είναι ένα θαύμα
αυτή η κρύα Παρασκευή
μόνος στο σαλονάκι μου
είναι ένα θαύμα
που κανείς δεν θα πιστέψει
ευτυχώς
είναι ένα θαύμα
αυτή η κρύα Παρασκευή
μόνος στο σαλονάκι μου
είναι ένα θαύμα
που κανείς δεν θα πιστέψει
ευτυχώς
σαν να μην υπάρχω
όλοι ελπίζουν πως αύριο είναι Παρασκευή
ο γίγαντας διαβάζει το βιβλίο του
η Μάρω τρώει μια λιχουδιά
κανείς δεν ξέρει πού πήγα
κανείς δεν ρωτάει αν έφτασα
όλοι ελπίζουν πως αύριο η Παρασκευή
θα οδηγήσει στο Σαββατοκύριακο
κάποιος θα κοιτάξει το ρολόι και θα δει
πως θέλει ακόμα μία ώρα για να γίνει 9:00
κάποιος άλλος με την σειρά του
θα εξασκείται στην δική του απουσία
θα σκεφτεί ξανά πώς ίσως ήρθε ο καιρός
να αδειάσει την βιβλιοθήκη
η ιστορία έχει γραφτεί
σαν να μην υπάρχω
όχι ακριβώς σαν να μην υπήρχα ποτέ
αλλά σύντομα
μες στα κατάμαυρα βλέφαρα
αυτού του απέραντου κενού
Θυμάμαι τον παππού μου σκεπασμένο μες στα βαριά του τσόλια, το κεφάλι κρυμμένο μέχρι ψηλά προς τη μεριά του μικρού ξύλινου παραθύρου, όλο το χειμώνα, χρόνια ολόκληρα, χωρίς σημασία καμιά για το ποιος έμπαινε ποιος έβγαινε από το υγρό κατώι, ακίνητος σαν ξεβρασμένο κήτος πάνω στο ντιβάνι. Θυμάμαι χαιρότανε όποτε πέρναγα κάνα μάθημα και φώναζε ζήτω δυνατά μέσα από το ακουστικό. Κι ύστερα κουκουλώνονταν και πάλι μέχρι τα αυτιά και σώπαινε. Τώρα ξέρω πως δεν κοιμότανε. Είχε κλειστά τα μάτια μα δεν αφήνονταν στο κύμα. Ταξίδευε ολοταχώς προς τα πίσω μες στο φουρτουνιασμένο του μυαλό. Αναζητούσε την πηγή με το αθάνατο νερό. Το φιλί της ή ποιος ξέρει τι; Το ίδιο του το φάντασμα; Δεν ήταν χαζός. Ήταν απλά πολύ κουρασμένος για να πιστεύει σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τα παραμύθια που πλέκει ο χρόνος σε όποιον βλέπει στη ροή της άμμου που πέφτει το ποτάμι που θα τον ξεβράσει ως την θάλασσα.
τόση φασαρία
άνθρωποι διαφημίσεις
και συ τάντερα
που πάνω τους προβάλλεται το έργο
εγκαταλείπω την αίθουσα
μαθαίνω να μην απαντάω
στην σιωπή μου
μία μέρα πριν τελειώσει ο χρόνος
πάντα μια μέρα πριν
στην παιδική χαρά τα παιδιά άλλαξαν
ο Νικόλας διαβάζει στο δωμάτιό του
πάλι φτάνει ένα ποίημα για σήμερα
η Μάρω παίζει με τα πεσμένα φύλλα
στην παιδική χαρά οι γονείς άλλαξαν
κάνα δυο παλιοί χαμογελάμε συνωμοτικά
Δισεκατομμύρια δώρα βγήκαν σήμερα έξω από το κουτάκι τους
Δισεκατομμύρια άνθρωποι για άλλη μια φορά δεν είχαν την ίδια τύχη
Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη τεχνική
για να δηλώσεις ένοχος
Παραμένεις ο εαυτός σου
όταν δεν βλέπεις τίποτα γύρω σου
Λίγο παραπάνω με 120 χλμ την ώρα
Λίγο περισσότερο όταν ο ασθενής
επιζεί του αστείου
Δεχόμαστε την αλήθεια μονάχα
όταν αυτή κρέμεται πάνω από το κεφάλι μας
σαν σιωπή ή σαν υπόσχεση αυτής
Κάποιος βάζει τα λουλούδια στο βάζο
Κάποια επιστρέφει μες στη νύχτα
στο σπίτι δίπλα στο δάσος
Κανένας δεν θυμάται από που ξεκίνησε
όλο αυτό
Όλοι προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν
το πως θα τελειώσει
Πολύ λίγος χρόνος για τόση βλακεία
Πάρα πολλά χέρια δείχνουν προς την ίδια
κατεύθυνση
Τρεις φιγούρες καταπίνουν κουτάλι
κουτάλι την παγωμένη λίμνη
Οι δυο αρρώστησαν κι ο άλλος ξεκίνησε
να σκάβει
Να χωρέσει το μυστικό
Το πιο συχνό λάθος
Την φτηνή λύση
Το ασήκωτο βάρος στην πλάτη του εργάτη
Τα τεμπέλικα χέρια του διαβόλου
Την ζωή που χτυπάει στις μπάρες
και πετάγεται ως το φεγγάρι
Μία στιγμή υπέρλαμπρου παρόντος
πριν όλες αυτές οι άχρηστες λέξεις
μας καταπιούν
Αμετανόητα δειλοί
Δεν θα υπάρξω ποτέ ξανά τόσο νέος
Ας ευχηθώ στην υγειά μου
Και στην δική σας
Έχω μεγαλώσει ήδη αρκετά
για να ελπίζω σε κάτι καλύτερο
Κοιτώ χαμηλά ουρανό ακούω
πάνω στα πεζοδρόμια
η αναπνοή του
στα ατσάλινα κύματα της λίμνης
το παρήγορο βουητό
Την φωνή του πατέρα μου σαν μιμείται
