Από την επιτήρηση στην αδιακρισία

“Πόσα τηλέφωνα νομίζετε ότι παρακολουθεί η πολιτική αστυνομία;”, ρώτησα κάποιον που δούλεψε κάποτε για την κρατική υπηρεσία πληροφοριών και που είναι σήμερα ένας απλός πολίτης. Υπολόγισα ένα τριψήφιο αριθμό, ένα συντηρητικό υπολογισμό που τον έκανε να ξεκαρδιστεί στα γέλια. “Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90, είχαν μπει κοριοί σε 21.000 γραμμές και τώρα θα πρέπει να είναι το διπλάσιο, αν υπολογίσουμε και τα κινητά.” Ένας άλλος κύριος επιβεβαίωσε τον αριθμό. Η δουλειά του ήταν κάποτε να χώνει τη μύτη του στις συζητήσεις των άλλων και να τοποθετεί μικρόφωνα στα σπίτια των διαφωνούντων, κρατικών αξιωματούχων και ενοχλητικών καλλιτεχνών. Τη μέρα που τον άκουσα να αναφέρει ένα τόσο μεγάλο αριθμό την πέρασα νιώθωντας τα μάτια του Μεγάλου Αδερφού σε κάθε δέντρο, σε κάθε γωνιά του σπιτιού μου, σκεφτόμενη το αδιάκριτο αυτί που έχει εγκατασταθεί στη μικρή συσκευή με την οθόνη και το πληκτρολόγιο που μεταφέρω στην τσέπη μου.

Η ETECSA, η μόνη τηλεφωνική εταιρία στη χώρα, χρησιμοποιεί το κρατικό μονοπώλιο στις επικοινωνίες για να πάρέχει υπηρεσίες παρακολούθησης στο Υπουργείο Εσωτερικών. Δεν πρόκεται για παραίσθηση του εμπύρετου εγκεφάλου μου. Έχω προσπαθήσει να αποσυναρμολογήσω τη συσκευή μου, να του βγάλω τη μπαταρία και να φύγω απ’ την πόλη. Η νευρικότητα των “σκιών” που φυλάνε το σπίτι μου γίνεται αμέσως φανερή. Μερικές φορές, για να διασκεδάσω τον εαυτό μου, το παραδέχομαι, χρησιμοποιώ το κινητό μου για να προσκαλέσω διάφορους φίλους να πάρουν μέρος στην παρουσίαση ενός επίσημου βιβλίου ή σε μια εκδήλωση κάποιου κρατικού ιδρύματος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια επιχείρηση που θα έμοιαζε σχεδόν κωμική, αν δεν ήταν υπερβολικά τα μέσα που το Κράτος αφιερώνει σε αυτά τα πράγματα και που θα έπρεπε να συνεισφέρουν στην ευημερία των πολιτών.

Αλλά αυτοί που παρακολουθούν μπορούν επίσης να είναι τα θύματα. Οι υπάλληλοι της ETECSA άφησαν να διαρρεύσει μια βάση δεδομένων στα εναλλακτικά δίκτυα με πολλές λεπτομέρειες για τους τηλεφωνικούς αριθμούς της χώρας. Χωρίς αμφιβολία, μια παραβίαση της διακριτικότητας που μια εταιρία οφείλει στους πελάτες της. Αλλά αυτό βοήθησε να αποκαλυφθούν οι αριθμοί εκείνων που μας παρακολουθούν και μας διασύρουν. Από τους δημοσιογράφους της εφημερίδας Granma, στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, σε ανώτερους αξιωματικούς της αστυνομίας, τα στοιχεία τους εμφανίστηκαν με τον αριθμό των ταυτοτήτων τους και ακόμη και τις διευθύνσεις των σπιτιών τους. Σύντομα ακρωνύμια δείχνουν ποια τηλέφωνα πληρώνονται από πρακτορεία και ποια είναι ιδιωτικά. Κάτι που εκθέτει τις επίσημες διασυνδέσεις κάποιων που αυτοαποκαλούνται ανεξάρτητοι. Μια φορά, η λεπτομερής απογραφή που έχουν κάνει για κάθε πολίτη χρησίμευσε στο να μάθουμε για εκείνους, να μάθουμε ότι αυτοί που ακούν από την άλλη άκρη της γραμμής έχουν ονόματα, όχι μόνο ψευδώνυμα. Τώρα, ο καθένας μπορεί να τους τηλεφωνήσει, να τους στείλει ένα μήνυμα, κάτι σύντομο και ευθύ όπως “Φτάνει πια!”.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Η σιωπή του Felipe

Πριν από μόλις τέσσερα χρόνια, ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Felipe Perez Roque έπαιξε σημαντικό ρόλο στον ΟΗΕ ενάντια στο αμερικανικό εμπάργκο κατά της Κούβας. Ήταν η φωνή του που εξήγησε τις εμπορικές και οικονομικές στερήσεις που προκαλεί. Ο ξαναμμένος αξιωματούχος παρουσίασε αυτό που πολλοί ξέρουν απ’ έξω: τις πολλαπλές επιδράσεις που έχουν αυτοί οι περιορισμοί – από το 1962 – στη βιομηχανία, την τεχνολογική ανάπτυξη και ακόμη και στη δημόσια υγεία. Αλλά ο τότε Υπουργός Εξωτερικών δεν είπε τίποτα για τον εσωτερική πολιορκία που υποφέρουμε, τίποτα για αυτόν το άλλο τείχος λογοκρισίας και τιμωρίας που, λίγο αργότερα, θα έπεφτε και πάνω του.

