Ξύπνησα από τις φωνές της μαμάς. Έπρεπε να ετοιμαστούμε για να πάμε για φαγητό όπως κάθε χρόνο, οικογενειακά στο γνωστό ταβερνάκι. Δεν είχα καμία όρεξη να πάω αλλά ο μπαμπάς έλεγε πως πρέπει να πάμε όλοι μαζί, σαν οικογένεια. Ο αδελφός μου είχε ξαπλώσει στις 9 το πρωί. Ποτέ δεν θέλησε να μας ακολουθήσει στις «οικογενειακές εξόδους», και ποτέ δεν τον θυμάμαι να έρχεται μαζί μας. Εγώ έπρεπε πάντα να ακολουθώ, παρά το γεγονός ότι δε μου άρεσε καθόλου αυτή η βαρετή, καταναγκαστική υποχρέωση.

Έμεινα λίγο ακόμα στο κρεβάτι για να χουζουρέψω, διαβάζοντας τις πρώτες ευχές στο κινητό μου για την ονομαστική μου γιορτή. Χαμογέλασα με τα χαζά μηνύματα που μου έστειλαν οι φίλοι μου και σηκώθηκα για να κάνω ένα ντουζάκι. Στέγνωσα γρήγορα τα μαλλιά και ετοίμασα ένα φραπεδάκι καθώς περιμέναμε την αδελφή μου να ετοιμαστεί. Η μαμά πέρασε βιαστική από την κουζίνα προς το σαλόνι. «Καλημέρα.» της είπα χαμογελώντας. «Αμάν αυτός ο μπαμπάς σου! Μισή ώρα τώρα μιλάει με ένα φίλο του στο τηλέφωνο! Θα αργήσουμε…!»

Στο αυτοκίνητο η αδελφή μου έδινε εντολές για τους σταθμούς στο ραδιόφωνο. «Δε θα πεις στη Μαρία να ζήσει για τη γιορτή της;» είπε η μαμά στον μπαμπά χαμηλώνοντας την ένταση του ραδιοφώνου. «Θα της πω αργότερα, όταν θα καθίσουμε στο τραπέζι» απάντησε κοιτώντας έξω στο δρόμο αφηρημένα.

Είχαμε αργήσει. Όλα τα παραθαλάσσια τραπεζάκια της ψαροταβέρνας ήταν γεμάτα. Καθίσαμε στην τρίτη σειρά των τραπεζιών, αρκετά μακριά από τη θάλασσα. Λίγο αργότερα έφτασαν κάποιοι οικογενειακοί φίλοι, μου ευχήθηκαν και κάθισαν στο τραπέζι. Το φαγοπότι και η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα, ή τουλάχιστον μου φάνηκε πως κράτησε πολύ.

Μια γκόμενα στο απέναντι τραπέζι έδειχνε ενοχλημένη καθώς το γκαρσόνι καθάριζε το τραπέζι της για να φέρει το επιδόρπιο. Με πρόσεξε που την κοιτούσα και χάιδεψε το πόδι του φίλου της κάτω από το τραπέζι. Ένα μωρό δύο τραπέζια δεξιά από το δικό μας έκλαιγε ενοχλητικά. Ήτανε δεν ήτανε δύο μηνών. Η γιαγιά του το κρατούσε περήφανη καθώς η μαμά του ετοίμαζε το γάλα. Ολόκληρη η οικογένεια φαινότανε ευτυχισμένη με το βλαστάρι τους.

Στο δρόμο της επιστροφής οι γονείς μου σχολίαζαν διάφορα που ειπώθηκαν στο τραπέζι. Εγώ σκεφτόμουνα το μωρό που είχα δει στην ταβέρνα. Πως να το έλεγαν άραγε.. «Σάμπως έχει σημασία;» σκέφτηκα αργότερα. Εμένα οι γονείς μου ούτε ένα χρόνια πολλά δεν μου είπανε.

Είχαμε φτάσει στο σπίτι. Καθίσαμε στην τηλεόραση και παρακολουθούσαμε ένα σήριαλ σε επανάληψη. «Πάμε να φέρουμε μερικά γλυκά; Κερνάω εγώ!» λέω στη μαμά για να σπάσει η σιωπή κάπως. «Έχουμε φάει τον άμπακα σήμερα! Δε θέλουμε γλυκό» μου απάντησε μέσα στη γκρίνια.

