
Έχουν περάσει δύο χρόνια. Δύο χρόνια στα οποία έκανα πολλά πράγματα, μα δεν έγραψα ούτε μια λέξη. Τα Σταυροδρόμια μοιάζουν με παλιό ερειπωμένο κτίριο. Οι έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι αναγνώστες μου έχουν ξεχάσει ότι υπήρχα. Δύο χρόνια έχει να πατήσει άνθρωπος το πόδι του εδώ μέσα. Ο τίτλος του μπλόγκ βοηθάει. Τα σημεία των επιλογών είναι εκεί για να μου θυμίζουν πως οτιδήποτε συνέβη δεν έγινε κατά λάθος. Ήταν μια συνειδητή επιλογή.
Διαβάζοντας τα παλιά κείμενα διαπιστώνω πως δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιος τα έγραψε. Πάντως σίγουρα όχι εγώ. Είχα ξεκινήσει θυμάμαι, με σκοπό να γράψω μια σειρά από αφιερώσεις σε ένα αγαπημένο πρόσωπο του παρελθόντος. Και μετά κάτι ξέφυγε –ποτέ δε προχωράω σταθερά, πάντα κάτι χαλάει, πάντα κάτι ξεφεύγει, αυτό θαρρώ πως ήταν ανέκαθεν το κυριότερο χαρακτηριστικό μου –και τώρα βλέπω κείμενα που με δυσκολία τα αναγνωρίζω.
Δεν ξέρω καν γιατί απ’ όλους τους τρόπους έκφρασης είχα επιλέξει το γράψιμο. Ο Stephen King, λέει ότι την ώρα που γράφει περνάει καταπληκτικά και διασκεδάζει μέχρι αηδίας. Με μένα δε συμβαίνει ακριβώς έτσι. Κατ’ αρχάς εγώ δεν ξέρω να γράφω. Έπειτα το γράψιμο αποτελούσε πάντα μια εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία για μένα. Μα το κυριότερο πρόβλημα είναι πως αυτή η διαδικασία με αλλάζει. Η συγγραφή έχει πίσω της μια ιστορία τρελού ναρκισσισμού και κατά πως φαίνεται, αυτό τελικά δεν είναι τυχαίο.
Τις περιόδους που γράφω, δεν είμαι εγώ. Περιφέρομαι σα ζόμπι στην πόλη, βγαίνω με ανθρώπους που μου μιλούν και αποζητούν την συντροφιά μου, μα εγώ δεν τους ακούω. Χρώματα, ήχοι, μυρωδιές, όλες οι αισθήσεις μπαίνουν στο παρασκήνιο και ο κόσμος γύρω μετατρέπεται σε κάτι μακρινό και αποκομμένο από μένα. Δεν έχω εικόνες τις οποίες προσπαθώ να περιγράψω –δεν θα μπορούσα ποτέ να λεκτικοποιήσω μια έτοιμη εικόνα. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και αυτό μου φαίνεται μυστήριο. Στο μυαλό μου τριγυρνούν διαρκώς λέξεις και μόνο λέξεις, άσχετες μεταξύ τους, που προσπαθούν να βρουν τη σειρά τους μέσα σ’ έναν αέναο χορό στημένο στο κεφάλι μου, και δεν σταματούν οι καταραμένες εάν δε τα καταφέρουν. Ανακατεύονται, μπλέκονται και ξεμπλέκονται, πολλαπλασιάζονται με τρομακτικό ρυθμό σαν καρκινικά κύτταρα που σκοτώνουν τα πάντα στο διάβα τους, κι έπειτα ψάχνουν να βρουν ένα ρυθμό και να ενταχθούν. Θέλουν να σχηματίσουν προτάσεις και να μετατραπούν κάποια στιγμή σε εικόνες.
Κάπως έτσι η πραγματικότητα ξεκινάει να μοιάζει με παραίσθηση, κι εγώ κινούμαι κάπου ανάμεσα στον κόσμο του πραγματικού και του φανταστικού, χαμένος στη μετάφραση, γέρνοντας πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Είναι εξαιρετικά βασανιστικό για μένα και συναρπαστικά εκνευριστικό για τους ανθρώπους που έχουν την ατυχία να βρίσκονται τριγύρω μου. Δεν είμαι ποτέ εκεί γι αυτούς γιατί ο κόσμος μέσα στο κεφάλι μου είναι πολύ πιο ισχυρός και απαιτητικός από τον δικό τους.
