Ξύπνησα από τις φωνές της μαμάς. Έπρεπε να ετοιμαστούμε για να πάμε για φαγητό όπως κάθε χρόνο, οικογενειακά στο γνωστό ταβερνάκι. Δεν είχα καμία όρεξη να πάω αλλά ο μπαμπάς έλεγε πως πρέπει να πάμε όλοι μαζί, σαν οικογένεια. Ο αδελφός μου είχε ξαπλώσει στις 9 το πρωί. Ποτέ δεν θέλησε να μας ακολουθήσει στις «οικογενειακές εξόδους», και ποτέ δεν τον θυμάμαι να έρχεται μαζί μας. Εγώ έπρεπε πάντα να ακολουθώ, παρά το γεγονός ότι δε μου άρεσε καθόλου αυτή η βαρετή, καταναγκαστική υποχρέωση.
Έμεινα λίγο ακόμα στο κρεβάτι για να χουζουρέψω, διαβάζοντας τις πρώτες ευχές στο κινητό μου για την ονομαστική μου γιορτή. Χαμογέλασα με τα χαζά μηνύματα που μου έστειλαν οι φίλοι μου και σηκώθηκα για να κάνω ένα ντουζάκι. Στέγνωσα γρήγορα τα μαλλιά και ετοίμασα ένα φραπεδάκι καθώς περιμέναμε την αδελφή μου να ετοιμαστεί. Η μαμά πέρασε βιαστική από την κουζίνα προς το σαλόνι. «Καλημέρα.» της είπα χαμογελώντας. «Αμάν αυτός ο μπαμπάς σου! Μισή ώρα τώρα μιλάει με ένα φίλο του στο τηλέφωνο! Θα αργήσουμε…!»
Στο αυτοκίνητο η αδελφή μου έδινε εντολές για τους σταθμούς στο ραδιόφωνο. «Δε θα πεις στη Μαρία να ζήσει για τη γιορτή της;» είπε η μαμά στον μπαμπά χαμηλώνοντας την ένταση του ραδιοφώνου. «Θα της πω αργότερα, όταν θα καθίσουμε στο τραπέζι» απάντησε κοιτώντας έξω στο δρόμο αφηρημένα.
Είχαμε αργήσει. Όλα τα παραθαλάσσια τραπεζάκια της ψαροταβέρνας ήταν γεμάτα. Καθίσαμε στην τρίτη σειρά των τραπεζιών, αρκετά μακριά από τη θάλασσα. Λίγο αργότερα έφτασαν κάποιοι οικογενειακοί φίλοι, μου ευχήθηκαν και κάθισαν στο τραπέζι. Το φαγοπότι και η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα, ή τουλάχιστον μου φάνηκε πως κράτησε πολύ. 
Μια γκόμενα στο απέναντι τραπέζι έδειχνε ενοχλημένη καθώς το γκαρσόνι καθάριζε το τραπέζι της για να φέρει το επιδόρπιο. Με πρόσεξε που την κοιτούσα και χάιδεψε το πόδι του φίλου της κάτω από το τραπέζι. Ένα μωρό δύο τραπέζια δεξιά από το δικό μας έκλαιγε ενοχλητικά. Ήτανε δεν ήτανε δύο μηνών. Η γιαγιά του το κρατούσε περήφανη καθώς η μαμά του ετοίμαζε το γάλα. Ολόκληρη η οικογένεια φαινότανε ευτυχισμένη με το βλαστάρι τους.
Στο δρόμο της επιστροφής οι γονείς μου σχολίαζαν διάφορα που ειπώθηκαν στο τραπέζι. Εγώ σκεφτόμουνα το μωρό που είχα δει στην ταβέρνα. Πως να το έλεγαν άραγε.. «Σάμπως έχει σημασία;» σκέφτηκα αργότερα. Εμένα οι γονείς μου ούτε ένα χρόνια πολλά δεν μου είπανε.
Είχαμε φτάσει στο σπίτι. Καθίσαμε στην τηλεόραση και παρακολουθούσαμε ένα σήριαλ σε επανάληψη. «Πάμε να φέρουμε μερικά γλυκά; Κερνάω εγώ!» λέω στη μαμά για να σπάσει η σιωπή κάπως. «Έχουμε φάει τον άμπακα σήμερα! Δε θέλουμε γλυκό» μου απάντησε μέσα στη γκρίνια.
Η ώρα περνούσε κι εγώ γινόμουν όλο και πιο μελαγχολική. Είχε πάει 7 το απόγευμα και κανείς δεν είχε πει μια τόσο δα μικρή ευχή για τη γιορτή μου. Ο αδελφός μου είχε ξυπνήσει μόλις. Τον άκουγα που έφτιαχνε τον καφέ του στην κουζίνα. Το κινητό μου χτύπησε ξαφνικά. Ένας φίλος με πήρε για να μου ευχηθεί. Μου είπε να βγούμε έξω το βράδυ. «Έχουμε κανονίσει κάτι οικογενειακά» του είπα και συνεχίσαμε τις χαζομάρες στο τηλέφωνο.
Ένιωσα λίγο άσχημα με το που κλείσαμε το τηλέφωνο για το ψέμα που του είχα πει. Περίμενα όμως πως η οικογένειά μου θα κανόνιζε κάτι για το βράδυ. Είχαν ένα χρόνια πολλά να μου ευχηθούν άλλωστε. Τις σκέψεις μου σταμάτησε η αδελφή μου, που άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου μου χωρίς να χτυπήσει:»Με φώναξες;» μου είπε, κι εγώ της έγνεψα αρνητικά. «Με είχαν πάρει τηλέφωνο για να μου ευχηθούν» της απάντησα, και η πόρτα έκλεισε πριν καν τελειώσω αυτό που της έλεγα.
Είχε πάει περασμένες 11. «Μαρία;» φώναξε ο αδελφός μου από το δωμάτιό του κατευθυνόμενος στο δικό μου. Η πόρτα μου άνοιξε, κι εγώ ανασηκώθηκα για μια στιγμή, ελπίζοντας πως έστω ο αδελφός μου θα θυμόταν την ονομαστική μου. «Θα βγω! Θες το αμάξι ή να πω στον Παύλο να πάμε μαζί; Θα αργήσω να επιστρέψω.»
Με λένε Μαρία. Ήταν η γιορτή μου, και το μόνο που ήθελα ήταν ένα χρόνια πολλά και μια αγκαλιά…
Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;






