(…συνέχεια από το προηγούμενο)
Βουβός τρόμος τους κυρίεψε όλους. Τι μίασμα ήταν αυτό που ζούσε στον κώλο του νεαρού Άγγλου άραγε; Ήταν μια νέα μορφή ζωής, άγνωστη στο μέσο μαλάκα; Ήταν Βρυλ; Ήταν κολλητικό; Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί κι όλοι κοιτούσαν με εμμονή αυτή τη συμβίωση. Ο Τζαμαϊκανός DJ – μάγειρας σταμάτησε τη μουσική, έβγαλε το δίσκο από το πικάπ και άναψε το ενσωματωμένο μάτι.
«Θα βράσω αυγά, mons. Εμείς στη Τζαμάικα αυτό κάνουμε για να διώξουμε τα κακά πνεύματα μακριά από τους κώλους μας. Σφιχτά ή μελάτα;». Κάτι στην προφορά του Ντέσμοντ ξένιζε τους περισσότερους εκεί, αλλά όχι τόσο πολύ, ώστε να στρέψουν την προσοχή τους σε τίποτα πιο όμορφο. Ένας ενδημικός γρύλος της Μικρονησίας (ή όπου διάολο είναι αυτός ο Παράδεισος) γρύλισε για να κάνει πιο δραματική τη στιγμή.
Ήταν ίσως το έναυσμα που περίμενε ο άτυχος νέος για να ξαναμιλήσει.
«Είναι κάτι για το οποίο δεν μου αρέσει να μιλάω, αλλά αφού θέλετε να μάθετε, θα σας πω την ιστορία μου», είπε ο αβυσσοκώλης σε ένα αδιάφορο κοινό.
«Όλα άρχισαν το 1982. Ο πατέρας μου, γνωστός μουσικός της NWOBHM, γνώρισε μια Νορβηγίδα φαν, με την οποία απέκτησαν ένα γιο. Έζησαν 3 καλά χρόνια, μέχρι που κάποια στιγμή τους χτύπησε η τραγωδία.». Ο αγγλόφλωρος έκανε 1 λεπτό παύσης για να προσδώσει δράμα – και ενώ οι παρεβρισκόμενοι ήταν έτοιμοι να ευχαριστήσουν την καλή του τύχη για το εγκεφαλικό που πρόσφερε απλόχερα κάποια απόκοσμη ανώτερη οντότητα στον αφηγητή τους, αυτός συνέχισε:
«Ήταν εκείνο το πρωινό της 3ης Ιουνίου 1985. Εγώ καθόμουν κι έπαιζα με το παιδικό σετ κολονοσκόπησης που μου είχε κάνει δώρο η μαμά και ο μικρός μου αδελφός βύζαινε από μια μαύρη κατσίκα που είχαμε φέρει ειδικά για αυτόν από τη Νορβηγία. Ήταν ένα γλυκό βροχερό πρωινό στις γειτονιές του Sutton που μέναμε. Η μητέρα μου μας καμάρωνε και ταυτόχρονα πότιζε τις εξωτικές Αρχιδέες που φύτρωναν στο μικρό μας κήπο, αγνοώντας τις αντιδράσεις του πατέρα μου που της επεσήμαινε ότι ήδη βρέχει και πως δεν καλλιεργεί ρύζι ή θαλάσσια αγγούρια. Με το καλοκάγαθο βλέμμα της η μαμά άνοιξε το στόμα της διάπλατα για να ξεβράσει μια από τις νορβηγικές βρισιές που τόσο αγαπούσαμε, όταν μια βρεγμένη εφημερίδα άριστα στοχευμένη από τον νεαρό ποδηλάτη – πρωταθλητή στη ρίψη μπούμερανγκ τη βρήκε στο λάρυγγα, φράζοντάς τον ανεπανόρθωτα. Τριάντα δευτερόλεπτα μετά ήμουν ορφανός από μητέρα και θα υπηρετούσα εννιάμηνο στο στρατό.