Η ώρα περνούσε κι εγώ γινόμουν όλο και πιο μελαγχολική. Είχε πάει 7 το απόγευμα και κανείς δεν είχε πει μια τόσο δα μικρή ευχή για τη γιορτή μου. Ο αδελφός μου είχε ξυπνήσει μόλις. Τον άκουγα που έφτιαχνε τον καφέ του στην κουζίνα. Το κινητό μου χτύπησε ξαφνικά. Ένας φίλος με πήρε για να μου ευχηθεί. Μου είπε να βγούμε έξω το βράδυ. «Έχουμε κανονίσει κάτι οικογενειακά» του είπα και συνεχίσαμε τις χαζομάρες στο τηλέφωνο.

Ένιωσα λίγο άσχημα με το που κλείσαμε το τηλέφωνο για το ψέμα που του είχα πει. Περίμενα όμως πως η οικογένειά μου θα κανόνιζε κάτι για το βράδυ. Είχαν ένα χρόνια πολλά να μου ευχηθούν άλλωστε. Τις σκέψεις μου σταμάτησε η αδελφή μου, που άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου μου χωρίς να χτυπήσει:»Με φώναξες;» μου είπε, κι εγώ της έγνεψα αρνητικά. «Με είχαν πάρει τηλέφωνο για να μου ευχηθούν» της απάντησα, και η πόρτα έκλεισε πριν καν τελειώσω αυτό που της έλεγα.

Είχε πάει περασμένες 11. «Μαρία;» φώναξε ο αδελφός μου από το δωμάτιό του κατευθυνόμενος στο δικό μου. Η πόρτα μου άνοιξε, κι εγώ ανασηκώθηκα για μια στιγμή, ελπίζοντας πως έστω ο αδελφός μου θα θυμόταν την ονομαστική μου. «Θα βγω! Θες το αμάξι ή να πω στον Παύλο να πάμε μαζί; Θα αργήσω να επιστρέψω.»

Με λένε Μαρία. Ήταν η γιορτή μου, και το μόνο που ήθελα ήταν ένα χρόνια πολλά και μια αγκαλιά…

Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;

Είσαι για ένα ρίσκο;

Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα πάρεις μετεωρολογικό δελτίο,

πως δε θα ‘χεις μαζί σου προμήθειες και αποσκευές,

πως δε θα γεμίσεις το πλεούμενο με σωσίβια.

Θα δέσουμε την άγκυρά μας στα φτερά των γλάρων

και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας το πιο τρελό δελφίνι.

Θα σου χαρίσω όλο το γαλάζιο του πελάγου,

όλο το χρυσάφι του ήλιου,

όλο το ροζ του δειλινού..

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Μου λείπεις.. Το μυαλό μου και η καρδιά μου έχουν κολλήσει στις στιγμές που με είχες στην αγκαλιά σου. Κρατάω στην αγκαλιά μου το μαξιλάρι σου, τα σεντόνια μυρίζουν ακόμα το άρωμά σου.. Ο καφές σου και το ποτήρι με το νερό είναι ακόμα στο τραπέζι, όπως ακριβώς το άφησες. Δεν μπορεί, θα το μετάνιωσες τελικά, δεν έχεις φύγει..

Ακούω το τραγούδι που σου αρέσει, ξανά και ξανά. Νιώθω την ανάσα σου στο πρόσωπό μου, τα χείλη σου στα δικά μου, δεν έφυγες.. Χρειάζομαι την αγκαλιά σου, χρειάζομαι εσένα. Σ’αγαπάω..

Ένα σωρό σκέψεις στο μυαλό μου..

Δεν ξέρω τι θα έκανα, ή τι θα διάλεγα να έκανα αν ο χρόνος της ζωής μου ήταν περιορισμένος.. «Ζήσε το τώρα σαν να μην υπάρχει αύριο» είναι η φράση που με διακατέχει από τότε που έμαθα για τον ξάδελφό μου, χωρίς ποτέ να παραμελείς τα «πρέπει» που θα σε πάνε μπροστά. Μπορείς, αλήθεια, να συνδυάσεις τα «πρέπει» με τα «θέλω»; Ισορροπία λέγεται.. Δε λέγεται, όμως, απλώς.. ΠΡΕΠΕΙ και να εφαρμόζεται.. Και αυτό είναι το πρώτο ΠΡΕΠΕΙ που καταστρέφει με μιας αυτή την «ισορροπία».

