Όταν η Αγάπη παίρνει σχήμα…

•15 Οκτωβρίου, 2009 • 14 Σχόλια

Ξέρω πως δεν έφυγες. Έφυγε το σώμα που νοσούσε και τόσο πόναγε. Η ψυχή σου είναι πάντα εδώ, μέσα σε κάθε έναν από εμάς που τόσο αγάπησες και τόσο σε αγαπήσαμε. Τώρα δεν πονάς πιά, και αυτό μού δίνει τόση χαρά, να ξέρω πως τελείωσε το μαρτύριο. Ξέρω πως τώρα θα μας προσέχεις όλους όπως θα ήθελες, ελεύθερη & δυνατή. Όλοι μας είμαστε περήφανοι γι’αυτό που είμαστε, γιατί συνετέλεσες κι εσύ σε αυτό. Θα κάνω όμορφες σκέψεις για σένα, αφού σε νιώθω, μέσα μου και τριγύρω μου, σαν ένα ελαφρύ αεράκι, σαν ένα χάδι, σαν τις σταγόνες της βροχής, απαλές και δροσερές. Η Αγάπη πήρε σχήμα. Έγινε εσύ. Σ’ ευχαριστώ για όλα. Σ’ ευχαριστώ γιατί μού χάρισες το σημαντικότερο δώρο απ’όλα. Να αγαπάω χωρίς εγωϊσμό. Να πιστεύω. Να συγχωρώ. Να μαλακώσω. Πολλά δώρα, όχι ένα. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε, και ξέρω πως θα συνεχίσεις να το κάνεις, αφού όλο εδώ τριγύρω θα είσαι, όπως όλοι μας. Καλή μας νύχτα, αύριο ξημερώνει μία νέα μέρα, μαζί σου. Μόνο το σώμα απουσιάζει, αλλά δεν είναι πιά σημαντικό. Κι αυτό εσύ μας το έμαθες. Σήμερα.

Καλό ταξίδι………..

•14 Οκτωβρίου, 2009 • 2 Σχόλια

Τέλος εποχής.