Το απλό γεγονός της επιλογής της λέξης “εμπάργκο” ή της πιο φοβερής “αποκελισμός” δηλώνει μια σχεδόν ιδεολογική θέση. Το θέμα αυτό έχει “χρησιμοποιηθεί” τόσο πολύ στον εθνικό τύπο που η κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει ότι ανάμεσα σε αυτούς που ανιτίθενται στο σύστημα υπάρχουν πολλοί που αντιτίθενται επίσης στους εμπορικούς περιορισμούς που οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει στο νησί. Η εφημερίδα Granma υποθέτει ότι όσοι από εμάς απαιτούμε ένα πολιτικό άνοιγμα, χειροκροτούμε, ipso facto, την ύπαρξη του εμπάργκο. Έτσι, είναι τόσα πολλά τα έκπληκτα πρόσωπα όταν ακούν τα επιχειρήματά μας για την άμεση άρση του. Λόγοι για τους οποίους ο Felipe Perez Roque δε μίλησε ποτέ στον ΟΗΕ και που τους έμαθε μόνο όταν εκτοπίστηκε από την καρέκλα του Υπουργού Εξωτερικών.

Η πενηνταετής παράταση του αποκλεισμού έχει επιτρέψει να δικαιολογηθεί κάθε οπισθοδρόμηση ως απότέλεσμά του. Αλλά η ύπαρξή του δεν απέτρεψε τις πολυτελείς βίλες της νομενκλατούρας από το να κολυμπούν στο ουίσκυ, τις καταψύξεις τους να είναι γεμάτες φαγητό, ενώ στα γκαράζ τους είναι παρκαρισμένα μοντέρνα αυτοκίνητα. Και το χειρότερο, ο οικονομικός φράχτης έχει τροφοδοτήσει την ιδέα ενός πολιορκημένου μέρους, όπου ο αντιφρονών είναι το ίδιο με τον προδότη. Ο εξωτερικός αποκλεισμός έχει ενδυναμώσει τον εσωτερικό.

Ελπίζω η σημερινή ψήφος στον ΟΗΕ να είναι θετική για εκείνους από εμάς που ευχόμαστε να λάβει τέλος αυτός ο παραλογισμός, ειδικά εμείς που θεωρούμε το τέλος του εμπάργκο ως ένα οριστικό χτύπημα στον αυταρχισμό κάτω απ’ τον οποίο ζούμε. Η επίσημη αποστολή, από την πλευρά της, θα το ερμηνεύσει διαφορετικά: θα χειροκροτήσουν με ικανοποίηση, θα δηλώσουν ότι αποτελεί “άλλη μια νίκη της Επανάστασης”. Στην Αβάνα, στο μεταξύ – μακριά από τα μάτια του κόσμου – κάποιοι υψηλά ιστάμενοι θα γιορτάσουν με Johnny Walker και θα καταβροχθίσουν ορεκτικά “Made in the USA”.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Το τέλος

Ο Τσαουσέσκου ήταν στο ελικόπτερό του, ο Σαντάμ Χουσεΐν κρυβόταν σε μια τρύπα, ο Μπεν Αλί της Τυνησίας κατέφυγε στην εξορία, ο Καντάφι το έσκασε σε μια νηοπομπή και κατέληξε να κρύβεται σ’ ένα σωλήνα αποχέτευσης. Οι μονάρχες το σκάνε, φεύγουν, δεν αυτοθυσιάζονται στα παλάτια απ’ όπου υπαγόρευαν τους αυθαίρετους νόμους τους. Δεν πεθαίνουν καθισμένοι στις προεδρικές τους καρέκλες με μια κόκκινη ταινία σταυρωτά στο στήθος τους. Έχουν πάντα μια κρυφή πόρτα, ένα κρυφό πέρασμα απ’ όπου μπορούν να το σκάσουν όταν αισθανθούν τον κίνδυνο. Για δεκαετίες χτίζουν τα κρυφά τους μπούνκερ, τα προστατευμένα τους “σημεία μηδέν” ή τα υπόγεια καταφύγιά τους, γιατί φοβούνται ότι οι ίδιοι άνθρωποι που τους χειροκροτούν στις πλατείες μπορούν να έρθουν να τους πιάσουν όταν δε θα φοβούνται πια. Στους εφιάλτες των δικτατόρων, οι δαίμονες είναι οι ίδιοι οι υποτελείς τους, η άβυσσος παίρνει το μορφή όχλου που θέλει να ρίξει κάτω τους αδριάντες τους, να φτύσει τις φωτογραφίες τους. Αυτοί οι δεσποτικοί κύριοι κοιμούνται ελαφρά, επαγρυπνούν για ν’ ακούσουν τις φωνές, τα χτυπήματα στην πόρτα… Ζουν με προαισθήσεις, συχνά του θανάτου τους.

