![]() |
| illustration by christosmoiss |
Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.
Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.
Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.
Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.
Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται
το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές
φοβάται τον κανόνα.