•8 Οκτωβρίου, 2009 • 6 Σχόλια

23 ημέρες. Μετράω τις στιγμές από εκείνο το πρωϊνό που ο Θεός είχε άλλα σχέδια για σένα. Να σε πάρει από το σπίτι και να σε πάει σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Να είμαστε όλοι αναγκασμένοι, 7 μήνες τώρα, πόσο μάλλον 23 μέρες πριν, να σε καθησυχάζουμε με ψέματα, ότι «δεν είναι τίποτα» και «θα περάσει», ενώ ξέρουμε… Να μπαίνω στο πατρικό μου και να μη σε βλέπω να με περιμένεις και μόλις με βλέπεις να μου λες «Γύρισε το μωρό μου;». Να κοιτάζω το κρεβάτι σου άδειο και να με πνίγει ένας λυγμός. Σκέφτομαι πως το να δένονται τα μέλη μιάς οικογένειας στο βαθμό που είμαστε εμείς δεμένοι. Πολλές φορές είναι και κακό. Γιατί δεν έχεις την ψυχραιμία να δεχθείς τις ανατροπές της ζωής. Θυμώνεις με τον Θεό, αμαρτάνοντας βαθύτατα με αυτή σου την ενέργεια, θυμώνεις με όλα, κλαις και δεν μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου ούτε την οργή σου. Κι όταν κάτι είναι μη αναστρέψιμο και ξέρεις ότι ένας άνθρωπος φεύγει από τη ζωή, άδικα, όταν μετράς τις ώρες του, τις μέρες του, αναγκάζεσαι να κρύβεις εξετάσεις, ακτινογραφίες, μιλάς ψιθυριστά όταν κοιμάται προσπαθώντας να μοιράσεις τον πόνο σου με κάποιον άλλον που επίσης ξέρει, τότε είναι που εκμηδενίζονται μέσα σου τα πάντα. Περνάς διάφορες φάσεις, ανακαλύπτεις στην πορεία πως μπορείς να ξαναχαμογελάσεις, έστω και λίγο, ακόμη κι αν το «πρόβλημα» είναι πάντα εκεί, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, κι ενώ όλοι σου λένε «δεν σε ακούει, δεν καταλαβαίνει», εσύ πεισμώνεις, κρατάς ένα χέρι, χαϊδεύεις, μιλάς, και καταφέρνεις να ανατρέψεις την επιστήμη. Φυσικά και ακούει, ήμουν σίγουρη. Από την κόχη του δεξιού ματιού κυλάει ένα δάκρυ σε ένα καθόλα ακίνητο πρόσωπο, και οι φλέβες στο λαιμό συσπώνται, σαν ένας ανεπαίσθητος λυγμός. Ακούει. Δεν ξέρω πιά τί άλλο να σκεφτώ και τί να πω. Δεν θέλω να σε βλέπω να ταλαιπωρείσαι και, κυρίως, να πονάς, σ’αυτό το τούνελ που έχεις βυθιστεί. Σ’αγάπησα επί 30 ολόκληρα χρόνια. Όλες μου οι διαδρομές, συναντούσαν εσένα σε κάθε δρομάκι, σε κάθε λεωφόρο, σε κάθε σταθμό. Φεύγεις και νιώθω ότι ένα κομμάτι μου, το πιό παιδικό που απέμεινε, θα φύγει μαζί σου. Καταπίνω για να φύγει ο κόμπος στο λαιμό μου και νιώθω σαν να καταπίνω τόνους τσιμέντο. Πρέπει όλοι να συμφιλιωθούμε με αυτό, να μην επιβαρύνουμε την ψυχή σου, ώστε να μπορέσεις κι εσύ να κοιμηθείς και να ξεκουραστείς. Εκεί που θα πας, θέλω να είσαι πάντα κοντά μου, να είμαστε πάντα μαζί, για να μη σου λείπω και να μη μου λείπεις. Θα φοράω το σταυρό σου, όπως μού ζήτησες, θα πάψω να είμαι χαζό και δεν θα στεναχωριέμαι με χαζά μικρά πράγματα. Θα αρχίσω να κοιτάζω τον εαυτό μου και να δουλεύω για να ζω, όχι να ζω για να δουλεύω, για να μην έχω τις δικές σου ταλαιπωρίες. Θα θυμάμαι κάθε καλοκαίρι που παίρναμε σκεπάσματα και κάναμε στρωματσάδα στην ταράτσα. Θυμάσαι; Που μας έπαιρνε ο ύπνος μετρώντας τα αστέρια και καταστρώνοντας φάρσες και «επιχειρήσεις» για την επόμενη μέρα. Θα θυμάμαι όταν ήμουν μικρή και κοιμόμουν στο σπίτι σου, πάντα στο κρεβάτι σου, και το πρωί ξυπνούσα με την αγωνία: έφυγε κιόλας για τη δουλειά; Κι έβρισκα το γάλα μου και μία χαμογελαστή φατσούλα στη χαρτοπετσέτα «Πάρε με τηλέφωνο όταν ξυπνήσεις, λουλουδάκι μου», έγραφε. Θα θυμάμαι τη μυρωδιά σου και το στοργικό σου χάδι. Μα πάνω απ’όλα, όση αγάπη μου έδωσες 30 χρόνια, θα τη δώσω στη νιοστή στους γύρω μου.

Σ’αγαπάω. Είσαι ένας από τους τρεις ανθρώπους που ειλικρινά αγάπησα στη ζωή μου.

Κλικ.