όπως εκλιπαρεί για τον θάνατό του
μες στα κλινοσκεπάσματα
Της μάνας μου την προσταγή
να παραμείνω ζωντανός· πάση θυσία
Κι άλλοτε του φίλου μου λαλιά
σκορπάει ψηλά
στης Κύρα Βγένας το αφράτο χιόνι
Να ψηθεί ο καημός στα σύγκρεμα
να στάξει η πίκρα κι ο θυμός
να λαγαρίσει ο νους μου
Κοιτώ πάντοτε χαμηλά βαθιά
και πάλι προς τα μέσα
Ουρανό να ακούω
Η άφιξη μαζί κι ο μισεμός μου
Τυφλά υπακούοντας
την βαριά απόρθητη σιωπή του
είναι κουραστικό να έχεις
πάντα άδικο
αλλά είναι προτιμότερο
απ το να υπερασπίζεσαι
τον τρόπο που η Κυριακή
γίνεται Δευτέρα
ή η Δευτέρα
αυτή η αβίαστη επιμονή σου
να αφήνεις
όλους τους μαλάκες
να κυβερνούν τον κόσμο
και την ζωή σου
αχ! η ζωούλα μου
έτσι απλά χωρίς νόημα
αργά και απολαυστικά
μαθαίνω πως χάνομαι
στο σπίτι της αγάπης ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι
με τέτοια βιασύνη δεν θα χρειαστούν πάρα λίγοι μήνες
για να μην θυμάται κανείς πως πήγαμε και μεις στο φεγγάρι
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ βαρύ. Σουρούπωνε κάθε τρεις και λίγο, άλλαζε σε μεσημέρι μες σε ένα αναστεναγμό και πάλι βράδυ, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, χρόνος ατελείωτος και από την αρχή τελειωμένος. Εκατό κιλά το σώμα μου, τριάντα τα φάρμακα. Το βλέμμα στραμμένο μόνιμα προς τον βορρά. Προς τα εσπεριδοειδή της Άρτας. Προσποιούμουν πως την φανταζόμουν, αλλά το μυαλό μου δεν έφτανε να αγγίξει ούτε την πρώτη μας φορά. Επέμενα να προσπαθώ να δω ακόμη και πως την φίλαγε, τώρα, αυτή την αδίστακτη στιγμή, εκείνο το κωλόπαιδο, εκείνος ο χωριάτης, ο παιδικός της φίλος, ίσα για να κάνω την καρδιά μου να σφιχτεί, να την νιώσω να πιέζεται μέσα στο στήθος μου. Μάταια. Ήμουν ήδη νεκρός. Με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα που δεν πότιζε τα χείλη μου πότε. Ήμουν ένα άνυδρο και αφιλόξενο μέρος για κάθε υπόνοια ζωής. Σιχαινόμουν την ύπαρξη κι αυτή απλά αδιαφορούσε. Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω μία φορά. Δεν πρέπει να ψέλλισα ούτε λέξη. Ήθελα απλά να δει, ή έστω να φανταστεί το πρόσωπό μου, δίπλα στο ακουστικό. Φανταζόμουν πως μπορούσε να καταλάβει πόσο πολύ λυπόμουν για την κατάστασή μου κι ήθελα κι αυτή να λυπηθεί μαζί μου. Αυτή θα ταν όλη κι όλη η αγάπη που ικέτευα να αποκτήσω από δαύτη. Δεν μπορούσα να έχω κάτι παραπάνω και δεν το ήθελα κιόλας. Από κανέναν. Ένα κρίμα το παιδί και ένα πω τον μαλάκα θα ήταν ικανά να μου χαρίσουν έναν ήσυχο κι ανονείρευτο ύπνο για τα επόμενα δύο χρόνια.
πάνε ολέ
φεύγουν
κανείς δεν έρχεται
και για ποιον λόγο άλλωστε;
Δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό,
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει
πως ψευδίζουμε σαν μαγεμένοι.
Οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά,
σε μια Κυριακή σιωπηλά,
ξεχνιούνται και φεύγουν μακριά ,
με μια ρημαγμένη καρδιά.
Δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει,
όπως λέμε έχε γειά πικραμένοι.
δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς το κοιτάμε μαγεμένοι
οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά
σε δρόμους κυριακάτικους
ξεχνιούνται και φεύγουν
τραβάνε μακριά προς το κενό
με τα μάτια κλειστά
και την καρδιά ρημαγμένη
δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς κοιταζόμαστε πικραμένοι
να μάθω για την Κυριακή , από τι γράφεται ο αιώνας
αυτή η ατέλειωτη αναμονή, μέχρι να βγάλεις τις πιτζάμες
αόρατος, μες σε ένα πόλεμο παγερό και αδιάφορο
καραντίνα, νύχτα σε καράβι που μπάζει νερά
δεν έχει νόημα να πω πόσο ικανοποιημένος νιώθω
ζήτησαν τη βοήθειά μου
να τους μάθω μαθηματικά
για να υπολογίσουν τα λεφτά
να μπουν κρυφά στο αεροδρόμιο
να πάρουν ένα λεωφορείο
να πάνε στην Αυστραλία!