Με κούρασε αυτό το πράγμα και αποφάσισα να το σταματήσω. Πήρα αυτή την απόφαση γιατί ήθελα να ακούω τους ανθρώπους γύρω μου, ήθελα να είμαι ικανός να τους συναισθάνομαι, να καταλαβαίνω πως νιώθουν, να είμαι κάποιος πάνω στον οποίο μπορούν να στηριχθούν. Ήθελα να είμαι ζωντανός και διαδραστικός, εύχρηστος και αξιόπιστος, ευχάριστος και γοητευτικός. Ήθελα να ξαναρχίσω να γελάω και να εμπιστεύομαι ανθρώπινες υπάρξεις, να μπορώ να δίνω και να παίρνω. Κι έτσι έβαλα ένα τέλος.
Ήταν δύσκολο εγχείρημα. Η φάση στην οποία βρισκόμουν ήταν άκρως εθιστική. Έπρεπε διαρκώς να προσπαθώ και να επανασυγκεντρώνω την σκέψη μου στα πράγματα τριγύρω, καθώς εκείνη ξέφευγε διαρκώς από τα συναισθήματα και ζητούσε ασφαλές καταφύγιο στις λέξεις. Ήταν μία διαδικασία που γινόταν πλέον αυτόματα. Τα κατάφερα όμως.
Καθένας από μας κρύβει μέσα του ένα εντελώς διαφορετικό, αδυσώπητο κτήνος το οποίο προσπαθεί διαρκώς να πάρει τον έλεγχο του πλοίου και να κάνει κουμάντο. Πριν δύο χρόνια εγώ κατάφερα να νικήσω το δικό μου και να το βάλω για ύπνο.
Ανέπνευσα. Σταμάτησα να γράφω μέτρια κείμενα και σε αντάλλαγμα, πήρα μια ολόκληρη ζωή. Άρχισα και πάλι να ακούω μουσική, να τραβάω φωτογραφίες, να επικοινωνώ προφορικά και εξωλεκτικά, να συναισθάνομαι και να ανταλλάσσω συναισθήματα. έκανα συνεδρίες με ανθρώπους που είχαν φτάσει σε τέλμα, κατάφερα να βοηθήσω στην βελτίωση ορισμένων ζωών, ήρθα πιο κοντά στους παλιούς μου φίλους, βρήκα καινούριους, γνώρισα κόσμο, ερωτεύτηκα.
Ερωτεύτηκα. Νόμιζα πως δε θα συνέβαινε ποτέ ξανά, μα να που έπεσε μπροστά μου από το πουθενά ένα πλάσμα πιο υπέροχο από κάθε φαντασία, αγνό και όμορφο, διψασμένο για ζωή. Η δική μου, πραγματική, προσωπική Λολίτα. Βλαδίμηρε τ’ ακούς;
« Χέι, φιλαράκο»
Άφησα τα πάντα στην άκρη, και τα έδωσα όλα. Έπεσα με τα μούτρα και ήταν τόσο μαγευτικά, ένα συνεχές παραλήρημα στο οποίο αφομοιώθηκα και προτού το καταλάβω έγινα μέρος του. Ξέχασα το παρελθόν μου και προγραμμάτισα το μέλλον μου με σημείο αναφοράς το παρόν. Άρχισα να βγαίνω περισσότερο, να χαμογελάω διαρκώς, να ξεκινάω καινούρια πράγματα, να μαθαίνω καθημερινά κάτι καινούριο, να ζω.
« Χέι! Φιλαράκο!»
Άρχισα να τραβάω έγχρωμες φωτογραφίες. Οι αποχρώσεις του γκρίζου δεν ήταν πια αρκετές για να αποτυπώσουν την ομορφιά του κόσμου κι έτσι άρχισα να πειραματίζομαι με το χρώμα. Και κάπου εκεί ήρθε και η θητεία. Με πήρανε φαντάρο, μα δεν το φοβόμουν πια, γιατί είχα βρει τον άνθρωπό μου και για πρώτη φορά αισθανόμουν παντοδύναμος. Θα έμπαινα, θα πέρναγε ο καιρός, θα έβγαινα, θα χτίζαμε μία ζωή κοινή. Μεγαλεία.
