Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «συζητάω - συζητώ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «συζητάω - συζητώ»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
συζητώ, συζητάς, συζητά, συζητούμε, συζητάτε, συζητούν ή συζητούνε
& συζητάω, συζητάς, συζητάει, συζητάμε, συζητάτε, συζητάνε
Υποτακτική
να συζητώ, να συζητάς, να συζητά, να συζητούμε, να συζητάτε, να συζητούν ή να συζητούνε
& να συζητάω, να συζητάς, να συζητάει, να συζητάμε, να συζητάτε, να συζητάνε
Προστακτική
β΄ ενικό: συζήτα – β΄ πληθυντικό: συζητάτε
Μετοχή
συζητώντας
 
Παρατατικός
Οριστική
συζητούσα, συζητούσες, συζητούσε, συζητούσαμε, συζητούσατε, συζητούσαν (ή συζητούσανε)
& συζήταγα, συζήταγες, συζήταγε, συζητάγαμε, συζητάγατε, συζήταγαν (ή συζητάγανε)
 
Αόριστος
Οριστική
συζήτησα, συζήτησες, συζήτησε, συζητήσαμε, συζητήσατε, συζήτησαν (ή συζητήσανε)
Υποτακτική
να συζητήσω, να συζητήσεις, να συζητήσει, να συζητήσουμε, να συζητήσετε, να συζητήσουν (ή να συζητήσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: συζήτησε – β΄ πληθυντικό: συζητήστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα συζητώ, θα συζητάς, θα συζητά, θα συζητούμε, θα συζητάτε, θα συζητούν ή θα συζητούνε
& θα συζητάω, θα συζητάς, θα συζητάει, θα συζητάμε, θα συζητάτε, θα συζητάνε
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα συζητήσω, θα συζητήσεις, θα συζητήσει, θα συζητήσουμε, θα συζητήσετε, θα συζητήσουν (ή θα συζητήσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω συζητήσει, θα έχεις συζητήσει, θα έχει συζητήσει, θα έχουμε συζητήσει, θα έχετε συζητήσει, θα έχουν(ε) συζητήσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω συζητήσει, έχεις συζητήσει, έχει συζητήσει, έχουμε συζητήσει, έχετε συζητήσει, έχουν(ε) συζητήσει
Υποτακτική
να έχω συζητήσει, να έχεις συζητήσει, να έχει συζητήσει, να έχουμε συζητήσει, να έχετε συζητήσει, να έχουν(ε) συζητήσει
Μετοχή
έχοντας συζητήσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα συζητήσει, είχες συζητήσει, είχε συζητήσει, είχαμε συζητήσει, είχατε συζητήσει, είχαν/είχανε συζητήσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
συζητιέμαι, συζητιέσαι, συζητιέται, συζητιόμαστε, συζητιέστε, συζητιούνται
& συζητούμαι, συζητείσαι, συζητείται, συζητούμαστε, συζητείστε, συζητούνται
Υποτακτική
να συζητιέμαι, να συζητιέσαι, να συζητιέται, να συζητιόμαστε, να συζητιέστε, να συζητιούνται
& να συζητούμαι, να συζητείσαι, να συζητείται, να συζητούμαστε, να συζητείστε, να συζητούνται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: συζητιέστε
Μετοχή
συζητούμενος, συζητούμενη, συζητούμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
συζητιόμουν, συζητιόσουν, συζητιόταν, συζητιόμαστε, συζητιόσαστε, συζητιόνταν ή συζητιούνταν
& συζητιόμουνα, συζητιόσουνα, συζητιότανε, συζητιόμασταν, συζητιόσασταν, συζητιόντουσαν
& συζητούμουν, συζητούσουν, συζητούταν, συζητούμασταν, συζητούσαστε, συζητούνταν
 