εκεί θα βρίσκανε τον χάκερ
κι άντε να τους εξηγήσω πως
εγώ είμαι απλά ένας καθηγητής
Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως είσαι αναγκασμένος να ωριμάσεις. Να μάθεις, άμεσα, να μετράς ανάποδα από οποιονδήποτε αριθμό, οποιουδήποτε συστήματος και να ξέρεις, ταυτόχρονα, πως ότι κι αν γίνει θα φτάσεις, εν τέλει, στην αγκαλιά του μηδενός. Να πατάς πάνω στο ελαφρύ χωμάτινο δρομάκι του πάρκου, καθώς το αεράκι σου φιλάει μυστικά το πρόσωπο, και να ξέρεις, ακαριαία, πως δεν πρόκειται να βρεις, ποτέ ξανά, τον δρόμο της επιστροφής. Να κοιτάς τους ανθρώπους, όπως και όσο μπορείς, και να αναγνωρίζεις στα μάτια τους όλα τα εκατομμύρια μακρινά αστέρια που τρίζουν πάνω στον παγωμένο χειμωνιάτικο ουρανό, δίχως να σημαίνουν τίποτα άλλο, από αυτό που για μια στιγμή είναι και χάνεται αμέσως μετά. Να νιώθεις αυτή την πραγματικότητα ως κάτι που σου ανήκει. Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως πρέπει να σταματήσεις, επιτέλους, να είσαι παιδί. Πρέπει να μάθεις να κλαις από χαρά, γοερά και περήφανα, να μάθεις να υποφέρεις αβάσταχτα τον ήλιο που δύει μέσα στα φυλλώματα των δέντρων, να μάθεις να αποχωρίζεσαι κάθε στιγμή και για πάντα. Δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμα, παιδί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα. Κάθε γονιός το ξέρει. Όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, και συμβαίνει συχνά, το όνειρο διπλώνεται και ξεκινά, ξανά, από την αρχή. Πιο σκοτεινό, πιο άγριο, πιο παράδοξο κάθε επόμενη φορά. Συμβαίνει συχνότερα από ότι κάθε φυσικός νόμος θα μπορούσε να έχει προβλέψει. Κι, όμως, δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμη, παιδί. Πρέπει να μπορείς να προσθέτεις το άπειρο στην καρδιά σου και να κλείνεις τα μάτια, όταν ετοιμάζεσαι να καταβροχθιστείς από αυτό. Ένα παιδί είναι το άπειρο, αυτοπροσώπως, με τα μάτια ανοιχτά. Με τα χέρια απλωμένα. Με το στόμα ορθάνοιχτο. Δεν μπορεί το θαύμα να πλαγιάσει με τον Θεό. Μονάχα η καταστροφή κι ο όλεθρος μπορούν να ανεχθούν μια τέτοια αισχρή προδοσία. Εμείς, ευτυχώς, δεν θα χαρίσουμε πάρα την τρυφερή μας σιωπή στον χρόνο που κοιμάται στο κέντρο αυτής της μυστήριας σπείρας. Κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, αναγνωρίζω τον πόνο και την απογοήτευση ως μια βεβαιότητα της ήδη προχωρημένης μου ηλικίας. Του, ήδη, έτοιμού μου οργανισμού. Ίσως, λιγάκι, λυπάμαι, ή ποθώ να ελπίζω πως ακόμη μπορώ, γιατί θυμάμαι, ακόμα, πως ήμουν παιδί. Είμαι, βεβαίως, ευγνώμων για όλα όσα έχω γίνει.
αφήνεις το χέρι ανθρώπων
που αγάπησες
δεν πέφτεις ή πετάς
δεν σημαίνεις ή σιωπάς
σημασία έχει πως χάνεσαι
Κυριακή πρωί
βαριά πλάτη αδέσποτη
σε σημαδεύει από μακριά
σηκώνεις τον γιακά
και τραβάς προς τον χαμό
ξημερώνει
ένας όρκος πίστης
στον εαυτό
που και πάλι θα σε προδώσει
δυο ποτήρια
που συνθλίβονται με δύναμη
το ένα πάνω στο άλλο
τα ρέστα
από ένα ποίημα
που ξοφλήθηκε χωρίς ντροπή
μαθητής την Κυριακή
κρύβομαι στην κρεβατοκάμαρα
από παιδιά και γυναίκα
διαβάζοντας Μούτις
κι ακούγοντας Love Supreme
Δευτέρα στον πίνακα
ζηλεύω το τελευταίο θρανίο
όπως προσπαθεί να μου κρυφτεί
αδιαφορώντας για το αν πράγματι
τα καταφέρνει
κοιτώντας έξω από το παράθυρο
διαβάζοντας σύννεφα
κι ακούγοντας το αίμα του να σφυρίζει

το φορτηγό με την παναγιά
έρχεται καταπάνω μου
τσαλακωμένα
του θανάτου μου τα νέα
πεταμένα στην άκρη του δρόμου
σκάλα δεμένη
στον φράχτη ακίνητη βουβή
τι κοιτάνε οι πλούσιοι απ’ τον λόφο τους;
γατούλα στην στάση των σκουπιδιών
στον φακό κατάματα
δελτίο σίτισης η Κυριακή
μουδιασμένος εκλιπαρώ για βοήθεια
διανύω τον δρόμο
που για πρώτη φορά
πέταξα
μέσα στο μικρό μου όνειρο
αφήνω ένα αγριόχορτο
στο παρμπρίζ του γείτονα
χαμογελώ στον γεράκο από τον άλλο χρόνο
δεν ακούω
τι προσπαθεί να μου πει° γελάει κι αυτός
σκύβει ο φίλος το κεφάλι
απομακρύνεται σκυθρωπός
κι εγώ
ουρανός φτηνός τσίγκος στη στάνη
αποφθέγματα του κώλου
Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ.
Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι.
Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι.
Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ.
Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω.
Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση.
Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος.
Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου.
Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη.
Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω.
Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια.
Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν.
Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου.
Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω.
Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.
