Επιλεγμένα

ΓΕΝΟΣΗΜΑ – ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ, ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΩΓΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ – σχόλιο επί της συλλογής ΓΕΝΟΣΗΜΑ (εκδόσεις ΑΩ, 2021)

ΓΕΝΟΣΗΜΑ – ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ, ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΩΓΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ – σχόλιο επί της συλλογής ΓΕΝΟΣΗΜΑ (εκδόσεις ΑΩ, 2021)
Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ είναι μια συλλογή με πολλές υφολογικές ομοιότητες με προηγούμενες ομάδες κειμένων μου (Κείμενα για την Αφαλάτωση, Δεκαεπτά μικροκείμενα για τον Walt Whitman και – ίσως, εν μέρει – Εγκιβωτισμοί) που είχαν δημοσιευτεί στο μπλογκ μου, σε διαδικτυακούς ιστότοπους, σε περιοδικές ανθολογίες, καθώς και στο πρώτο μου βιβλίο με πεζά στις Πόλεις το Χειμώνα (Έναστρον 2018). Θεώρησα ότι από αυτά τα κείμενα προέκυπτε – μορφολογικά – ένα μονοπάτι που άξιζε να ακολουθήσω, το οποίο όφειλε να αντισταθεί στην ψυχρότητα του δοκιμιακού λόγου, που σε ορισμένα κείμενά μου υπερτερούσε, όφειλε επίσης να διατηρήσει ή και να ενισχύσει την ποιητική συνιστώσα (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα). Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ άρχισαν να γράφονται σε μια περίοδο όπου η δεκαετής – σχεδόν – κρίση της ελληνικής κοινωνίας είχε πλέον οδηγήσει σε μια αλληλουχία κοινωνικών συνειρμών η οποία δεν περιείχε τον άνθρωπο ως ενεργή συνιστώσα αλλά ως υποκατάστατο. Αυτή η αλληλουχία – εν μέρει – με οδήγησε στον τίτλο της συλλογής. Έχοντας στο ίδιο διάστημα αντίστοιχες διαυγείς προσωπικές προσλαμβάνουσες από χώρες της κεντρικής Ευρώπης και κυρίως το Βέλγιο, διαπίστωσα πως έχουμε περάσει σε μια περίοδο παγκοσμιοποίησης, όπου το αστικό κράτος υπόσχεται – πλέον – αδιακρίτως σε όλους τους πολίτες του μια καθαρότητα θεσμών και προνομίων με τρόπο ανάλογο με εκείνο που ένα Γενόσημο φάρμακο υπόσχεται ότι θα διαμοιράσει τη δραστική του ουσία: δημοκρατικά, με μικρό κόστος και προς πάσα κατεύθυνση. Αυτή η Νέα Κανονικότητα, που θυμίζει εν πολλοίς την ατμόσφαιρα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ορίζει επίσης μια γενόσημη «καθαρότητα» στις σχέσεις του πολίτη με το κράτος, η οποία – ανεξαρτήτως προθέσεων βέβαια – καταλήγει στην όξυνση των αντιθέσεων παρά στην εξομάλυνση· μια καθαρότητα πιο καθαρή για τους “καθαρούς” (αλλά πολύ πιο βρώμικη για τους “βρώμικους”).