Αόριστος
Οριστική
συζητήθηκα, συζητήθηκες, συζητήθηκε, συζητηθήκαμε, συζητηθήκατε, συζητήθηκαν (ή συζητηθήκανε)
Υποτακτική
να συζητηθώ, να συζητηθείς, να συζητηθεί, να συζητηθούμε, να συζητηθείτε, να συζητηθούν (ή να συζητηθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: συζητήσου – β΄ πληθυντικό: συζητηθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα συζητιέμαι, θα συζητιέσαι, θα συζητιέται, θα συζητιόμαστε, θα συζητιέστε, θα συζητιούνται
& θα συζητούμαι, θα συζητείσαι, θα συζητείται, θα συζητούμαστε, θα συζητείστε, θα συζητούνται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα συζητηθώ, θα συζητηθείς, θα συζητηθεί, θα συζητηθούμε, θα συζητηθείτε, θα συζητηθούν (ή θα συζητηθούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω συζητηθεί, θα έχεις συζητηθεί, θα έχει συζητηθεί, θα έχουμε συζητηθεί, θα έχετε συζητηθεί, θα έχουν(ε) συζητηθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω συζητηθεί, έχεις συζητηθεί, έχει συζητηθεί, έχουμε συζητηθεί, έχετε συζητηθεί, έχουν(ε) συζητηθεί
Υποτακτική
να έχω συζητηθεί, να έχεις συζητηθεί, να έχει συζητηθεί, να έχουμε συζητηθεί, να έχετε συζητηθεί, να έχουν(ε) συζητηθεί
Μετοχή
συζητημένος, συζητημένη, συζητημένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα συζητηθεί, είχες συζητηθεί, είχε συζητηθεί, είχαμε συζητηθεί, είχατε συζητηθεί, είχαν(ε) συζητηθεί

Ιστορία Προσανατολισμού: Η εκθρόνιση του Όθωνα (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Η εκθρόνιση του Όθωνα (πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε στο εντεινόμενο αντιδυναστικό κλίμα, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1850, καθώς και στην τελική έξωση του βασιλιά Όθωνα.
Μονάδες 25
 
Κείμενο 1
Από το 1861 το αντιπολιτευτικό ρεύμα καθημερινά μεγάλωνε η κατάσταση δεν ήταν πλέον εκρηκτική μόνο στην Αθήνα, αλλά και στις περισσότερες επαρχίες. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου στάθηκε αφορμή για να φανεί η αντίδραση του λαού εναντίον του καθεστώτος. Οργανώθηκαν συμπόσια, όπου εκφωνήθηκαν επαναστατικοί λόγοι, σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στην πρωτεύουσα εξάλλου η ατμόσφαιρα, που είχε ενταθεί τους τελευταίους μήνες από τον βίαιο και ανελεύθερο τρόπο με τον οποίο είχαν διεξαχθεί οι εκλογές του 1860, καθώς και από τη στάση της αστυνομίας που είχε δημιουργήσει κλίμα στενής παρακολουθήσεως και τρομοκρατίας των πολιτών, φορτιζόταν καθημερινά από τον Τύπο. Οι περισσότερες εφημερίδες είχαν ταχθεί στο πλευρό της αντιπολιτεύσεως. […]
Στο μεταξύ στην Αθήνα μεγάλωνε η αντίδραση όχι μόνο της νεολαίας αλλά και πολλών αξιωματικών εναντίον του Όθωνος, τον οποίο κατηγορούσαν ότι παραβίαζε το Σύνταγμα, καθιερώνοντας σύστημα δεσποτικό, ότι δεν άφηνε να ιδρυθεί εθνοφυλακή (δηλ. να μοιραστούν σε όλους τους πολίτες όπλα), και ότι άφηνε εκκρεμές το ζήτημα του διαδόχου του θρόνου.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ. Εκδοτική Αθηνών
 
Κείμενο 2
Η αποκάλυψη αντιβασιλικής συνομωσίας τον Μάρτιο του 1861 και η απόπειρα δολοφονίας εναντίον της Αμαλίας τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις του αναβρασμού που επικρατούσε στους κόλπους της ελληνικής κοινής γνώμης. Η αναταραχή έλαβε τη μορφή ανοιχτής εξέγερσης τον Φεβρουάριο του 1862, όταν στασίασε η φρουρά του Ναυπλίου αξιώνοντας τον σεβασμό του Συντάγματος. Η καταστολή της ανταρσίας από τις κυβερνητικές δυνάμεις δεν αρκούσε για να αντιστρέψει το κλίμα.
 