Θα προτιμούσα να είχα δει τον Καντάφι στο δικαστήριο, κατηγορούμενο για τα εγκλήματα που διέπραξε εναντίον της χώρας του. Νομίζω πως οι βίαιοι θάνατοι των σατραπών τους αποδίδει απλά την αύρα των μαρτύρων και δεν την αξίζουν. Πρέπει να παραμείνουν ζωντανοί για να ακούσουν τις δημόσιες μαρτυρίες των θυμάτων τους, να δουν ντις χώρες τους να προχωρούν μπροστά χωρίς εκείνοι να είναι το εμπόδιο και να παρατηρήσουν την αστάθεια των καιροσκόπων που κάποτε τους στήριζαν. Πρέπει να επιζήσουν για να γίνουν μάρτυρες της διάλυσης της ψεύτικης ιστορίας που ξανάγραψαν, να δουν πώς οι νέες γενιές αρχίζουν να τους ξεχνούν και ν’ ακούσουν τους λίβελλους, την περιφρόνηση, τη σκληρότερη κριτική. Όποιος λυντσάρει έναν τύραννο τον σώζει, του προσφέρει μια σχεδόν ένδοξη διέξοδο που τον απαλλάσει από την τιμωρία του να δικαστεί σύμφωνα με το νόμο.

Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο το να συνεχιστεί ο κύκλος της τριβής που αυτοί οι τύραννοι έχουν επιβάλει στα έθνη μας. Το να τους σκοτώσουμε γιατί σκότωσαν, το να τους επιτεθούμε γιατί μας επιτέθηκαν, παρατείνει τη βία και μας κάνει ίδιους μ’ εκείνους. Τώρα που οι εικόνες ενός ματωμένου Καντάφι κάνουν το γύρο του κόσμου, δεν υπάρχει ούτε ένας ολοκληρωτικός ηγέτης που να μη φοβάται να δει στον καθρέφτη αυτό το τέλος. Τώρα, οι διαταγές να ενισχυθούν τα μυστικά τούνελ και να επεκταθούν τα πλάνα διαφυγής θα πρέπει να κυκλοφορούν σε περισσότερα από ένα προεδρικά μέγαρα. Αλλά προσοχή, οι δικτάτορες έχουν πολλούς τρόπους διαφυγής κι ένας απ’ αυτούς είναι ο θάνατος. Καλύτερα να επιζήσουν, να μείνουν και να καταλάβουν ότι ούτε η ιστορία ούτε ο λαός τους θα τους αθωώσουν* ποτέ.

Σημείωση του μεταφραστή στα αγγλικά: Τα λόγια με τα οποία ο Φιντέλ Κάστρο έκλεισε το λόγο του όταν υπερασπίστηκε τον εαυτό του στη δίκη για την πρώτη πράξη της επανάστασης, την επίθεση στο Στρατόπεδο Moncada στις 26 Ιουλίου του 1956, ήταν: Καταδικάστε με. Δεν πειράζει. Η ιστορία θα με αθωώσει.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Η απογραφή, οι καταμετρημένοι, οι λογοκριμένοι

 

 

Σήμερα είμαστε: φιλικοί, αλληλέγγυοι, ευγενικοί, χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, στοργικοί, αισιόδοξοι

Δεν ήμουν ένας αριθμός στην τελευταία απογραφή που έγινε στην Κούβα. Δεν ήμουν ανάμεσα στους 11.177.143 ανθρώπους που – με επιλογή τους ή παραιτημένοι – κατοικούσαν στη χώρα εκείνη την περίοδο. Ασφιξιώντας από την έλλειψη προσδοκιών, είχα αφήσει τη χώρα μου μερικούς μήνες νωρίτερα, πριν ξεκινήσει η μεγάλη εθνική καταμέτρηση. Αλλά θυμάμαι την οικογένεια και τους φίλους μου να μου γράφουν, φοβισμένοι, για τους κοινωνικούς υπαλλήλους που χτυπούσαν την πόρτα κι έκανα ένα σωρό ερωτήσεις. Σε μια χώρα όπου η μεγάλη πλειοψηφία έχει κάτι να κρύψει, κάθε έρευνα από την πλευρά του Κράτους αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Για παράδειγμα, σε εκείνη την περίπτωση ρωτούσαν αν η οικογένεια είχε υπολογιστή, εξι χρόνια πριν ο Ραούλ Κάστρο επιτρέψει να πωλούνται νομίμως στα καταστήματα. Οι άνθρωποι έλεγαν συνέχεια ψέματα, προκειμένου να αποκρύψουν από τους απογραφείς – ή λογοκριτές; – από πού προέρχονταν το εισόδημά τους, τον αριθμό συσκευών που κατείχαν ή το πόσοι άνθρωποι ζούσαν στην πραγματικότητα στο σπίτι.

Πρόσφατα ανακοίνωσαν μια νέα απογραφή του πληθυσμού και από την τηλεόραση δε λείπουν οι διαφημίσεις, τα προγράμματα και οι αναφορές για να διαλυθούν οι υποψίες που προκαλεί αυτή η ανακοίνωση. Ανακοίνωσαν ότι δε θα ζητήσουν ταυτότητες και ότι οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν μόνο για στατιστικούς σκοπούς και δε θα δοθούν στην αστυνομία. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να γκρεμιστεί ο τοίχος της δυσπιστίας, ειδικά σε μια κοινωνία όπου η ιδιωτική ζωή έχει παραβιαστεί υπερβολικά από επίσημους οργανισμούς. Έτσι, η ευρέως διαδεδομένη τάση να εξαπατούν το Κράτος απαιτεί να τοποθετείται ένα ερωτηματικό μετά από κάθε πληροφορία που συγκεντρώνεται σε μια κατ’ οίκον έρευνα. Προκαλούνται σχεδόν κωμικά επεισόδια όταν, σ’ ένα κτήριο σαν το δικό μου, φτάνουν οι απογραφείς και οι γείτονες στέλνουν μήνυμα να κρυφτούν κάτω από μια κουβέρτα – ή σε μια ντουλάπα – όλα τα απαγορευμένα αντικείμενα ή των οποίων η προέλευση είναι παράνομη.