Δεν στεναχωριέμαι πια τόσο πολύ για τον ξάδελφο μου.. Ή τουλάχιστον προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είναι καλύτερα να «φύγει», παρά να βασανίζεται.. Αρκετά έχει υπομείνει άλλωστε.. Νιώθω τύψεις μόνο και μόνο που το λέω.. Μερικές φορές αισθάνομαι άσχημα που ζω όσα αυτός δεν μπορεί να ζήσει. Με πνίγει το ότι αυτή η «Ανωτέρα Δύναμη» που υπάρχει (αν υπάρχει), είναι πολύ άδικη παίζοντας άσχημα παιχνίδια μαζί μας.

Με τον ξάδελφό μου μιλάμε πολύ συχνά πια. Με συμβουλεύει, τον συμβουλεύω.. Έχουμε έρθει πολύ κοντά, και ξέρω ότι αυτό θα με πονέσει περισσότερο στο τέλος, αλλά έτσι είμαι εγώ (ή έτσι έχω καταντήσει): να αφήνομαι και να αγαπώ μέχρι τέλους. Κι έτσι μου έχει μάθει ο ίδιος..

Σταματάω να γράφω….και σκέφτομαι.. Σκέφτομαι ένα άτομο με το οποίο μιλάμε συχνά. Ένα άτομο που με κάνει να νιώθω όμορφα όταν είμαστε μαζί, και είμαστε στη φάση που ζούμε στο γαλάζιο συννεφάκι. Κι έπειτα το γαλάζιο συννεφάκι διαλύεται από σκέψεις.. Είναι αδύνατο να συνυπάρξω με αυτό το άτομο, αφού ζει αρκετά μίλια μακρυά μου, κι ας με διαβεβαιώνει πως με αγαπάει.

Όλοι κάνουμε επιλογές. Πολλές φορές όμως, αυτές οι επιλογές επηρεάζουν και τρίτους. Κι αυτές ακριβώς τις επιλογές πρέπει να μάθουμε να τις παίρνουμε ακόμα πιο ενσυνείδητα. Δυστυχώς, όμως, εγώ αυτές τις επιλογές τις φοβάμαι, γιατί δε θέλω ούτε να πληγώσω, ούτε και να πληγωθώ.. Και τότε είναι που πολλά από τα «θέλω» μου ναυαγούν.. Και τότε είναι που ζω με τα «πρέπει» μου.. Και η ισορροπία χάνεται και πάλι..

Με κρατούσες αγκαλιά.. Μου το υποσχέθηκες λίγο πριν με καληνυχτίσεις.. «θα σε εχω αγκαλιτσα κ θα σε χαιδευω, ωστε να νιώθεις ηρεμη κ να κοιμάσαι καλά». Το σκεφτόμουν καθώς περίμενα να με πάρει ο ύπνος.. Σε σκεφτόμουν καθώς ένιωθα τα βλέφαρά μου να βαραίνουν.. Και τότε ήταν που ένιωθα τα παπλώματα πιο ζεστά, τη νύχτα πιο όμορφη κι εσένα πιο κοντά μου..

Ξυπνούσα κατά διαστήματα.. Έπειτα σκεφτόμουν τα λόγια σου:»θα σε έχω αγκαλίτσα.. Θα σε χαϊδεύω..» Τότε χαμογελούσα ασυναίσθητα, έκλεινα τα μάτια και ξανακοιμόμουν πιο ήρεμη..