Αντώνης Κλάψης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821-1923. Εκδόσεις Πεδίο.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Η νέα γενιά ασκούσε έντονη κριτική στους παλαιότερους και φρονούσε ότι το συνταγματικό πολίτευμα δεν μπορούσε να αναπτυχθεί, καθώς το εμπόδιζαν η Αυλή και ο ίδιος ο βασιλιάς, τον οποίο θεωρούσε πολιτικά ατάλαντο. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1850 έγινε φανερή μια συνολική δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και της δυσλειτουργίας του πολιτικού συστήματος και συγκροτήθηκαν αντιπολιτευτικοί όμιλοι με εκσυγχρονιστικά κατά κύριο λόγο αιτήματα: ελεύθερες εκλογές, φορολογική μεταρρύθμιση με στόχο την ελάφρυνση των αγροτών, κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής, ίδρυση αγροτικών τραπεζών, απλούστερη διοίκηση. Τα αιτήματα αυτά εξέφρασε σε μεγάλο βαθμό με την πολιτική του δράση ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Όπως σχετικά αναφέρεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο 1), η αντιπολιτευτική τάση είχε ενισχυθεί σημαντικά το 1861, με τη δυσαρέσκεια των πολιτών να είναι εμφανής όχι μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και στις περισσότερες περιοχές της επαρχίας. Με αφορμή, άλλωστε, τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου τη χρονιά εκείνη, οργανώθηκαν επίσημες συγκεντρώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, στο πλαίσιο των οποίων εκφωνήθηκαν επαναστατικές ομιλίες. Η κατάσταση ιδίως στην πρωτεύουσα είχε επιβαρυνθεί ιδιαίτερα λόγω των συνθηκών βίας και ανελευθερίας κατά τη διεξαγωγή των εκλογών του 1860, καθώς και λόγω του αισθήματος καταπίεσης που προκαλούσε στους πολίτες η αστυνομία μέσω της συνεχούς παρακολούθησης και της τρομοκρατίας που τους ασκούσε. Την ένταση συντηρούσαν και όξυναν οι εφημερίδες της εποχής, οι οποίες στην πλειονότητά τους είχαν συμπαραταχθεί με την αντιπολίτευση.  
Το Φεβρουάριο του 1862 η δυσαρέσκεια κατέληξε σε επανάσταση, με αίτημα την απομάκρυνση του βασιλιά. Όπως επισημαίνει ο Αντώνης Κλάψης (Κείμενο 2), η έναρξη της επανάστασης έγινε στο Ναύπλιο, όταν η εκεί φρουρά στασίασε με αίτημα τον σεβασμό του Συντάγματος από τον Όθωνα. Η αρχική αυτή στρατιωτική κίνηση τέθηκε υπό έλεγχο από τις στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά αυτό δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη γενικότερη εξέγερση και την εκθρόνιση του Όθωνα. Η εξέγερση αυτή, βέβαια, δεν αποτέλεσε μια αιφνίδια εξέλιξη, καθώς είχαν ήδη προηγηθεί σημαντικά γεγονότα, ενδεικτικά της ευρείας δυσαρέσκειας απέναντι στον βασιλιά. Ήδη από τον Μάρτη του 1861 είχε γίνει γνωστή μια αντιβασιλική συνομωσίας και τον Σεπτέμβρη του ίδιου έτους είχε σημειωθεί δολοφονική απόπειρα κατά της Αμαλίας, ως εκ τούτου ο Όθωνας είχε επίγνωση του αρνητικού εις βάρος του κλίματος. Στην επανάσταση συμμετείχαν κατά κύριο λόγο αξιωματικοί, άνεργοι απόφοιτοι πανεπιστημίου που δεν ήθελαν να εργαστούν στους κλάδους της αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής και αισθάνονταν κοινωνικά αδικημένοι. Σύμφωνα, μάλιστα, με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο 1), οι αξιωματικοί έθεταν θέμα παραβίασης του Συντάγματος από τον βασιλιά, διότι είχε διαμορφώσει ένα δεσποτικό σύστημα διακυβέρνησης. Τον κατηγορούσαν, επίσης, ότι παρεμπόδιζε την ίδρυση εθνοφυλακής -τη διανομή, δηλαδή, όπλων σε όλους τους πολίτες-, καθώς και ότι δεν είχε ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής του. Συμμετείχαν ακόμη και πολλά άτομα ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία ζητούσαν ευκαιρίες για ενεργότερη συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Στις 12 Οκτωβρίου 1862 ο Όθων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Ιστορία Προσανατολισμού: Η βιομηχανία κατά τον 19ο αιώνα (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Η βιομηχανία κατά τον 19ο αιώνα (πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται να παρουσιάσετε:
α. την κατάσταση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία. (μονάδες 12) 
β. την εξέλιξη της βιομηχανίας από το 1870 έως και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. (μονάδες 13)
Μονάδες 25
 