η φλόγα του καντηλιού στο κατώι της γιαγιάς
το μωβ του Νοέμβρη πίσω από το φανάρι
η ευγνωμοσύνη είναι ένας χώρος μικρός
δυο βήματα μέχρι την άκρη της προκυμαίας
ένα φιλί στην μυστική καρδιά της παλάμης
οι ήρωες που ξεχάστηκαν στην πίσω σελίδα
το αντίο απλώνει την τρίτη διάσταση της αγάπης
εγώ είμαι ο χρόνος που χρειάζομαι για να ξεχάσω
ένα παιδί είναι ο ιερός προορισμός κάθε ιστορίας
πετάνε τα πουλάκια πάνω
από τις ταράτσες
κάθονται οι γέροι στη σειρά
και περιμένουν να σωθούν
να πιάσει το ξόρκι
κι οι όγκοι να γίνουν κομπολόι
να μακρύνουν τα μαλλιά
να νοτίσουν τα βλέφαρα
να γυρίσει η μάνα τους
και να τους πιάσει το χέρι
βουβά και ανέκφραστα
όπως κάνει η δικιά μου
καθώς ξημερώνει και πάλι
ο γερανός στο βάθος
στροβιλίζεται και πάλι
πάνω από τις ταράτσες
τα βαριά περιστατικά
προχωράνε σιγά σιγά
σύννεφα προς την θάλασσα
έφυγες; με ρωτάει
το νερό κατεβαίνει το βουνό, του απαντώ
χειροκροτήσαμε τα παιδιά
για την υπέροχη γιορτή τους
το πολυτεχνείο ζει
κι η μεταπολίτευση το ίδιο
και η μετατροπή του όχι
σε μια ρημαγμένη χώρα ζει
και η μαφία βασιλεύει!
και τα παιδιά το ξέρουν
πως μετά την συγκίνηση
ακολουθεί η απελπισία
και πως αυτή είναι σίγουρα
η τελευταία φορά στα αλήθεια
που κάποιοι τα χειροκροτούν
γιατί φωνάζουν δυνατά
ψωμί, παιδεία, ελευθερία
σε κάθε γωνία αστυνομία
1.3.1.2. μίσος κι αηδία
μια κοινωνία σε αφασία
φτάνει πρεσβεία η πορεία
το καφενείο της Περδικόβρυσης
ένα βράδυ φθινοπώρου με βροχή
αυτό είναι το μέρος το σωστό
να μας βρει εκεί, στο τραπεζάκι
δίπλα στη σόμπα, με γεμάτο ποτήρι
η Δευτέρα Παρουσία του Θεού
να μην ξέρει ο καημένος ο Χριστός
αν μόλις αναστηθήκαμε και μεις
ή είμαστε νεκροί εκεί στη γωνιά μας
εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια
αυτό είναι το μέρος που νικάω
το μέρος από όπου θα επιστρέψω
σαν αυτό που πραγματικά είμαι
ο τελευταίος στίχος σε ένα έτσι
κάπως συννεφιασμένο ποίημα
τόσο μικρή η ζωή
και τόσο μεγάλα τα κύματα
αυτή η ερημιά καταμεσής του δρόμου
τόσο μικρή η ζωή
και τόσο μεγάλη η τρύπα που χορεύει
στο κέντρο του γαλαξία
πως να περάσεις απέναντι;
πέφτοντας με ορμή με τα μάτια κλειστά
Βοηθάω τα παιδιά να γράψουν ποιήματα.
Γράφουν για τη μάνα τους.
Η δική μου μητέρα με βοηθάει
να παραμείνω ζωντανός.
Δεν μιλάω ποτέ για αυτήν
αφού τα ποιήματά μου της ανήκουν.
να ξυπνάς Κυριακή από Σάββατο στο κρεβάτι
να ονειρεύεσαι Παρασκευή από Τρίτη στο φανάρι
να καταριέσαι Δευτέρα από Κυριακή στον καφέ
να τραγουδάς Παρασκευή από Δευτέρα στο αμάξι
να σιωπάς Τετάρτη από Τρίτη στον καναπέ
να πετάς Πέμπτη από Τετάρτη στο καφενείο
να γιορτάζεις Παρασκευή από Δευτέρα στον πίνακα
να βουλιάζεις Σάββατο από Κυριακή στο βουνό
να εύχεσαι Δευτέρα από Σάββατο στην λεκάνη
να ξεχνάς Κυριακή από Σάββατο στο κρεβάτι
να λυπάσαι Κυριακή από Παρασκευή στο παράθυρο
καθόταν και υπολόγιζε
το τέλος της ζωής του
μα όσο κι αν προσπαθούσε
και σημείωνε και τράβαγε γραμμές
πάντα του ξέφευγε
λίγο μπροστά, λίγο πίσω
αγαπώντας τους ανθρώπους πολύ
και μισώντας τους μετά περισσότερο
όσο κι αν προσπαθούσε
δεν έφτανε ποτέ εκεί
στο σημείο από όπου
τίποτα
πια δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία
στο σημείο από όπου
μπορείς μονάχα να συνεχίσεις να ζεις
λίγο μπροστά, λίγο πίσω
μέσα στο τέλος
ανά πάσα στιγμή
αγαπώντας τους ανθρώπους
για αυτό που πραγματικά είναι
το νήμα
που ορίζει τον τερματισμό
ανά πάσα στιγμή
λίγο μπροστά, λίγο πίσω
μέσα σε αυτήν την καρδιά που σπάει
σε χιλιάδες κομμάτια ουρανό
βρέχει μες στο κεφάλι μου όλη τη γαμημένη νύχτα
λασπουριά και υγρασία που σφίγγει το λαιμό
χρειάζονται μερικά καλά πατήματα
για να φέξει το φεγγάρι πάνω στα βρωμόνερα
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο στην αφήγηση από όπου μονάχα ένας πραγματικά καλός συγγραφέας μπορεί να σε γλυτώσει από όσα ήδη έχουν γραφτεί.