Παρά τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες, αυτή η απογραφή θα ήταν πολύ χρήσιμη αυτή τη στιγμή. Θα μπορούσαμε να επιβεβαιώσουμε με τους αριθμούς μερικές εμφανείς τάσεις. Ανάμεσά τους, η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή γεννητικότητα, και η αυξανόμενη μετανάστευση. Πιθανώς, ακόμη κι αν οι κοινωνιολόγοι καταφέρουν να έχουν τους αριθμούς, δε θα ενημερωθούμε ποτέ για το ποσοστό αυτοκτονιών, διαζυγίων ή εκτρώσεων, γιατί αυτοί οι αριθμοί χαλούν την εικόνα του “παραδεισιακού νησιού”. Επίσης, για κάθε αριθμό που θα δημοσιεύεται – όπως σε κάθε έρευνα – θα πρέπει να αφήσουμε ένα περιθώριο λάθους και να αφαιρέσουμε ένα ποσοστό για τα ψεύδη, εκείνα τα ψέμματα που θα πολλοί θα πουν σαν απάντηση στο λεπτομερές ερωτηματολόγιο της επερχόμενης απογραφής προκειμένου να σωθούν.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

 

Η Λάουρα έφυγε, η Λάουρα δεν υπάρχει πια

Τις μέρες που η Λάουρα Πολάν αργοπέθαινε στην εντατική, η κουβανική τηλεόραση μετέδωσε και πάλι μια δογματική σειρά που προσέβαλλε την αρχηγό των Γυναικών με τα Άσπρα. Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα σημάδια της μικροπρέπειας της κουβανικής κυβέρνησης είναι το ότι δεν καταφέρνει να σεβαστεί έναν πολιτικό αντίπαλο, ακόμη κι όταν πεθαίνει. Αυτή η έλλειψη συμπόνιας τους έκανε να διατάξουν μια αστυνομική επιχείρηση έξω από το Νοσοκομείο  Calixto Garcia χτες το βράδυ, περνώντας το σώμα της από το ένα ασθενοφόρο στο άλλο ώστε να μην ξέρουμε σε ποιο νεκροτομείο θα την πήγαιναν. Και, τελικά, δεν έκαναν ούτε μια μικρή ανακοίνωση για το θάνατό της στον εθνικό τύπο. Αν η τιμή τιμά, σ’ αυτήν την περίπτωση δυσφήμηση δυσφημεί. Έχασαν μια τελευταία ευκαιρία να δείξουν, τουλάχιστον, ότι λυπούνται.

Πώς αισθάνονται τώρα όλες εκείνες οι γυναίκες που ήρθαν για να υβρίσουν μπροστά στην πόρτα από το δωμάτιο 963 τηε Οδού Neptune; Τι σκέφτονται τώρα τα μέλη της στρατευμάτων σύγκρουσης που έσπρωξαν και χτύπησαν τη Λάουρα στις 24 Σεπτεμβρίου; Να έχουν μετανοιώσει κάποιοι από τους υπαύθυνους της Κρατικής Ασφάλειας που οργάνωσαν τόσα συλλαλητήρια αποκήρυξης εναντίον της φιλειρηνικής εξηντάχρονης γυναίκας; Ποιος απ’ αυτούς θα έχει τουλάχιστον την ταπεινότητα να ψελλίσει συλληπητήρια; Δυστυχώς, η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι μια ατέλειωτη ιδεολογική μνησικακία που δεν ξέρει πώς να αποτίει φόρο τιμής σε μια αντίπαλο. Η Λάουρα έφυγε – μας άφησε – κι έχασαν την ευκαιρία να επανορθώσουν για τόσες θηριωδίες. Πίστεψαν ότι κολλώντας της υποβαθμιστικά επίθετα, εμποδίζοντάς την να βγει απ’ το σπίτι της, κατηγορώντας την ως προδότρια, απάτριδα, θα εμπόδιζαν τον κόσμο να την πλησιάσει, να την αγαπήσει. Αλλά τις σκοτεινές πρωινές ώρες, μια κηδεία γεμάτη φίλους και γνωστούς απέρριψε την επίδραση της δαιμονοποίησής τους.