Έχει περάσει καιρός που δεν έχω νιώσει αυτό το συναίσθημα. Οι καταστάσεις αυτή τη φορά είναι διαφορετικές… Το ξέρω πως είναι δύσκολο να έχεις μια σχέση από απόσταση, πόσο μάλλον να ξεκινάς μια σχέση από απόσταση. Δεν ξέρω πως θα μας βγάλει αυτό που ζούμε, αλλά ξέρω πως μου αρέσεις.. Ξέρω πως η αγκαλίτσα σου θα είναι τόσο ζεστή όσο και τα φιλιά σου… Θα σε περιμένω..sleep together

«Δυο μήνες… Τόσο περιθώριο ζωής του δίνουν οι γιατροί..» είπε ο μπαμπάς μου, και μετά παύση.. «Μίλησα με τη θεία σου χθες βράδυ. Ο οργανισμός του δεν ανταποκρίνεται σε καμία θεραπεία.. Θα πάει αυτές τις μέρες ο αδελφός του να του δώσει κύτταρα αλλά, δεν του δίνουν παρά δυο μήνες..» συνέχισε με τρεμάμενη φωνή κι εγώ πάγωσα.

Γιατί; σκέφτηκα αμέσως. Είχε παλέψει τόσο πολύ.. Δυο χρόνια το πάλευε, και το νίκησε!! Γιατί να υποτροπιάσει; Γιατί να γίνει αυτό τώρα; Γιατί σ’αυτόν..; Μου υποσχέθηκε πως θα έρθει κάποτε στη Λάρισα για να με δει και του είπα πως θα τον περιμένω.. Του είπα πως θα πάω κι εγώ να τον δω όταν επιστρέψω Κύπρο.. Δυο μήνες;; Μπορεί να είναι πολύ αργά το «όταν επιστρέψω Κύπρο» για τους δύο μήνες…!

Επέστρεψα στα βιβλία μου.. Είχα 6 σελίδες για να τελειώσω το κεφάλαιο. «Στις τυπικές μορφές της νόσου τα συμπτώματα ακολουθούν την έκθεση μετά από ένα διάστημα…» Ξέσπασα σε λυγμούς.. Πήρα το μπουφάν μου, πήρα τα κλειδιά και άρχισα να τρέχω… Γιατί στον ξάδελφό μου; Γιατί σ’αυτόν..;

Τρεις μέρες αργότερα τον πέτυχα στο msn. Δεν ήξερα αν έπρεπε να του μιλήσω.. Δεν ήξερα τι να του πω.. Ήθελα όμως να του μιλήσω, να κρατήσω μια επαφή μαζί του.. Τον είπα με το χαϊδευτικό του, όπως κάνω πάντα, για να τον πειράξω, γιατί ξέρω πως δεν του αρέσει.. Πάντα μου κάνει βιντεοκλήση όταν τον λέω έτσι. Αυτή τη φορά τίποτα..

Θυμήθηκα εκείνη τη φορά που μιλήσαμε πριν φύγει για Αγγλία για να δει ένα ύποπτο μόρφωμα που είχε βγάλει πίσω από το γόνατο. Το είχε καιρό, αλλά δεν ήθελε να το κοιτάξει.. Βρισκότανε σε άρνηση. Αρχικά δεν το είπε στους γονείς του, και μου ζήτησε να το κρατήσω μεταξύ μας. Μου υποσχέθηκε πως θα το πει στο γιατρό, αλλά όλο το ανέβαλλε.. Και τώρα..;

Κλείστηκα στο σπίτι μου τις επόμενες μέρες.. Μετρούσα 9 μέρες λιγότερες από τους 2 μήνες, και 0 απαντήσεις σε msn, skype, και facebook από τον ξάδελφό μου. Αντιθέτως, δεκάδες τηλεφωνήματα από τους φίλους μου, άπειρες προτάσεις για βόλτες, καφέ, εξόδους. Τα πακέτα τσιγάρα τελείωναν πριν καν το καταλάβω, κι ας μην κάπνισα ποτέ στη ζωή μου..

Πως να νιώθει κανείς άραγε όταν ξέρει την ημερομηνία λήξεως του; Τι προτεραιότητες θα έχει..; Τι προλαβαίνει να κάνει..; Ή μάλλον..τι από αυτά μπορεί να κάνει, όντας ριζωμένος στο κρεβάτι του θανάτου..; Μετράω 11 μέρες μείον από τους 2 μήνες….can't stop the time

Ο καφές τελειώνει… Είναι πολλά αυτά που θέλω να γράψω.. Κι ακόμα περισσότερα είναι αυτά που με βασανίζουν. Κι άλλα τόσα που θέλω να διορθώσω, να διαγράψω, να καλυτερέψω…