Αυτό είναι περίπου το συνειδησιακό αλλά και το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μέσα στο οποίο ωριμάζουν και αναπτύσσονται τα Γενόσημα καθώς η πίκρα της ύπαρξης απέναντι στη συνειδητοποίηση της φθοράς, η απόλυτη μοναξιά και η τραγικότητά της, η απελπισία των κορμιών εντός ενός δοθέντος και αμετάκλητου περιβλήματος, η αγάπη προς την ετερότητα και – κυρίως – η αποστροφή προς την επεμβατική «γλυπτική» των Δομών (πολιτικών, κοινωνικών, θρησκευτικών και άλλων) στους ανθρώπους, στην ιστορία, στη φύση, στην ίδια τη ζωή, μνημονεύονται εκεί με διάφορους τρόπους.
Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ οφείλουν επίσης τη γραμματολογική και -εν μέρει- την οντολογική τους υπόσταση στη Φιλοσοφία της Γλώσσας και αποτίνουν φόρο τιμής στον θεμελιωτή της, Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (Ludwig Wittgenstein) και στο εμβληματικό έργο του Tractatus Logico-Philosophicus, καθώς η αισθητική αρχή της συλλογής (μα και γενικότερα της ποίησης που επιχειρώ) συμπίπτει με την κατακλείδα του: Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει. Η αρίθμηση κατά δεκάδες στα δεξιά του κορμού του κειμένου, έχει γίνει – παρόλα αυτά – απλά για λόγους τεκμηρίωσης και δεν ενέχει την ισχύ της αρίθμησης των προτασιακών διατυπώσεων του Tractatus.
Το βιβλίο οφείλει επίσης πολλά στην εικαστική και ποιητική ιδιοφυία του Αύγουστου Ζάντερ (August Sander), φωτογράφου, εκφραστή της Νέας Αντικειμενικότητας στην φωτογραφική τέχνη. Στη φωτογραφία του με τίτλο Νεαρή Μητέρα Μεσαίας τάξης, ένας κατάξανθος άρειος γόνος κι ένας κατάμαυρος σκύλος ράτσας συνυπάρχουν εκατέρωθεν της Μητέρας σε ένα λιβάδι στην εξοχή. Ξεφυλλίζοντας τον κατάλογο μιας φωτογραφικής έκθεσης που είχα επισκεφτεί στη Ζυρίχη πριν μερικά χρόνια, και η οποία συνδύαζε τον Αύγουστο Ζάντερ με το ελαφρώς μεταμοντέρνο του ανάλογο, την Νταϊάν Άρμπους (Diane Arbus) και πέφτοντας πάνω σε αυτή τη φωτογραφία, μου έγινε σαφές ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερη εικόνα για να γίνει εξώφυλλο των ΓΕΝΟΣΗΜΩΝ. Σχεδόν ταυτόχρονα με τον τίτλο λοιπόν προέκυψε και το εξώφυλλο του βιβλίου.
Έχει ενδιαφέρον, για όσους αναζητούν περιεχόμενο στην επιλογή των αριθμών, η παρατήρηση ότι το σύνολο των στροφών και των ολοτήτων, οι αριθμοί 278 και 49 αντίστοιχα, είναι και οι δυο ημι-πρώτοι αριθμοί, δηλαδή οι φυσικοί διαιρέτες τους, πλην της μονάδας, είναι δυο πρώτοι. Ο 278 είναι γινόμενο των πρώτων 2 και 139, ενώ ο 49 είναι γινόμενο του 7 επί το 7. Και ο 139 και ο 49 είναι και οι δύο πρώτοι και ευτυχείς αριθμοί, καθώς προσθέτοντας το άθροισμα των τετραγώνων των ψηφίων τους και επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία εξαντλητικά καταλήγουμε στη ΜΟΝΑΔΑ. Όλα αυτά είναι μια ευτυχής συγκυρία, ένα παράξενο συμπαντικό ενσταντανέ, καθώς από ένα σφάλμα της σελιδοποίησης, παραλείφθηκαν μερικές στροφές, η ολότητα με τίτλο Spleen – Ο σπλήνας του Πηλίου* (την οποία παραθέτω για λόγους τεκμηρίωσης μετά το τέλος του αυτοσχόλιου) με αποτέλεσμα να καταλήξουμε στους συγκεκριμένους αριθμούς. Δεν υπήρξε λοιπόν πρόθεση παρά μια ανάγκη για ερμηνεία. Θεωρώ καλοδεχούμενο το όλον. Έτσι προχωράει η επιστημονική σκέψη άλλωστε. Για την ποίηση ας πουν οι αναγνώστες.
