Ι. Α. 1. Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τιμάται σε μία σημαντική περίοδο του εορτολογίου της Εκκλησίας μαζί με μία σειρά εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, πολλές φορές εν είδει Ανθολογίου πατερικών χρήσεων. Μεταξύ αυτών ο Άγιος Γρηγόριος είναι ο μόνος που φέρει το όνομα Θεολόγος. Είναι ένα επιθετικό ουσιαστικό, αφού μόνο τρεις Άγιοι της Εκκλησίας φέρουν αυτό το προσωνύμιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, του οποίου το Ευαγγέλιο ονομάζεται και θεολογικό Ευαγγέλιο, που διαβάζεται από το βράδυ της Αναστάσεως μέχρι την Πεντηκοστή, ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ενώ πολύ αργότερα, το 14ο αιώνα, προβάλλεται συγκαταριθμούμενος ως τέταρτος από την ησυχαστική πράξη της Εκκλησίας και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
2. Για το βίο του Αγίου Γρηγορίου έχουμε μία βιογραφία, γραμμένη από το Γρηγόριο τον Πρεσβύτερο, τον 7ο αι., ενώ εκτενή σχόλια έχουν γίνει από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή στο έργο του «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν Διονυσίου καὶ Γρηγορίου πρὸς Θωμᾶν τὸν ἡγιασμένον». Μεγάλη επίδραση δέχτηκαν οι Άγιοι Κοσμάς ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως αποτυπώνεται στο ερμηνευτικό της πίστεως έργο του δευτέρου Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, όπως και στους Κανόνες του, ενώ ο Άγιος Φώτιος έχει ως θεμέλιο της ερμηνείας του περί της εκ του Πατρός εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος τους Πέντε Θεολογικοὺς Λόγους του Αγίου Γρηγορίου. Με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τις συζητήσεις μερί αποκαλύψεως του Θεού στους απ᾽ αιώνος Αγίους Προφήτες, Αποστόλους, Μάρτυρες και Οσίους επανέρχονται οι ερμηνευτικές προτάσεις του Αγίου Γρηγορίου περί της ενότητος Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων του αυτού ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου Λόγου προς απόδειξη ότι η παρεχόμενη υπό του Θεού σωτηρία είναι άκτιστη χάρη και όχι κτιστή προκοπή μιας ατομικής εγωπαθούς προσπάθειας του ανθρώπου με κέντρο τη διάνοιά του. Αυτή η νηπτική πρόσληψη του έργου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου καταγράφεται και στη νεότερη πατερική παραγωγή μετά την κορυφαία ησυχαστική περίοδο του 14ου-15ου αι. και μέχρις τις αρχές του 19ου αι.
Β. 1. Η υμνολογία της εορτής του Αγίου απηχεί την κηρυγματική του ερμηνευτική, που εκκινεί από την ποιμαντική φροντίδα ερμηνείας της Αγίας Γραφής ως κεντρικού αναγνώσματος στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας σε συνδυασμό με ανταπάντηση στην πρόκληση εκείνων των μελών της Εκκλησίας που επηρεάζονταν είτε από την ιουδαϊκή τους προέλευση και υποτιμούσαν το Χριστό, ως τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, πολύ δε περισσότερο το Άγιο Πνεύμα, αφού γι᾽ αυτούς ένας είναι Κύριος ο Θεός κατά το Δεκάλογο του Μωϋσέως, που είναι ο Νόμος, είτε από την εθνική τους καταγωγή, με προεξέχουσα την Ελληνική σκέψη, κατά την οποία η συμπαντική πραγματικότητα διαιρείται στο νοητό και τον αισθητό κόσμο, εκ των οποίων ο νοητός είναι ανώτερος, ταυτίζεται μεν με το Θεό, αλλά συγχρόνως δεν δικαιολογεί την ετερότητα των προσώπων, και, επομένως, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα, που δρουν, κατά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στην ιστορία, όπως καταγράφεται στην Αγία Γραφή, πρέπει μετά τη δράση τους να απορροφηθούν από το πρόσωπο του Θεού Πατέρα, για να υπάρξει ενότητα στο νοητό κόσμο, τον κόσμο πέραν της αισθητής πραγματικότητος.
2. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Καππαδόκης στην καταγωγή (329-390), ανήκε σε οικογένεια γαιοκτημόνων, ένα είδος ακριτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και γι᾽ αυτό η παιδεία που έλαβε, όπως και ο αδελφός του Καισάριος, αργότερα έπαρχος της Βιθυνίας, ήταν παιδεία που εξασφάλιζε μια θέση στη διοικητική μηχανή της αυτοκρατορίας. Η στροφή του στην εκκλησιαστική ζωή οφείλεται στην οικογένειά του αλλά και στο φίλο του Μέγα Βασίλειο, με τον οποίο συνέπεσαν για σπουδές Σοφιστικής στην Αθήνα, που στις μέρες τους ήταν ακόμη κέντρο της Ελληνικής παιδείας αλλά και της θεουργίας της θρησκείας του δωδεκάθεου. Γνωρίζοντας καλά την Αγία Γραφή αλλά και την Ελληνική κλασική σκέψη και έχοντας ως βάση τη βαπτισματική ομολογία και τη συνοδική ερμηνεία της Α´ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια ο Άγιος Γρηγόριος προβαίνει σε μία ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητος, διακρίνοντας τον Τριαδικό Θεό από την κτίση, τη δημιουργία του κόσμου, και την πορεία του ανθρώπινου γένους. Ωστόσο, κτίση και ιστορία κατά το λόγο της δημιουργίας και της εκρηκτικής πορείας εν χρόνω είναι σημεία της μεγαλειότητος και δυνάμεως του Τριαδικού Θεού, καθώς τα πάντα έχουν λόγο υπάρξεως, λογοποιούνται από τον εν αρχή Λόγο, που παραδεικνύει τη θεότητά του με τη δημιουργία του κόσμου, καθώς Αυτός είπε και εγένετο, με την άσαρκη αποκάλυψή του στους θεόπτες Προφήτες, με την ένσαρκη παρουσία του και τη διαρκή του φανέρωση Πνευματικώς, με τη διαρκή του κλήση για εκκλησιασμό των πάντων σε μία πορεία αναβαθμών και τελειώσεως, παρά τις παλινδρομήσεις του ανθρώπινου γένους, που επιφέρει πόνους ακόμη και στην άλογη κτίση.
3. Εκκινώντας, λοιπόν, από την ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητας ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στην οικουμενικότητα της Προφητικής μαρτυρίας και εξαγγελίας για την επανάκαμψη του ανθρώπινου γένους στην κατά χάρη θεοείδειά του με την πρόσληψή του από τον ίδιο το Δημιουργό του, ως ένα διαρκές κτίσιμο, μία διαρκή ζωοποίηση στο βαπτιστήριο της Εκκλησίας και συναγωγή των πάντων, ζώντων και τεθνεώτων και ερχομένων κατά την ευδοκία του Πατρός, τη λογοποίηση των πάντων υπό του Υιού και τη ζωοποίησή των υπό του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με τη βαπτισματική ομολογία και τη συνόψιση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο της αναίμακτης θυσίας στη Θεία Ευχαριστία. Ενώ, λοιπόν, ο Άγιος Γρηγόριος γνωρίζει την τέχνη του ανθρώπινου λόγου κατά το κατάκτημα της Ελληνικής παιδείας, η ερμηνευτική του θέαση απλώνεται στους ανοιχτούς ορίζοντες της οικουμενικής θέασης της Προφητικής μαρτυρίας μιας συγχρονικής συμπτώσεως ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, που διακρατείται από την παντουργό παρουσία της δυνάμεως του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε στην κτίση και την ιστορία την πρώτη στιγμή της δημιουργίας ως φως απρόσιτο, πέραν και πάνω από την κτιστή πραγματικότητα. Γι᾽ αυτό η ομολογία της ομοουσιότητος των προσώπων της Αγίας Τριάδος υπερβαίνει την τεχνολογία του ανθρώπινου λογισμού μιας στενής επιχειρηματολογίας της ανθρώπινης γνώσεως, εγωϊστικής, μερικής και αλληλοαναιρούμενης θέασης του κόσμου, των κοινωνικών συμβατικοτήτων και της καταδυναστεύσεως. Το Απολυτίκιο του Αγίου τού ανταποδίδει ακριβώς αυτή την οικουμενική θέαση: «Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι», όπου με τον όρο θεολογία αποδίδεται η ομολογία του Τριαδικού Θεού, ως ομοουσίων υποστάσεων, ως Μονάδος κατά τη φύση και την ουσία και Τριάδος προσώπων, κατά τη βαπτισματική ομολογία, την προσκύνηση και το δοξασμό, όπως λέγεται, εξάλλου, και στο Κάθισμα μετά τον Πολυέλαιον:«Στηλιτεύων τὴν πλάνην τῶν δυσσεβῶν, τὰς Γραφὰς διανοίγων θεοπρεπῶς, ἐξέπεμψας δόγματα,ὑπὲρ μέλι ἡδύνοντα, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας, σαφῶς ἀξιάγαστε, τῇ Τριάδι λατρεύειν, ἐν Μονάδι Θεότητος·ὅθεν τοῦ Σωτῆρος, τὴν μορφὴν ἐν εἰκόνι προέστησας ἀσπάζεσθαι, σχετικῶς τὸ ἀνθρώπινον. Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».