Πάντα υπάρχουν μεταβλητές που δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας. Κάτι είχα ξεχάσει. Κάτι δεν είχα υπολογίσει σωστά.
Όσο καιρό έχανα το χρόνο μου με βλάκες ντυμένους στα χακί, η Λολίτα μου μεγάλωσε και μπήκε στην εφηβεία. Τα νύχια της σκλήρυναν. Kάθε παιγνιδιάρικη γρατσουνιά άφηνε πάνω μου ουλές, κι αυτή δεν το καταλάβαινε. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει με τους ανθρώπους που αργούν να μεγαλώσουν, εξελίχθηκε σε όλα όσα φοβόμουν. Άρχισε να λέει ψέματα. Σε μένα στους άλλους, στον ίδιο της τον εαυτό. Μεταμορφώθηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο που δεν τον γνώριζα πια και δυσκολευόμουν να τον αποδεχτώ. Σε όλη αυτή τη μεταμόρφωση προσπάθησα να αντισταθώ. Και τότε η μικρή μου Λο με άφησε. Σήκωσε τείχη που την θωράκιζαν από οτιδήποτε μας είχε φέρει κοντά, αναπλαισίωσε μια ολόκληρη ζωή και δεν με άφησε παράτησε απλώς. Εξαφανίστηκε από τον κόσμο μου, εντελώς και δια παντός.
Ξαφνικά ήμουν ολομόναχος. Κατά φύσιν ενοχικός, κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου ότι έφταιγα εγώ. Εγώ που έκανα λάθη, εγώ που θα ‘πρεπε να ξέρω καλύτερα, εγώ που θα μπορούσα να το έχω προβλέψει, προλάβει, αποτρέψει. Για όλα έφταιγα εγώ. Εγώ που πάντα φταίω για όλα, εγώ που πάντα καταλήγω μόνος, εγώ ο βλάκας, εγώ.
«Τα χεις κάνει σκατά.»
Ξεκίνησα να πέφτω λοιπόν και ναι, βρισκόμουν ψηλά. Το έδαφος τόσο μακριά που δε θυμόμουν καν πως έμοιαζε. Πολλές φορές ξεχνάω, η μνήμη μου δεν είναι πια όπως παλιά, μα αυτή την αίσθηση αυτής της πτώσης θαρρώ πως θα την θυμάμαι πάντα. Κάθε ρημαδιασμένη φορά που νόμιζα πως είχα πιάσει πάτο, κάτι γινόταν κι έπεφτα ακόμη πιο βαθιά.
Η στενοχώρια κάνει κακό. Το είχα ακούσει, το είχα διαβάσει στα βιβλία, το είχα δει σε ασθενείς, μα δε πίστευα ότι θα συνέβαινε σε μένα. Φαίνεται πως έμεινα κομμάτια περισσότερο καιρό απ’ όσο άντεχα. Το ανοσοποιητικό μου σύστημα είδε πως ήταν χαμένη η δουλειά και κατέβασε ρολά. Μικρόβια που βρίσκονται στο νερό, υπό κανονικές συνθήκες εντελώς ακίνδυνα για όλους μας, δημιούργησαν αποικίες στα ούλα μου και άρχισαν να κάνουν πάρτι. Πήγα για έναν έλεγχο ρουτίνας, και βγήκα με δύο σακούλες αντιβίωση, και μία προειδοποίηση από τους γιατρούς.
«Είσαι λίγο βλάκας.»
Ω, ναι είχανε πλάκα οι γιατροί. Μαζεύτηκαν, συζήτησαν και έπειτα μπήκαν μέσα δύο μαζί για να μου το ανακοινώσουν. Κανονικά θα έφερναν και τον ψυχολόγο, μα δεν είχαν κάποιον πρόχειρο, κι άλλωστε ο ψυχολόγος της παρέας ήμουν εγώ.
«Πρέπει να σταματήσεις να στενοχωριέσαι, για να ενισχυθεί το ανοσοποιητικό σου. Αν δε σε πιάσει αυτή η αντιβίωση, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε.»
Δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε. Τι κομψός και επιστημονικός τρόπος να σου πουν ότι πεθαίνεις.