Τέλος, ενώ αναγνωρίζω τις ομοιότητες που παραπέμπουν στις Φωνές του Αντόνιο Πόρτσια, ενώ, είχα – γράφοντας – ομολογώ κατά νου τη θαυμαστή Συνηγορία Ποιήσεως (Κίχλη, 2015) του Μάρκου Μέσκου κι έχοντας μιλήσει με αναγνώστες, με ποιητές και κριτικούς που τους αρέσει να απομονώνουν τις στροφές και να τις αντιμετωπίζουν ως αποφθέγματα, αφορισμούς, επιγράμματα, σπαράγματα ή μικροποιήματα ανεξάρτητα από την ακολουθία μέσα στην οποία παρουσιάζονται, ο ίδιος αντιλαμβάνομαι περισσότερο τα Γενόσημα ως 49 ποιητικές ολότητες που αναδιατυπώνονται -καθώς διατυπώνονται- σε έναν αέναο διάλογο των τίτλων με τις στροφές τους για τις οποίες επιδίωξα να λειτουργήσουν – μετρικά και κατά συνέπεια, δραματουργικά – όπως οι στροφές στις Αρχαίες τραγωδίες όπου ο χορός, απαγγέλοντας τα χορικά, έστρεφε από τη μια μεριά της σκηνής προς στην άλλη ακριβώς μόλις ολοκλήρωνε μια στροφή. Μια πρώτη παρουσίαση των Γενοσήμων που έκανε η σκηνοθέτις και ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου σε μια θεατρική δράση που οργάνωσε για το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, επιβεβαίωσε αυτή την επιλογή: κάθε ολότητα μπορεί να απαγγελθεί είτε ως θεατρικός μονόλογος είτε ως διάλογος. Αυτός ο δυισμός – του εγκιβωτισμένου ατομικού εντός του συλλογικού – επεδίωξα να διαχέεται σε ολόκληρο το βιβλίο. Ή ακριβέστερα – και για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τον χώρο της Φυσικής – μπορεί κανείς να πει ότι κάθε μια από αυτές τις 278 στροφές ανήκει ταυτόχρονα στην ολότητά της, στον τίτλο της καθώς και στο σύνολο της συλλογής με τρόπο ανάλογο με τον οποίο τα ελεύθερα ηλεκτρόνια ενός μεταλλικού αγωγού (ηλεκτρόνια σθένους που έχουν χαλαρούς δεσμούς με τους πυρήνες τους) ανήκουν ταυτόχρονα όχι μόνο στο δικό τους άτομο μα και σε ολόκληρο τον αγωγό συνολικά. Απαιτείται ένα βολτάζ, μια τάση, μια μπαταρία στα άκρα του αγωγού και κάθε ένα από τα ελεύθερα ηλεκτρόνια αρχίζει ένα προσανατολισμένο ταξίδι μες στο μέταλλο που – ανάλογα με την μπαταρία του καθενός – κάποιοι θα το προσλάβουν απλώς ως ένα ηλεκτρικό ρεύμα ικανό να ανάψει ίσα ίσα – στη διάρκεια ενός σχολικού πειράματος – ένα ευτελές λαμπάκι, ενώ κάποιοι άλλοι θα διακρίνουν στο ταξίδι αυτό, επίμονο, επώδυνο και απελευθερωτικό, της ποίησης το πρόταγμα._
(κείμενο που γράφτηκε για την παρουσίαση της συλλογής στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας στις 20 Οκτωβρίου του 2021)
Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος
Ακολουθεί η ολότητα Spleen:
*SPLEEN