4. Θα πρέπει να υπογραμμίζεται πάντα αυτή η οικουμενική θέαση του σύμπαντος κόσμου ως η ερμηνευτική πρόταση της Αγίας Γραφής υπό του Αγίου Γρηγορίου, κατά την οποία η λειτουργική πράξη αποτελεί συμπερίληψη της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων και όλου του πληρώματος της δημιουργίας. Αυτό αποδίδεται με το Κάθισμα, ἦχος πλ. δ´, ως μία ανάκληση στη πρώτη στιγμή της δημιουργίας: «Ἐξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν Κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας, τῶν Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς Πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».
Α. 1. Με την Απόδοση της εορτής των Θεοφανείων κλείνει η περίοδος κατά Κυριακάς, που άρχισε με την Κυριακή Προ της Γεννήσεως του Χριστού, και επανέρχεται και πάλι η αρίθμηση των Κυριακών εκ του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία είχε διακοπεί με την ΙΑ´ Λουκά, Τῶν Ἁγίων Προπατόρων, Ἀγγαίου Προφήτου, 14 Δεκεμβρίου 2025. Από τη 15η Ιανουαρίου έως την 9η Φεβρουαρίου, Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, η περίοδος σημαίνεται από τις Καταβασίες της Υπαπαντής ως προχειρισμός της εορτής, ως εξαγγελία ενός γεγονότος που έρχεται, και η Εκκλησία προετοιμάζει τους χριστιανούς γι᾽ αυτό. Τον προχειρισμό της Υπαπαντής σημαίνουν επίσης οι διπλές καταβασίες κατά τις εορτές των μεγάλων Αγίων, οι εἱρμοί των Καταβασιών της Υπαπαντής «Χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος, ἐπεπόλευσέ ποτε· ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐπάγη, ἑκατέρωθεν ὕδωρ, λαῷ πεζοποντοποροῦντι, καὶ θεαρέστως μέλποντι. ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται[1]», ο κανόνας της Μικράς Παρακλήσεως και το Κοντάκιο τηςΥπαπαντής «Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ᾽ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος», γεγονότα και σημεία ενός συνεχούς υπομνηματισμού του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως και της μαρτυρίας της Θεοτόκου περί του σωματουμένου[2]Λόγου, οὐσιωδῶς, ήτοι πραγματικώς, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Υπογραμμίζεται για μια φορά ακόμη ότι στον ενιαύσιο κύκλο της λατρευτικής πράξης της Εκκλησίας καμία ημέρα δεν είναι αυτονομημένη, τα πάντα συνέχονται από το Λόγο του Θεού, καθώς εκδιπλώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας «σήμερον» και στους ατέλειωτους αιώνες μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων, ως μία διαρκής εξαγγελία και επαγρύπνηση «ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστίν».
2. Μετά τα Φώτα και μέχρι την Υπαπαντή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη μιας σειράς εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, όπως οι Άγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Όσιος Αντώνιος ο Μεγάλος, καθηγητής των μοναστών Αιγύπτου, οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας, οι Άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Άγιοι από όλες τις περιοχές, όπου αναδύθηκαν εν πολλοίς οι πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες, και λαμπρύνονται από τη δράση αυτών των Αγίων. Εδώ, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ- ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ, παρατίθεται κατωτέρω, μετά το σχολιασμό της εορτής των δύο Πατριαρχών, και ένα σημείωμα για την εορτή του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (21-1-26).
Β. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη της εορτής των δύο ιεραρχών γινόταν στη Μεγάλη Εκκλησία, οι δε Κανόνες αυτών είναι ποιήματα των Αγίων Θεοφάνους του Γραπτού για τον Άγιο Αθανάσιο και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού για τον Άγιο Κύριλλο, όπως και ο Κανόνας και οι Καταβασίες της Υπαπαντής από τον παράδελφο αυτού Κοσμά το Μελωδό.
2. α. Κατά την υμνολογία της εορτής, και ιδίως με τους Κανόνες των δύο Αγίων, προβάλλεται ως κοινό χαρακτηριστικό τους η υπαράσπιση της ορθοδόξου πίστεως, της Ορθοδοξίας, έναντι του Αρείου, του Σαβελλίου και ιδίως του Νεστορίου εν σχέσει με τον Άγιο Κύριλλο, αλλά συγχρόνως και τα καίρια σημεία της συνοδικής τους παρουσίας και των θεολογικών τους διατυπώσεων στο πλαίσιο της επίδρασής τους στην οικουμένη, σε όλο τον κόσμο, ως Πατέρες και οικουμενικοί «διδάσκαλοι»:«Ἱεραρχῶν τοὺς ἀκραίμονας, καὶ παμφαεῖς φωστῆρας τῆς οἰκουμένης», «Ὀρθοδόξων τὸ κλέος», «τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας τρόπαια, ἀνεστήσατο καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης», «Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας», «τῶν Ὀρθοδόξων τὸ κέρας», «Ὀρθοδοξίας ἀκτῖσι περιλαμπόμενοι»: «ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῶν σοφωτάτων Διδασκάλων ἡμῶν, Ἀθανασίου τε καὶ Κυρίλλου», «Πρέσβευε Δέσποινα, μετὰ τῶν Διδασκάλων», «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε», «Δεῦτε φιλέορτοι πάντες πανηγυρίσωμεν, τὴν μνήμην τῶν ἐνδόξων, Διδασκάλων τιμῶντες», «Τὴν ἱερὰν Ξυνωρίδα τῶν Διδασκάλων», «τὴν ἀεισέβαστον δυάδα τῶν Διδασκάλων ἡμῶν», «οἱ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἱερώτατοι Διδάσκαλοι», «καὶ τῆς οἰκουμένης οἱ Διδάσκαλοι», «Διδάσκαλον κήρυκα, ἱεροφάντην τοῦ τρισηλίου φωτός», «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς».
β. Είναι χαρακτηριστική η ορολογία περί διδασκαλίας των πιστών με συγκεκριμένες ερμηνευτικές διατυπώσεις, όπως για τον Άγιο Αθανάσιο ότι ερμήνευσε την ομολογία της Αγίας Τριάδος και της ομοουσιότητος του Υιού με τον Πατέρα στη Σύνοδο της Νικαίας, δηλαδή την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, μία ομολογία που αφορά στο ίδιο το Σύμβολο της Πίστεως και γι᾽ αυτό φέρεται ως δέκατος τρίτος Απόστολος: «Ἀπόστολον δεικνύει, τρισκαιδέκατον Πάτερ, τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν κηρύττοντα. Σὺ θεϊκῷ, ζήλῳ σφοδρῶς πυρπολούμενος, τῇ Συνόδῳ συναγωνιζόμενος, καὶ πρὸ τοῦ σέ, Πρόεδρον τελεῖν, ἐν τῇ Νικαέων, κυρύττεις τὸ Ὁμοούσιον· διὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς Ποιμενάρχην, καὶ Διδάσκαλον σὲ προχειρίζεται», Κανών Αγ. Αθανασίου, Ωδή δ´, τροπάριο β´. Υπό τον αυτό νοηματικό άξονα έν σχέσει προς τον όρο ὁμοούσιος είναι και το τέταρτο τροπάριο της Ωδής ε´: «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε, ἀκομψεύτῳ φράσει, μετὰ τοὺς Ἀποστόλους εὐμοίρησεν, Ἐκκλησία Πάτερ, ἡ τοῦ Χριστοῦ διασαφοῦντα, τὸν ἀμώμητον λόγον τῆς Πίστεως», ενώ με το δεύτερο τροπάριο της ζ´ Ωδής βαίνων ο λόγος προς μία ερμηνευτική κορύφωση απηχεί τους Λόγους προς Σεραπίωνα περί Αγίου Πνεύματος, όπως, όμως, προσλήφθηκαν από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, τη Β´ Οικουμενική Σύνοδο, τη λειτουργική πράξη, τις μετέπειτα Συνόδους και τους Πατέρες και ιδίως την Έκδοση Ακριβή της Ορθοδόξου πίστεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και την ερμηνευτική του υμνολόγηση, ιδίως με τους Κανόνες: «Ὁμότιμον, σύνθρονον, Πατρὶ τὸν Λόγον, μονογενῆ τε Υἱόν, ὀρθοδόξως κηρύξας, ἀθανασίας Πάτερ ἐπώνυμε, αὖθις διδάσκεις, τὸ Πνεῦμα Γεννήτορι, καὶ τῷ Υἱῷ συμφυὲς καὶ ὁμοούσιον». Είναι σαφές ότι ο όρος ὁμοούσιον για το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένας όρος που τον εισηγήθηκε ο Άγιος Αθανάσιος αλλά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι Λόγοι του οποίου απετέλεσαν το ερμηνευτικό και κειμενικό πρόπλασμα για τη θεολόγηση της ομοουσιότητος της Αγίας Τριάδος και το έργο του Αγίου Πνεύματος με την Πεντηκοστή και την υμνολογική έκφραση. Πάντως, με τον Ειρμό της θ´ Ωδής ο όρος Θεοτόκος απηχεί τη χρήση του από τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους Πατέρες της Αλεξάνδρειας που τον χρησιμοποιεί συναφώς με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως.
Με μία πρώτη προσέγγιση του Κανόνα του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Θεοφάνης έχει ως πρότυπο τον Κανόνα του Αγίου Κυρίλλου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, γιατί από το θεολογικό υπόβαθρο αναδύεται η προσπάθεια αναδείξεως της θεολογικής ενότητος και ερμηνευτικής ταυτότητος αμφοτέρων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την κειμενική τους παραγωγή.