Η Λάουρα έφυγε και τώρα όλες οι πράξεις μίσους εναντίον της μοιάζουν ακόμη πιο χονδροειδείς. Η Λάουρα έφυγε και μείναμε με μια χώρα που ξυπνάει αργά από ένα παλιού τύπου ολοκληρωτισμό που δεν ξέρει καν πώς να πει “λυπάμαι”. Η Λάουρα έφυγε, προς λύπη της οικογένειάς της, τον Γυναικών με τα Άσπρα και κάθε γλαδίολου που έχει μεγαλώσει και θα μεγαλώσει στο πλάτος και μήκος αυτού του νησιού. Η Λάουρα έφυγε, η Λάουρα δεν υπάρχει πια, και δεν υπάρχει ούτε μια σκουροπράσινη στολή που να μοιάζει καθαρή  μπροστά στη λευκή λάμψη των ρούχων της.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Οι παραστρατιωτικοί

Για τον El Sexto, τον καλλιτέχνη γκράφιτι που συνελήφθη αυθαίρετα

Τα λάστιχα στριγγλίζουν, οι πόρτες του αυτοκινήτου ανοίγουν, βγαίνουν τρεις άνδρες, όλοι φτιαγμένοι με το ίδιο καλούπι: δυνατοί, στρατιωτικό κούρεμα, με τα κινητά στις ζώνες τους. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Κανένας γείτονας δε θα δώσει καταφύγιο, οι περίεργοι θα απομακρυνθούν, φοβισμένοι, και οι πιθανοί μάρτυρες δε θα θελήσουν να μιλήσουν. Σε σπρώχνουν στο αυτοκίνητο χωρίς να σου δείξουν ένταλμα σύλληψης, ούτε καν μια ταυτότητα που να βεβαίωνει ότι ανήκουν στην αστυνομία. Η πινακίδα είναι ιδιωτική έτσι που να μην αφήνει κανένα επίσημο ίχνος. Ούτε τα χτυπήματα συνοδεύονται από μια σφραγίδα ή υπογραφή, ούτε καν ένα ακρωνύμιο. Έχεις πέσει απλά στα χέρια των Κουβανών παραστρατιωτικών, της πολιτικής αστυνομίας που δε φορά ποτέ στολή, που μπορεί να πατήσει όλους τους νόμους, να σε κλείσει στη φυλακή χωρίς να έχεις κάνει τίποτα και να σε πάρει για μια “βόλτα” ενώ ουρλιάζει απειλές και βυθίζει το γόνατό της στην κοιλιά σου.

Όλο και πιο συχνά συναντούμε τις μεθόδους της Μαφίας στις τάξεις της Κρατικής Ασφάλειας. Η ατιμωρισία τους ενοχλεί ακόμη και την κανονική αστυνομία, που κοιτάει ενώ αυτοί οι τύποι με τα ψευδώνυμα γεμίζουν τα κελιά με κρατούμενους που δεν καταγράφηκαν ποτέ στα βιβλία του τμήματος. Το να ψαρεύουν στο περιθώριο του νόμου έχει γίνει ρουτίνα για τα ανήσυχα αγόρια του Τομέα 21, που αισθάνονται μέλη ενός ειδικού σώματος που μπορεί να αποκλείσει οποιονδήποτε από κάποιο μέρος ή να τους συλλάβει βίαια, ακόμη και μέσα στα σπίτια τους. Έχουν εκπαιδευθεί στο να μη  ακούν κι έτσι είναι μάταιο να τους πει κανείς “Είμαι πολίτης, έχω δικαίώματα” ή “Θέλω ένα δικηγόρο” ή “Για τι έγκλημα κατηγορούμαι;”… Γι’ αυτούς, τα θύματά τους δεν είναι άνθρωποι που προστατεύονται από ένα σύστημα νόμων, αλλά απλά σκουλήκια,… αυτά που ένας τύρανος σαν τον Καντάφι αποκαλούσε στις μέρες του ποντήκια.

Και να’σαι μέσα στο αυτοκίνητο που η μαύρη του τρύπα καταπίνει το Σύνταγμα που θα έπρεπε να σε σώσει, πιασμένος μέσα στο μυώδες μπράτσο κάποιου που αυτοαποκαλείται Πράκτορας Καμίλο ή Υπολοχαγός Μωυσής. Για την ώρα, απλά σε φοβίζουν, αλλά στο μέλλον – όταν θα γίνεις πιο τολμηρός – θα μπουν στον πειρασμό να σε γδάρουν με τα νύχια τους, να σου βάλουν το κεφάλι σε έναν κουβά με νερό, να παίξουν παιχνίδια με το ηλεκτρικό ρεύμα και τους όρχεις σου. Γιατί όταν η κυβέρνηση δημιουργεί δομές που δεν υπακούν σε κανέναν νόμο, δεν υπάρχει τρόπος να αμυνθούν αυτοί που τους αντιτάσσονται. Αυτοί οι σημερινοί παραστρατιωτικοί είναι οι αυριανοί κακούργοι. Αυτές οι δυνάμεις ελίτ, που εμφανίζονται ως υπερασπιστές ενός συστήματος που αργοπεθαίνει, μπορεί να ανακαλύψουν ότι τα χέρια τους δε διστάζουν να σκοτώσουν. Έχουν ήδη αποδείξει την φρενίτιδά τους σταματώντας σε ξαφνικά στο δρόμο και υποχρεώνοντάς σε να μπεις σ’ ένα αυτοκίνητο. Το επόμενο πράγμα που θέλουν να δουν να τρέχει είναι το αίμα σου.