Ολόφυτη η Πορταριά με καστανιές που θρύβονταν και σκορπούσανε τα φύλλα τους με τον βοριά. Λες και φτυάριζε το βουνό τα σπλάχνα του. Αμέσως σκέφτηκα: ο σπλήνας του Πηλίου.

ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Τα οστά των ζώων που βρέχονταν από τη θάλασσα, εστίες με νερό γλυφό, κοιλότητες των δρόμων. Μια σιωπηλή συνθήκη του ηχηρού λευκού. Ένας γάμος κι ένα μνημόσυνο μαζί· της πρόθεσης με την απελπισία.

ΤΟ ΧΑΡΤΑΚΙ

Των φιλιών η ζάχαρη γρήγορα κρυσταλλώνει καθώς συλλέγει όγκο από όμορα γλυκίσματα· τρίχες, κλωστές, φλοίδες, ένα χαρτάκι που μύριζε εσένα. Πώς τό ‘χες έτσι τσαλακώσει…


ΒΕΡΓΕΣ

Νύχτα, θα λέω ένα κορμί κι από τις βέργες του απλούστερο, όπου θα λείπει το κρέας, τα μαλλιά, τα μάτια. Καθώς την ύλη ασώματος νυμφεύομαι, σύρω μια πέτρα κι όλες τις βέργες μου τσακίζω. Άστες να κλαίνε, μοναχές, στο στρώμα σαστισμένες· αυτές θα γίνουν με τα χρόνια οι αντηρίδες σου.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑ

Το πρόσωπο που άφησα υπάρχει ερήμην μου, όπως υπάρχει ένας καρπός που από το δέντρο του αποκόπτεται. Έρημος και βουβός, γεμάτος απ’ τη μνήμη του ξύλου.

ΤΟ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ

Πέρασα αργότερα κι ήθελα να το επανακτήσω. Κι ας ήταν όλο λάσπες, με μια κρούστα μύκητες στο χρώμα των ματιών.
-Μην το ζυγίζετε, δεν είναι ανάγκη. Τι βάρος νά ’χει ετούτο εδώ το περιτύλιγμα; Όσο ένας Αύγουστος στη μπούκα του Χειμώνα.

Νοέμβρης του 2019 – Louvain la Neuve – Βέλγιο

Πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ – τεύχος 10/11
– Απρίλιος του 2022 –

Δεύτερη δημοσίευση στο ένθετο για τον πολιτισμό της ιστορικής εφημερίδας της ομογένειας, ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, στις 07/05/2022.

Επιλεγμένα

ένας μανδύας φωτός

ένας μανδύας φωτός

Δεν γέρνουν πάντοτε οι λέξεις

προς την επιθυμητή απλότητα

κι ένα παραδείσιο πουλί γεμάτο τρίλιες

ύπουλα τσιμπολογά

τον καθαρό αχό μιας ταπεινής σταγόνας

που όλο πασχίζει να διατυπωθεί

καθόσον πρήζεται·

εκεί

μες στους υπόηχους

θάλλει

το σιωπηλό νερό της ποίησης 

κι ένας ολόκληρος Μπεν Χουρ

σινεμασκόπ

και με τρισδιάστατο ήχο

κατακρημνίζεται

μέσα σε κάποια ασπρόμαυρη

Πηγή των Παρθένων

σαν μια πολύχρωμη έκρηξη

που εσωρήγνυται στην τέφρα της·

η τέφρα είναι που μένει·

εμείς, μοιραία,

ως να κατακτηθεί

ετούτη η απλότητα,

θα συνεχίζουμε να ουρλιάζουμε

πολύχρωμα κι απεγνωσμένα·

η ποίηση δεν είναι μόνο ένας μανδύας φωτός·

είναι το κρέας μας._

22/06/2019

photo: Ken Heyman (American, 1930-2019)
Willie
1962
Gelatin silver print
Museum of the City of New York
Gift of Joy of Giving Something, Inc.,
Courtesy of the Estate of Ken Heyman