γ. Ο ποιητής του Κανόνα στον Άγιο Κύριλλο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γνώστης άριστος των κειμένων του Αγίου Κυρίλλου και της συνοδικής επιρροής στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, συνοψίζει με ένα τρόπο δωρικό τον πυρήνα της ερμηνευτικής στόχευσης του Αγίου Κυρίλλου για την ενότητα της Θείας Οικονομίας και τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, που είναι η ενότητα των δύο Διαθηκών, γιατί είναι ο εις και ο αυτός Λόγος που δρα σε αμφότερες και ο τρόπος της ενανθρωπήσεως που έγινε «δι᾽ ἡμᾶς»: Ωδή η´, τροπάρια δύο και τρία: «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς, τὰς δύω Κύριλλε, σαφῶς ἀνέπτυξας Ὅσιε, Διαθήκας· ὡς γὰρ ἄγκυραν, καὶ πατρικὸν κλῆρον τοὺς σούς, ἔχουσα λόγους βοᾷ· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον./Λόγου σαρκωθέντος δι᾿ ἡμᾶς, τοῦ παντεχνήμονος, σὺ τὴν ἀπόρρητον, διδάσκεις ἕνωσιν Κύριλλε, ἀδιαίρετον ἀσύγχυτον, τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερα ῥοπάς, ἴσως ἐκκλίνας βοῶν· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον». Την κορύφωση του Κανόνα αποτελούν το πρώτο και δεύτερο τροπάριο της θ´ Ωδής, κυριαρχούμενα από τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, που συνιστά το κριτήριο της Ορθοδοξίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ό,τι συνιστά ο όρος ὁμοούσιος- ομοούσιον για την ομολογία της Αγίας Τριάδος, ως δύο κρίκοι που ενώνουν Άγιο Βάπτισμα και πορεία προς τη Θεία Ευχαριστία: «Ὕψωμα Χριστοῦ κατεπαρθὲν τῆς γνώσεως, καὶ τῆς τούτου Θεομήτορος, Κύριλλε, ἅπαν κατὰ κράτος, καθεῖλες Νεστορίου τὴν ἄθεον, υἱῶν δυάδα ὡσαύτως καὶ σύγχυσιν, τῶν Ἀκεφάλων τὴν τῶν φύσεων./ Ῥώσει τῶν φρενῶν καὶ φωτισμῷ τῆς χάριτος, τὴν Τριάδα ὁμοούσιον, τόν τε Υἱὸν σεσαρκωμένον, Θεὸν θεολογήσας Μακάριε, ὀφθείς τε τῆς Θεοτόκου ὑπέρμαχος, ἐν τοῖς ὑψίστοις νῦν δεδόξασαι».
Γ. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί ουσιαστικά τον Επίλογο της Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς. Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αποσπάσματα εκ των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου, ενός ζηλωτή Ισραηλίτη, γνώστη κατά πάντα του Νόμου και των λατρευτικών διατάξεων του Ισραήλ, που με οραματικό τρόπο δέχθηκε την κλήση του Αναστάντος Χριστού, εξήλθε προς τα έθνη κηρύττων το Χριστό της αναίμακτης θυσίας, ως το Μεγάλο Αρχιερέα που καλεί όλους τους λαούς «ἔξω τῆς παρεμβολῆς», έξω της πύλης, τον κάθε άνθρωπο στο δείπνο της Βασιλείας του!
Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από μία περιοδεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα και ενώ περνούσε «διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας» (Λουκ. ιζ´, 11). Στη συνάντηση με τους δέκα λεπρούς στην είσοδο κάποιας κωμόπολης, που ζούσαν σαν εξόριστοι έξω από αυτήν και η θεραπεία τους με το λόγο, όχι γιατί ο Χριστός δεν έδειξε διάθεση προσεγγίσεώς τους, αλλά γιατί οι ίδιοι, καταταλαιπωρημένοι σε άκρα απόγνωση και ταπείνωση για την άσχημη κατάστασή τους, «ἔστησαν πόρρωθεν» ζητώντας με δυνατή φωνή να τους ελεηθεί ο Χριστός: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», τίθεται το θέμα της αποδοχής του κηρύγματος του Χριστού, όπως και της πραγματικής πίστης τόσο από τους Ιουδαίους όσο και από τους αλλογενείς. Μετά την επίδειξή τους στους ιερείς για την πιστοποίηση ότι είναι καθαροί από τη λέπρα, «ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ» μόνο ένας, που ήταν αλλογενής Σαμαρείτης, πράγμα το οποίο σημειώνει ο Χριστός, επαινώντας την πίστη του, αν και αλλογενής. Το Ανάγνωσμα κατακλείεται με τη συζήτηση του Χριστού με τους Φαρισαίους, οι οποίοι, με ένα τραγικό τρόπο αρνούμενοι τη θεοσημία επί των λεπρών, έπιασαν κουβέντα με το Χριστό, για να τον εξετάσουν τί ξέρει για τα σημεία της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, προφανώς κατά τις προφητικές καταγραφές, ουσιαστικώς, όμως, με ένα άκρως υποκριτικό τρόπο προσπάθησαν να μειώσουν τη θεοσημία, αρνούμενοι ότι ο Χριστός ενήργησε ως Θεός, γι᾽ αυτό και ο Χριστός τους απαντά με ένα σκληρά ειρωνικό τρόπο: «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». Είναι σαν και να τους λέγει ότι έχουν αναγάγει σε θεό τον εαυτό τους, όπως έκαναν κατά την αποστασία τους ο Αδάμ και η Εύα, και δεν έχουν καμία ανάγκη από τη βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι εγωπαθείς αρρωστημένοι άνθρωποι. Σε αντίστιξη με τους άρρωστους σωματικά λεπρούς και τη μειωμένη ανταπόκριση στην ευχαριστία ως δωρεά του Θεού κατά τη δεκτικότητά τους, οι πραγματικά άρρωστοι, εμμένοντες στη φθοροποιό αποστασία, αποδεικνύονται οι Φαρισαίοι, οι οποίοι έχουν ειδωλοποιήσει τον εαυτό τους, ενώ ένας αλλογενής Σαμαρείτης δέχεται τη δωρεά της σωτηρίας.
2. Το περιστατικό της θεοσημίας με τη θεραπεία των δέκα λεπρών συνοψίζει αφενός μεν τον οικουμενικό και άνευ συμβατικών διακρίσεων του κηρύγματος του Χριστού, της αποκαλύψεώς του ως του Ζώντος Θεού όλων των ανθρώπων, αφετέρου δε με τη μη ανταπόκριση του παλαιού Ισραήλ κατά την πατρώα κλήση, αρχίζει να συνάγεται ο νέος Ισραήλ της πίστεως εν Χριστώ.
Α. 1. Η σημερινή εορτή είναι μία εν μέρει επανάληψη της εχθεσινής εορτής ως κατακλείδος, δηλαδή, των Θεοφανείων, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές που η δεύτερη ημέρα είναι η σύναξη του συμμαρτυρούντος προσώπου κατά την εορτή της κυριώνυμης ημέρας. Π.χ. τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τιμάται Ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τη δεύτερη ημέρα του Ευαγγελισμού τιμάται Ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχιστρατήγου Γαβριήλ. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο πέραν της επανάληψης των Καταβασιών:«Στείβει θαλάσσης…» και του Κανόνος των Θεοφανείων με τον Ειρμό της α´ Ωδής: «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα…» αντί Τρισαγίου αυτονόητα ψάλλεται το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε…».
2. α. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ή Σύναξη τοῦ Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου γινόταν «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, περιοχή βορειότερα της Παναγίας των Χαλκοπρατείων, μία περιοχή πολύ σημαντική εξ απόψεως στρατιωτικής και φύλαξης. Από το Συναξάριο (Synaxarium Costantinopolitanun), εξάλλου, πληροφορούμαστε ότι η τιμία χείρ του Προδρόμου μεταφέρθηκε από κάποιο διάκονο Ιώβ από την Αντιόχεια επί βασιλείας Κωνσταντίνου και Ρωμανού των Πορφυρογέννητων και ενώ ετίθετο προς προσκύνηση υπό των χριστιανών, μετά φυλασσόταν στο Παλάτι, «ἐν τοῖς βασιλείοις». Προφανώς είναι το καταπίστευμα που θησαυρίζεται στο Παλάτι Τοπ-Καπί στην Κωνσταντινούπολη και δεν είναι προσιτό στους επισκέπτες παρά μόνο με ειδική άδεια.
β. Πάντως στη λαϊκή αφήγηση καταγράφεται μία Παράδοση (Ν. Πολίτη, Παραδόσεις) περί τιμίας χειρός Αγίου, που ήταν εύπλαστη και ενώπιόν της παρείχετο η δικαιοσύνη στην Κωνσταντινούπολη, οπότε η χειρ εκινείτο αναλόγως της αληθούς ή ψευδούς μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος. Ίσως αυτό συνδέεται με το καταγραφόμενο θαύμα που συνέβαινε στην Αντιόχεια, καθώς εκεί αντί του Τιμίου Σταυρού υψώνετο η χείρ του Προδρόμου και αναλόγως εκτεινόταν ή συστελλόταν.
Β. 1. Αποστολικό Ανάγνωσμα και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ταυτόσημα ως μαρτυρία περί της παρουσίας του Προδρόμου ως Βαπτιστού του Χριστού, και συγχρόνως ως προς τη μετάβαση στο βάπτισμα υπό των Αποστόλων εν Αγίω Πνεύματι εν τη μαρτυρία Ιησού Χριστού.