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Οι αποκαλυπτικοί και οι πληροφορημένοι

Ένας περαστικός πέρασε από τη γωνία Infanta και Manglar την Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου, και στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας την αστυνομική δύναμη μπροστά στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, τον κλειστό δρόμο, τους γείτονες που μουρμούριζαν. Μετά από μερικά λεπτά, έβγαλε το κινητό του κι έστειλε ένα μήνυμα με τα νέα σε όλες τις επαφές του. Μέσα σε πολλές τσέπες, στα τραπέζια μερικών σπιτιών, στις τσάντες των γυναικών, ακούστηκε ο ήχος που ανακοίνωνε ένα εισερχόμενο μήνυμα. Το κουτσομπολίστικο δίκτυο είχε εκραγεί. Γεμάτο φήμες, το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας στην Κούβα είναι ένας γρήγορος τρόπος να μεταδοθούν νέα για γεγονότα που αποσιωπούνται από τον επίσημο τύπο. Είκοσι τέσσερεις ώρες μετά την απομόνωση του τετραγώνου γύρω από την εκκλησία όπου ο πατήρ Braulio Herrera και μερικοί από τους πιστούς του είχαν αποσυρθεί, η Αβάνα ψυθύριζε τα νέα, ενέδινε στο κουτσομπολιό, διασκέδαζαν με τις λεμπτομέρειες.

Πέρα από τα ηθικά και θεολογικά ερωτήματα που θέτει αυτή η εθελοντική κατάληψη μερικών πιστών και του ιερέα τους, είναι εντυπωσιακό το πόσο ικανοί είναι κάποιοι εναλλακτικοί μηχαανισμοί στο να βοηθήσουν να ριχθεί φως σ’ αυτήν την υπόθεση. Είναι δυνατό να φτάσουμε στην πηγή της πληροφορίας, να ακολουθήσουμε τα βήματα που έκανε για να ανοίξει ένα μονοπάτι: ένας απλός πολίτης, χωρίς δημοσιογραφικά διαπιστευτήρια, περνά από ένα μέρος όπου συμβαίνει κάτι. Βγάζει αυτή τη συσκευή με πλήκτρα και οθόνη και το λέει στους γνωστούς του. Ίσως, ανάμεσα στους φίλους του, να υπάρχει ένας νευρικός χρήστης του twitter με ευκίνητα δάχτυλα που ανεβάζει την ιστορία στο διαδίκτυο σε παραγράφους των 140 χαρακτήρων. Στο μεταξύ, στον κυβερνοχώρο, οι αναγνώστες κάνουν υποθέσεις, ενώ η σκηνή αρχίζει να γεμίζει από κόσμο. Εμφανίζεται κάποιος άλλος με μια κάμερα. Η φωτογραφία της αστυνομίας που εμποδίζει την κυκλοφορία ταξιδεύει μέσω MMS* – μήνυμα κειμένου – στον ιστό, και λεπτό προς λεπτό η hashtag #infantaymaglar κινεί όλο και πιο πολύ το ενδιαφέρον.

Μέχρι να καταλάβουν τα ξένα γραφεία τύπου ότι κάτι συμβαίνει, οι ανεξαρτητοι δημοσιογράφοι και οι bloggers έχουν ήδη διηγηθεί την ιστορία με διάφορους τρόπους. Στο μεταξύ, κάποιοι “ντόπιοι”, με όλα τα σημάδια της αστυνομίας με πολιτικά, διαδίδουν αποκαλυπτικές φήμες προκειμένου να στρέψουν την κοινή γνώμη εναντίον του παπά. Λένε ότι απειλεί να κάνει την εκκλησία κομμάτια, ότι απαιτεί να του δοθεί ένα αεροπλάνο για να φύγουν απ’ τη χώρα, ή ότι περιμένει – εκεί μέσα – το τέλος του κόσμου, που θα έρθει με ένα τσουνάμι. Μέχρι αυτό το σημείο τα εθνικά μέσα πληροφόρησης παραμένουν σιωπηλά, αλλά δε μπορούν να χειριστούν την πίεση μιας πόλης όπου όλοι μιλούν για το ίδιο πράγμα. Η διαδρομή φτάνει στο τέλος όταν ένας μουτρωμένος παρουσιαστής διαβάζει την επίσημη ανακοίνωση στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ημέρας σε ένα κοινό που περνάει μέρες και μέρες αναρωτούμενο αν κι αυτή τη φορά του κρύβουν την πραγματικότητα. Έχουν περάσει 72 ώρες από τη στιγμή που κάποιος που δεν είχε δίπλωμα δημοσιογραφίας, αλλά που δεν του έλειπε η τόλμη, είχε μεταδώσει τα νέα μέσω ενός μικρού κινητού που έβγαλε απ’ την τσέπη του.

 

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Χιούμορ σε καιρούς φόβου

Από καιρό σε καιρό σε καλούν να παρουσιαστείς σε ένα κωμικό πρόγραμμα στην τηλεόραση, αλλά δεν βγάζεις τα αναγκαία μ’ αυτόν τον τρόπο. Προτιμάς να σε προσλάβει ένα από τα αποκλειστικά εστιατόρια που έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους σε όλη την Αβάνα. Το να πληρώνεσαι σε ανταλλάξιμα πέσος, το να έχεις ένα πιάτο φαγητό, και το να έχεις την ελευθερία να κοροϊδέψεις ό,τι θέλεις σου είναι εξασφαλισμένα σε αυτά τα ιδιωτικά μέρη διασκέδασης. Με το μικρόφωνο στο χέρι και μπροστά σε ένα ιδιαίτερο κοινό πλουσίων ανθρώπων, λες τα αστεία που δεν επιτρέπονται μπροστά στις εθνικές κάμερες, καλαμπούρια που δε θα σου επιτρεπόταν ποτέ σε ένα εθνικό τηλεοπτικό στούντιο. Σαρκάζεις με τις εσωτερικές ρυθμίσεις μετανάστευσης και σχολιάζεις ότι έκανες “τρεις αποτυχημένες απόπειρες να εισέλθεις στην πρωτεύουσα”.