Ο αδερφός μου ποτέ δεν το ξεπέρασε αυτό. Έκτοτε, αφοσιώθηκε ψυχή και σώματι στο Black Metal. Δεν έχανε συναυλία για συναυλία, ντυνόταν σαν Ελληνίδα Γριά, ενώ η δίαιτα του αποτελούνταν αποκλειστικά από τις ψυχές παρθένων χελώνων που θυσίαζε στον Αρχάγγελο του Σκότους.»
Κάπου εδώ, ακούστηκε μια πνιχτή στριγγλιά και μια λέξη που αν κάποιος ήξερε ελληνικά, θα καταλάβαινε τι επρόκειτο να συμβεί. Όμως, αφού δεν ήξεραν, απλά νόμισαν ότι το εγκεφαλικό τελικά προτίμησε να απαλλάξει την καλή υπερήλικη κυρία από το μαρτύριο της αφήγησης και συνέχισαν να μηρυκάζουν τα εξωτικά λαχανικά τους. Ενώ ο φλωροδιάβολος, κυριευμένος από το πάθος νηστικού σουμίστα σε MacDonald’s συνέχισε την αφήγηση:
«Δεν άργησε να έρθει η αναγνώριση από τη Σατανική Κοινότητα της περιοχής. Μια μέρα ο Αρχιεπίσκοπος τους, που επρόκειτο να ταξιδέψει στο εξωτερικό για ένα σεμινάριο χορού Κλακέτας, τον επιφόρτισε με το να τον αντικαταστήσει, κυρίως κρατώντας τον έλεγχο των βιβλίων. Όμως, αντί για τα λογιστικά, βρήκε ένα άλλο βιβλίο με απαγορευμένες τελετές. Έτσι, μια μέρα που γύρισε σπίτι, με έδεσε στο κρεβάτι και άρχισε τα πανάρχαια τελετουργικά. Επί ώρες καθόμουν μπρούμυτα κοιτάζοντας ένα μαύρο μαξιλάρι με ξεκοιλιασμένα λαγουδάκια. Γύρω μου, η μυρωδιά αρωματικών κεριών και σάπιων μήλων μου έφερνε ζαλάδα. Από την ψαλμωδία του αδερφού μου δεν καταλάβαινα πολλά, αλλά ο τρόμος με κυρίευσε όταν μου έσκισε το παντελόνι με κάτι αιχμηρό. «Πάει, θα πουστέψω κι εγώ σαν την ξαδέρφη μου την Κώστα» σκέφτηκα. Αντ’αυτού, κάτι πολύ χειρότερο έγινε… Ο πόνος στην αρχή ήταν μικρός και απλωμένος σε όλη μου την κωλιακή χώρα. Μετά από τρία δευτερόλεπτα όμως συγκεντρώθηκε σε ένα σημείο, έγινε οξύτατος και με ώθησε σε μια κραυγή και λιποθυμία. Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου βρέθηκα να κοιτάζω κατάματα ένα πλάσμα της Κολάσεως, με περισσότερα μάτια από χέρια, και περισσότερα κέρατα από μάτια. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου αναγκαστικά (είχαν ξεραθεί) και αυτή η βλασφημία εξαφανίστηκε. Ο πόνος είχε σιγάσει κι αυτός, αλλά στη θέση του υπήρχε ΑΥΤΟ το πράμα που βλέπετε κι εσείς εκεί πίσω.» έδειξε τον κώλο του με τις καινούριες βοηθητικές εγκαταστάσεις.
«Νόμιζα ότι είχα καταφέρει να το διώξω, όταν… όταν…όταν τέλος πάντων, αλλά όχι. Με ξαναβρήκε!» είπε, βουρκωμένος και ξέσπασε σε κλάματα με αναφιλητά.
Οι υπόλοιποι ήταν βουβοί.
«Λοιπόν, πώς είπαμε τα θες τα αυγά σου, σφιχτά ή μελάτα;» είπε ο Ντέσμοντ, κοιτάζοντας για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε η αφήγηση από το μπρίκι του, ξυπνώντας και τους άλλους…
(to be continued…)






Κάνανε το λάθος