10:37…. Σε τρεις μέρες φεύγω. Ήθελα τόσο πολύ να φύγω όλο αυτόν τον καιρό, να πάω στη βάση μου…. Γιατί, σπίτι για μένα δεν θεωρείται πια το πατρικό μου αλλά το διαμερισματάκι μου στη Λάρισα, όπου και σπουδάζω. Τώρα, όμως, θέλω πολύ να μείνω εδώ..! Θα μου λείψει η άτσαλη φασαρία της οικογένειας που με ξυπνάει κάθε πρωί, το σκυλάκι της αδελφής μου που ψάχνει ένα χάδι και λίγο παιχνίδι, η αγουροξυπνημένη καλημέρα της κολλητής μου καθώς εγώ εισβάλλω στο σπίτι της ψάχνοντας για μια ήσυχη γωνία..

10:48…. Ο αδελφός μου ξύπνησε μόλις.. Έβαλε μουσική, και έφτιαξε μόλις το φραπεδάκι του. Το σκυλί σπρώχνει με τη μουσούδα του το μπολ με το φαγητό του. Συννέφιασε….

10.51…. Μίλησα με τον ξάδελφό μου χθες βράδυ… Άσχημα νέα.. Οι γιατροί του είπαν πως εμφάνισε υποτροπή, ένα χρόνο μετά τη χημειοθεραπεία.. Έκλαψα πολύ, κι ας το έπαιζα ήρεμη. Δεν ήθελα να δείχνω ανήσυχη, δε θα τον βοηθούσε. Από σήμερα ξεκινάει και πάλι χημειοθεραπείες… Αρχίζει πάλι ο ίδιος Γολγοθάς..

11:06…. Η ζωή κάποιες φορές γίνεται πολύ σκληρή και άδικη. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω… Με πνίγει το γεγονός ότι δέν μπορώ να κάνω κάτι…..

«Έρχομαι σε 20 λεπτά με το αμάξι.. Θέλω να σε δώ..» Διάβασα το μήνυμά του κι έγινα αμέσως καπνός να ετοιμαστώ. Ξαφνικά δεν έβρισκα τίποτα να φορέσω και τα μαλλιά μου εδειχναν πιο χάλια από ποτέ! Η φίλη μου σε ανοιχτή γραμμή μέσω ίντερνετ να γελάει μαζί μου ενώ της έλεγα πως είμαστε απλά δυο φίλοι πια και πως δεν τρέχει τίποτα πια, ενώ η μαμά αναρωτιότανε ποιά μύγα τσε-τσε με τσίμπησε. Ντουζάκι, μια αέρινη φουστίτσα με ένα απλό φανελάκι, την πιο κοριτσίστικη τσαντούλα που βρήκα μπροστά μου, και κατέβηκα τρέχοντας με το που κόρναρε.

-Γεια..! είπα με το που έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου, τον κοίταξα που μου χαμογελούσε και οι σκέψεις έτρεχαν καθως έβγαζα από τον ώμο την τσάντα και έβαζα τη ζώνη: «Δε θα τον φιλήσω, εξάλλου έχει δίκιο η φίλη μου, δεν μπορεί να είμαστε και πάλι το ίδιο φίλοι με πριν..περάσαμε ένα χωρισμό, μια περίοδο που δε μιλούσε καν ο ένας στον άλλο, ένα διάστημα που δεν ήθελα να ακούσω ούτε το όνομα του και..» Μου έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο κι έκανε να ξεκινήσει το αμάξι.
-Γεια.. μου είπε καθώς τσέκαρε με το καθρεφτάκι αν ο δρόμος είναι καθαρός για να φύγουμε. Συνέχισε να χαμογελάει κι εγώ τον κοιτούσα που προσπαθούσε να αποφύγει την προφανή ερώτηση μου:
-Τι;; τον ρωτησα και χαμογέλασα προσπαθόντας να μαντέψω την απάντηση.
-Τιποτα.. είπε και το χαμόγελο έγινε ακόμα μεγαλύτερο στην προσπάθειά του να μην ξεσπασει σε γέλια. Απλά κρατάς ακόμα τις παιδικές τσαντούλες και ντύνεσαι το ίδιο κοριτσίστικα. Δεν έχεις αλλάξει..!
Κοκκίνησα. Με κοίταξα και τότε ηταν που έσκασε στα γέλια ενώ εγώ ακόμα αναρωτιόμουν αν αυτό το «δεν έχεις αλλάξει» είναι προσβλητικό, ή ουδέτερο.
-Δεν το είπα για κακό, μή στεναχωριέσαι..! Αυτό το στύλ είναι το δικό σου στυλ, είναι το στυλ που.. Σ’έχω συνηθίσει με αυτό… Τί κανεις; Πως τα περνάς;