•7 Οκτωβρίου, 2009 • 2 Σχόλια

Σημειώνοντας διάφορες υποχρεώσεις, έσοδα, έξοδα, λογαριασμούς και χιλιάδες άλλα πράγματα από αυτά που πάντα σημειώνω στην ατζέντα μου, καταλήγω στην (καθ’όλα τραγική) διαπίστωση: διανύοντας την 7η Οκτωβρίου 2009, δεν έχω πραγματικά ΙΔΕΑ πώς πέρασε ο καιρός (ημερολογιακά αν με ρωτούσε κανείς τί ημερομηνία ΝΟΜΙΖΩ ή ΠΙΣΤΕΥΩ πώς είναι, θα έλεγα… τέλη Αυγούστου;;;; (με πολλά ερωτηματικά στο τέλος, εξακολουθώντας να δηλώνω την παντελή μου άγνοια ακόμη και για το αν είμαστε στα τέλη Αυγούστου). Το μόνο που μού θυμίζει πως δεν είναι πιά τέλη Αυγούστου, είναι ένα ημερολόγιο, η κάτω δεξιά ένδειξη στην οθόνη του υπολογιστή όταν ακουμπάει ο κέρσορας του ποντικιού, και οι δροσερές μέρες που διαδέχονται η μία την άλλη. Περνούν οι μέρες και συνειδητοποιώ ότι πρέπει να αρχίσω να ζω σε πραγματικούς χρόνους. Ίσως όταν ένας άνθρωπος τρέχει από το πρωί ως το βράδυ, με δεκάδες υποχρεώσεις και νέα δεδομένα στη ζωή του, να χάνει την αίσθηση του χρόνου. Ένα μειονέκτημα της ταχύτητας αυτής είναι ένα παράσημο σε ρόζ χαρτάκι με απόκομμα ταχυδρομείου από πίσω, που αναγράφει ότι ξεπέρασες το ανώτατο όριο ταχύτητας από το αναγραφόμενο με ρυθμιστική πινακίδα και ορίζει το ποσό που πρέπει να καταβάλλεις – σε περίπτωση που το πληρώσεις εντός δέκα ημερών, πληρώνεις το μισό. Σε περίπτωση που κάνεις την έκπληκτη στο όργανο της τάξεως και φανείς υπερβολικά ευγενική-χαμογελαστή-πρόσχαρη-προβληματισμένη-γι’αυτή-σου-την-παράνομη-και-εξωφρενική-ενέργεια, σου γράφουν 110 χλμ. την ώρα αντί 123 και γλιτώνεις το καημένο σου δίπλωμα και τους ανεπιθύμητους πόντους. Μετά το πρώτο μου σοκ, τηλεφωνώ στον λόξυ (λόξυγγας, αγαπημένος πρωτοξάδερφος και alter ego μου) να του εξιστορήσω τα καθέκαστα. «Επιτέλους!», αναφωνεί. «Πήρες κι εσύ μία κλήση! Τί να πω κι εγώ, θυμάσαι τότε, που με σταμάτησε και με γράφει για ζώνη, ταχύτητα, γιατί δεν είχα φαρμακείο, πυροσβεστήρα, κατάλληλη ένδυση, υπόδηση, χτένισμα, μπρελόκ, και δεν ξέρω κι εγώ τί άλλο ήθελε ο κομπλεξικός;», μού θυμίζει και σκάμε στα γέλια. «Τράβα να την πληρώσεις και να ευχαριστείς το Θεό, βλαμμένη, μα καλά ρε άνθρωπε, αφού ξέρεις ότι στο συγκεκριμένο σημείο την στήνουν, τί έτρεχες τόσο πολύ;», ρωτάει λες και δεν ξέρει ότι η δική μου σόλα με το γκάζι έχουν ερωτική σχέση τα τελευταία χρόνια, σχέση που θα ζήλευε κάθε ζευγάρι για τη μονογαμικότητα και τη λατρεία μεταξύ τους. «Μερικά αμάξια αν δεν τα τρέξεις, δεν αξίζει να τα έχεις, ρε λόξυ. Έλα καλά, μην αρχίσεις, αστειεύομαι. Ειλικρινά, αφαιρέθηκα καθώς οδηγούσα και δεν συνειδητοποίησα». Επόμενο τηλεφώνημα, η μάνα μου για καλημέρα κλπ. «Μαμά, είναι δίπλα σου ο μπαμπάς;». «Ναι, παιδί μου, γιατί;», ρωτά, μα με ύφος ψιλιασμένο ότι θα της ανακοινώσω τουλάχιστον ότι βομβάρδισα την εκκλησία της περιοχής, κυκλοφορώ με πλαστά χαρτιά, πλαστογραφώ έγγραφα, διατηρώ παράνομο εργαστήρι πλαστών χαρτονομισμάτων στο γκαράζ, ΚΑΙ με έχουν συλλάβει… «Να, μωρέ μαμά, δεν σου έχει τύχει ποτέ να χάνεις την αίσθηση με το γκάζι και να υπερβείς λίγο ταχύτητα…» – «Ναι, και;», παρεμβαίνει, για να αφήσει έναν καθησυχασμένο αναστεναγμό τύπου αυτό-είναι-όλο-μωρέ; όταν της εξιστορώ το πρώτο μου ροζ χαρτάκι από την τροχαία, χωρίς να ξεχάσω να κολλήσω μονορούφι στην πρόταση «Σε παρακαλώ, μην το πεις στον μπαμπά και αρχίσουν τα αλληλούϊα». Απάντηση: «Καλέ ναι, έλα το βράδυ, όχι για κάτι δουλειές θα βγούμε, ναι καλά είναι, πήρε τα χάπια του, όχι, δεν πονάει σήμερα, να σού έχω έτοιμο φαγητό, α, χτυπάει δεύτερη γραμμή, ναι, κορίτσι μου, θα τα πούμε μετά, φιλάκια» – κλικ.

