Είχαμε, λέει, ραντεβού. Το κτίριο, ιδιαίτερο. Ψηλό και κυκλικό σαν Πύργος χωρίς τις επάλξεις. Κι ενώ εξωτερικά ήταν ολόμαυρο, εσωτερικά διαχέονταν ένας ήλιος. Μπήκα στο ασανσέρ για να έρθω σε ‘σενα. Το ίδιο φως διαχέονταν και στον όροφο μα με πόρτες ανύπαρκτες! Απογοητευμένη κατέβηκα. Μπήκα σε άλλο ασανσέρ και ανέβηκα σε άλλον όροφο. Το ίδιο φως ολούθε, δίχως πάλι εμφανείς πόρτες και με εμφανή την απουσία σου. Αίφνης, μια πόρτα άνοιξε απ’ το πουθενά και με καλωσόρισε ένας κύριος, που θύμιζε έναν κινηματογραφικό αστέρα. Του μίλησα για μας, μου εξήγησε την ιδιαιτερότητα του κτηρίου. Με προέτρεψε να σου τηλεφωνήσω. Το έκανα. Εκνευρισμένος απάντησες γιατί άργησα στο ραντεβού και ήμουν αλλού… Ωστόσο, μαλάκωσες μόλις σου εξήγησα τί είχε συμβεί. Δώσαμε νέο ραντεβού στο ισόγειο. Επιτέλους συναντιόμαστε! Στο σαλόνι, δεξιά της εισόδου και μερικά σκαλιά υπερυψωμένο, ξεχώριζε ένας καναπές από σκαλισμένο ξύλο και κόκκινο βελούδο. Περίμενα μια λέξη σου, όμως ήσουν σφιγμένος κι απόμακρος κι ο χρόνος αφόρητα πιεστικός… Τί μάταιη προσμονή, αλήθεια! Ακόμα και στ΄όνειρο φθίνουν οι λέξεις .
©Μαρία Πισιώτη,
19/11 & 3/12/2025