Κάναμε βόλτες με το αμάξι για πάνω απο δύο ώρες λέγοντας τα νέα μας, όπως κάναμε όταν ήμασταν ακόμα φίλοι.. Μέχρι που με ρώτησε αν με ενοχλεί να παρκάρουμε κάπου. Ήξερα πως αυτό το κάπου θα είναι ιδιαίτερο… Το συνήθιζε εξάλλου, αυτό το κάπου να μην είναι σε κόσμο, να μην έχει φώτα, να μην είναι συνηθισμένο.

Πήγαμε σε μια παραλία. Ακουγότανε μουσική από πολύ μακριά. «Φάλτσος.. Ελπίζω να τελειώσει νωρίς το πάρτυ τους..» μου είπε. Ξαπλώσαμε στην άμμο. Τα αστέρια λαμπύριζαν τόσο όμορφα.. Δεν μιλούσαμε πολύ.. Από πάντα του άρεσε η σιωπη, και ειδικά σε τέτοιες στιγμές.

Από πάντα κατασταλαγμένος στο τί θέλει να κάνει στη ζωή του… Διάλεξε να σπουδάσει κάτι που θα του δώσει ψωμί αμέσως μόλις τελειώσει τη σχολή. Να παντρευτεί τη γυναίκα που θα λατρέψει και να κάνει μαζί της πολλά παιδια. Οι σπουδές μου, όμως, και οι απαιτήσεις της μετέπειτα δουλείας μου, δεν ταίριαζε με τα σχέδιά του.. Γι’αυτό άλλωστε και χωρίσαμε και γι’αυτό κατηγορούσε τις επιλογές που έκανα για το μέλλον μου…

Ισως, όμως να με αγαπάει ακόμα.. Αυτό τουλάχιστον έδειχναν τα μάτια του, αυτό φάνηκε από τα λίγα που συζητήσαμε στην παραλία.. Μισεί το γεγονός ότι με αγαπάει… Μα πιο πολύ απ’όλα μισεί τις σπουδές μου, τις επιλογές μου, μισεί ότιδήποτε δεν ταιριάζει στην ονειρεμένη εικόνα που έφτιαξε για εμας..!

Ήτανε πολύ αργά.. Το πάρτυ είχε ήδη τελειώσει.. «Φεύγουμε;» μου είπε και κάθισε σταυροπόδι. Κίνησα προς το αυτοκίνητο.. Δεν κουνήθηκε, με παρακολουθούσε που περπατούσα.

-Τι κοιτάς; του είπα καθώς τον είδα να χαμογελά και πάλι.
-Είσαι μια μικρή κυρία..! Δεν έχεις αλλάξει. μου είπε και έτρεξε προς εμένα, με σήκωσε στα χέρια του και χάιδεψε το πρόσωπό μου καθώς εγώ πάλευα να του ξεφύγω..

Μπήκαμε στο αμάξι. Στο δρόμο χάιδευε το γόνατό μου, όπως συνήθιζε πάντα. Με κοιτούσε όποτε έβρισκε ευκαιρία και χαμογελούσε, πιο μελαγχολικά αυτή τη φορά. Φτάσαμε στο σπίτι.. Του χαμογέλασα. «Ευχαριστώ» μου είπε και μου χαμογέλασε κι αυτός..

Χαζογελάω.. Ξέρω πως ότι και να γράψω, στο τέλος θα αποθηκευτεί στα πρόχειρα..! Αλλά εξακολουθώ να γράφω… Σβήνω.. Γράφω.. Ξανασβήνω, και πάλι τα ίδια.. Διάβαζα ένα παλιό ημερολόγιο τις προάλλες.. Άσχετο βέβαια, αλλά τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι με βασάνιζες -και βασανίζεις ακόμα τις σκέψεις μου- ακόμα κι όταν ήμουνα αλλού….