Καθώς προχωράει το βράδυ, τα ποτά έρχονται και φεύγουν και η γλώσσα σου γίνεται όλο και πιο κοφτερή. Αρχίζεις τα πολιτικά αστεία, καμουφλαρισμένα αλλά μερικές φορές απροκάλυπτα, όταν το χέρι σου κάνει σαν να χαϊδεύει μια γενειάδα κάτω απ’ το πηγούνι σου. Αργότερα, ξεκινάς ένα μακρύ μονόλογο σχετικά με τη φτώχεια στο χωριό σου στα ανατολικά, διευκρινίζοντας ότι η μαμά σου θέλει να μετακομίσει στην πόλη για να “μπορέσει να έχει πιο πολλά αυγά στο δελτίο”. Μοιάζεις να διαφέρεις από τον τύπο στην εθνική τηλεόραση που κοροϊδέυει απλά το παρουσιαστικό του. Ανάμεσα στα τραπέζια, και με την άδεια των ιδιοκτητών, κάνεις αστεία και για τον αρχηγό της αστυνομίας σε μια μικρή πόλη παραγωγής ζάχαρης που κάνει τον τοπικό τύραννο. Μετά έρχεται η εκτεταμένη – και ονδροειδής – συλλογή σεξουαλικών, ρατσιστικών και ομοφοβικών αστείων, χωρίς να μασάς τα λόγια σου και με την ίδια ομώτητα που ακούει κανείς στο δρόμο.

Οι πελάτες φεύγουν αναρωτούμενοι αν ήταν πραγματικά ο ίδιος κωμικόες που είχαν δει στην τηλεόραση σε ωράριο υψηλής ακροαματικότητας. Εκείνος είναι αστείος, ενώ αυτός που μόλις ανακάλυψαν εδώ, υπό την προστασία τυο ιδιωτικού εστιατορίου, είναι απίστευτα κωμικός, εμφανώς ελεύθερος. Όταν σε ξαναδούν σε κανένα πρόγραμμα της CubaVision ή της RebelTV, θα παρατηρήσουν ότι από το ευρύ ρεπερτόριό σου περιλαμβάνεις μόνο το λιγότερο άβολο κομμάτι, ένα προσεκτικά επελεγμένο και λογοκριμένο κομμάτι του χιούμορ σου.

 

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Η βασίλισσα της Queen Street

Η Queen Street, ο δρόμος μας με τα μπαλκόνια και τις στοές, με τις πίτσες των πέντε πέσος και τα απόβλητα να τρέχουν στο πεζοδρόμιο. Λεοφώρος των ύποτπων συμφωνιών και της αυτοαπασχόλησης, με τους πλανώδιους πωλητές να διαφημίζουν στρώματα μπροστά στα καταστήματα και με μια γοτθική εκκλησία να δείχνει προς τον ουρανό. Κατά μήκος της Queen Street τα παιδιά τρέχουν για το σχολείο το πρωί, οι ζητιάνοι απλώνουν τα χέρια τους με μια εικόνα του Αγ. Λαζάρου και οι πόρνες ξετυλίγουν το εμπόρευμά τους τη νύχτα. Στις εσοχές των πορτών της υπάρχει χώρος για όλα, το όμορφο και το σάπιο, το παρελθόν και το παρόν σε κομμάτια που δεν ενώνονται ποτέ, το χαμόγελο και η γκριμάτσα.

Χτες, η θορυβώδης κίνηση της Queen Street σταμάτησε, οι άποροι σηκώθηκαν από κάτω και τα περίπτερα με φαγητό έκλεισας για λίγο. Ήταν η μέρα της λιτανείας της Παναγίας της Φιλανθρωπίας, η λατρεία της οποίας αρχίζει και πάλι να εξαπλώνεται ανάμεσα στους Κουβανούς μετά από χρόνια επιβεβλημένης αθεΐας. Οι αγνωστικιστές και οι περίεργοι, οι αφοσιωμένοι και η πολιτική αστυνομία, συνόδευαν αυτούς που περιτριγύριζαν ένα αγαλματίδιο ντυμένο με χρυσό χιτώνα. Πολλοί είχαν έρθει με κεριά, ηλιοτρόπια, κούκλες ντυμένες όπως η θεότητα Oshun, κίτρινα μαντήλια και φορέματα. Χιλιάδες είχαν έρθει με πίστη και πολλοί άλλοι είχαν ακολουθήσει τη λιτανεία απλά για να δουν. Σε μια χώρα όπου δεν επιτρέπεται να βγει κανείς στο δρόμο για να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά, η 8η Σεπτεμβρίου στην Αβάνα ελκύει πιστούς και αντικομφορμιστές.