7 Οκτώβρη 2009 έχουμε είπαμε, ε;………… Καλό μας φθινόπωρο, και καλό μας χειμώνα!..

Υ.Γ.  1: Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τί έχει κάνει η WordPress και εξαφάνισε τα links μου.

Υ.Γ. 2: Θέλω να μού συμβεί ένα εξωφρενικά, εξωπραγματικά, απίστευτα, ονειρεμένα, υπέροχα, απρόσμενα ΤΕΛΕΙΟ πράγμα στη ζωή μου. Πειράζει;;;

Υ.Γ. 3: Μού λείψατε. Ξέρετε ποιοί…

Ο Δρόμος σου είσαι Εσύ.

•28 Αυγούστου, 2009 • 7 Σχόλια

Όλα είναι εδώ, κι όλα για πάντα… Κάθε ταξίδι είναι γυρισμός…

Όλα είναι αλλού, κι όλα για λίγο… Όταν δεν ξέρεις πως ο δρόμος σου είσαι εσύ…

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Φαίδρα.

•27 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

«ΦΑΙΔΡΑ» του Jean Racine, από το Εθνικό Θέατρο Μεγάλης Βρετανίας – Επίδαυρος 10-11 Ιουλίου 2009

Φλεγόμενη από το ανεξέλεγκτο πάθος για τον νεαρό θετό της γιο η Φαίδρα, με την εντύπωση ότι ο Θησέας, ο χαμένος σύζυγός της, είναι νεκρός, ομολογεί τους πιο μύχιους πόθους της, εισερχόμενη έτσι σ’ έναν σκοτεινό εφιάλτη. Όταν ο Θησέας επιστρέφει, σώος και αβλαβής, η Φαίδρα -από φόβο μήπως εκτεθεί- κατηγορεί τον θετό της γιο ότι τη βίασε. Η έκβαση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ολέθρια. Η Έλεν Μίρρεν ερμήνευσε έξοχα τον ομώνυμο ρόλο σ’ αυτό το τραγικό έργο του Ζαν Ρασίν, με μία ολοκάθαρη φωνή να «σκίζει» την ησυχία του αργολικού θεάτρου, σε ελεύθερη μετάφραση του Άγγλου ποιητή Τεντ Χιούζ, ανεβάζοντας έτσι στο ζενίθ τον πήχη στα φετινά Επιδαύρεια. Έξοχη και η βετεράνος ηθοποιός Μάργκαρετ Τσίζακ στον ρόλο της ανθρώπινης-δολοπλόκας γριάς Οινώνης.

Ευτυχώς το είχαμε οργανώσει καιρό πριν, βρήκαμε χρόνο στο πολυφορτωμένο μας πρόγραμμα, διανυκτερεύσαμε και Ναύπλιο, και πήραμε μία ανάσα πολιτισμού που τόσο χρειαζόμασταν! Εξαιρετική παράσταση, απίστευτες ερμηνείες οσκαρικού βεληνεκούς, μία αμίμητη Έλεν Μίρεν, με μόνη ένσταση ότι οι υπέρτιτλοι δεν θα έπρεπε να είναι μόνο στο κέντρο της σκηνής, αλλά και στα πλαινά ώστε να εξυπηρετηθούν και όσοι βρίσκονταν στα πλαινά του κοίλου μέσα στο κατάμεστο -άνευ υπερβολής- Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. 

Σκηνοθεσία: Nicholas Hytner
Σχεδιαστής: Bob Crowley
Φωτισμοί: Paule Constable
Μουσική/ ηχητικός σχεδιασμός: Adam Cork
Φωνητική διδασκαλία: Kate Godfrey
Υπεύθυνος προσωπικού: Nadia Fall
Επικεφαλής διευθυντής σκηνής: Anna Hill
Διευθυντής σκηνής: David Milling
Βοηθός διευθυντή σκηνής: Ian Farmery
Επιμέλεια κοστουμιών: Christine Rowland
Υπερτιτλισμός: Χριστίνα Παγκουρέλη

Διανομή:

Ιππόλυτος: Dominic Cooper
Θηραμένης: John Shrapnel
Οινώνη: Margaret Tyzack
Φαίδρα: Helen Mirren
Πανόπη: Wendy Morgan
Αρίκια: Ruth Negga
Ισμήνη: Chipo Chung
Θησέας: Stanley Townsend
Γιος Φαίδρας: Γιώργος Λιακόπουλος

A phrase to remember (ή αλλιώς, ό,τι θα ήθελα να σου πω αλλά δεν θα μπορέσω ποτέ μου):

«Κοίταξέ με – βλέπεις μια γυναίκα σε παραφορά. Είμαι ερωτευμένη.»

Απόσπασμα.

•24 Ιουλίου, 2009 • 4 Σχόλια

Flying_Angel

«…Αόρατα τα χέρια μου και περνάς και περνώντας ανθίζεις – ολόλευκο ανθάκι γιασεμιού, που του γυρίζω απ’ την ανάποδη το μίσχο να ρουφήξω μέλι, όπως μου μάθαιναν παλιά οι φίλοι μου στη γειτονιά παίζοντας μήλα κι «αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα. Μέρα ή νύχτα;» Ονειρεύομαι τη μέρα σου, πώς ξυπνάς κι άραγε πού και λέω, αν η νύχτα σου με περιείχε, θα μ’ έβρισκε ο ήλιος ξάγρυπνο, γιατί δε θα το μπορούσα να σε βλέπω να μαζεύεις τα μαλλιά σου πρωί – κι αλήθεια ποιος θα το μπορούσε να σου λέει μιαν ήσυχη «καλημέρα» και να παρακολουθεί τα μάτια σου ν’ ανοίγουν, αυτά τα μάτια που, αν δεν ήταν μάτια, θα ήταν δύο παγίδες κυνηγού, να πέφτουν μέσα τα πουλιά και η καρδιά μου…»

Για σένα. Μού έχεις κλέψει την καρδιά. Και τώρα;…

30.