«Δεν πειράζει…»
Αντικαταθλιπτικά ήταν η πρώτη μου σκέψη, μα αυτά τα πανέμορφα χαπάκια με τα φιλικά προς το χρήστη χρώματα και τις τσουχτερές τιμές, θέλουν 25 μέρες να σε πιάσουν, και επιπλέον είναι για ανθρώπους με κατάθλιψη. Αυτό που χρειαζόμουν εγώ ήταν κάτι άλλο. Κάτι για την θλίψη. Ένα Παυσίλυπο. Την τελευταία φορά που κοίταξα δεν το είχαμε βγάλει σε χαπάκι ακόμη.
Πήγα σπίτι, κατάπια τα δύο χιλιάδες πρώτα μιλιγκράμ της αντιβίωσης και άνοιξα τα «σοφά» μου βιβλία. Χτένισα μερικές δεκάδες τεχνικές για να νιώσεις καλύτερα. Προσπάθησα να δοκιμάσω μερικές. Βλακείες. Δε δούλευε τίποτα. Τώρα πια έβλεπα το έδαφος να με πλησιάζει. Αυτή τη φορά η πρόσκρουση θα με σκότωνε στ’ αλήθεια. Η Λο παρέμενε άφαντη. Έκανα το μόνο πράγμα που μου έμενε να κάνω. Ξάπλωσα και άρχισα να φαντασιώνομαι την κηδεία μου.
Κάπου εκεί, στο παραλίγο της αντοχής, ήταν που ξεκίνησε να χτυπάει το τηλέφωνο και άρχισαν ένας, ένας να εμφανίζονται.
«Τώρα σκάει μύτη το ιππικό»
Φίλοι. Προσεκτικά επιλεγμένοι άνθρωποι, απ’ όλες τις περιόδους τις ζωής μου, ο καθένας τους κορυφή σε έναν διαφορετικό τομέα, διάσπαρτοι πλέον σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Είχαμε να μιλήσουμε χρόνια με τους περισσότερους, μα ήταν ακόμη εκεί και για κάποιο λόγο, με αγαπούσαν. Με το που μίλησα, τα νέα διαδόθηκαν και άρχισαν να πέφτουν τηλέφωνα από παντού. Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Αγγλία, Γαλλία. Όση ώρα εγώ περίμενα την σύγκρουση με το έδαφος, αυτοί είχαν παρατήσει τα πάντα και έπλεκαν για πάρτη μου ένα δίχτυ προστασίας, το οποίο κυριολεκτικά μου έσωσε τη ζωή.
«Άραξε και απόλαυσε την κούρσα»
Έπεσα στα μαλακά. Και μετά με σήκωσαν, και ήταν δίπλα μου μέχρι να βεβαιωθούν ότι τα πόδια μου πατούσαν και πάλι στο χώμα. Η αντιβίωση έπιασε, ο κίνδυνος πέρασε. Έμεινε μόνο μια αίσθηση κενού. Οι φίλοι συνέχιζαν να μου λένε το ίδιο πράγμα.
«Γράφε ρε μαλάκα, γράφε»
«Δεν είναι απλό. Δεν καταλαβαίνετε.»
«Εσύ δε καταλαβαίνεις. Σκάσε και γράφε.»
Είμαι ένα επίμονο κάθαρμα, κι έτσι τους έγραψα. Στα παλιά μου τα παπούτσια. Συνέχισα να κινούμαι όπως πριν. Αφού είχα περάσει αυτό μπορούσα να περάσω τα πάντα.
Μετακόμισα στην Αθήνα, μια πόλη γεμάτη ιστορίες, γεμάτη κόσμο που ήρθε γιατί ήθελε από κάπου να ξεφύγει, ανθρώπους που χρειάζονταν αλλαγές. Το μεγάλο χωνευτήρι των ονείρων, η ελληνική πρόταση στον όρο μητρόπολη, η Αθήνα.
Η Λο… Πώς να το θέσω τώρα; Λοιπόν εντάξει. Η Λο: Είναι μυστήριο στ’ αλήθεια το πράγμα που συμβαίνει με τους ανθρώπους που για κάποιο λόγο αποφασίζουν να σε γαμήσουν. Σε γαμάνε και σε γαμάνε και μετά σε πηδάνε, και όταν φτάσεις σε ένα σημείο που δεν αντέχεις άλλο, όταν είσαι πεσμένος κάτω και έχεις μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκες γιατί δεν αντέχεις πια να πονάς, τότε είναι συνήθως που για κάποιο λόγο αποφασίζουν ότι είναι μια καλή στιγμή για να σε γαμήσουν λίγο ακόμα. Το τελειωτικό χτύπημα που λέμε. Απλό, άκρως κινηματογραφικό και όμορφο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι μάλλον είναι απλώς θέμα στυλ.