2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα Ανάγνωσμα οραματικού χαρακτήρα, από τα πλέον συγκλονιστικά των Πράξεων των Αποστόλων, σε μία παραλληλία προς το δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων περί της ελεύσεως, επιφοιτήσεως, του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία ο Απόστολος Παύλος ήταν απών, ζώντας ακόμη ως «ζηλωτής». Ερχόμενος στην Έφεσο πλέον ως Απόστολος του Χριστού συναντά ισραηλίτες που είχαν λάβει το βάπτισμα του Ιωάννου, ακολουθεί το βάπτισμα στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, η επίθεση των χειρών του Αποστόλου Παύλου επ᾽αυτών και η ακολουθείσασα φανέρωση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, όπως γλωσσοφωνία και προφητεία, ένα γεγονός όμοιο με το γεγονός της Πεντηκοστής, ή της Εκκλησίας ως συμπαρεκτεινόμενης Πεντηκοστής. Επ᾽ αυτού μπορούμε να σημειώσουμε τρία στοιχεία: α) τη δύναμη της εκφοράς του ονόματος του Ιησού Χριστού, ως μονομελούς βαπτισματικής ομολογίας αλλά και ως ονόματος εν συνεχεία της νηπτικής πράξης της Εκκλησίας ως μονολόγιστης προσευχής, β) ο αριθμός των βαπτισθένων είναι δώδεκα, όπως και κατά την Πεντηκοστή με τους Δώδεκα Απόστολους, καθότι ήδη είχε συμπληρωθεί ο αριθμός δώδεκα με την κλήρωση του Απόστολου Ματθία, όπως καταγράφεται το γεγονός στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων, και γ) το κήρυγμα στη συναγωγή περί της βασιλείας του Θεού, που αποδεικνύει πώς οι Απόστολοι στηρίχτηκαν στο θεσμό της συναγωγής για το άπλωμα του κηρύγματός τους προς τα έθνη.
Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί προσωπική μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πράγμα που εξάγεται από τη συνέχεια της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, η οποία διαβάζεται ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος αποτελεί μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τη δυάδα[1] των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, που παρέχουν τη μαρτυρία του περί του Βαπτίσματος του Ιησού[2].
2. Ως προς το περιεχόμενο του Ευαγγελικού Αναγνώσματος πρέπει να υπογραμμισθούν τέσσερα τουλάχιστον σημεία: α) Η διατύπωση «οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν» είναι ομολογία περί της θεότητος του Χριστού, γιατί ως προς την ηλικία η γέννηση του Προδρόμου έγινε έξη μήνες νωρίτερα. Επιπλέον ο όρος πρώτος απηχεί το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού ως Πρωτοτόκου εκ νεκρών δι᾽ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν, β) η διά παραστάσεως περιγραφή της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος («ὡς»)[3], γ) η οραματική μαρτυρία του Προδρόμου περί του πέμψαντος αυτόν να βαπτίζει «ἐν ὕδατι», ως προετοιμασία του βαπτίσματος Ἁγίῳ Πνεύματι, και δ) περί του Χριστού ως Υιού του Θεού και βαπτίζοντος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Η τελευταία διατύπωση, που εν πρώτοις φαίνεται δυσνόητη, μπορεί να αποσαφηνισθεί με την ερμηνευτική πρόταση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ότι ο λουτήρας των Μαθητών στο Μυστικό Δείπνο συνιστά το βάπτισμα των Μαθητών.
[3]. Μία από τις πλέον φιλόκαλες και νηπτικές ερμηνείες του γεγονότος του βαπτίσματος του Χριστού και της φανερώσεως της Αγίας Τριάδος δίδεται με το δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο: «Ὑψόθεν προσέβλεψας σοφέ, Ἰωάννη Πρόδρομε, Πατρὸς τὴν δόξαν τὴν ἄρρητον, Υἱὸν ἐν ὕδατι, καὶ τὸ Πνεῦμα εἶδες, ἐπελθὸν ὡς πέλειαν, καθαῖρον καὶ φωτίζον τὰ πέρατα· διὸ Τριάδος σε, μυστιπόλον ἀναμέλποντες, σοῦ τιμῶμεν, τὴν θείαν πανήγυριν».
(Έλεγχος φαρισαϊκής αυστηρότητας – παράδειγμα Δαβίδ, Πέτρου, Κορινθίου)
Σημείωση:Ο όρος «Νοβατιανῆς Σκληρότητος» αναφέρεται στην άκαμπτη και ανελεή στάση που χαρακτήρισε τον Νοβατιανό (3ος αι.), ο οποίος δίδασκε ότι η Εκκλησία δεν έχει εξουσία να συγχωρεί βαριά αμαρτήματα (ιδίως την αποστασία κατά τους διωγμούς), ακόμη κι αν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια. Η στάση αυτή κρίθηκε αντικανονική και αντιαγιοπνευματική από την Εκκλησία, διότι αρνείται το φιλάνθρωπο έλεος του Θεού και θεραπευτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας.
12. Ἡ Ἀγάπη ὡς Κανών τῆς Ἐκκλησίας
(Όπου υπάρχει αμφιβολία, να υπερισχύει η φιλανθρωπία)
Α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από τη δεύτερη Επιστολή Προς Τιμόθεον. Η Επιστολή Β´ Προς Τιμόθεον είναι χρονικά η τελευταία Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και γράφτηκε από τη φυλακή του στη Ρώμη εν αναμονή της εκτελέσεώς του: «ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος». Η σημερινή περικοπή είναι μέρος των παραινέσεων του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, ο οποίος υπήρξε από τους πλέον έμπιστους μαθητές του Απόστολου Παύλου, από τα Λύστρα της Λυκαονίας με μητέρα Ιουδαία χριστιανή και πατέρα Έλληνα. Μολονότι ήταν ασθενικός ανέλαβε αποστολές στη διάρκεια των περιοδιών του Αποστόλου Παύλου σχεδόν σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, ενώ έδρασε ως επίσκοπος της Εφέσου, που σήμερα είναι μία από τις Γεροντικές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φαίνεται ότι ο Τιμόθεος βρέθηκε στη Ρώμη κοντά στο φυλακισμένο Παύλο και μετά το μαρτύριό του επέστρεψε στην Έφεσο, όπου μαρτύρησε και ο ίδιος από τους ειδωλολάτρεις που είχαν κέντρο τους το ναό, «καταγώγιον», της θεάς Αρτέμιδος. Λόγω της διπλής καταγωγής του ο Απόστολος Τιμόθεος φαίνεται ότι εκινείτο με άνεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, εθνικό και ιουδαϊκό, και οι παραινέσεις του Αποστόλου Παύλου προς αυτόν φέρουν τον εκφραστικό- παραδειγματικό τρόπο των δύο κόσμων σε αντιστοίχιση με το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της Εφέσου και του Ελληνορωμαϊκού κόσμου της Μεσογείου, όπου αναδύθηκαν οι πρώτες Αποστολικές κοινότητες. Πάντως κέντρο των παραινέσεων είναι ο Ιησούς Χριστός κατά τις επαγγελίες, όμως, των Προφητών («ἐκ σπέρματος Δαυίδ») και, βέβαια, ο καινούργιος κόσμος των πιστών της χάριτος και της σωτηρίας εν Χριστώ Αναστάντι, που συνιστά το Ευαγγέλιο, το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Αυτό το τελευταίο απόσπασμα έχει ένα οραματικό χαρακτήρα, καθώς ο Απόστολος Παύλος αναμένει την εκτέλεσή του ζώντας μία συγκινησιακά μεθόρια κατάσταση προς την έσχατη κρίση, που καταυγάζεται, όμως, από το ευαγγελικό του έργο και τη φωτοείδεια της «ἐπιφάνειας» του Χριστού, κάτι σαν το όραμα της κλήσης του καθοδόν προς Δαμασκό.
Β. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η αρχή του Ευαγγελίου του Ευαγγελιστή Μάρκου. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος κατονομάζεται στις Επιστολές του Απόστολου Παύλου και φαίνεται πως κήρυξε στη Ρώμη και στην Αίγυπτο, είναι μάλιστα ο πολιούχος του αποστολικού θρόνου της Αλεξανδρείας και ο προστάτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έχων ως σύμβολο, κατ᾽ αναγωγή προς το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, το λιοντάρι. Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι το Ευαγγέλιο των εθνών και, μολονότι το αρχαιότερο όλων, διαβάζεται στον ενιαύσιο κύκλο μετά το Κατά Λουκάν, αρχής γενομένης την εβδομάδα προ των Φώτων, μία περίοδο που η Εκκλησία προετοίμαζε τους κατηχούμενους για το βάπτισμά τους.