ποιοι νικούσαν


Αν δεν πιστεύεις στο θεό σου
μήτε κείνος σ’ εμπιστεύεται
κι ερχεται ο φρέσκος νεκρός
και ζητιανεύει
οι άνθρωποι των φαιών δρόμων
που δεν γνωριστήκαμε
που δειλά περίμεναν σε μια γωνιά να μας μιλήσουν
με μια τριμμένη εφημερίδα να κιτρινίζει στην τσέπη τους
νεκρολογίες συντρόφων και παλιών εραστών
με κορμιά από σεντέφι και υδράργυρο
χείλη που μύριζαν απ’ τα γαρύφαλλα
έπειτα οι πιο πολλοί επέστρεφαν φρόνιμα
ο καθένας στον τάφο του
δίχως σώμα μόνο ένα περίγραμμα
από οινόπνευμα και χημικά
και το μανιφέστο της ματαίωσης
να συλλέγεται σε νεφρούς
και ουροδόχο κύστη•
όσοι στα χέρια αρπάζονταν
δεν θά θελες να ξέρεις
ποιοι στο τέλος νικούσαν._

ΚΛ – 28/05/2024 – σειρά Α-ΚΙΡΡΩΣΗ και ΚΑΤΙ

photo: Sally Mann (American, b. 1951)
Memory’s Truth
2008
Gelatin silver print
Contact print from a wet-plate collodion negative

ΝΤΟΛΟΡΕΣ


Για να περιορίσει το σύνολο των νυκτερινών αποσπάσεων και «πειρασμών», μεταξύ των οποίων το φεγγάρι, αποφάσισε να βγαίνει για περπάτημα τα πρωινά. Τα τέσσερα τελευταία Σάββατα, κι ενώ προχωρούσε ο Νοέμβρης και τα Χριστούγεννα έμοιαζαν ante portas, ξεκινούσε νωρίς το πρωί, μαζί με το σκύλο, στην εσπλανάδα. Η θαλασσινή αύρα τον κατέψυχε μέχρι δακρύων, ο σκύλος δάκρυζε κι αυτός απ’ το αγιάζι και κλαψούριζε, μα εκεί, γύρω στο τέταρτο χιλιόμετρο απ’ το σημείο εκκίνησης, επαναλαμβανόταν κάθε φορά με ακρίβεια η συνάντησή του με μια γυναίκα αρκετά νεότερή του – καθώς εκείνη τον προσπερνούσε ερχόμενη από πίσω του, από την πλευρά της θάλασσας, ντυμένη πάντα στα λευκά – κι η μάτια του μοιραία έπεφτε στους γλουτούς της. Αμέσως, κατά μήκος αυτής της ματιάς, ζεσταινόταν το σύμπαν ολόκληρο : τα μάτια του, ο σκελετός των γυαλιών του που ήταν μεταλλικός, τα αυτιά του, το μοχέρ κασκόλ του μέχρι και τα γάντια του. Από την άλλη πλευρά η ράχη της κοπέλας, που εκείνη την ένιωθε σχεδόν να τη φαγουριζει, η μπέρτα της, που θύμιζε στολή νοσοκόμας του Ερυθρού Σταυρού, καθώς κι ο ενδιάμεσος αέρας, άρχιζαν να θερμαίνονται επίσης. Η ζεστασιά έφτανε μέχρι τον σκύλο που γάβγιζε ευχαριστημένος και τότε εκείνη, ξαφνιασμένη, έκοβε ταχύτητα, έστρεφε το κεφάλι της και για ένα ικανό μικροδευτερόλεπτο τον κάρφωνε στα μάτια. Αυτή η στιγμή λειτουργούσε