τις περισσότερες φόρες το αστείο είναι κρύο άλλα το γέλιο είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσεις και να ετοιμαστείς για το επόμενο
Τα νέα από τον γιατρό δεν ήταν καλά.
Την τελευταία ώρα οι μαθητές μου
γελάγανε
με κάτι χαζά
χωρίς νόημα σχεδόν, αστεία.
Μου ερχόταν να βάλω
τα κλάματα με την χαρά τους.
Όπως ανέβαιναν ψηλά
σαν μπαλόνια μέχρι το ταβάνι.
Είναι αλήθεια
πως είμαι δεμένος
σε αυτή την γη χειροπόδαρα.
αυτή η ζωή είναι περισσότερες
από μία ιστορία
τα δόντια μου σφίγγονται
καθώς ετοιμάζομαι
να τις κάνω δικές μου
Θεσσαλονίκη, Κάιρο
Πόρτο, Λευκίμμη
μια στιγμή απόγνωσης
πάντα
πριν ανοίξουν διάπλατα
οι πύλες του παραδείσου
το να μας διέλυε η αγάπη
ήταν το καλό σενάριο
σε σχέση με αυτή την μοναξιά
που μας κρατά ατόφιους
δυνατούς και σίγουρους
πως δεν υπάρχει σωτηρία
Άδειοι οι δρόμοι το απόγευμα
της εθνικής επετείου.
Τα νέα είχαν μαθευτεί από το πρωί.
Είχαμε κερδίσει τον πόλεμο, λοιπόν.
Τώρα είμαστε όλοι εναντίων όλων, αδέρφια.
Τίγκα τα ουζερί στην εθνική επέτειο.
Είχε κι έναν όμορφο ήλιο.
Τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς
από την χώρα του.
Αναισθησία και παρηγοριά.
Μια χώρα σαν κι αυτή
μπορεί μόνο να σε θάψει.
Η Κυριακή είναι πάντοτε
ο καλύτερος λόγος
για να μην αγαπάς τους φίλους σου.
Το φρέσκο φθινοπωρινό σκοτάδι
είναι ένας επιπλέον λόγος
για να μην αγαπάς κανέναν.
Η Ελλάδα είναι κάτι πολύ παλιό.
Κάτι σαν παιδική ανάμνηση
που δεν ξέρεις αν είναι πραγματική
ή αν, απλά, σιχαίνεσαι
το πως σε κάνει να νιώθεις.
στο μουμπούλι
θα επιστρέψω και πάλι στον πίνακα
ακίνητος
και ήρεμος πρέπει
στο δωμάτιο αναμονής
δύο ορόφους κατεβαίνοντας
οδηγώντας τις φλέβες μου
προς πάσα κατεύθυνση
ενός ιωδιούχου ορίζοντα
αναζητώντας το μυστικό πέρασμα
πίσω από τους λόφους
είναι ένα σπίτι, εκεί;
ακολουθώντας τις δύο μικρές
φιγούρες
κατά μήκος της παραλίας
τα βήματά μου
και όσα χάρισα στο κύμα
όσα βρίσκονται πίσω και πέρα
από αυτόν τον τοίχο
η πρόκα που στερεώνει
την καρδιά μου στην θέση της
μακριά από όλα αυτά, μητέρα
ίσαμε το γλυκό της χαμόγελο
τα εκατοντάδες έντομα
που δεν έχω πατήσει
είναι καθαρά θέμα φιλοσοφίας
και της συνήθειάς μου
να κοιτώ χαμηλά όταν περπατάω
οι περισσότεροι εκεί έξω
δεν κοιτάνε ποτέ τα πόδια τους
κι αυτό είναι αρκετό
το κρύο πονάει, πια
βαθιά μέσα στο στήθος
σαν χιλιάδες καρφίτσες να βρίσκουν
αυτό που πάντα χαμένο ήταν
για αυτό και συνηθίζω να ντύνομαι μέχρι τα αυτιά
και να αποφεύγω τους ανθρώπους Κυριακάτικα
50 χρόνια
στο παιδικό μου δωμάτιο
ανατριχιάζοντας
στην ίδια εισαγωγή
ξανά και ξανά
νιώθοντας
την σκληρή
αήττητη
λαμπρή μοναξιά
της αγάπης μας
η ξανθιά βαμμένη κυρία
γκαζώνει
και με προσπερνά
κοιτώντας ευθεία
ενώ λίγο πιο κάτω στο δρόμο
η κοπέλα με το σκούρο δέρμα
περπατά χαμογελώντας μες στη βροχή
δίχως τίποτα να την σκεπάζει
και με κοίτα για κείνα τα δευτερόλεπτα
μέχρι τέρμα μέσα, μέχρι εκεί που πάει
και συνεχίζει να χαμογελά
με τα θεσπέσια μεγάλα της δόντια
και γω φαντάζομαι πως μου λέει
στάσου, η θάλασσα είναι κοντά
αλλά φεύγω, έχω ήδη πάρει την στροφή



στο Μαράκι
κούνα τα ποδαράκια σου
πίσω, μπροστά
πίσω, μπροστά
με έφτασες, μπράβο
και το παιδάκι πήδηξε πάνω
από τη μανούλα του
πετώντας για λίγο ολόγυρα
έτοιμο να αγαπήσει
τον κόσμο από κάθε σημείο
για να προσγειωθεί μετέπειτα
στην κοινή μας χωμάτινη μοίρα
πλήρες φτερών και αιωρήσεων
τσακίστηκα τόσες φορές που έμαθα
να κοιτάζω τα πράγματα από χαμηλά
πιο κοντά παραμένω έτσι
πιο σίγουρος για την χαρά μου
τα δέντρα πηγαινοέρχοταν
στη βροχή
μέσα απ’ το τζάμι