Επέστρεψες..! Δεν ξέρω πως και γιατί, δεν ξέρω ως τι, αλλά με κάνεις χαρούμενη..! Μελαγχολικά χαρούμενη.. Χάρηκα όταν είπες πως θα έρθεις για καφέ μαζί μας, κι ας ήσουνα ακάλεστος, όπως επίσης χάρηκα όταν ήρθες μαζί μας για φαγητό, κι ας μην πεινουσες, για την παρέα μόνο.. Χάρηκα ακόμα κι όταν άφησες ανοιχτό το ενδεχόμενο να βγούμε το βράδυ, όταν το Σάββατο μου αφιέρωσες το τραγούδι μου, κι έστειλες κάποιον να με ψάχνει στο μπάρ να με βρεί για να μου πείς πως αυτό ήτανε για μένα, όταν με προσκάλεσες στη συναυλία του Σεπτεμβρίου… Θυμάσαι πόσο τέλεια ήτανε όλα πέρσι..;

Εξακολουθώ να χαζογελάω.. Με εξέπληξες χθές που μου παραχώρησες το αμάξι και χωρίς να πείς τίποτα ήρθες με λεωφορείο για να μη με ξεβολέψεις… Μου λείπεις κι ας σε άφησα στη γωνία μερικά λεπτά πριν…! Φίλοι;; Φίλοι… 🙂

Με είχε πληγώσει πολύ.. Ποτέ δεν πίστευα πως κάποιος που μένει τόσα μίλια μακρυά θα μπορούσε να με πληγώσει τόσο..! Εξάλου μιλούσαμε για την πλάκα μας, για να περάσει η ώρα, και είχαμε συμφωνήσει πως, ακόμα κι αν μας δινότανε η ευκαιρία, δε θα βρισκόμασταν ποτέ από κοντά. Ήτανε μια απρόσωπη φιλία, ένα άτομο γεμάτο μυστήριο. Έδειχνε πως ήτανε μόνος, όπως επίσης έδειχνε πως το μόνο που αποζητούσε ήτανε φιλία, έστω και μέσα από ένα κουτί, αφού η δουλεία του (λόγω συχνών μετακινήσεων) δέν του επέτρεπε να έχει άτομα δικά του..

Ήτανε μεγάλος σε ηλικία, χωρίς παιδιά, χωρίς σκυλιά, με μια βαλίτσα συνεχώς στο χέρι.. Τουλάχιστον όμως ήτανε ειλικρινής..! Εξάλλου, από τη στίγμή που ήτανε συμβατή μια άλφα επικοινωνία μεταξύ μας, κι απο τη στιγμή που δεν ενοχλούσε κανέναν αυτή η επικοινωνία μας, δε με ένοιαζε το νούμερο που αντιπροσώπευε τα χρόνια του, ούτε και το γιατί επέλεξε να ζεί σε ξενοδοχεία και σε τρένα χωρίς να έχει προσωπική ζωή… Ήτανε κάτι που το επέλεξε ο ίδιος, κι εγώ δεν είχα κανένα δικαίωμα να το κατακρίνω.

Ήτανε αυστηρός μαζί μου.. Ό,τι θεωρούσε λάθος στις πράξεις μου δεν το επεσήμενε απλά, αλλά το κατηγορούσε. Ίσως γι’αυτό να ήτανε μόνος του, ή ίσως η μοναξιά του να τον οδήγησε σε αυτή τη συμπεριφορά. Το ήξερε και ο ίδιος ότι παραήτανε αυστηρός και αυταρχικός και εγωιστής στις κουβέντες του.. Μέχρι που μια μέρα έσπασε το γυαλί..