Κείμενο 1
Τα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής εξέλιξης της Ελλάδας [απαρχές και μέσα 19ου αιώνα] συνοδεύονται από προτιμήσεις σε ορισμένα προϊόντα όπως μετάξι -υπήρχαν επί τόπου πρώτες ύλες-, αλλά και μάλλινα υφάσματα, επίσης, που κατασκευάζονταν σε βιοτεχνικές μονάδες όπως του Δουρούτη, υφαντουργείο [π.χ. Κωνσταντουλάκη -Ύδρα], ζάχαρη [π.χ. Γαλλική εταιρεία –εργοστάσιο περιοχή Καινούργιο -έξω από τη Λαμία]. Η εκμετάλλευση του μεταξιού στεγάζεται για πρώτη φορά σε συγκεντρωμένες μονάδες παραγωγής.
Τα χρόνια που ακολουθούν και μέχρι το 1864 συνεχίζει να αναπτύσσεται η παραδοσιακή οικιακή μεταξοβιοτεχνία κυρίως στη Ν. Πελοπόννησο. Η ανάπτυξη αυτή σχετίζεται με την επιδημία που πλήττει τη Γαλλία και που δημιουργεί προϋποθέσεις για τη καλλιέργεια του μεταξιού αφού δημιουργείται απότομη άνοδος της ζήτησης που συνοδεύεται και από άνοδο της τιμής του. Η Γαλλία αγοράζει το σύνολο σχεδόν της εγχώριας παραγωγής.
 
Παπαδάκη –Λάππα Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος αιώνας
 
Κείμενο 2
     Μεταξύ 1875 και 1889 παρατηρείται μια αύξηση από 95 σε 145 εργοστάσια. Αλλά από τις 50 νέες μονάδες, οι 44 ήταν αλευρόμυλοι και οι 4 ελαιοτριβεία. Επιπλέον οι περισσότερες εξυπηρετούσαν την σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας και πολλές «προσαρτήθηκαν» στην Ελλάδα, μαζί µε τις επαρχίες αυτές, το 1880. Επομένως η αύξηση δεν δείχνει εκβιομηχάνιση: απλώς κατοπτρίζει την εδαφική επέκταση της χώρας και την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού.
     Η εικόνα μεταβάλλεται άρδην κατά τις δεκαετίες 1910 και 1920. Πράγματι, η εγκατεστημένη ιπποδύναμή αυξάνεται από τους 5.500 ίππους το 1893 σε 60.000 το 1920 και 230.000 το 1929. Ο αριθμός των εργοστασίων αυξάνεται από τα 208 εργοστάσια του 1893 ή τα 335 του 1909 σε 2.905 μονάδες το 1920. Τόσο ο αριθμός των εργοστασίων, επομένως, όσο και η ολική ιπποδύναμη δείχνουν ότι η «απογείωση» της ελληνικής βιομηχανίας έγινε όχι πριν, αλλά μετά το 1909 και ιδίως μετά το 1920.
 
Γιώργου ∆ερτιλή, Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Στρατιωτική Επέμβαση 1880-1909.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Η εμφάνιση μονάδων παραγωγής, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν βιομηχανικές, άρχισε κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας με αποσπασματικό, ευκαιριακό ίσως τρόπο. Οι μονάδες αυτές αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση τοπικών αναγκών, οι οποίες σχετίζονταν με την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Επρόκειτο κυρίως για εξέλιξη των παραδοσιακών αλευρομύλων, των ελαιοτριβείων, των βυρσοδεψείων και των κλωστηρίων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει η Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο 1), οι βιομηχανίες της περιόδου εκείνης αφορούσαν συγκεκριμένα προϊόντα, όπως ήταν το μετάξι, διότι υπήρχαν οι αναγκαίες πρώτες ύλες στον ελληνικό χώρο. Έτσι, για πρώτη φορά διαμορφώνονται μονάδες παραγωγής για την επεξεργασία μεταξιού, ενώ η επεξεργασία μάλλινων υφασμάτων γίνεται σε ήδη υπάρχουσες μονάδες, όπως εκείνη του Δουρούτη. Λειτουργούν, επίσης, υφαντουργεία, όπως αυτό του Κωνσταντουλάκη στην Ύδρα, αλλά και μονάδες παραγωγής ζάχαρης, όπως το γαλλικών συμφερόντων εργοστάσιο στην περιοχή Καινούριο, στα περίχωρα της Λαμίας. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα και μέχρι το 1864 δίνεται, μάλιστα, ιδιαίτερη ώθηση στην παραγωγή μεταξιού, ακόμη και μέσω της οικιακής επεξεργασίας του προϊόντος αυτού, ιδίως στη Νότια Πελοπόννησο, καθώς η επιδημία που έπληττε τη γαλλική γεωργία τα χρόνια εκείνα οδηγεί σε ραγδαία αύξηση της ζήτησης. Η ζήτηση αυτή σηματοδότησε και άνοδο στην τιμή του μεταξιού, με τη Γαλλία να εξαγοράζει σχεδόν το σύνολο της ελληνικής παραγωγής. Οι μονάδες όμως αυτές δεν αποτέλεσαν την αφετηρία για τη δημιουργία πιο σύνθετων βιομηχανικών συγκροτημάτων αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέμειναν στάσιμες και περιορισμένες ως προς τα οικονομικά τους μεγέθη. Ο δισταγμός αυτός οφειλόταν ίσως στη μικρή έκταση της εγχώριας αγοράς, στην πίεση των εισαγόμενων προϊόντων αλλά και στην έλλειψη πολυάριθμου, ειδικευμένου και φθηνού εργατικού δυναμικού.
 
β. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εν μέρει μόνο από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο 2), καθώς επισημαίνεται ότι το 1875 λειτουργούσαν 95 εργοστάσια, τα οποία ξεπέρασαν τα εκατό, φτάνοντας τα 145, το 1889. Όπως διευκρινίζει, ωστόσο, ο ιστορικός, από τα πενήντα νέα εργοστάσια της περιόδου εκείνης, τα 44 σχετίζονταν με την παραγωγή αλευριού και τα τέσσερα ήταν ελαιοτριβεία. Επρόκειτο, μάλιστα, για εργοστασιακές μονάδες τοπικού χαρακτήρα, εφόσον συνδέονταν με τη σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας, ενώ πολλές από αυτές προϋπήρχαν στις περιοχές αυτές και προστέθηκαν απλώς στο εθνικό σύνολο μετά την προσάρτηση των αντίστοιχων εδαφών στην Ελλάδα το 1880. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι αριθμητικά φαίνεται να αυξάνεται ο αριθμός των βιομηχανιών, στην πραγματικότητα εκείνο που συνέβη ήταν η εδαφική επέκταση και η συνεπαγόμενη πληθυσμιακή ενίσχυση της χώρας, χωρίς να υπάρχει πραγματική αύξηση του αριθμού των εργοστασίων και, άρα, εκβιομηχάνιση. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Όπως επισημαίνει ο Γ. Δερτιλής (Κείμενο 2), η ουσιαστική αλλαγή έγινε εμφανής κατά τις δεκαετίες 1910 και 1920, καθώς τότε σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση της ιπποδύναμης των εργοστασίων. Πιο συγκεκριμένα, από 5.500 ίππους που βρισκόταν το 1893 ανήλθε στους 60.000 ίππους το 1920 και σε 230.000 το 1929. Ενώ, ο αριθμός των εργοστασίων σημειώνει αντίστοιχα σημαντική αύξηση, εφόσον από τα 208 που λειτουργούσαν το 1893, το 1909 λειτουργούν 335 και το 1920 φτάνουν τα 2.905. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αύξηση τόσο της ιπποδύναμης όσο και των βιομηχανικών μονάδων συντελείται μετά το 1909 και ιδιαίτερα μετά το 1920. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα.

Ιστορία Προσανατολισμού: Η πορεία της ελληνικής βιομηχανίας τη δεκαετία του 1870 [πηγή]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Η πορεία της ελληνικής βιομηχανίας τη δεκαετία του 1870 [πηγή]
 
Αντλώντας στοιχεία από το παρακάτω παράθεμα και τον πίνακα και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις:
α. να παρουσιάσετε την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας τη δεκαετία του 1870
β. να αναφερθείτε στα προβλήματα από τα οποία υπέφερε κατά το 19ο αιώνα.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ
Είναι φανερό, αλλά και η ίδια η ιστορική εξέλιξη αποδεικνύει, ότι η Ελλάδα καθυστέρησε να βγει στο δρόμο της εκβιομηχάνισης. […] Αν δούμε κάποια στατιστικά στοιχεία, θα αντιληφθούμε πολύ καλύτερα την ουσία του πράγματος. Η στατιστική του 1879 δίνει 42.966 εργάτες και 41.035 υπηρέτες και υπηρέτριες. Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1909, στις παραμονές της αστικής επανάστασης, εμφανίζονται 59.614 εργάτες, μια αύξηση, δηλαδή, 16.648 ατόμων, όχι ικανοποιητική, αν αναλογιστούμε το μέγεθος του χρόνου αλλά και το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή είχαν προστεθεί εδάφη στο νέο ελληνικό κράτος. […] Η ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας είναι ταυτόχρονα η ιστορία μιας καθυστέρησης που, τοποθετημένη στο τοπικό και διεθνές πλαίσιό της, μπορεί να αποδοθεί σε τρεις κατά βάση παράγοντες: α) την απουσία κεφαλαίων στη χώρα, […] β) το γεγονός ότι οι εμπορικές, ναυτιλιακές και άλλες δραστηριότητες των Ελλήνων εξαπλώνονταν σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης […] γ) την ευνοϊκή συγκυρία για ανάπτυξη της γεωργίας που δημιουργείται και από την αυξανόμενη ζήτηση συγκεκριμένων προϊόντων (όπως ο καπνός, η σταφίδα, η ελιά) σε διεθνές επίπεδο.
 
Κωσταβασίλης, Κ., Το Εργατικό Κέντρο Άρτας 1945-1995, Εκδόσεις Εργατικού Κέντρου Άρτας,
Άρτα 1996, σ. 17-20.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ
Ανάπτυξη της βιομηχανίας

Έτη

Αριθμός βιομηχανιών

Αριθμός εργατών

Ιπποδύναμη(σε ατμόιππους)

1867

22

7.300

300

1873

95

7.342

1967

1875

95

-

-

1878

108

-

2.884

1889

(145)

-

8.568

1892

-

-

10.000

 
Τσουκαλάς, Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, Θεμέλιο, Αθήνα 1977, σ. 260.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Η αύξηση αυτή, πάντως, δεν αποτυπώνεται στα στοιχεία του Πίνακα, στο πλαίσιο του οποίου προκύπτει πως κατά την περίοδο 1873-1875 λειτουργούσαν 95 βιομηχανίες, ενισχυμένες κατά 73 σε σχέση με τις 22 που λειτουργούσαν το 1867. Οι βιομηχανίες ξεπέρασαν τις εκατό, φτάνοντας τις 108, μόλις το 1878, προς το τέλος άρα της δεκαετίας του 1870. Σημαντική είναι, ωστόσο, η αλλαγή που παρατηρείται τη δεκαετία του 1870 στην ιπποδύναμη των ελληνικών βιομηχανιών, καθώς από 300 ατμόιππους το 1867, αυξάνεται σε 1967 το 1873, και σε 2.884 το 1879. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Η χαμηλή δυναμική της βιομηχανικής εξέλιξης επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία που παραθέτει ο Κ. Κωσταβασίλης σχετικά με τον αριθμό των εργατών. Το 1879 στην Ελλάδα υπήρχαν 42.966 εργάτες έναντι  41.035 υπηρετών και υπηρετριών, ενώ μετά από τριάντα χρόνια, το 1909, όταν η Ελλάδα είχε ήδη επεκταθεί γεωγραφικά, ο αριθμός των εργατών αυξάνεται μόλις κατά 16.648, φτάνοντας τους 59.614. Πρόκειται για ένα στοιχείο που καθιστά εμφανή τη βραδεία εκβιομηχάνιση της χώρας.
 
β. Η βιομηχανία υπέφερε, όπως και άλλοι κλάδοι της οικονομίας, από την έλλειψη κεφαλαίων και τη διασπορά των υπαρχόντων σε πλήθος δραστηριοτήτων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται, αλλά και εμπλουτίζονται από τον Κ. Κωσταβασίλη, ο οποίος επισημαίνει πως κατά την ίδια περίοδο υπήρξαν θετικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της γεωργίας -και κατ’ επέκταση για την επένδυση κεφαλαίων στον κλάδο αυτό-, εφόσον υπήρχε αυξημένη ζήτηση σε διεθνές επίπεδο για προϊόντα, όπως ήταν η σταφίδα, η ελιά και ο καπνός. Υπέφερε, συνάμα, από την ασφυκτικά περιορισμένη -εδαφικά και πληθυσμιακά- βάση οικονομικής εξάπλωσης, από την έλλειψη πρώτων υλών και τη χρόνια έλλειψη εργατικών χεριών. Οι ελλείψεις αυτές, πάντως, έρχονταν σε αντίθεση με την εκτός των ελληνικών συνόρων δραστηριότητα, όπως επισημαίνει ο Κ. Κωσταβασίλης, καθώς οι Έλληνες είχαν αυξημένη εμπορική και ναυτιλιακή δραστηριότητα σε όλο το μήκος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, χωρίς αυτό να λειτουργεί επωφελώς για την εγχώρια βιομηχανία.  Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς στα παραπάνω την έλλειψη παιδείας τεχνικής αλλά και γενικής. Η ελλιπής κατάρτιση περιόριζε τη δυνατότητα εφαρμογής καινοτομιών και τη συνακόλουθη τεχνολογική εξέλιξη.
 
«Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida)».