2. Ένα είναι το θέμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ήτοι η παραβολή μεταξύ του βαπτίσματος του Ιωάννη του βαπτιστή στον Ιορδάνη, το οποίο αφορούσε στη μετάνοια του Ισραήλ και του βαπτίσματος των χριστιανών ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, που αφορά σε όλα τα έθνη, σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, η μικρή αυτή εισαγωγική τοποθέτηση του Ευαγγελιστή Μάρκου μάς θυμίζει το διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα περί της «ἐν Πνεύματι» λατρείας πέραν της Ιουδαίας, όπως και στο παρόν Ανάγνωσμα πέραν του Ιορδάνη. Και είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από το Λόγο του 40, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, όπου απορρίπτει την προσωποληψία για την τέλεση του βαπτίσματος και κατ᾽ ακολουθίαν και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας με τρόπο «οπαδικό», όπως έκαναν οι αιρετικοί και κάνουν οι καταχραστές των κοινών αγαθών της Εκκλησίας διαχρονικά, που είναι και πολύ «πνευματικοί»: «Μὴ εἴπης· Ἐπίσκοπος βαπτισάτω με, καὶ οὗτος μητροπολίτης, ἢ Ἱεροσολυμίτης (οὐ γὰρ τόπων ἡ χάρις, ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος), καὶ οὗτος τῶν εὖ γεγονότων. Δεινὸν γάρ, εἰ τῷ βαπτιστῇ τὸ εὐγενές μου καθυβρισθήσεται· ἢ πρεσβύτερος μέν, ἀλλὰ καὶ οὗτος τῶν ἀγάμων, καὶ οὗτος τῶν ἐγκρατῶν καὶ ἀγγελικῶν τὴν πολιτείαν· δεινὸν γάρ, εἰ ἐν καιρῷ καθάρσεως ῥυπωθήσομαι. Μὴ ζήτει ἀξιοπιστίαν τοῦ κηρύσσοντος, μηδὲ τοῦ βαπτίζοντος. Ἄλλος ὁ τούτων κριτής, καὶ τῶν ἀφανεστέρων δοκιμαστής· ἐπειδή, ἄνθρωπος μὲν εἰς πρόσωπον, Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν. Σοὶ δὲ πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν· μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων, καὶ μὴ τῶν προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλότριος».
Με συγκατάβαση ο Σωτήρας, προς το ανθρώπινο γένος, δέχθηκε να τυλιχθεί με σπάργανα· δεν αποστράφηκε την περιτομή της σάρκας, Αυτός που είναι οκτώ ημερών κατά τη Μητέρα, αλλά άναρχος κατά τον Πατέρα. Σ’ Αυτόν ας αναφωνήσουμε με πίστη: Εσύ είσαι ο Θεός μας· ελέησέ μας.
Δεν ντράπηκε ο Πανάγαθος Θεός να υποστεί την περιτομή της σάρκας, αλλά πρόσφερε τον εαυτό Του ως τύπο και υπόδειγμα για τη σωτηρία όλων. Διότι ο Δημιουργός του Νόμου εκπληρώνει τον Νόμο και όσα οι Προφήτες κήρυξαν γι’ Αυτόν· Αυτός που κρατά τα πάντα στο χέρι Του, κι όμως τυλίχθηκε με σπάργανα. Κύριε, δόξα σε Σένα.
Θεολογικός σχολιασμός
Τα τροπάρια της Περιτομής του Κυρίου αποκαλύπτουν με υποδειγματικό τρόπο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως και της σωτηριολογικής οικονομίας του Θεού Λόγου. Ο Χριστός παρουσιάζεται όχι απλώς ως βρέφος που υπακούει σε έναν εξωτερικό νόμο, αλλά ως ο άναρχος και αιώνιος Θεός, ο οποίος ελεύθερα εισέρχεται στον χρόνο και αποδέχεται τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης υπάρξεως για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
Η υμνολογία τονίζει εξαρχής ότι η ενανθρώπηση δεν είναι φαινομενική, αλλά απολύτως πραγματική. Ο Σωτήρας «κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν» και «οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν». Με αυτές τις εκφράσεις η Εκκλησία ομολογεί ότι ο Λόγος προσλαμβάνει όχι μόνο την ανθρώπινη φύση γενικώς, αλλά και τη συγκεκριμένη ιστορική της μορφή: τη γέννηση, τη βρεφική ηλικία, την ένταξη στον Ιουδαϊκό Νόμο. Η περιτομή, ως σωματική πράξη, βεβαιώνει ότι ο Χριστός δεν αποφεύγει τίποτε από όσα ανήκουν στη φθαρτή ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς όμως να μολύνεται από την αμαρτία.
Κομβικό σημείο των τροπαρίων αποτελεί η χριστολογική αντιπαράθεση: «ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα». Σε μία φράση συμπυκνώνεται η πίστη της Εκκλησίας στον έναν Χριστό με δύο φύσεις. Ο ίδιος που μετρά ημέρες σύμφωνα με την ανθρώπινη γέννησή Του, είναι ταυτόχρονα Αυτός που δεν έχει αρχή ως προς τη θεία Του γέννηση. Η περιτομή δεν αφορά έναν «απλό άνθρωπο», αλλά την ίδια τη θεία Υπόσταση του Λόγου, ο οποίος ενεργεί μέσα από την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε.
Ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα έχει η φράση ότι ο Χριστός δίδει τον εαυτό Του «τύπον καὶ ὑπογραμμόν πᾶσι πρὸς σωτηρίαν». Η περιτομή δεν είναι αναγκαία για τον Χριστό, αλλά γίνεται για χάρη μας. Λειτουργεί ως τύπος της πνευματικής περιτομής, δηλαδή της αποκοπής της αμαρτίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της εν Χριστώ ζωής. Έτσι, το γεγονός εντάσσεται οργανικά στη μυστηριακή και ασκητική ζωή της Εκκλησίας.
Καίρια είναι επίσης η δήλωση ότι «ὁ τοῦ Νόμου Ποιητής τὰ τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ». Ο Χριστός δεν καταργεί τον Νόμο αυθαίρετα, αλλά τον εκπληρώνει εκ των έσω. Ως Δημιουργός και Νομοθέτης, υποτάσσεται εθελουσίως στις διατάξεις Του, αποκαλύπτοντας ότι ο Νόμος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά παιδαγωγός που οδηγεί στη χάρη. Η υπακοή Του δεν είναι νομική αναγκαιότητα, αλλά σωτηριολογική πράξη αγάπης.
Τα τροπάρια κορυφώνονται στο μεγάλο παράδοξο της θείας οικονομίας: «ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς». Ο Θεός που συγκρατεί την κτίση γίνεται βρέφος, ο Άπειρος περιορίζεται, χωρίς να παύει να είναι Άπειρος. Η περιτομή, όπως και τα σπάργανα, δεν μειώνουν τη θεότητα του Χριστού, αλλά φανερώνουν τη δύναμη της θείας αγάπης που καταδέχεται να κατέλθει μέχρι τα έσχατα της ανθρώπινης κατάστασης.
Τελικά, τα τροπάρια δεν μας καλούν απλώς να θαυμάσουμε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά να ομολογήσουμε με πίστη: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Περιτομή του Κυρίου γίνεται αφορμή δοξολογίας, διότι μέσα από αυτήν αποκαλύπτεται ότι η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται με εξωτερική τήρηση νόμων, αλλά με τη θεανθρώπινη κοινωνία που εγκαινιάζει ο ενανθρωπήσας Λόγος, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη σάρκα στη χάρη και από τον τύπο στην αλήθεια.
Έλαβες χωρίς καμιά αλλοίωση την ανθρώπινη μορφή, ενώ παραμένεις Θεός κατά την ουσία, Κύριε πολυεύσπλαγχνε· και εκπληρώνοντας τον Νόμο, δέχθηκες εκούσια την περιτομή της σάρκας, για να καταργήσεις ό,τι ήταν σκιά και προτύπωση και να αφαιρέσεις το κάλυμμα των παθών μας. Δόξα στην αγαθότητά Σου, δόξα στην άπειρη ευσπλαχνία Σου, δόξα στην ανέκφραστη συγκατάβασή Σου, Λόγε του Θεού.
Θεολογικός σχολιασμός
Το τροπάριο αυτό αποτελεί πυκνή και υψηλής ακρίβειας ομολογία της ορθόδοξης χριστολογίας και σωτηριολογίας, ενταγμένη στο μυστήριο της Περιτομής του Κυρίου. Ο ύμνος ξεκινά με τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ο Χριστός, «Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν», προσλαμβάνει «μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην». Η φράση αυτή αποκλείει κάθε δοκητισμό ή μεταβολή της θείας φύσεως: η ενανθρώπηση δεν αλλοιώνει τη θεότητα, ούτε απορροφά την ανθρωπότητα, αλλά φανερώνει την αληθινή ένωση των δύο φύσεων «ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως», σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας.
Η πρόσληψη της ανθρώπινης μορφής δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη θεολογική πράξη, αλλά ως έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας του Θεού. Ο Χριστός ονομάζεται «πολυεύσπλαγχνος Κύριος», διότι η ενανθρώπηση και όσα τη συνοδεύουν —όπως η περιτομή— δεν επιβάλλονται από ανάγκη, αλλά πηγάζουν από την αγαθότητα και την αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Η σωτηρία δεν έχει νομικό ή μηχανικό χαρακτήρα· είναι καρπός θείας συγκαταβάσεως.
Η περιτομή ερμηνεύεται καθαρά ως εκούσια πράξη υπακοής: «θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν». Ο Χριστός εκπληρώνει τον Νόμο όχι ως υποκείμενος σε αυτόν, αλλά ως ο ίδιος ο Νομοθέτης. Η υπακοή Του δεν είναι εξωτερική συμμόρφωση, αλλά εσωτερική αποκάλυψη του αληθινού σκοπού του Νόμου, ο οποίος οδηγεί από το γράμμα στο Πνεύμα και από τον τύπο στην αλήθεια.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σωτηριολογική ερμηνεία της περιτομής: ο Χριστός την αποδέχεται «ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Εδώ ο ύμνος συνδέει άμεσα την πράξη της περιτομής με την κατάργηση της παλαιάς οικονομίας των σκιών. Οι τυπικές και προεικονιστικές διατάξεις του Νόμου βρίσκουν το τέλος και την πλήρωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού. Παράλληλα, η «περιτομή» λαμβάνει πνευματική διάσταση: γίνεται εικόνα της αποκοπής των παθών, της αφαίρεσης του καλύμματος που σκοτίζει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να κοινωνήσει της θείας ζωής.