-Με πληγώνεις, του είπα, κι ένιωθα τα δακρυα να καίνε..
-Τότε διέγραψέ με..! Δε θέλω να ξαναμιλήσουμε! Μου είπε, κι ας ήτανε δικό του το φταίξιμο..
-Δεν έχω διαγράψει ποτέ και κανέναν, και δε θα διαγραψω ούτε κι εσένα..
-Δε θες να ξαναμιλήσουμε! Διέγραψέ με..! Εγώ ο ίδιος δε θέλω να με έχεις στις επαφές σου!
-Ποτέ δεν είπα πως δε θέλω να ξαναμιλήσουμε..! Είπα πως με πλήγωσες, πως με πληγώνεις, πως είσαι σκληρός μαζί μου….
-Οκ, θα σε διαγράψω εγώ. Δε θέλω να έχω καμία επαφή μαζί σου..! Ήλπιζα να μην τελειώσει έτσι η φιλία μας.. Να είσαι καλά, ό,τι και να κανεις. Χάρηκα που σε γνώρισα.. Αντίο..!

Δεν πρόλαβα να απαντήσω, δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω.. Δεν με ενοχλούσε που ήτανε παράξενος, αντιθέτως, το εβρισκα ενδιαφέρον να εξερευνήσω τον κόσμο κάποιου. Αυτό που με ενοχλούσε ήτανε η σκληρότητά του απέναντι μου, που όσο περνούσε ο καιρός αυξανόταν λογαριθμικά..!

Δε μιλήσαμε ξανά από τότε. Κι εγώ συνέχισα να chatάρω. Μου αρέσει να γνωρίζω κόσμο, παράξενο κόσμο..! Γιατί, ποιός είναι νορμάλ στο κάτω-κάτω..! Μέχρι που «γνώρισα» τον Πάνο..! Πολύ μικρότερος σε ηλικία, με πολύ διαφορετικά ενδιαφέροντα, πολύ διαφερετικό τρόπο γραψίματος, πολύ πιο χαβαλέ, πολύ πιο coolατο και in.. Μόνο που μου έβγαζε κάτι κοινό, κάτι «ίδιο» με τον παλιό, μεγαλο-ιντερνετικό φίλο μου.. Ήτανε το ίδιο απότομος…! Όχι πάντα, παρά μόνο όταν του ξέφευγε…! Δυο-τρεις βδομάδες μετά την πρώτη μας συνομιλία μου έγραψε:

«Ειμαστε παλιοι γνωστοι.ειμαι ο *******.ο παλιος σου φιλος. Βρισκομαι εδώ για έναν λογο.οχι για να τσαταρω….αλλα για να επανορθωσω τις σχεσεις μου και τις κακες εντυπωσεις που ισως αφησα το βραδυ της αποχωρησης μου.ισως να μην γνωριστηκαμε όπως επρεπε..Δεν θελω να ξαναγυρισω σε παλιες ιστοριες.απλα θελω να ξερεις ότι δεν ειμαι κωλοπαιδο…ουτε ψωναρα.εγιναν λαθη.πολλα.εγω δεν θυμαμαι τιποτα πια.και δεν κρατω κακια.ενιωσα σαν να δικαζομαι ένα βραδυ.ελπιζω τωρα γνωριζοντας με λιγο απο την αρχη…να καταλαβεις ποιος ειμαι.Αν μου πεις εσυ…ότι δεν με θες εδώ,θα το δεχθω και θα φυγω.δεν θα σου κρατω κακια.Αν αποφασισεις να μεινω,απλα να ξερεις ότι εχεις κερδισει έναν φιλο.δικη σου η αποφαση.»

Το ήξερα.. Μέσα μου ενιωθα πως αυτό το «καινούριο» άτομο μου είναι γνώριμο.. Προσπαθούσα απλά να πείσω τον εαυτό μου για το αντίθετο. Άργησα να απαντήσω… Όχι γιατί δεν ήξερα αν θα τον συγχωρούσα. Ήμουνα σίγουρη για το ότι θα του έδινα μια δεύτερη ευκαιρία (η περιέργια και το ενδιαφερον προς το παράξενο που λέγαμε). Επίσης ξέρω πως θα παραμείνει ο ίδιος σκληρός και εγωϊστής, και πως θα συνεχίσει να με στεναχωρεί άθελά του.. Αλλα θα παραμείνει ο μεγαλο-ιντερνετικός φίλος μου, έτσι, απλά επειδή κάθε άνθρωπος φτιάχτηκε μέσα σε διαφορετικό καλούπι.. Γιατί όλοι αξίζουνε μια παρέα στη μοναξία τους..!

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε