
Οι λέξεις, ο λόγος- πνίγηκαν στο μαύρο ποτάμι.
Απόμακρη, μετράω τις μέρες με γυαλάκια.
Στη φενάκη ότι δημιουργώ.
Δε γράφω, δεν σκέφτομαι, δεν υφαίνω.
Κουλουριάζομαι σ’ ένα σκαφάκι
και μετράω… κατά Fibonacci
ή αφήνομαι σε παιδαριώδεις συνδυασμούς
σε αναζήτηση του χρώματος-
ίσως της ελπίδας που εμπεριέχεται
στο χειροποίημα.
Μανούλα μου…

Εδώ επέστρεψα να μοιραστώ τον πόνο μου.
Έχασα τη δεσποτική και κυριαρχική μαμά μου,
όμως την αγαπούσα πολύ…
35 μέρες μετά….
Πονάω, βυθίζομαι και ανασηκώνομαι.
Πήρα νήματα από τα κουτάκια της
και φτιάχνω βραχιολάκια,
σε πρόχειρο αργαλειό από χαρτόνι.
Ασκούμαι στην χειροπρακτική,
ηρεμώ
και σταδιακά, ευελπιστώ
να μετουσιωθώ με τις λέξεις.
Δεν ξέρω πως θα «εμφανιστώ» ξανά….
Αγκαλιά…
Κραυγή προς το καινό;;;
Πόσο λεύτερα μπορείς
να υπάρξεις
στην ανωνυμία του πλήθους;
Η «ύπαρξη»… του όντος
ως στάση ζωής,
ως ιδέα…
Συγχρωτισμός με αγνώστους,
φαινομενικά «γνωστούς»,
παράλληλες παρουσίες
σε άνισες διαδρομές…
Απρόσωπες επαφές
αδύνατες
στην «στενή» πόλη.
Όμως αδύναμοι οι δεσμοί,
είπα θα ξεφύγω.
Λάθεψα ξανά…
πάντα λάθος.
Κάπου λοξοδρομεί η λογική,
κάτι στραβά στο νου,
γείωση της σκέψης
στον στρόβιλο των συναισθημάτων.
Αντί της ονειροφαντασίας
μηρυκάζω αρρωστημένα απωθημένα.
Στο «ίσως» ξανά
και η ελπίδα…
στο «μήπως».
Λεξικά παιχνίδια,
στην αυταπόδεικτη λεξιπενία.
Ύπνωση διαρκείας,
«κοιμάμαι όρθια»
πρώην χαζοχαρούμενη παιδίσκη
-ήξερα να «κρύβομαι» καλά, τότε,
Νυν .. χωρίς αεί,
ξεπεσμένη πνευματικά,
χωρίς μελέτες,
εγκλωβισμένη στα μικρά…
Τι θα φάμε σήμερα;;;;
Η υφάντρα με τις κατσαρόλες
μπορεί να «επιβιώσει» πλέον…
Κενές ώρες, μήνες, χρόνια.
Κραυγή στο κενό…
Κραυγή προς το καινό;;;
Ίσως «υφάντρα»… ξανά
Witch’s cradle (1944)
http://www.youtube.com/watch?v=_9z6_DA-tqU
By Maya Deren
with: Marcel Duchamp, Pajorita Matta
Θέλω
να κυνηγήσω το ουράνιο τόξο….
γιατί …
φτάνουν τα γενέθλια μου….
και είχα «βυθιστεί» πολύ…
ποτέ ξανά….
Η «θεραπεία» της αράχνης-υφάντρας (Ι)
Του Μ.
Για το πρωινό στη «σκιά του Κόκκινου Βράχου»*
Η πεταλούδα**, περιοδεύοντας στο όμορο της παραμύθι, χαρούμενη για την προσωρινή της διαφυγή, άκουσε μια υπόκωφη κραυγή για βοήθεια. Η περιέργεια της, την ώθησε να αναζητήσει την πηγή της. Ήταν όμως στην αραχνοχώρα και έπρεπε να μεριάσει τα πλεγμένα πέπλα μέχρι να τη βρει. Από γκρίζο κουβάρι ακουγόταν κάτι σα βαριανάσεμα, δίπλα στους αργαλειούς που είχε στήσει η αραχνούλα της ποιήτριας***. Ήταν πολλά τα σάβανα των ξωτικών που είχε υφάνει με τον καιρό, που πια άρχισαν να την πνίγουν. Οι κυράδες, που για καιρούς έπλεκε τα νυφιάτικα τους, την είχαν εγκαταλείψει -βολεμένες στη «μισή» μοιρασμένη ζωή τους. Έτσι η πεταλούδα, μη αντέχοντας τόσο πόνο και τόση κακή μοναξιά αποφάσισε να βοηθήσει την αραχνούλα, με το δικό της τρόπο, να τρυπώνει δηλαδή σε άλλα παραμύθια και διηγήσεις.
Πεταρίζοντας λοιπόν -στα όρια της απόγνωσης, βρέθηκε στο εγκαταλειμμένο δάσος των παλιών Δρυίδων- τόπο συνάντησης των Κελτών ιερέων και των Ελλήνων μυστών, μέχρι που αντάμωσε το Μάγο του Βορρά. Ελαφρύ αεράκι ανέμιζε τα λυτά του μακριά μαλλιά, αφήνοντας να διαφαίνεται στο δεξί του μπράτσο το δερματόστικτο σύμβολο της ανώτερης ιεραρχίας στο ύψιστο συμβούλιο. Με αγχωμένη διάθεση τον χαιρέτησε και κείνος ήρεμα -ανταποδίδοντας το χαιρετισμό, της εξήγησε ότι ήταν η κατάλληλη νύχτα από τον κύκλο της σελήνης να συλλέξει βότανα και καρπούς για τα ιαματικά του φίλτρα. Του είχε ανατεθεί να κρατά τις αρχαίες παραδόσεις και τηρούσε όλες τις γραφές των ιερών βιβλίων.
Η πεταλούδα, με τρεμάμενη φωνή, του ανάφερε το μαρτύριο της μικρής αραχνούλας. Ο Μάγος του Βορρά, προσφέρθηκε αμέσως να βοηθήσει. Είχε λίγο χρόνο ελεύθερο αφού είχε σχεδόν τελειώσει τη συλλογή των ειδικών συστατικών και απέμεναν κάποιες στιγμές μέχρι ο ήλιος να στείλει υπό ειδική γωνία το φως του- να αφυπνιστούν τα τέσσερα άλογα που σέρνουν την άμαξα για να επιστρέψει στη βόρεια χώρα του.
Για να οδηγήσει τo Μάγο του Βορρά στην αραχνοχώρα, η πεταλούδα άραξε νωχελικά στο σκουλαρίκι του, δώρο από τους παγανιστές της Ανατολής, χαράζοντας την πορεία. Όταν επιτέλους προσέγγισαν το κουβάρι, που έζωνε την αραχνούλα, δεν ακουγόταν τίποτα. Ο Μάγος του Βορρά, έτρεξε προς το μέρος της και με τα δυνατά του χέρια έσκισε τα γκρίζα πέπλα που την έπνιγαν και αγκάλιασε το ημιθανές της σώμα. Με τρυφερότητα την απόθεσε σε στρώμα από φύκια θαλασσινά στον παραδίπλα βράχο, και άρχισε τις θεραπευτικές μαλάξεις. Όταν ακροάστηκε – με ανακούφιση- την πρώτη κουρασμένη ανάσα της αραχνούλας, ήξερε ότι έπρεπε να εφαρμόσει τις αρχαίες συνταγές του, για να μπορέσει να τη σώσει. Έτσι, από φλογόσχημο φλασκί, στερεωμένο στο αριστερό του μπράτσο, με σκοινί καμωμένο από το τρίχωμα του τελευταίου μονόκερου, έσταξε λίγε σταγόνες από το αίμα της δαιμόνισσας, με τις θεραπευτικές ιδιότητες, (αυτής, που χθόνιες θεότητες είχαν στείλει προς εξουδετέρωση του αλλά την κατατρόπωσε- σύμφωνα με τις σοφές διδαχές- εκσφενδονίζοντας δύο φρεσκοσχηματισμένα μαργαριτάρια των Νοτίων Θαλασσών στις κόρες των ματιών της) σε φεγγαρένιο τάσι από καθαρό ασήμι και το ανακάτεψε με σκόνες φυλαγμένες στο δισάκι, γύρω από τη ζώνη του. Μόνο που χρειαζόταν ακόμη νερό από το πηγάδι των εφτά παρθένων στα ριζά του ηφαιστείου, για να ολοκληρώσει το γιατρικό.
Η πεταλούδα, κατάλαβε ότι έπρεπε να τρέξει σε άλλο παραμύθι, αφού φοβόταν ότι θα καούν τα χρωματιστά φτερά της από τη λάβα, να βρει κάποιον κουβαλητή. Για καλή της τύχη, σε κοντινό πλατάνι, που σκίαζε μια στέρνα δροσερού νάματος, η λιβελούλα της μικρής Ελένης έπαιζε στο λυκαυγές.
…Συνεχίζεται
* T.S.Eliot- Waste Land
**Δανεική ηρωίδα – από τα παραμύθια της «γιαγιάς με το ένα δόντι»
***A Spider sewed at Night/Without a Light/Upon an Arc of White./
If Ruff it was of Dame/ Or Shroud of Gnome/ Himself himself inform./
Of Immortality/His Strategy/ Was Physiognomy.
Emily Dickinson #1138
(όμως αραχνούλα- θηλυκό στα ελληνικά- herself herself….)
Μια ταραντέλα θα ακούγόταν ευχάριστα,
αλλά η Monika κελαϊδά εδώ:
Ξανά…
Λίγες στιγμές
Δυο ματιές
Ένα άγγιγμα
Η Υφάντρα αναρρώνει
Και
«όταν με πήρε το φιλί
Γυναίκα»
Ξανά!
Στη «σκιά του κόκκινου βράχου»
Τα νήματα υφαίνουν «ιστορία».
Άφησα τις λεπτομέρειες,
Κράτησα την ουσία…
Το «μωβ υγρό» ξεπλένεται
Ξυπνάω…
Αναδύομαι ελεύθερη
Από τυρκουάζ νερά,
Παραδίπλα στη βυθισμένη πολιτεία.
Λυτρωμένη πιά,
Χωρίς δεσμεύσεις…
(Οι τροχιές μας –ίσως- ξανανταμώσουν
Το επόμενο καλοκαίρι.)
Από τότε ξεκλειδώνομαι.
Υπάρχω …
Ξανά…
Μια μικρή αφορμή,
Ένα μεγάλο βήμα
Εις μνήμην του «Χ»

«…ούτε κι ο χρόνος «γιατρεύει», όπως τόσο επιφανειακά μας αρέσει να λέμε, το πολύ- πολύ να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να βάλει μια τάξη. Και αυτό μόνο επειδή την τάξη, στην οποία τόσο σιωπηρά συμβάλλει ο χρόνος, την αποδίδουμε κατόπιν στην αδύναμη καρδιά μας που ξεχνά, ανίκανοι να δούμε τις λεπτομέρειες της και γενικότερα να την παρατηρήσουμε: έτσι αντιμετωπίζουμε ό,τι έχει πια συντελεστεί, έχει μαλακώσει και, σε γενικές γραμμές, έχει συμφιλιωθεί, μόνο και μόνο επειδή δε μας προκαλεί άλλο πόνο….»
Περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους σε «μεγαλομπακάλικο», ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο διάβασα το παραπάνω απόσπασμα.
Έτσι αγόρασα το «Η Σοφία του Ρίλκε», ανθολόγηση Ulrich Baer, μετάφραση Αλεξάνδρας Νικολακοπούλου, από τις «εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ».
Με «κάλυψε» στο θέμα «Χ»… ,
που μουν λείπει….
πολύ…