Τη στιγμή ακριβώς που η “βασίλισσα” έστριβε στην Queen Street, κάποιος έβγαλε μια αφίσα με τη λέξη “ελευθερία”. Ήταν μια στιγμή μόνο, αλλά αρκετή για να ζήσει κανείς προκαταβολικά – μια προκαταβολική βιοψία – τον τρόμο. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει, οι αστυνομικοί με πολιτικά ρίχνονταν στα χέρια που κρατούσαν το χαρτί, και το παραμορφωμένο πρόσωπο του ιερέα, που φοβόταν το χειρότερο. Για μια στιγμή, το αγαλματίδιο ταλαντεύτηκε ανάμεσα στα πέταλα που είχαν τοποθετηθεί γύρω του. Και μετά ήρθε η ηρεμία, ο φόβος, οι ψιθυριστές προσευχές. Μια γριά γυναίκα είπε, σχεδόν σαν παράπονο, “Μην πολιτικοποιείτε τη λιτανεία, δε θα αφήσουν την Cachita να ξαναβγει του χρόνου”. Κυρία – ήθελα να της πω, αλλά παρέμεινα σιωπηλή – αν είναι, καθώς λένε, η Παρθένος όλων των Κουβανών, θα μας αποδεχθεί είτε είμαστε επαναστάτες είτε ήσυχοι, απαθείς ή διαμαρτυρόμενοι, αν ψιθυρίζουμε τις προσευχές μας ή κραυγάζουμε τη δυσαρέσκειά μας.

 

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου

Ξύλινη βαλίτσα

Η δικιά μου ήταν μπλε με χερούλι και ενισχυμένη με μεταλλικούς μεντεσέδες για να μην μου την κλέψουν. Ήταν μια ξύλινη βαλίτσα που με αίχε ακολουθήσει σε πολλές αγροτικές κατασκηνώσεις, μέχρι που την εγκατέλειψα, διαλυμένη, σε ένα κοιτώνα στο Alquízar. Πίστευα ότι δε θα ξαναχρησιμοποιούσα ένα τέτοιο αντικείμενο, ειδικά αφότου ανακοινώθηκε το τέλος των σχολείων στην ύπαιθρο. Φαίνεται πως η χαμηλή παραγωγικότητα και οι υψηλοί κίνδυνοι απέτρεψαν τις κουβανικές αρχές από το να στέλνουν νέους να δουλέψουν στη γεωργία. Αλλά η εικόνα εκείνης της ενισχυμένης βαλίτσας επέστρεψε πρόσφατα, για να μου επιβεβαιώσει ότι δεν αλλάζουν και πολλά σ’ αυτό το νησί.

Με την αρχή της σχολικής χρονιάς, το σχολείο του γιου μου γέμισε με μαθητές ντυμένους με τις μπλε στολές τους. Αγκαλιές, γέλια, πρωινές συγκεντρώσεις με συνθήματα όπως “Ζήτω ο Φιντέλ και ο Ραούλ!”, μαζί με διάφορες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Ανάμεσα στις πολλά υποσχόμενες είναι η μείωση του χρόνου που αφιερώνεται στα λεγόμενα τηλε-μαθήματα. Μια εκπαιδευτική μέθοδος που προσπαθεί να αντικαταστήσει το δάσκαλο με μια οθόνη, ένα βίντεο και έμα τηλεκοντρόλ. Η αποτυχία των νεοεμφανιζόμενων καθηγητών – πολλοί νέων και με ελάχιστη εκπαίδευση – αναγνωρίστηκε επίσης μετά από χρόνια παραπόνων και λυπηρών συμβάντων. Η πραγματικότητα υπερισχύει, σύμφωνα με μια δήλωση του Υπουργείου Παιδείας, ενώ κάποιοι προειδοποιούν: “Αρκετά με τους αυτοσχεδιασμούς”. Με τόσα αιτήματα για την κατάργηση των όσων δε λειτουργούν, άκουσα με έκπληξη ότι οι μαθητές της 11ης τάξης θα φύγουν σε μια βδομάδα για “το σχολείο στην ύπαιθρο”.

Ο γιος μου είναι χαρούμενος, δε λέω όχι. Φαντάζεται δυο βδομάδες διασκέδασης, να πίνει νερό απ’ το ποτάμι, να τρέχει ανάμεσα στις καλλιέργειες, και να τριγυρνάει έξω από τους κοιτώνες των κοριτσιών. Παρόλα αυτά, από άποψη κέρδους, ο χρόνος που αυτοί οι μαθητές θα περάσουν σε ένα αγρόκτημα θα είναι μια οικονομική ζημία για τη χώρα. Από προσωπική εμπειρία, ξέρω ότι, αντί να προβάλουν την υπευθυνότητα στη δουλειά, αυτά τα πειράματα καταλήγουν να είναι ένα θέατρο: “Έρχεται ο δάσκαλος, κάντον να πιστέψει ότι εξοντώνουμε ζιζάνια”. Υπάρχει και μια κάποια ανησυχία για την πιθανή έκρηξη βίας ανάμεσα στους ενοίκους των κοιτώνων, κι έτσι ο υποδιευθυντής του σχολείου προειδοποίησε ο ίδιος ότι οι μαθητές δε μπορούν να φέρουν αντικείμενα που τρυπούν οι κόβουν, ούτε καν ανοιχτήρια για τις κονσέρβες. Μέχρι την Παρασκευή, μας είπαν, οι γονείς θα πρέπει να παραδώσουν τη βαλίτσα με τα πράγματα που θα πάρουν τα παιδιά τους.

Κι εγώ πέταξα την παλιά μου βαλίτσα! Εγώ που πίστεψα ότι αυτά τα παράλογα είχαν τελειώσει.

 

Μετάφραση: Μαρία Βλάχου