
Αναδυθήκαμε από το πέλαγος.
Τα μαλλιά σου κάλυψαν τη γύμνια μας.
Την σπίθα, που άναβε, όταν ενώθηκαν τα βλέμματα μας
Την έκλεψε το ψαρόνι
Και τα ξεραμένα καλάμια,
Που τα καβουράκια είχαν στιβάξει,
Άναψαν την φωτιά
Να μας ζεστάνει.
Έγραφα λέξεις στον γκρίζο άμμο.
Ζωγράφιζες βαρκούλες.
Σ’ είπα: «Να τους προσφέρω ένα ορμίσκο ν’ αναπαυτούν.»
Μου είπες: «Οι βαρκούλες μου θα πετάξουν,
Δες τους έλικες – αντί για τα ιστία…
Θα συναντήσουμε τους ανεμόμυλους του πουθενά
Και μετά θα πλανηθούμε στην ουτοπία.
Πιάσε με από το χέρι
Να φύγουμε μαζί»
Σε κράτησα και ταξιδεύουμε
Χρόνια πολλά στα σύννεφα
Και αγγίξαμε τα ουράνια τόξα
Πλάσματα της φαντασίας πλέον.
Εξαϋλωμένοι …σαν μια ιδέα…




Γράφει η Γιαγιά με το ένα Δόντι.
Γράφει η Γιαγιά με το ένα Δόντι.
Γράφει η Γιαγιά με το ένα Δόντι.