Έτσι, η περιτομή του Χριστού δεν αφορά μόνο το παρελθόν της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά ανοίγει τον δρόμο για την ανακαίνιση του ανθρώπου. Προαναγγέλλει τη νέα, πνευματική περιτομή της καρδιάς, που θα πραγματωθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας.
Το τροπάριο ολοκληρώνεται με τριπλή δοξολογία, η οποία δεν διαχωρίζει τις ενέργειες του Θεού, αλλά τις ενώνει: δοξάζεται η αγαθότητα, η ευσπλαχνία και η «ἀνεκφράστος συγκατάβασις» του Λόγου. Η συγκατάβαση δεν είναι απλώς μία πράξη μεταξύ άλλων, αλλά το ίδιο το κλειδί της θείας οικονομίας. Ο Λόγος κατέρχεται για να ανυψώσει τον άνθρωπο, προσλαμβάνει τη σάρκα για να τη θεραπεύσει και εισέρχεται στον Νόμο για να τον μεταμορφώσει σε οδό χάριτος και ζωής.
Έτσι, το τροπάριο οδηγεί τον πιστό όχι μόνο σε δογματική ομολογία, αλλά και σε δοξολογική στάση: μπροστά στο μυστήριο της θεανθρώπινης συγκαταβάσεως, η μόνη αρμόζουσα απάντηση είναι η ευχαριστία και η δόξα προς τον φιλάνθρωπο Θεό.
Η Όγδοη ημέρα, που φέρει τον τύπο των μελλόντων, λαμπρύνεται και αγιάζεται από Εσένα, Χριστέ, με την εκούσια πτωχεία Σου· γιατί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τον Νόμο, περιτμήθηκες κατά τη σάρκα.
Ο Χριστός δέχεται την περιτομή την όγδοη ημέρα από τη γέννησή Του, και σήμερα μ’ αυτήν καταργεί τη σκιά, ανατέλλοντας το φως της νέας χάρης.
Θεολογικός σχολιασμός
Τα τροπάρια αυτά εστιάζουν στο μυστήριο της Ὀγδόας ἡμέρας ως καίριο θεολογικό σύμβολο, μέσα στο οποίο εντάσσεται η Περιτομή του Κυρίου και αποκαλύπτεται η μετάβαση από την Παλαιά στη Νέα Κτίση. Η Ὀγδόα δεν παρουσιάζεται απλώς ως χρονολογική στιγμή μετά την επταήμερη τάξη της κτίσεως, αλλά ως τύπος τοῦ μέλλοντος, δηλαδή ως προεικόνιση της εσχατολογικής πραγματικότητας, της Βασιλείας του Θεού και της νέας ζωής που υπερβαίνει τον παρόντα αιώνα.
Η Ὀγδόα «λαμπρύνεται καὶ ἁγιάζεται» από τον ίδιο τον Χριστό, όχι με κοσμική δόξα, αλλά με την «ἑκούσιον πτωχείαν» Του. Η εκούσια αυτή πτωχεία δεν περιορίζεται στη γέννηση εν σπηλαίῳ, αλλά συνεχίζεται και στην αποδοχή της περιτομής. Ο Χριστός, ενώ είναι ο πλούσιος της χάριτος και της ζωής, εισέρχεται ελεύθερα στην ανθρώπινη αδυναμία και ταπείνωση, ώστε να μεταβάλει την πτωχεία σε χώρο αγιασμού. Έτσι, η Ὀγδόα ημέρα καθαγιάζεται όχι απλώς ως εορταστικός χρόνος, αλλά ως φορέας σωτηριολογικού περιεχομένου.
Η φράση «ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί» υπογραμμίζει την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως και την ελεύθερη υπακοή του Χριστού στον Νόμο. Η περιτομή τελείται «νομίμως», όχι διότι ο Χριστός δεσμεύεται από τον Νόμο, αλλά διότι ο ίδιος ο Νομοθέτης επιλέγει να εισέλθει στο ιστορικό και σωτηριολογικό πλαίσιο του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό ο Νόμος δεν καταργείται βίαια, αλλά οδηγείται στην εκπλήρωσή του.
Στο δεύτερο τροπάριο γίνεται σαφής η δυναμική της υπερβάσεως: ο Χριστός «δέχεται περιτομήν τῇ ὀγδοάδι τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως», όμως ακριβώς με αυτήν την πράξη «τὴν σκιὰν καταστέλλει». Η περιτομή, ως σκιά και τύπος της Παλαιάς Διαθήκης, φθάνει στο τέλος της, διότι εμφανίζεται το φως της αλήθειας. Ο Χριστός δεν απλώς τηρεί έναν τυπικό θεσμό, αλλά τον μεταμορφώνει εκ των έσω και τον υπερβαίνει, εγκαινιάζοντας τη νέα οικονομία της χάριτος.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα του φωτός: «τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος». Η Περιτομή, ενώ φαίνεται ως πράξη που ανήκει στο παλαιό, γίνεται το ίδιο το σημείο της ανατολής του νέου. Το φως της χάριτος δεν έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία, αλλά ανατέλλει μέσα από αυτήν. Έτσι, η Ὀγδόη ημέρα γίνεται σύμβολο της νέας κτίσεως, της ζωής εν Χριστώ, που θα φανερωθεί πλήρως στην Ανάσταση —η οποία επίσης τελείται «μετὰ τὸ σάββατον», ως εσχατολογική Ὀγδόη.
Συνολικά, τα τροπάρια παρουσιάζουν την Περιτομή του Κυρίου όχι ως απλό γεγονός της παιδικής Του ηλικίας, αλλά ως θεολογικό πέρασμα: από τη σκιά στο φως, από τον Νόμο στη χάρη, από την παλαιά κτίση στη νέα. Η Ὀγδόη ημέρα γίνεται έτσι εορτή ελπίδας και προοπτικής, προαναγγέλλοντας την ανακαίνιση του ανθρώπου και την είσοδό του στην άκτιστη ζωή του Θεού διά του ενανθρωπήσαντος Λόγου.
Ο Λόγος που έγινε σάρκα, ο Υπέρτατος (ὁ ὑπερούσιος), περιτμήθηκε σύμφωνα με τον Νόμο, ως λήξη του Νόμου, αποτελώντας ταυτόχρονα την απαρχή της θείας χάριτος, και μας έδωσε ζωή άσπιλη και αμόλυντη.
Ο Χριστός, ως εκπλήρωση του Νόμου και μη αντίθετος προς αυτόν, έγινε άνθρωπος, εμφανίστηκε και αξιώθηκε να περιτεμηθεί εκούσια, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή Του.
Θεολογικός σχολιασμός
Ο Λόγος, ο Υπέρτατος και αληθινός Θεός, σαρκωθείς για την σωτηρία του κόσμου, υπάκουσε πλήρως στο Νόμο, περιτμηθείς ως οκταήμερος, όχι ως αντίθετος, αλλά ως πληρωτής και εκπληρωτής του Μωσαϊκού Νόμου. Με την περιτομή Του, ο Χριστός δεν μόνο σφραγίζει το τέλος του Νόμου, αλλά θεσπίζει και την απαρχή της θείας χάριτος· από Αυτόν πηγάζει η ζωή , αμόλυντη και αιώνια, που καθιστά τον άνθρωπο κοινωνό της θεότητας. Η εκούσια υπακοή Του στις εντολές του Νόμου υποδηλώνει την ταπείνωση της θείας Ενανθρωπήσεως και τη συμφωνία της σάρκας με το θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η οκτάημερη περιτομή Του γίνεται σύμβολο της ενότητας του Χριστού με τον εκλεκτό λαό και προτύπωση της καθαρτικής δύναμης της Χάριτος, η οποία υπερβαίνει τα όρια του Νόμου και εισάγει τους πιστούς στη ζωή της θείας οικονομίας. Έτσι, η σάρκα του Υιού ενσαρκώνει την αληθινή ζωή, και η θεία Χάρη γίνεται απαρχή της αιωνίου κλήσεως, ενώ ο Νόμος, με την πληρότητα που προσφέρει ο Χριστός, μεταμορφώνεται από κανόνα υποχρεώσεως σε μέσον σωτηρίας και θείας κοινωνίας.
Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκει απλώς στο ένδοξο παρελθόν της Εκκλησίας, αλλά παραμένει ζωντανός συνοδοιπόρος και διδάσκαλος κάθε πιστού. Η ζωή, ο λόγος και το έργο του συνθέτουν μια πνευματική μορφή που φωτίζει διαχρονικά τον δρόμο της πίστης, της αρετής και της αγάπης. Η Εκκλησία, μέσα από την υμνολογία και την παράδοσή της, δεν τον τιμά μόνο με λόγια, αλλά τον προβάλλει ως πρότυπο ζωής.
Οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδονται δεν είναι απλοί τίτλοι τιμής. Είναι παράθυρα που μας επιτρέπουν να εισέλθουμε στο βάθος της ψυχής του Αγίου και να κατανοήσουμε πώς η θεολογία γίνεται προσευχή, η γνώση γίνεται ταπείνωση και η πίστη γίνεται έμπρακτη αγάπη.
Α. Ο Μέγας Βασίλειος ως Θεολόγος της Εκκλησίας
Ουρανοφάντωρ – Βάσις τῶν Δογμάτων
Η Εκκλησία ονομάζει τον Μέγα Βασίλειο Ουρανοφάντορα, διότι μέσα από τον λόγο και τη ζωή του άνοιξε στους ανθρώπους το μυστήριο του ουρανού. Δεν μίλησε για τον Θεό θεωρητικά, αλλά ως άνθρωπος που Τον γνώρισε μέσα στην προσευχή και τη λειτουργική ζωή.