Ο κόσμος κάτω από τα πόδια μου χάθηκε και πάλι. Το μόνο πράγμα που τριγυρνούσε στο κεφάλι μου ήταν αναμνήσεις. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ήταν μνήμες στιγμών που είχαμε περάσει, μα αναμνήσεις κατεστραμμένων ονείρων και σχεδίων, ενός κοινού μέλλοντος που δεν θα γινόταν πραγματικότητα ποτέ.
«Ήρθε η ώρα.»
Μπήκα στα Σταυροδρόμια. Διάβασα τις παλιές αναρτήσεις. Είχα πει ότι δεν θα γυρνούσα εδώ. Είμαστε καθώς πρέπει καθίκια. Δεν κάνουμε πισωγυρίσματα, μ; Έκλεισα το μπλόγκ, απεγκατέστησα το Office έτσι για ασφάλεια, και άρχισα να φοβάμαι ακόμα και να πέσω για ύπνο γιατί όλο το βράδυ έβλεπα εφιάλτες. Και το επόμενο. Και το επόμενο. Και σήμερα. Τα σημεία των επιλογών άρχισαν να εξαφανίζονται και ξαφνικά άρχισε να υπάρχει μόνο ένας δρόμος μπροστά μου, κι εγώ συνέχιζα να προσπαθώ να τον αγνοήσω.
Κάπως έτσι λοιπόν, και για ακόμη μια φορά όχι από επιλογή, μα από ανάγκη,
Επειδή όσο και να προσπαθώ τίποτε άλλο δε φαίνεται να λειτουργεί,
Επειδή σήμερα το πρωί κοιτάζοντας πάνω από τις σακούλες των ματιών μου στον καθρέφτη διέκρινα τα πρώτα σημάδια της παραίτησης που προσπαθεί να εγκατασταθεί στο βλέμμα μου, και αυτό είναι κάτι που δε μου το επιτρέπω,
Επειδή εδώ και κάποιες μέρες, τα ούλα μου άρχισαν και πάλι να πονάνε,
Επειδή σήμερα το βράδυ πετάχτηκα και πάλι στον ύπνο μου με τα χείλη μου βρεγμένα από τον ιδρώτα μα, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα, κάτι ήταν εντελώς διαφορετικό,
Επειδή σχεδόν ακούστηκε στο δωμάτιο ο ήχος γραναζιών που περιστρέφονταν και έπειτα ένα υπόκωφο «κλικ» καθώς ο ύστατος αμυντικός μου μηχανισμός όπλιζε και κλείδωνε σε θέση μάχης,
Επειδή σ’ εκείνο το σημείο η σκέψη μου έπαψε ξαφνικά να παράγει οποιαδήποτε εικόνα και άρχισε για ακόμη μια φορά, απλώς να φτύνει λέξεις τη μία μετά την άλλη (κτήνος, μάτια, ανοίγουν, καληνύχτα, καλημέρα),
« Χέι, Φιλαράκο, τα χεις κάνει σκατά. Είσαι λίγο βλάκας. Δε πειράζει… Τώρα σκάει μύτη το ιππικό. Άραξε, και απόλαυσε την κούρσα. Ήρθε η ώρα. Τώρα αναλαμβάνω Εγώ.»
Επειδή αμέσως μετά πέρασε μπροστά από τα μάτια μου η λέξη «επιτέλους» και για πρώτη φορά εδώ και μήνες τα χείλη μου σχημάτισαν από μόνα τους ένα ειλικρινές χαμόγελο,
Επειδή έτσι κι αλλιώς όλα τα άλλα έχουν ήδη αποτύχει κι έτσι ακόμη και αν αυτός ο μηχανισμός δε καταφέρει να λειτουργήσει σαν ηλεκτροσόκ ανάνηψης, θα αποτελέσει τουλάχιστον το ιδανικό κύκνειο άσμα,
Για όλους αυτούς και για δεκάδες άλλους λόγους,
Επέστρεψα.
Και η αλήθεια είναι πως μου είχατε λείψει.
Καλώς σας βρήκα.