•22 Μαΐου, 2009 • 8 Σχόλια

perfect rose

05.05.1979

05.05.2009

Πώς πέρασαν τριάντα χρόνια; Πάντα τη φοβόμουν αυτή τη στιγμή. Πάντα τη φοβόμουν αλλά εκ του ασφαλούς, πιστεύοντας πώς είναι τόσο μακριά. Κι όμως ήρθε. Κι όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, πέρασα τα γενέθλιά μου μακριά από το σπίτι μου και απ’οσους αγαπώ, λόγω δουλειάς. Πάντα προηγείται η δουλειά και έπομαι εγώ, οι ανάγκες μου, τα σημαντικά, όσα αγαπάω. Πίστευα πως θα είχα καταφέρει κλείνοντας τα τριάντα να έχω αντιστρέψει τους ρόλους και τις προτεραιότητες. Είναι κάτι σαν το «Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει». Όπερ εστιν μεθερμηνευόμενον, μη εφικτό. Η ευσυνειδησία και το να θέλεις να είναι όλοι ευχαριστημένοι ώστε να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για συγκλονιστικές αλλαγές.

Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι πάνω μου με το άγγιγμα της τρίτης δεκαετίας. Μέσα μου σίγουρα πολλά. Εξωτερικά μερικές λευκές τρίχες στα μαλλιά μου, που μου αρέσουν πολύ. Τις παρατηρώ στον καθρέπτη. Δεν είναι ορατές από τρίτους, με το απλό γυμνό μάτι. Δεν είναι καν λευκές. Είναι ασημένιες και τις λατρεύω. Μόλις τις εντόπισα, χώθηκα σαν παιδί στην αγκαλιά της μάνας μου και άρχισα να αυτοσαρκάζομαι. «Μαμά, γέρασα, έχω ασημένια μαλλιά. Του χρόνου μπορεί να βγω πρώτη, να βγάλω χρυσά, ή να βγω τρίτη και να βγάλω χάλκινα». Η μάνα μου γελάει και μού λέει πόσο όμορφη είμαι. «Όσων ασπρίζουν τα μαλλιά παύουν να είναι νέοι και όμορφοι, μαμά». Κι εκείνη θυμώνει και μού λέει πως η ομορφιά γεννιέται και πεθαίνει μέσα μας. Πως αν υπάρχει, κάνει και το εξωτερικό όμορφο και να ακτινοβολεί. «Δες τον πατέρα σου», μου λέει. «Άσπρισαν τελείως τα μαλλιά του και είναι όμορφος σαν νεαρούδι». Τον κοιτάζω. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως άσπρισαν τελείως τα μαλλιά του. Μεγαλώνει κι εκείνος όπως εγώ. Αυθόρμητα, τον αγκαλιάζω και του χαιδεύω τα μαλλιά. Είναι απαλά και όμορφα, σαν την ψυχή του και την καλοσύνη που ξεχειλίζει από το χαμόγελό του μέχρι τα αστεία του. Προσπαθώ να συγκρατήσω ένα δάκρυ. Δεν θέλω να ξαναμπώ στις σκέψεις του Ιανουαρίου και στην αμφιβολία. Θέλω να είναι για πάντα κοντά μου. Είμαι άπληστη και ιδιοτελής όσον αφορά σε όσους αγαπάω.

Τριάντα χρόνια κι ακόμα δεν έμαθα να ελέγχω τα συναισθήματά μου. Όλα στο κόκκινο. Θυμός, αγάπη, έρωτας, συγκίνηση. Όλα στο μέγιστο. Για μένα δεν υπήρχε ποτέ λίγο ούτε μέσον. Γι’αυτό υπέφερα. Κι αυτό θα το πληρώνω γιατί δεν μπορώ να αλλάξω.