πάνω του ως παυσιλύπο, τού αρκούσε για να βγάλει την επόμενη εβδομάδα, δίχως σχεδόν να σκεφτεί τη Σόνια (εκτός από τις στιγμές στο κρεβάτι, εκεί το κενό της τον κατάπινε). Στο σπίτι μετά τη συνάντηση με την άγνωστη στην εσπλανάδα, σκεφτόταν διάφορα άσχετα μικροπράγματα: μια μικρή πραγματεία για τη μελέτη των ευθειών που τέμνονται και που με – ελάχιστες γωνιακές μετατοπίσεις – μπορούσαν να οδηγήσουν στον ορισμό μιας παραβολής, για το πώς, η άνοδος της θερμοκρασίας, αυξάνει τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων ενός αερίου, για το αν το κομμάτι των Tindersticks (το Dick’s Slow Song από το Curtains) που άκουγε το πρωί, θα αλλοίωνε την παραβολή αν ήταν γραμμένο σε ντο μινόρε κλπ. Οτιδήποτε άλλο δηλαδή, εκτός από το απίστευτο γεγονός της αυθόρμητης και περήφανης στύσης που του προέκυπτε ως αποτέλεσμα της διασταύρωσης του με εκείνη – όπου το πέος του γινόταν σαν μια άκαμπτη, ατσάλινη ράβδος – λες κι ήταν κανένας έφηβος σε σχολική εκδρομή που βρέθηκε αόρατος μες σε δωμάτιο κοριτσιών. Στύση που δεν υποχωρούσε παρά αρκετές ώρες αργότερα, όταν άρχιζε να περιλαμβάνει – σχεδόν απελπισμένος- στον προβληματισμό του, και τη διερώτηση για το αν μια ατσάλινη ράβδος είναι διαμαγνητικό ή παραμαγνητικό υλικό και για το αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε όχι ως μόνιμος μαγνήτης. Παραμονή Χριστουγέννων – που έπεφτε φέτος Σάββατο – επανέλαβε το δρομολόγιο με όσο το δυνατόν περισσότερες παραλλαγές: στο λαιμό έδεσε ένα άσκοτ από κασμίρι, και στο τσεπάκι τής παρντεσού πέρασε ένα ποσέτ ασορτί. Φόρεσε στο σκύλο ένα μάλλινο πουλόβερ κι άλλαξε το δερμάτινο λουρί του με ένα νάιλον σε χοντρή πλέξη. Διατήρησε μόνο το περιλαίμιο που ήταν εμποτισμένο με τσιμπουροκτόνο. Τα γάντια που φόρεσε ήταν δερμάτινα ταμπά οδήγησης, με τρύπες, καθόλου κατάλληλα για το κρύο αν και θα απόσβαιναν ικανοποιητικά τις τριβές και τις έλξεις του ζώου. Άλλαξε επίσης τα μαλακά χάικινγκ παπούτσια του με ένα ζευγάρι χειροποίητα ντέρμπυ που δεν τα φορούσε ποτέ σε τέτοιες βόλτες καθώς είχε πάντοτε άγχος μην τα χαράξει ο σκύλος με κάποια αδέξια κίνηση. Τέλος ονομάτισε το σκύλο για πρώτη φορά στην εννεάχρονη κοινή ζωή τους, αποδεχόμενος το φύλο του: Ντολόρες.

«Pedigree 70» – Georgia Kontaxis Retrospectiva- Whitney

Αναδρομική έκθεση «Pedigree 70» της Georgia Kontaxis στο Whitney… από την Οικογενειακή ρίζα 70

Αναδρομική έκθεση «Pedigree 70» της Georgia Kontaxis στο Whitney… από την Οικογενειακή ρίζα 70

ο απόλυτος δρόμος

Ακόμη κι η απλή ζωή μαζί σου είναι ένα πανηγύρι βεγγαλικών: χιλιάδες ρουκέτες εκτοξεύονται με κάθε πρωινό ξύπνημα. Κι ενώ ζούμε ξανά και ξανά μιαν αδιάκοπη βαρετή επανάληψη της κάθε μέρας, η ενοχική απόλαυση της παραβατικότητας φουσκώνει και κορώνει σαν μια μεταφυσική ιδέα που εξηγεί από τον πάγκο το νόημα των γηρατειών όπως και την αντίληψη του χρόνου ως ζεστού ρευστού που σταφιδιάζει το δέρμα λόγω υψηλής θερμοκρασίας. Ταυτόχρονα η συνείδηση αλείφεται στην ύπαρξη ώστε να μοιάζει σχεδόν αδιανόητη μια ύπαρξη δίχως συνείδηση. Έτσι ακυρώνεται εν τοις πράγμασι ο ίδιος ο φόβος του θανάτου. Λέμε καλημέρα. Έπειτα χαμηλώνεις την ανάσα σου και την ταιριάζεις στην δική μου, μέσα έξω σαν ένα έμβολο που επιβραδύνει ελάχιστα κατά την είσοδό του στο λιπαντικό. Μένουμε εκεί κι αναπνέουμε αντάμα κι ο χρονισμός μας παράγει μιαν αυτοτέλεια και μία σιγουριά: της αλήθειας μας πού επικυριαρχεί πάνω στο παγκόσμιο, αέναο κι άχρονο ψεύδος. Κι είναι τούτο αρκετό για να εξασφαλίσει πώς τα πάντα θα συντηρούνται μέσα σε μία συνθήκη αειφορίας και στιβαρής βεβαιότητας όμως- εν τέλει- επίσης μία συνθήκη από το ίδιο υλικό που παρήγαγε κινήματα και τάσεις δίπλα στον φασισμό• καθώς η απόλυτη πεποίθηση του δικαίου συμπίπτει συχνά με το απόλυτο άδικο. Κι έτσι απόλυτα ερωτευμένοι αισθανόμαστε έτοιμοι για τους φόνους που σύντομα θα ακολουθήσουν.
ΚΛ – 16/08/2022 – σειρά Ενσταντανέ (d’après le film Décision de partir de Park – Chan wook)

painting: A. D. Colquhoun (Australian, 1894-1983)
Artist and sitter
c. 1938
Oil on canvas
122.0 × 94.0cm
National Gallery of Victoria, Melbourne
Felton Bequest, 1940
© Dr Quentin Noel Porter

θάνατος στη Βενετία

Οι γέφυρες ενώνουν κομμάτια αβαθούς απείρου και βιωμένης εμπειρίας. Βαθύ σκοτάδι και το όποιο φως είναι μόνο των άστρων. Νύχτα ασέληνος: το λέει το νερό που παφλάζει στις προβλήτες, το λεν οι τριχιές που ελλιμενίζουν τις γονδολες, το τραχύ τους δέρμα που τα μοτοσκάφη αφαλοκόβει. Το νερό που κοινωνεί τον θάνατο σαν μια συμπαντική μάσκα που σε πνίγει ενώ μυρίζεις λιωμένο κερί και ξεραμένες λαδομπογιές. Στους δρόμους οι σκιές μεγαλώνουν πάντα από το σώμα ενός νάνου που έχει στα πόδια του ριγμένο ένα πνιγμένο παιδί. Έπειτα η εικόνα αντιστρέφεται κι εκπέμπεται από μια βιντεοκασέτα της audio visual. Το βαπορέτο εκτελεί ένα δρομολόγιο φάντασμα από την Πιάτσα προς το Λίντο που καταλήγει πάντα στο κοιμητήριο. Ο Κουροσάβα είναι ζωντανός κι ενώ διαβάζει στον Ταρκόφσκι, αποσπάσματα από μια επιστολή του Βίνσεντ στον Πωλ Γκωγκέν, δακρύζει. Ο Αντρέι Αρσένιεβιτς ανεβασμένος σε μια σκάλα, σκεπάζει την κοπέλα που υπερίπταται με μια σμαραγδένια κουβέρτα από φύκια. Ο Ντόναλντ Σάδερλαντ κρατάει την κόκκινη κάπα του νάνου δολοφόνου και το πρόσωπό του κινείται σαν πίνακας του Μπέικον. Άλλοτε γίνεται ο Ντερκ Μπόγκαρτ άλλοτε η Τζούλι Κρίστι ενώ το κορίτσι, που αρνείται να μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου θα χρειαστεί να μοιραστεί την αγάπη της, πνίγεται εξακολουθητικά και από αμέλεια, σ’ έναν νερόλακκο της αγγλικής υπαίθρου. Τρως ψητό μοσχάρι με πουρέ και πίνεις ένα δειλό ροζέ ημίγλυκο. Τα συνοδεύεις με γραβιέρα. Από εκεί προκύπτει κάθε κατοπινό γαστριμαργικό σου ένστικτο. Είσαι δεκαοκτώ χρονών κι όλοι οι πίνακες, σε κάθε παρεκκλήσι ψάλλουν ταυτόχρονα υπέρ υγείας που είναι ένας υποκριτικός ψαλμός αφού η Τζουντέκα ανεβοκατεβαίνει με την παλίρροια σαν μια απέραντη εκκλησία που τελετουργεί μόνο τις κηδείες. Το αηδιαστικό γκρι ανθρακί καρκινοειδές που σερβίρεται σε εκείνη την ψαροταβέρνα δεν είναι γαρίδα παρά μεταμφιεσμένο αρθρόποδο. Το δείπνο γίνεται ξόδι. Για μια ακόμη φορά γράφεις «Θάνατος στη Βενετία». Κι ας είναι η πρώτη. Χειμώνας του 1983, στο εστιατόριο «Βαλκάνια». Έξω μεγάλωνε η ζωή και σε περίμενε να τη χωρέσεις._
ΚΛ – 03/08/2022 – ενσταντανέ
*φωτογραφίες του 2011*

Κινηματογραφικές αναφορές:

Don’t look now (κυριαρχικά)
Dreams
Zerkalo
Wings of the dove
Death in Venice

βουδαπέστη

Στη γέφυρα των λεόντων ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο αρχίζει να ανυψώνεται ενώ από κάτω η πόλη μικραίνει μέσα στη σκόνη της• τα πλάνα μας είναι συνήθως επιζωγραφισμένοι ερωτιδείς πάνω σε ερυθρόμορφους κύλικες που η γραμμικότητά τους ορίζεται με εκ των υστέρων πινελιές, λες κι η ολοστρόγγυλη Κριστιάνια εξουδετερώνεται από το αιχμηρό Όσλο. Επομένως καταλήγουμε σε αυτό: των αντρόγυνων ο συνεκτικός ιστός είναι τα παιδιά τους κι ο ατέλειωτος χρόνος που μένει δίχως πέρας αλλά κι ανολοκλήρωτος σαν ένα τρένο συνεπές μα χαλασμένο. Στα βαγόνια του γίνεσαι ένα ακόμη στερεότυπο: η γυναίκα της προσμονής. Εγώ πάντοτε σε ψάχνω σε κάποια αντικρυστή αποβάθρα μα όταν με βλέπεις με αγνοείς μέχρι να χαθείς μέσα στα γένια μου όπως ένα παιδί που χάνεται μέσα στο δάσος με τους τρόμους του. Έτσι γερνάμε αγαπώντας το ποτό περισσότερο από την αφορμή του κι ο κόσμος μας βάφεται από τα λάθη του ή εκτελεί όλα τα εκστρατευτικά σώματα ή κάνει τα φέρετρα φαρέτρες. Αλλά δεν με νοιάζει. Όσο έχω γοφούς θα κάνω τον Έλβις πάνω απ’ τους τάφους τους.

photo: Budapest Nov 2010, Κ. Λουκόπουλος – gelatin silver print, 32×24 cm

στη φάτνη οι Θεάνθρωποι

Κάθε πεταμένη ημέρα μας
έχει βάρος πολλαπλάσιο της αξίας της
δίχως να ζυγίζεται ή τουλάχιστον να ογκομετράται•
η πλήρωση του χώρου
είναι ανάγκη απολλώνια
για αυτό στη φάτνη συντασσόμαστε
κι η πλάτη μας ζεσταίνεται από των ζώων
το ρουθούνισμα
μα, όσο κι αν τα πόδια μας πλάι στις οπλές τους παρατάσσουμε,
την αθωότητά τους αποφεύγουμε•
αδύνατον να αυτοχρισθούμε σαρκοβόροι
ενόσω μυρίζουμε
γάλα και χρυσάφι,
λιβάνι, σμύρνα και σκατά._

ΚΛ – 18/07/2022 – ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

photo: Unidentified artist (American)
Butcher and his Son
about 1914
Gelatin silver print on card stock
Leonard A. Lauder Postcard Archive