οι άνθρωποι παρέμεναν ακίνητοι
βουβοί
αρνούμενοι να μπουν
στο ποτάμι που περνούσε
εκείνη την στιγμή
από μπροστά τους
αποφεύγοντας κάθε λόγο
αψηφώντας τον αέρα που έκανε
το μεγάλο παράθυρο να τρίζει
μένοντας στεγνοί και μόνοι
κοιτούσα αμίλητος τα φύλλα της μουριάς
κι αυτός συμφωνούσε απόλυτα μαζί μου
κουνώντας το κεφάλι του συγκαταβατικά
χαμογελώντας μου με μισόκλειστα μάτια και ανοιγοκλείνοντας το μικρό του στόμα
σε σύντομες άηχες ακατανόητες φράσεις
καθώς δεν υπήρχε, πια, κάτι άλλο να πούμε
είχαμε και οι δύο σιχαθεί την εκπαίδευση
μου φαίνονται όλα πολύ παλιά
τα περιοδικά στα περίπτερα
η περιήγηση στα video club
ο τοίχος του παιδικού δωματίου
μου φαίνονται όλα πολύ παλιά
η νύχτα που θα κρατούσε για πάντα
οι δεσμοί αίματος, οι προορισμοί
από το σκοτεινό μου δωμάτιο
η απέναντι πολυκατοικία
μοιάζει με αρχαίο ναυάγιο
σε βαθιά παγωμένα νερά
θέλει μια καρδιά από ατσάλι
να βλέπεις το νερό να αφρίζει
να καλύπτει τα γόνατά σου
και να ανεβαίνει γοργά
όπως κρατάς με δύναμη
τους αγαπημένους σου απ’ το χέρι
και υπερασπίζεσαι το δίκαιο
πριν ο ωκεανός καλύψει τα πάντα
του κούνησα τα φρύδια προς τα πάνω
και μου τα κούνησε πίσω κι αυτός
ξανά και πάλι καμιά δεκαριά φορές
γελάσαμε και στο γέλιο μας διέκρινες
δύο ανθρώπους ολόγυμνους
ξεχασμένους μέσα στον κήπο της Εδέμ
όμορφα παχιά σύννεφα
του Οκτώβρη
μαθαίνουν στον ήλιο
τις ανταύγειες της απόκρυψης
στην παρθενούλα μας
όταν σου μιλάω για μένα
μου απαντάς εσύ
επιστρέφοντάς μου την απόσταση
χαρίζοντάς τη μου
για οποιαδήποτε περίτεχνη μανούβρα
διαλέξω και πάλι
τα χέρια πίσω
από τα πόδια / στο κεφάλι
μια τρυπούλα ενδιάμεσα
εσύ μου λες είσαι αυτό
όπως εγώ εκείνο το άλλο
λιγάκι πιο πέρα, συνέχισε να μιλάς
μπορώ να αγγίξω
τα πολλαπλά σου φεγγάρια
και τις άνυδρες ακτές – – (–@
δίχως να χρειαστεί ποτέ
να τα ονομάσω σπίτι
ή ακόμη χειρότερα, θεέ μου
χωρίς ποτέ να συμφωνήσω
πως καλό θα ήταν εκεί
να επιστρέψεις
όταν κάποτε σου ζητηθεί
μία αλήθεια
για να σε δουν
μίλησέ μου για σένα
και πήγαινε μας όπου εσύ θες
αρκεί να μπορώ να αισθάνομαι
το πότε φεύγεις
προς το αστείρευτο πουθενά
αυτής της ύπαρξης
ένα σημείο
από όπου σε αποχαιρετώ
για να σε βρω ξανά μετά ¶
στην δεξιά μεριά του κρεβατιού
το μέρος από όπου όλα
τα σύννεφα περνάνε
έτσι
για να συνεχίσω να ακούω
κι ας μην έχω ιδέα τι λες
κι ας μην προσπάθησα ποτέ
να καταλάβω
αν όντως λες κάτι
ή απλά αγαπάς! τον τρόπο
που σε ακούω
όπως κι εγώ γίνομαι ο τρόπος
που όλα αυτά σιγά σιγά
χάνουν όποιο νόημα
κι αν είχαν
γελώντας και κλαίγοντας
στο βλέμμα που ανταλλάξαμε
την πρώτη φορά
που σε είδα
να πλησιάζεις το πρόσωπό μου
κι εγώ το δικό σου
ανάμεσα στα σκουπίδια και τα γράμματα
το ποδήλατο των παιδιών και το μέτρημα
η ευκαιρία να τραγουδήσουμε τον άνεμο
το θρόισμα των φύλλων βαθιά μες στο φως
αυτό που δεν υπαγορεύεται
κι ανήκει μονάχα σε αυτή την στιγμή
η ευκαιρία που έσβησε κιόλας
μαζί με την ζωή μας
μες στο απόμακρο δείλι
τα σκουπίδια και τα γράμματα
το ποδήλατο των παιδιών και το μέτρημα
κάποιων τυχαίων βημάτων
έπρεπε να κρυώσει ο αέρας
για να καταλάβουμε πως τα μάτια μας
ήταν ήδη κλειστά


η γριά έψελνε στο διάδρομο
ο γέρος διάβαζε Μπουσκάλια
οι συνοδοί μοιάζανε θλιμμένοι
περισσότερο από τους ασθενείς
οι πρωτάρηδες ξεχωρίζαν
ο Θεός είχε ήδη πάρει τη θέση του
μπροστά στον υπολογιστή
στα δεξιά της μακάριας πύλης
διαβάζοντας στις φλέβες μας
βαρετές καθημερινές ιστορίες
ξημέρωμα πάνω στις ταράτσες
κεραίες, δορυφορικά πιάτα
ένας γερανός στο βάθος γυρίζει
μια κουρούνα στέκεται και φεύγει
το φως ως συνήγορος του θύματος
το φως ως δικαστής συνταξιούχος
με τα φρύδια της λογικής γερμένα
στο βάρος της μεγάλης απόφασης
και τα μάτια άδεια, πλημμυρισμένα
από αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο
που οι άνθρωποι αποκαλούν ζωή
μετράω πόδια, λεπτά
που θα γίνουν ώρες
η μέρα Πέμπτη
το ταξίδι στην μητρόπολη
κι άλλα πόδια κι άλλα λεπτά
πέρα δώθε στον διάδρομο
καθώς ξημερώνει
φτηνά αθλητικά παπούτσια
περιμένουν το όνομά τους
ανυπομονούν να γιατρευτούν
έστω και για σήμερα μόνο
η μέρα Πέμπτη
σκονισμένα μαύρα adidas
πλαστικό λευκό δάπεδο
ο καφές τελείωσε, περιμένω
την Κυριακή κηδεύεται η Παρασκευή
την Κυριακή ακονίζει τα μαχαίρια της η Δευτέρα
την Κυριακή όπου κι αν πηγές έφτασες
την Κυριακή φαίνεται ποιος περπατάει μόνος
την Κυριακή τα μάτια χαίρονται τα βλέφαρά τους
την Κυριακή ο πρώτος που σηκώνεται από το τραπέζι
την Κυριακή καίει το τζάκι από νωρίς
την Κυριακή πάνε στα ουζερί για τον μεζέ
την Κυριακή όλοι δείχνουν ύποπτοι
την Κυριακή πέφτουν με φορά στον τοίχο τους
την Κυριακή τα παιδιά έχουν Σάββατο
την Κυριακή οι λαχειοπώλες μοιράζουν αντίδωρο
την Κυριακή τρως πρωινό για να ξαπλώσεις
την Κυριακή πιθανώς να πιστέψεις πως την σκαπούλαρες
την Κυριακή το παρελθόν και το μέλλον παίζουν παράταση
την Κυριακή τα φύλλα μιλάνε άγνωστες γλώσσες
την Κυριακή οι ερωτευμένοι αποφεύγουν τα κασώματα
την Κυριακή οι τουρίστες παριστάνουν τους ανθρώπους
την Κυριακή ο πρωθυπουργός ζηλεύει τον πρόεδρο
την Κυριακή επιστρέφουν οι ευχές
την Κυριακή σκρολάρεις τις επαφές για να βρεις την μάνα σου
την Κυριακή οι νεκροί ανήκουν στην αιωνιότητα
την Κυριακή το ίδιο κάνουν και οι μαλάκες
την Κυριακή περνάν τα σύννεφα για όλους
πως τελειώνει ένα ποίημα
είναι συνήθως Κυριακή
αποχαιρετάς τους περαστικούς
κι αποφασίζεις να κλείσεις τα μάτια σου
αυτό το πρώτο δευτερόλεπτο
πριν ονομαστεί σκοτάδι
κάπως έτσι τελειώνουν όλα
αφήνεις ένα ένα
τα χέρια τους
να προσγειωθείς
μα αιωρείσαι
μένεις μόνος
ανάμεσα στους ανθρώπους
φοβάσαι
την αιωνιότητα
τον ενδιάμεσο χώρο
δύο απωλειών
για τον κραχ
ο Μήτσος μου πε πως με έψαχνε
τον έδιωξαν από κάθε κλειστό χώρο
πως ανησύχησε γιατί το αισθάνθηκε
του είπα πως και βέβαια τον πιστεύω
πως αυτό ούτε λέγεται, ούτε μιλιέται
περιμένε σε ένα καφενείο στο νησί
πολλές φορές αρκούνε τα μάτια μόνο
του ευχήθηκα να χει καλό φθινόπωρο
πολλές φορές πιάνει άξαφνα η βροχή
αν υπάρχει ένας λόγος για τη μέρα
είναι αυτή η στιγμή που γέρνουν τα μάτια
κι αν υπάρχει ένας προορισμός για τις εποχές
είναι αυτό το δροσερό φθινοπωρινό αεράκι
άι γαμηθείτε, όλοι σας, πεθαίνω και μονάχος μου
τώρα
κέρδος και χρόνος
προσπαθούν να επιβάλλουν
την αναλογία τους
κρύβουν τις υπόλοιπες
διαστάσεις
πίσω από το εικόνισμα
γλιστράω
έξω από τον αλγόριθμο
του παραμυθιού
δαγκώνοντας
την ένωση των οριζόντων
μέσα από την καρδιά
του μηδενός
κάθε αδιαίρετη τριάδα
εγώ
εσύ
και το σύμπαν
ένα βήμα είναι αρκετό
για να παραδώσεις την ιστορία
σε ασφαλή χέρια
για να περάσεις απέναντι
εγώ
εσύ
και το σύμπαν
μια φωνή είναι ότι έχουμε
κι αυτό το τραγούδι
που τρέχει μπροστά μας
εγώ
εσύ
κι ο καθένας μας
προχωράμε

Σήμερα στο βενζινάδικο με σέρβιρε το παιδί
που με είχε ταλιάρει στη μπάτσα στο δημοτικό.
Πλέον, πενηντάρηδες. Αναγνωριστήκαμε εύκολα
με ένα αμοιβαίο συνωμοτικό χαμόγελο.
Μάλλον, αποδοχής. Των αντιλήψεών μας περί δύναμης.
Περίμενα αυτόν τον ένα στίχο πολλά χρόνια τώρα.
Δεν το περίμενα πως θα ρθει.
Πόσο μάλλον με την μορφή
ενός ασυγκράτητου γέλιου μέχρι δακρύων.
Και μετά σιωπή.
Η συνηθισμένη ζωή
την περίοδο της επιστροφής των σπηλαίων.
την πρώτη φορά που χάθηκα
πίστεψα πως έπαψα πια να είμαι παιδί
χρειάστηκε να επαναληφθεί
αμέτρητες φορές
για να μάθω τελικά
πως το σκοτάδι
είναι η μυστική πόρτα
από την οποία πάντοτε επιστρέφουμε
στην αγνή μας καρδιά
την πρώτη φορά που έχασα έναν φίλο
ήξερα πως έχω πια ενηλικιωθεί
έκτοτε μεγαλώνω σαν άντρας
σε έναν κόσμο αντρών
γερνάω σαν άντρας
ο αέρας γυρνάει τα φύλλα
τα πετάει ψηλά
τα καρφώνει απαλά
στα φυλλώματα των δέντρων
κι ευθύς τα στέλνει
στο επόμενο βουνό
στην πέρα θάλασσα
στα κρόσσια
και τις ταΐστρες των πουλιών
στην ξεχασμένη πολιτεία
κι εγώ, ο ταπεινός αναγνώστης του
από αυτούς που χάνονται ολόψυχα
στην πρώτη ριπή του ανέμου
παντού άνθρωποι
στα μάτια σου, στο σβέρκο σου
καταμεσής κάθε σκέψης
που προσπαθεί να σιωπήσει
για χάρη σου
κάποιοι σημαδεύουν
και κάποιοι τυλίγουν τις γλώσσες τους
στο τέλος κάθε σκέψης
που προσπαθεί να σιωπήσει
για χάρη σου
μικρά παιδιά ουρλιάζουν
σαν άνθρωποι κι αυτά
στη γωνία κάθε μελλοντικής σκέψης
που προσπαθεί να σιωπήσει
για χάρη σου
πάντα άφραγκος
ούτε να συγχωρώ, ούτε να εκδικούμαι
με περίσσιο χώρο στις τσέπες μου
για τα χέρια
μπορεί και για μένα ολόκληρο
το για πάντα θα είναι αρκετό;
ρωτάω τον εαυτό μου
εξαρτάται, μου απαντάω
πόσες φορές θα επαναληφθεί;
κάποιοι θα περηφανεύονται
κάποιοι θα χαμογελάνε
και κάποιοι θα εκρήγνυνται σιωπηλά
σαν αγάπη
που υπερχείλισε το ποτήρι
ο πόνος είναι η πρώτη λέξη
που ελπίζεις να γίνουν δυο
τρεις ή και παραπάνω
αρκεί μονάχα να φτάσεις
σε αυτό το ήσυχο μέρος
όπου όλες οι ιστορίες τελειώνουν
με το ζήσανε αυτοί καλά
και μεις χαθήκαμε
χάθηκες, μου λένε
κι όμως με βλέπετε, ακόμα, απαντώ
δεν πρέπει να ‘μαι ούτε στα μισά του δρόμου
καταλαβαίνεις πως μεγάλωσες
όταν η πραγματική ζωή σου είναι μυστική
κάτι το οποίο κρατάς φυλαγμένο μακριά
από τους ανθρώπους
καταλαβαίνεις πως γέρασες
όταν κάθε φορά που σου χτυπάνε την πόρτα
όσο επιμελώς κι αν την έχεις θάψει
μέσα σε τόνους μουτζουρωμένου χαρτιού
και ανεπίδοτων γραμμάτων
απαντάς με το όπλο στο χέρι
κανένα μαλακισμένο δεν θα σε εμποδίσει
να πεθάνεις
μες στην αληθινή σου ζωή
μόνο σιωπή
είναι καλύτερα από πολύ σιωπή
όπως
μόνο μαλάκας
είναι καλύτερα από λίγο
όπως
και μόνο ευγενικός
καλύτερα από φίλος
απέναντι στην λέξη σκοτάδι
αναβοσβήνει ο καλύτερός μου φίλος
βαριέμαι να σηκωθώ από τον καναπέ
και να πέσω για χάρη του στο κενό
θα αφήσω το φεγγάρι να πληθαίνει
μέχρι να ξεβραστούμε κι οι δυο
στο ασπράδι των αποσβολομένων μας ματιών
Η γιαγιά βλέπει στο πάρκο
δέντρα
ελιές, λέει και ξαναλέει
να χουν οι άνθρωποι να τρώνε.
Η μητέρα βλέπει στο πάρκο
καφετέρια
να χει ελεύθερο wi-fi.
Το παιδάκι βλέπει στο πάρκο
κι άλλα παιδιά σαν κι αυτό
που κρύβονται πίσω απ’ τα δέντρα
περιμένοντας κάποιον
να τα ελευθερώσει, αλλά ποιος;
κάπου ανάμεσα είναι η αλήθεια
σε δύο ψηλούς γκρίζους τοίχους
μαύρο απύθμενο παχύ σκοτάδι
με ένα τόσο δα φωτάκι καταμεσής
να ξεγελάει πως κάτι σημαίνει

Τεκμήριο εξυπνάδας όλες
αυτές οι ήττες.
Ούτε ευαισθησίας
ούτε ιδιοτροπίας, τρόπον τινά.
Καθαρή ατόφια εξυπνάδα.
Στη θάλασσα πέφτεις
πάντα γυμνός.
Το πικρό σου χαμόγελο
το τρώνε τα κύματα.
Άι! Επιτέλους, ο ουρανός στάζει.
Άνθρωπος είναι κι αυτός
και βλέπει τι γίνεται.
Μας σπρώχνει προς τα μέσα
και χαμηλώνει το φως.
Αναλαμβάνει αυτός από δω και μπρος.
Δηλώνει την στήριξή του.
Ξεσπά σε μπουμπουνητά.
Κάνα δυο τρελοί
περιδιαβαίνουν τους δρόμους
κολυμπώντας ανάποδα.
Τολμούν να του στείλουν κουράγιο.
Είναι μεγάλη υπόθεση
αυτή η πρώτη βροχή του χειμώνα.