Τριάντα χρόνια και μετά από την τελευταία πολύμηνη περίδο όπου έψαχνα απαντήσεις και έμεινα κλεισμένη στον εαυτό μου, αφήνοντας ελάχιστα άτομα κοντά μου που να ξέρουν τί σκέφτομαι και τί νιώθω, αισθάνομαι τόσο καλά, όσο δεν περίμενα ποτέ.

Τριάντα χρόνια και νιώθω πως η ζωή μου τώρα ξεκινάει, γεμάτη προοπτικές, μυστήριο, περιπέτεια, και κάτι μεγάλο που πρόκειται να συμβεί. Δεν ξέρω τί είναι αυτό, αλλά το νιώθω, και το έντικτό μου δεν με ξεγέλασε ποτέ.

Χρόνια μου πολλά!

Υ.Γ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ και ένα φιλί στην Αθανασία μας εδώ http://mikriahtida.wordpress.com που πάντα τα λόγια της συντονίζονται με τα δικά μου και η ψυχή της βρίσκεται στην ίδια συχνότητα με τη δική μου..

Αλλιώς.

•21 Απριλίου, 2009 • 9 Σχόλια

alone by Michal Mierzejewski

Οι αλλαγές στη ζωή μου την τελευταία πενταετία θα μπορούσαν σίγουρα να αποτελέσουν ένα ωραιότατο σενάριο για τη μεγάλη οθόνη. Εναλλαγές προσώπων, κατοικιών, εργασιών, καταστάσεων, ψυχολογίας. Τίποτα δεν έμεινε σταθερό.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως ποτέ δεν θα πουλούσα το σπίτι που μεγάλωσα, κι ας μην ήταν καθόλου πρακτικό για μένα, για τις αποστάσεις της δουλειάς μου και των αγαπημένων μου. Το πούλησα τελικά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως οι παιδικοί μου φίλοι θα είναι πάντα η οικογένειά μου, πάντα στο προσκήνιο της ζωής μου, γιατί έτσι τούς ένιωθα. Τόσο τους αγάπησα. Έκλεισα την πόρτα της ψυχής μου μετά από πολλαπλές τρικλοποδιές. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Με πολύ πόνο που τώρα έχει αρχίζει να καταλαγιάζει. Μόνο που έπαψα να πιστεύω στη φιλία. Τρεις φωτεινές εξαιρέσεις παρέμειναν. Ίδωμεν…

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως η σχέση μου θα κρατήσει για πάντα. Ονειρευόμουν το πάντα και απέκλεια το τέλος. Πίστεψα στον άνθρωπο (?) που επέλεξα να είναι στο πλευρό μου. Είχα μέσα στην καρδιά και το μυαλό μου σκηνές, σαν φω τογραφικά στιγμιότυπα. Μιά αγκαλιά γεμάτη παιδιά, και τριγύρω μου άλλα τόσα να τρέχουν και να ζουζουνίζουν τον τόπο. Τις τέλειωσα. Και τις δύο τελευταίες μου σχέσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Η πρότελευταία, εξιδανικευμένη μέχρι το άπειρο, αρχίζει πιά, 10 χρόνια μετά τους κύκλους που διέγραφε στη ζωή μου, να απομυθοποιείται στο κεφάλι μου και να παίρνει τις κανονικές της διαστάσεις. Η τελευταία, κούφια από την αρχή μέχρι το τέλος της, ένεκα επιλογής κούφιου παρτενέρ, πλέει σε πελάγη κενότητας. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν ένα κακό όνειρο. Κάπου. Κάποτε. Τόσο μακρινά.

Θυμάμαι παλιά πόσο λαχταρούσα να πηγαίνω στη δουλειά μου. Πόσο πίστευα στην ανιδιοτέλεια και τις καλές προθέσεις των συνανθρώπων και συναδέλφων. Πήρε νομίζω γύρω στις είκοσι πισώπλατες μαχαιριές για να αυτοχαστουκιστώ και να βγω από τη νιρβάνα μου.

Θυμάμαι παλιά ορκιζόμουν πως οι δύο σημαντικότεροι άνθρωποι στη ζωή μου θα ήταν πάντα νέοι, ακούραστοι, γεροί. Πτώση. Το συννεφάκι δεν άντεξε τόση αισιοδοξία και τόση παιδικότητα από πλευράς μου, και έσκασε. Ναι. Έκανε ένα παφ! και βρέθηκα γκρεμισμένη στην πίσω πλευρά ενός νοσοκομείου, να κλαίω και να παρακαλάω να γίνει ένα θαύμα. Τούς κοιτάζω. Είναι σαν αυτό που μού έλεγαν πάντα: «Ο γονιός το παιδί του πάντα μωρό το βλέπει». Και το παιδί τον γονιό του πάντα νέο και υγιή, να σηκώνει τον κόσμο στην πλάτη του, να συμπληρώσω. Θυμάμαι και το «Κάνε το καλό και ρίξ’το στον γιαλό». Αυτό δεν με οδήγησε πουθενά. Πλέον το εφαρμόζω μόνο σε παντελώς άγνωστους που έχουν ανάγκη αγάπης και στοργής. Ποτέ πιά και ποτέ ξανά σε γνωστούς. Είναι σαν την ιστορία με τα καρφιά. Ακόμη και να καταφέρεις να τα αφαιρέσεις εντελώς, εκείνα έχουν ήδη αφήσει το σημάδι τους, την πληγή, να υπενθυμίζει πως κάποτε είχαν χωθεί εκεί, βαθιά. Και πόνεσαν.

Δεν θέλω να θυμάμαι νομίζω. Ούτε να ορκιστώ ξανά. Δεν θέλω και δεν είμαι πιά ούτε τυπική, ούτε θύμα, ούτε χαλί να με πατήσεις, ούτε επιεικής. Δίνω μιά και τα σβήνω όλα μονοκοντηλιά. Και αγάπες, και έρωτες, και φιλίες, και δουλειές, και σπίτια, όλα. Όλα. ΟΛΑ. Ο-Λ-Α.

Θέλω να πιστέψω πως κάτι αλλάζει. Μόνο αυτό θέλω.

ΥΓ. Θα διαβάσεις και δεν θα πιστεύεις πως διαβάζεις εμένα. Νόμιζες πως πάντα θα ήμουν υποχωρητική και θύμα. Πως θα υπέκυπτα πάντα σε όσα αγαπάω. Πόσο λάθος είσαι όμως! Γι’αυτό μην παρερμηνεύεις τη σιωπή μου. Δεν είναι αδυναμία. Είναι παγερή αδιαφορία. Ένα κλικ περίμενα μέσα μου μέσα στην τελευταία πενταετία. Κι έγινε.

Αφιερώνεται σε όλους όσους πίστεψαν πως η κενότητα και η ανυπόστατη υπεροψία τους θα επιβάλλονταν της καλοσύνης, της ταπεινότητας και της αγάπης.

Κλειδί.

•7 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

falling_in_loneliness1

Ξέρεις, το κάθε πράγμα σε τούτη τη ζωή, έχει δύο όψεις.

Το κλειδί, για παράδειγμα. Ενίοτε κλειδώνει. Άλλες, πάλι, φορές, ξεκλειδώνει.

Αναρωτιέμαι για πόσο ακόμα θα πρέπει να εξηγώ, και να μην γίνομαι κατανοητή.

Λέω ν’αλλάξω συχνότητα, γιατί κάνει παρεμβολές, και ενοχλούμαι.

Ή μάλλον όχι. Δεν ενοχλούμαι. Κουράζω τον πολύτιμο εγκέφαλό μου. Και την ψυχή μου επίσης.

Να συνέλθουμε λίγο.

Υ.Γ. Ξέρεις εσύ.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε