ή εναντίον υποβρυχίων.

Οι πιο παλαιές επιχειρησιακές τορπίλες βαρέως τύπου ήταν μικρής έως μεσαίας εμβέλειας ευθυτενούς τροχιάς (straight running ή unguided ή nonhoming), χωρίς κάποια τηλεκατεύθυνση, καθοδήγηση ή αυτοκατεύθυνση και δεν εκτελούσαν πολύπλοκες λειτουργίες, ούτε είχαν δυνατότητα επανεπίθεσης. Η αποτελεσματικότητά τους είχε εξάρτηση από την ακριβή στόχευση πριν από την εκτόξευση, καθώς δεν διέθεταν ουδεμία εκ των υστέρων δυνατότητα να διορθώσουν την πορεία τους ή να ανταποκριθούν σε αλλαγή θέσης του στόχου. Επίσης, το υψηλό επίπεδο θορύβου που παρήγαγαν και η κίνηση κοντά στη θαλάσσια επιφάνεια τις καθιστούσε σχετικά εύκολα ανιχνεύσιμες, ακόμη και οπτικά. Η ακρίβεια της ευθύγραμμης πορείας κίνησης σε όλες τις τορπίλες εξασφαλίζεται από κάποιο μηχανικό γυροσκοπικό μηχανισμό.

Σχήμα 1(β): Για πρώτη φορά, η ιδέα να χρησιμοποιηθούν ειδικά βλήματα για την καταστροφή εχθρικών πλοίων περιγράφεται στο χειρόγραφο βιβλίο του Βενετού μηχανικού και γιατρού Giovanni de la Fontana (1395-1455), “Bellicorum instrumentorum liber, cum figuris et fictitys litoris conscriptus” (εικονογραφημένο και κρυπτογραφημένο βιβλίο πολεμικών μηχανών). Ένα περιστατικό που έχει καταγραφεί αφορά σε αυτόπτες μάρτυρες στην Πάδοβα, οι οποίοι αναφώνησαν ότι μια μηχανική τορπίλη που είχε σχεδιάσει έτρεχε με «διαβολική εξουσία».

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε