Μόλις ολοκλήρωσα και ετοίμασα για δεύτερη έκδοση αγαπημένο μου βιβλίου, Συνομιλώντας με την ποίηση. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2016 από τις εκδόσεις ήτορ. Δεν πρόκειται για ανάλυση ποιημάτων, όπως δουλεύαμε στο Λύκειο. Επέλεξα ποιήματα που με συγκίνησαν και από το περιεχόμενό τους εμπνεύστηκα ένα θέμα, για το οποίο έγραψα ένα μικρό δοκίμιο. Πρόκειται δηλαδή για ένα πάντρεμα ποιήματος και δοκιμίου. Αντίθετα τελείως, θα πείτε, το ξέρω, αλλά μήπως και τα ζευγάρια που παντρεύονται σε όλα είναι ταιριαστά.
Εισαγωγή
Ο τίτλος του βιβλίου είναι: Συνομιλώντας με την ποίηση.
Εύλογα, εξ αρχής δημιουργούνται ερωτήματα στον αναγνώστη, τουλάχιστον δύο, στα όποια καλούμεθα να απαντήσουμε.
Ι. Γιατί με την ποίηση; Αν υπάρχει τέχνη που να μπορεί να μεταφράζει τους ήχους και την σιωπή, την παρουσία και την απουσία, το ανομολόγητο, το άφατο, το άρρητο, το όνομα του Θεού, που δεν επιτρέπεται να προφέρουν οι αμύητοι, αυτό είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση έχει δύναμη. Δύναμη που την αντλεί από την αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητή να μιλήσει για την αλήθεια του κόσμου, όπως στην δική του συνείδηση προβάλλεται. Την αντλεί ακόμη από την προσπάθεια του ποιητή να μας γνωρίσει τον κόσμο του, χωρίς το έργο του ως καταστάλαγμα ψυχής να υστερεί σε ενότητα και διαύγεια.
Η ποίηση είναι δημιουργία ενός νέου κόσμου που προβάλλει μέσα από το ποιητικό κείμενο. Και ο ποιητής είναι ο δημιουργός, αυτός ο οποίος ανοίγει δρόμους μουσικούς που αποκαλύπτουν νέους κόσμους από μιαν άλλη οπτική γωνία, μέσω ενός συγκεκριμένου ποιητικού κειμένου με τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τις ευαισθησίες και τις εκτιμήσεις, με την τόλμη, την αποκοτιά ή και την πρόκληση του ποιητή. Όλη η διαδικασία δημιουργίας ενός ποιητικού κειμένου είναι μια ψυχοπνευματική πάλη του δημιουργού να δαμάσει και να υποτάξει με λέξεις ό,τι ξεκινάει εξ ορισμού να είναι μια υπέρβαση τού καθημερινού, συμβατικού, εκλογικευμένου και τυποποιημένου κόσμου της πραγματικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο το πνεύμα του ποιητή γίνεται η δύναμη, η οποία μέσα από μονοπάτια δικής της έκφρασης τον οδηγεί σε αναζήτηση των κοινών νόμων και κανόνων που διέπουν τον αγώνα ενός λαού για την έκφραση της πνευματικής και της πολιτιστικής του ταυτότητας. Γίνεται έτσι η ποίηση το μέσον για να εκφραστεί με τον λόγο «το κοινό και το κύριο» ενός λαού, όπως χαρακτηριστικά ορίζει ο Διονύσιος Σολωμός. Σε αυτό το πνεύμα ο αγώνας του ποιητή αποκτά περιεχόμενο. Στοχεύει να συλλάβει το συλλογικό ασυνείδητο του λαού του και να το μετουσιώσει σε ποιητικό έργο με ρυθμό και αρμονία. Γιατί η ποίηση έχει μέτρο, ρυθμό, αρμονία και απαγγέλλεται όμοια αρμονικά με μέτρο και ρυθμό.
Αλλά τι είναι ποίηση; Έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί. Εμείς όμως θα σταθούμε στον ορισμό του Αριστοτέλη, ο οποίος και κατά την δική μας άποψη θεωρείται ο πλησιέστερος προς το ζητούμενο.
Ποίησίς ἐστι τέχνη μιμητική πράξεών τε καὶ λόγων, οὑχ᾿ οἷα τ αθ᾿ ὑπάρχει, αλλ᾿ οἷα δύναται καὶ δεῖ, τέλος ἒχουσα το μεθ᾿ ἁρμονίας καὶ ρυθμού εἰς αρετήν διατιθέναι τὰς τῶν ακουόντων ψυχάς.
Απόδοση:
Η ποίηση είναι τέχνη που μιμείται πράξεις και λόγια, όχι όπως αυτά έγιναν ή ειπώθηκαν, αλλά όπως θα μπορούσαν και όπως θα έπρεπε να γίνουν, και η οποία έχει ως σκοπό, με την αρμονία και τον ρυθμό, να οδηγήσει στην αρετή τις ανθρώπινες ψυχές αυτών που ακούνε τα έργα της.
Θέλω να σταθούμε λίγο στην τελευταία πρόταση του ορισμού.
…τέλος ἒχουσα το μεθ᾿ ἁρμονίας καὶ ρυθμού εἰς αρετήν διατιθέναι τὰς τῶν ακουόντων ψυχάς.
Στην πρόταση αυτήν ορίζεται από τον μεγάλο διανοητή και ο ουσιαστικός σκοπός της ποίησης. Μας λέει ότι η ποίηση με εργαλεία τον ρυθμό και την αρμονία αποβλέπει να καθοδηγήσει προς την αρετή τις ψυχές αυτών που την ακούν. Κάτι το θεϊκό λοιπόν ενυπάρχει στον ποιητικό λόγο, κάτι πάνω και πέρα από τα ανθρώπινα που ποτίζει την ψυχή με αγάπη και την πλημμυρίζει με αρετές, γιατί η αγάπη είναι η πηγή κάθε αρετής. Γίνεται έτσι η ποίηση γέφυρα, που στο άκουσμά της ο άνθρωπος θεάται τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη.
Η ποίηση επίσης είναι και λόγος του σώματος. Στην ποιητική έκφραση το σώμα μετέχει της γλώσσας πιο εκφραστικά απ’ ό,τι συμβαίνει συνήθως, διότι ο ποιητικός λόγος απαγγέλλεται και η απαγγελία είναι δράση, κατά την εκδίπλωση της οποίας η γλώσσα του σώματος, η σωματική έκφραση, πρωταγωνιστεί. Σε αυτό το πνεύμα η ποίηση συνενώνει το νόημα με το σώμα, το πνεύμα με τις αισθήσεις, κερδίζοντας έτσι περίοπτη θέση όχι μόνον ανάμεσα στις θείες αλλά και στις πιο δημιουργικές από τις τέχνες.
Η ποίηση χρησιμοποιεί τον λόγο και, επειδή μετέχει σε όλες τις δυνατότητές του, αντικατοπτρίζει όλο τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Συνεπώς ο ποιητικός λόγος μπορεί να στοχάζεται, να αφηγείται, να προφητεύει, να εκφράζει τα πάθη, τις λαχτάρες και τους καημούς των ανθρώπων. Επειδή μετέχει δημιουργικά σε όλες τις εκφάνσεις του λόγου η ποίηση μπορεί ακόμη να πλουτίζει την γλώσσα, μέσω της οποία εκφράζεται. Ο ποιητής αντλεί ανεπιφύλακτα μέσα από το γλωσσικό θησαυροφυλάκιο τις λέξεις που του χρειάζονται για να εκφράσει ό,τι κινεί την ψυχή του και, αν για κάποιο λόγο δεν βρει την ακριβή έννοια, στο όνομα του μέτρου και του ρυθμού που υπηρετεί, θα φτιάξει μια δική του λέξη. Γίνεται έτσι ο ίδιος γλωσσοπλάστης και δημιουργός λόγου, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει και το λεξιλόγιο της γλώσσας μέσω της οποίας εκφράζεται. Έτσι, η γλώσσα στην ποίηση γίνεται το πέρασμα από την γλωσσική παρακαταθήκη στην γλωσσική σύνθεση, δηλαδή στην γλωσσική δημιουργία, όπως διετύπωσε και ο Jakobson (Practice of Teaching, Teachers College Press, NewYork 1986). Η ποίηση σε στενή σύνδεση με την μουσική και τον χορό απαρτίζουν από κοινού την ισχυρή τριάδα των ρυθμικών τεχνών. Θεωρείται η υψηλότερη έκφραση του ρυθμικού λόγου, επειδή και η ίδια είναι λόγος με ρυθμό, αφού δεν περπατά, αλλά χορεύει. Άλλωστε λόγος και μέλος συνυπήρξαν ανέκαθεν στην ποίηση από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή, γεγονός που μας βεβαιώνει ότι αυτή η μακροχρόνια συνοδοιπορία οφείλεται σε μια συγγένεια εσωτερική, μιας και το βασικό γνώρισμα της ποίησης και της μουσικής είναι ο ρυθμός. Πέρα από το ρυθμικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση, υπάρχει και το εικονοπλαστικό. Ρυθμός και εικόνα καθορίζουν τους δύο πόλους της ποιητικής δημιουργίας, μας δίνουν την ποιητική εικόνα. Η ποιητική εικόνα έχει την δύναμη να συνενώνει τις διεστώσες όψεις του κόσμου, να συναιρεί το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το υπεραισθητό και το νοητό, το ορατό και το αόρατο. Μέσα σε μια ποιητική εικόνα τέμνονται διαφορετικά επίπεδα του πραγματικού. Σε τούτο δεν μπορεί να την μιμηθεί καμιά τέχνη. Εικόνες και ρυθμός μαζί συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα όπλα και θέλγητρα της ποίησης. Με μεγάλη σαφήνεια το δηλώνει σε ένα επίγραμμά του ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης από την Κέα, που έδρασε και έγραψε τον 6ο αιώνα π. Χ.
Τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν,
τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν.
Απόδοση:
Η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει
και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει.
Όλα τα υπόλοιπα, σκέψεις, συναισθήματα, ιστορίες, μεταμορφώνονται σε ποίηση, όταν τα αγγίξει η μαγεία των ρυθμών και των εικόνων. Ο στοχαστικός πεζογράφος για παράδειγμα θα μας πει πως ο θάνατος εμφωλεύει στην ίδια την καρδιά της ζωής. Μόνον όμως ένας ποιητής όπως ο Έλιοτ θα πει «μύρισα τον θάνατο σ’ ένα ρόδο». Αν συναιρούσαμε τους δύο ορισμούς σε έναν θα λέγαμε πως ποίηση είναι το ρυθμικό όραμα του κόσμου. Επομένως, μπορούμε εξίσου να ορίσουμε την ποίηση ως την υψηλότερη μορφή του εικονοπλαστικού λόγου. Η Κική Δημουλά σε μια ομιλία της για την ποίηση όρισε πολύ παραστατικά το ποίημα ως εξής: «Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο».
Εκτός από την δημιουργικότητα, ένα ακόμη δώρο της ποίησης προς τον άνθρωπο είναι ότι ασκεί την μνήμη. Η μνήμη, όπως υποστήριξε σε συνέντευξή του ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, είναι αναγκαία όχι μόνον για να θυμόμαστε τα παλιά, αλλά κυρίως για να θυμόμαστε πάντοτε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε. Και καθώς οι στίχοι μένουν στο μυαλό, μπορούμε να τους επαναφέρουμε. Ακόμη κι αν γίνει ένα γενικό μπλακ άουτ και σβήσουνε όλα τα ηλεκτρικά, όλες οι τηλεοράσεις, όλοι οι υπολογιστές και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα, η μνήμη ανέξοδα μπορεί να μας σώσει. Το ίδιο αν μείνουμε ναυαγοί σε ένα έρημο νησί, την ποίηση θα ανακαλέσουμε στη μνήμη μας για να βγούμε από την απομόνωση. Ως επιβεβαίωση των παραπάνω, ας θυμηθούμε. Αιώνες τα ποιήματα του Ομήρου πρωταγωνίστησαν στην μνήμη και την ιστορία, γιατί απαγγέλλονταν από στήθους. Το μέτρο και ο ρυθμός τα διατήρησαν ζωντανά και επίκαιρα στην συλλογική συνείδηση των ανθρώπων ως τον 6ο π. Χ. αιώνα, που καταγράφτηκαν. Ο Τίτος Πατρίκιος υποστήριξε επίσης στην ίδια συνέντευξη, πως η ποίηση φέρνει κοντά τους ανθρώπους και σε περιόδους μεγάλης μοναξιάς, όπως συμβαίνει στις ημέρες μας, είναι κάτι που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Τρεις τουλάχιστον άνθρωποι συμμετέχουν στην ποίηση. Ο ποιητής, ο αναγνώστης και, επειδή αισθανόμαστε πάντα την ανάγκη ένα ποίημα που μας συγκίνησε να το μοιραστούμε με κάποιον, το μοιράζεται μαζί μας τουλάχιστον ένα ακόμη αγαπημένο πρόσωπο. Η μεγάλη ποίηση αναζητά την αλήθεια. Και η επιστήμη βέβαια αναζητά την αλήθεια και η φιλοσοφία. Η ποίηση όμως αναζητά την αλήθεια των πραγμάτων ωθώντας τον αναγνώστη της σε προσωπική αναζήτηση. Η ποίηση δεν προσφέρει έτοιμη γνώση, έτοιμη αλήθεια, ενεργοποιεί τον αναγνώστη που την διαβάζει να την ψάξει. Ενώ η επιστήμη την έχει βρει, την αποκαλύπτει και ο άνθρωπος την αξιοποιεί. Ένα ποίημα όμως εμπεριέχει πολύ περισσότερα από όσα ως τώρα καταγράψαμε, είναι το πριν και το μετά του χρόνου δημιουργίας του, είναι ένας ωκεανός από ερεθίσματα μυστικά και ανέγγιχτα. Γιατί εμπεριέχει ιερές δονήσεις. Κάτω από τις λέξεις το ποίημα, σε επαφή με τον ψυχισμό του ποιητή, με το δικό του ασυνείδητο, με το συλλογικό ασυνείδητο, με τον αναγνώστη του, κυκλοφορεί ελεύθερο και αβίαστο.