Ως Βάσις τῶν Δογμάτων, ο Άγιος έδωσε σταθερό έδαφος στην πίστη της Εκκλησίας. Με διάκριση και φωτισμό, προσδιόρισε τη γλώσσα με την οποία ομολογούμε τον Τριαδικό Θεό. Χάρη στη διδασκαλία του για την «μία ουσία και τις τρεις υποστάσεις», η Εκκλησία μπόρεσε να ομολογήσει καθαρά την αλήθεια της πίστης της και να διαφυλαχθεί από πλάνες.
Ιδιαίτερα με το έργο του «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ο Μέγας Βασίλειος υπερασπίστηκε τη θεότητα του Παρακλήτου. Για τον ίδιο, η ορθή πίστη δεν ήταν αντικείμενο διαλόγου ή συμβιβασμού, αλλά ζήτημα σωτηρίας.
Σάλπιγξ τῆς Θεολογίας – Μύστης τῆς Τριάδος
Ο λόγος του Αγίου υπήρξε σάλπιγγα θεολογίας. Ήχησε δυνατά σε εποχές σύγχυσης, όχι για να διχάσει, αλλά για να αφυπνίσει. Κάλεσε τον λαό του Θεού σε μετάνοια, σε ενότητα και σε αλήθεια.
Ταυτόχρονα, ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε Μύστης τῆς Τριάδος. Δεν περιορίστηκε σε λογικά σχήματα, αλλά βίωσε το μυστήριο του Θεού μέσα στην καθαρότητα της καρδιάς. Μας διδάσκει ότι η αληθινή θεογνωσία γεννιέται όταν ο άνθρωπος ζει εντός της Εκκλησίας και κοινωνεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ἔσοπτρον τοῦ Πνεύματος – Θεορρήμων
Η ασκητική ζωή του Αγίου κατέστησε την ψυχή του έσοπτρον τοῦ Πνεύματος. Μέσα από την εγκράτεια και την ταπείνωση, έγινε καθαρός καθρέφτης της θείας χάριτος. Όποιος τον πλησίαζε, δεν έβλεπε απλώς έναν λόγιο επίσκοπο, αλλά έναν άνθρωπο φωτισμένο από τον Θεό.
Ως Θεορρήμων, ο λόγος του δεν ήταν ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεόπνευστος. Η ρητορική του παιδεία δεν επισκίασε ποτέ το Ευαγγέλιο· αντιθέτως, το υπηρέτησε, μετατρέποντας τον λόγο του σε πνευματική τροφή για τον λαό.
Καθαιρέτης των Αιρέσεων
Ο Μέγας Βασίλειος στάθηκε αμετακίνητος απέναντι στην πλάνη. Σε καιρούς όπου η πίστη απειλούνταν και η αλήθεια αλλοιωνόταν από πολιτικές πιέσεις, εκείνος προτίμησε να υποφέρει παρά να σιωπήσει. Έτσι έγινε Καθαιρέτης τῶν Αἱρέσεων και φύλακας της Ορθοδοξίας.
Β. Παιδεία, Σοφία και Αρετή
Η Εκκλησία βλέπει στον Μέγα Βασίλειο την Ιερά Μέλισσα, που συνέλεξε τη σοφία από κάθε αγαθή πηγή και την προσέφερε ως μέλι πνευματικό. Ως Φωτοφόρος Φωστήρ και Στόμα τῆς Σοφίας, φώτισε όχι μόνο τον νου, αλλά και την καρδιά των ανθρώπων.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο χαρακτηρισμός Κανὼν τῆς Ἀρετῆς. Ο βίος του έγινε μέτρο ζωής. Δεν δίδαξε αρετή χωρίς να τη ζήσει. Με τους Ασκητικούς του Κανόνες έδειξε ότι η αγιότητα δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά υπεύθυνη παρουσία μέσα σε αυτόν, με αγάπη και διακονία.
Ως Ερμηνευτής τῆς Κτίσεως, μας υπενθυμίζει ότι ο κόσμος είναι δώρο Θεού και πρόσκληση δοξολογίας.
Γ. Η Ποιμαντική και Κοινωνική προσφορά του Αγίου
Η θεολογία του Μεγάλου Βασιλείου έγινε πράξη αγάπης. Ως Σιτοδότης, Πατὴρ Ὀρφανῶν και Πλοῦτος Πένησι, αγκάλιασε κάθε ανθρώπινο πόνο. Η Βασιλειάδα αποτελεί μέχρι σήμερα συγκλονιστικό παράδειγμα εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας.
Ο Άγιος μας διδάσκει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για Θεό, αν κλείνουμε την καρδιά μας στον αδελφό.
Δ. Ασκητικό και Ιερατικό Ήθος
Ως Κρατὴρ τῆς Σωφροσύνης, έζησε την εγκράτεια ως ελευθερία. Ως Αταπείνωτος Ὁμιλητής, στάθηκε με παρρησία απέναντι στην εξουσία, δείχνοντας ότι όποιος φοβάται τον Θεό δεν φοβάται τον κόσμο.
Η στάση του απέναντι στον αυτοκράτορα Ουάλη φανερώνει ότι η αληθινή ταπείνωση γεννά θάρρος και ελευθερία. Ως Ιεροφάντης και Λειτουργός, μετέτρεψε τη λατρεία σε εμπειρία ουρανού επί της γης.
Συμπέρασμα
Η πνευματική προσωπογραφία του Μεγάλου Βασιλείου δεν είναι απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά πρόσκληση ζωής. Ο Άγιος μας καλεί να ενώσουμε την ορθή πίστη με την έμπρακτη αγάπη, τη γνώση με την ταπείνωση και την προσευχή με τη διακονία. Γι’ αυτό και παραμένει αληθινά Μέγας, όχι μόνο στην ιστορία της Εκκλησίας, αλλά και στην καρδιά των πιστών.
Α. 1. Η Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού προσδιορίζεται μεταξύ 26-31 Δεκεμβρίου, εντός, δηλαδή, της εβδομάδος Αποδόσεως της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού και μία ημέρα πριν από την εορτή Τῆς κατὰ σάρκα Περιτομῆς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως κατ᾽ αυτήν την Κυριακή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τριών Αγίων, του Προφητάνακτος και Θεοπάτορος Δαυΐδ, του Ιωσήφ του Μνήστορος και του Ιακώβου του Αδελφοθέου. Με αυτόν τον εορτασμό η Εκκλησία καταφάσκει στο γεγονός της πραγματικής ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, προβάλλουσα με το Δαυΐδ τη γενεαλογία και εξαγγελτικά την εκούσια σάρκωση του Λόγου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όπως επανειλημμένα λέγεται αυτήν την περίοδο στα αγιογραφικά αναγνώσματα των ημερών, τα οποία διερμηνεύονται σε μία αντιστοιχία με τα υμνολογικά κείμενα καταβασιών, στιχηρών, ιδιόμελων, κανόνων, αντιφώνων και μεγαλυναρίων. Στο ίδιο πλαίσιο των προφητικών προρρήσεων και της πληρώσεώς τους ο γηραιός Μνήστωρ Ιωσήφ και ο υιός του εκ προτέρου γάμου Ιάκωβος, ο χαρισματικά αποκαλούμενος Αδελφόθεος, τιμώνται από την Εκκλησία, ως οι αυτόπτες μάρτυρες του υπερφυούς γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού και της κατά σάρκα «αυξήσεώς» του, αποτελέσαντες το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον των αυτοπτών μαρτύρων και την πρώτη κοιτίδα της Εκκλησίας των πιστευόντων, διακονώντας εν υπακοή στο θεοφανικό έργο του ενσάρκου Λόγου, ενώ ο Ιάκωβος θα αναδειχθεί πρώτος Ιεράρχης της Εκκλησίας, Πρωτεπίσκοπος της πρώτης αποστολικής εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
2. Με τη σημερινή εορτή η Εκκλησία συνοψίζει την πορεία των θεοπτών Αγίων του Θεού σε μία ενότητα παλαιού και νέου Ισραήλ υπό την κραταιά παρουσία και αποκάλυψη του ενός και του αυτού Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα θεοφανικών γεγονότων από το Δαυΐδ μέχρι τον πρώτο Επίσκοπο της Εκκλησίας, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται με το Δοξαστικό Στιχηρό του Εσπερινού: «Μνήμην ἐπιτελοῦμεν, Δαυῒδ καὶ Ἰακώβου, εὐσεβοῦς Βασιλέως Προφήτου, καὶ Ἀποστόλου πρώτου Ἐπισκόπου· αὐτῶν γὰρ τοῖς διδάγμασι, πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν, τὸν ἐκ Παρθένου ἀνατείλαντα, τὸν καὶ σαρκωθέντα, σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Εξάλλου, Θεοτόκος και Ιωσήφ κατάγονται αμφότεροι από τον Προπάτορα Δαυΐδ, όντες το άγιο λῆμμα του Ισραήλ. Ο ίδιος ο Δαυΐδ, ως Προπάτωρ, θεωρείται προφητικός τύπος του Χριστού, ο οποίος ονομάζεται και Νέος Δαυΐδ, με κοινό σημείο αναφοράς τη Βηθλεέμ και το βασιλικό αξίωμα του Λόγου ως δημιουργού και αναδημιουργού του σύμπαντος κόσμου[1]. Ο Ιωσήφ είναι ο δίκαιος κατὰ πάντα καὶ ἀληθής, θεωρὸς τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου, ἰδὼν τὸν καθ᾽ ἡμᾶς ὁραθέντα Θεόν, μάκαρ, διάκονος μυστηρίου ὑπὲρ κατάληψιν, πανεύφημος και πανάγιος, καθώς «Τῶν Προφητῶν τὰς προρρήσεις εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μνήστωρ, ἐμφανῶς πληρουμένας, μνηστείας λαχὼν ξένης, χρηματισμούς τῶν Ἀγγέλων δεξάμενος, Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων, ὅτι ἐν γῇ, τὴν εἰρήνην ἐδωρήσατο» (Στιχηρό των Αγίων, ἦχος α´).
3. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καταγράφεται ότι: «Γίνεται δὲ ἡ αὐτῶν σύναξις ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῷ σεπτῷ ἀποστολείῳ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου ἔνδον τοῦ σεβασμίου οἴκου τῆς ἁγίας Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων, τῆς λιτῆς ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκεῖσε παραγενομένης», και επιπλέον σημειώνεται ότι, εάν μεσολαβεί μόνο μία Κυριακή μεταξύ των εορτών της Γέννησης του Χριστού και των Φώτων, διαβάζεται το Μαρκ. α´, 1-8, δηλαδή η αρχή του Ευαγγελίου του Μάρκου και Αποστολικό Ανάγνωσμα το Β´ Τιμ. δ´, 5-8, που είναι ουσιαστικά η κατακλείδα αυτής της τελευταίας Επιστολής του Απόστολου Παύλου προ των καταληκτήριων χαιρετισμών. Εάν μεσολαβούν δύο Κυριακές, τότε διαβάζεται στην πρώτη η περικοπή από το Κατά Ματθαίον για τη φυγή στην Αίγυπτο. Επειδή φέτος μεσολαβούν δύο Κυριακές μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το Γαλ. α´, 11-19 και το Ευαγγελικό Ματθ. β´ 13-23. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σχέση με την Αίγυπτο των Εβδομήκοντα, του Ευαγγελιστή Μάρκου, των εθνών και εν συνεχεία των μεγάλων Πατριαρχών! Ας σημειωθεί ότι η αρχική κατάθεση των καταπιστευμάτων των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης πρέπει να είχε γίνει στο Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου «τῷ ὄντι πλησίον τῆς κινστέρνης Μωκησίας ἐν τοῖς Δανιήλ», κοντά στο ναό του Αγίου Μωκίου, όπου είχαν μεταφερθεί από τον Άγιο Κωνσταντίνο τα πρώτα τίμια λείψανα Αγίων Μαρτύρων από όλη την αυτοκρατορία, καθότι η νέα πρωτεύουσα τέθηκε από την προστασία «νέων ηρώων», και δεν είναι τυχαίο ότι τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης συνέπεσαν με τη μνήμη του Αγίου Μωκίου. Τίθεται αυτή η παρένθεση, καθώς πλανάται το ερώτημα, για το πότε κατέφθασαν τα λείψανα των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και τα καταπιστεύματα της Θεοτόκου. Σημειωτέον ότι το Απολυτίκιο Ἡ Γέννησίς σου… ψαλλόταν στη Μεγάλη Εκκλησία μέχρι την παραμονή των Φώτων, ενώ στις άλλες εκκλησίες μόνο επτά ημέρες.
Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα έρχεται ως συνέχεια και καταγραφή της μαρτυρίας των αυτοπτών του σαρκωθέντος και ενανθρωπήσαντος Λόγου, όπως ομολογείται εν συνεχεία και στο Σύμβολο της Πίστεως. Σημειωτέον ότι και όλο το υμνολογικό περιεχόμενο της εορτής απηχεί σε μία συνέχεια την ερμηνευτική των Οικουμενικών Συνόδων περί του ενός και του αυτού ασάρκου και σώματι περιγραφομένου Λόγου των αυτοπτών μαρτύρων: «Ἀπορρήτῳ βουλῇ, τίκτεται σαρκὶ ὁ ἄσαρκος, περιγράφεται νῦν σώματι, ὁ ἀπερίγραπτος, καὶ σῴζει ἀτρέπτως τὰς ἄμφω οὐσίας, ἀρχὴν λαμβάνει ὁ φύσει ἄναρχος, καὶ μόνος ὑπέρχρονος, ὁρᾶται βρέφος, ὁ ὑπερτέλειος, φέρεται χερσίν, ὁ φέρων τὰ σύμπαντα. Διὸ τοὺς τούτου συγγενείᾳ σεμνυνομένους, ὡς Θεὸς στέφει τῷ ἑαυτοῦ τοκετῷ, οὓς δοξάζοντες πίστει, ἀσιγήτως ἐκβοῶμεν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας», Κοντάκιον της εορτής, Οἶκος.
2. Το Αποστολικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα έχει ως θέμα την εγκυρότητα της μαρτυρίας του Αποστόλου Παύλου περί της αποκαλύψεως του Ιησού Χριστού και της Εκκλησίας ως φορέα αυτού του ευαγγελίου σ᾽ όλα τα έθνη. Μας είναι ήδη γνωστό ότι στην Εκκλησία της Γαλατίας είχαν εμφανισθεί προβλήματα μεταξύ των χριστιανών εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Ο Απόστολος Παύλος, ως πρώην διώκτης της Εκκλησίας και ζηλωτής κατά την ιουδαϊκή του αντίληψη ότι με αυτόν τον τρόπο υπερασπιζόταν τις πατρικές του παραδόσεις, παρέχει την πληροφορία ότι μετά τη θεοφανική του κλήση συνάντησε στα Ιεροσόλυμα τον Απόστολο Πέτρο και τον «Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου». Η αναφορά αυτή έχει τη δέουσα σημασία, καθώς εκδιπλώνεται λειτουργικά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας με τα αναγνώσματα από την Προς Εβραίους Επιστολή για την κατανόηση των Προφητικών προρρήσεων και εξαγγελιών, την ανακεφαλαίωση εν Χριστώ και τη ζωή της Αποστολικής Εκκλησίας ως ζώσας μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του Χριστού και των Αποστόλων και Μαθητών του. Η επιμονή του Αποστόλου Παύλου στη θεοπτική ταυτότητα Προφητών και Αποστόλων, στους οποίους εντάσσει και τον ίδιο, δεν δημιουργεί μία νέα αποκλειστικότητα σε αντικατάσταση της Ιουδαϊκής, καθώς ο ίδιος κηρύσσει το ευαγγέλιο της χάριτος, ως κήρυγμα εντάξεως κάθε ανθρώπου στο σώμα του αποκαλυφθέντος πραγματικά εν σαρκί Λόγου του Θεού Πατρός, δημιουργού και ανακαινιστού πάσης κτίσεως, εμμένοντας στον αυτοπτικό ρεαλισμό των γεγονότων και των αποδείξεων, αφού γνωρίζει ο ίδιος, λόγω Ελληνικής παιδείας, περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους Αποστόλους την παρέκκλιση της ανθρώπινης διάνοιας στις ανιστορικές ειδωλικές κατασκευές.
Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχει ως θέμα τη φυγή του Χριστού και της Θεοτόκου στην Αίγυπτο μετά από προτροπή του Ιωσήφ υπό αγγέλου κατ᾽ ὄναρ και τη σφαγή των νηπίων υπό του Ηρώδη, ενός φοβισμένου για την εξουσία του ανθρώπου. Σε επίπεδο καθημερινότητος η περικοπή παρέχει τη διαπίστωση ότι η μεταπατορική παρεκτροπή ανακυκλώνει το θάνατο και, μάλιστα, πολλαπλασιαστικά. Ο πεπτωκώς άνθρωπος, ένα νεκρωμένο από το φόβο πλάσμα, σπέρνει το θάνατο, με πιο εύκολα θύματα τα νήπια και τις ανυπεράσπιστες ανθρώπινες υπάρξεις. Σε επίπεδο θεολογικού ρεαλισμού ο Ευαγγελιστής Ματθαίος παρακολουθεί την επιστροφή από την Αίγυπτο και την εγκατάσταση στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας αντί της Ιουδαίας, όπως θα μπορούσε να συμβεί, αφού ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος ανήκαν στην πατριά Δαυΐδ, «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται». Οι αναφορές στις Προφητικές ρήσεις περί του θρήνου της Ραχήλ, της φωνής Ραμά αλλά και της ρήσεως του Προφήτου Ωσηέ «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου», είναι μία ανάκληση όλης της πορείας του Ισραήλ από τον προπάτορα Ιακώβ και εντεύθεν, μία δραματική πορεία με παλινδρομήσεις, συνεχούς παρουσίας του Θεού στον Ιακώβ και τα τέκνα του και προετοιμασίας του Ισραήλ για άνοιγμα προς τα έθνη. Οι αλλόφυλοι σοφοί μάγοι εξ Ανατολής, όπου ο Ισραήλ σύρθηκε αιχμάλωτος, καταφθάνουν και προσκυνούν τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η φυγή στην Αίγυπτο επουλώνει τις θηριωδίες των Φαραώ, η εγκατάσταση στην υποτιμημένη από τους Φαρισαίους Γαλιλαία, λόγω επιμειξιών, και το κήρυγμα μετά στον ὄχλο είναι τα σημεία της διάβασης από τον αρχαίο Ισραήλ στο νέο Ισραήλ, στο Νέο Δαυΐδ, στο Νέο Αδάμ, που παρέχει τον ανακαινισμό σε όλους τους ανθρώπους, αίροντας τις παντός είδους μεταπατορικές συμβάσεις.