Θυμάσαι? Χρήστος Μπουλώτης

Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
ΤΟ  ΘΥΜΑΣΑΙ;

την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη..
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό..
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ;

βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λέυκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
ΘΥΜΑΣΑΙ;

όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
ΘΥΜΑΣΑΙ;

θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…
κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο
που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;

και σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε
τα θυμασαι όλα;

Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
ΘΥΜΑΣΑΙ;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ’γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.

Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…

Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη

Σε περιμένω…

ΕΛΑ

Θα μετρήσω ώς το δέκα ….τηθμασαι

Γιάννη Ρίτσου 16 και 17 Νοέμβρη 1973

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

31C8AA69A60885C3B4B67741C43A0E2A

The Ballad of Mauthausen & Six Songs(σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη και ενορχήστρωση Μίκη Θεοδωράκη)

Να ’χα δυο χέρια δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω, αγάπη μου
να μη σ’ αγγίζει ο πόνος
Να ’μουν αητός να ’χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πήρα τους δρόμους του ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ’ αστέρια
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ’ άδεια χέρια

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει…

sky

Ναζιμ Χικμετ-Μικρόκοσμος

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.
nazim5_183470523

Εγώ είμαι ανοίξετε – Αντρέ Μπρετόν

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.

Ονειρο Μεσα Σε Ονειρο-Edgar Allan Poe

 
Edgar_Allan_Poe
Δεξου ετουτο το φιλι στο μετωπο σου!
Και τωρα που χωριζουμε,
Αφησε με να σου πω-
Οτι οι μερες μου εκυλησαν μεσα στ’ονειρο
Ειναι αληθεια,οπως το’λεγες
Αν ομως,η ελπιδα πεταξε
Μες σε μια νυχτα η σε μια μερα,
Μες σ’ενα οραμα η μες στο τιποτα,
Ειναι γι’αυτο λιγοτερο χαμενη;
Ολα οσα βλεπουμε η ο,τι φαινομαστε
Ονειρο ειναι μοναχα μεσα σε ονειρο.Στεκομαι αναμεσα στο βογγητο
Μιας θαλασσοδαρτης ακτης,
Και μες στα χερια μου κρατω
κοκκους χρυσους της αμμου-
Θεε μου!μηπως θα μπορουσα
Μεσα στο χερι πιο σφιχτα να τους κρατουσα;
Θεε μου!Πως θα κατορθωσω
Μονο ενα απ’το ανιλεο κυμα να γλιτωσω;
Ολα οσα βλεπουμε η ο,τι φαινομαστε
Ονειρο ειναι μοναχα μεσα σε ονειρο;

Νίκος Καζαντζάκης (αποφθέγματα)

Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν’αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ’όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή
Και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το  σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφήτου Γολγοθά –θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους– να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν  την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. Άλλον δεν έχει.
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
Λίγα πράγματα καταλάβαινα από τα καινούρια τούτα συναξάρια, μα καταστάλαζε βαθιά στην ψυχή μου η ουσία. Άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε τώρα μεσαιωνικούς πύργους και ξωτικά τοπία και νησιά μυστηριώδη που μύριζαν μοσκο κάρφι και κανέλα. Έμπαιναν μέσα μου άγριοι, με κόκκινα φτερά, άναβαν πυρές, έψηναν ανθρώπους, χόρευαν, και τα νησιά γύρα τους χαμογελούσαν σα βρέφη. Κι οι καινούριοι ετούτοι άγιοι δε ζητιάνευαν· ό,τι ήθελαν το ’παιρναν με το σπαθί τους· να μπορούσε, λέει, να μπει κανείς έτσι, σαν τους ιππότες τούτους, καβαλάρης στην Παράδεισο! Ήρωας κι άγιος, να ο τέλειος άνθρωπος, συλλογίζουμουν.
Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού,  γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Πού να βρω μιάν ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Aὐτὸ θὰ πει ανθρωπος: νὰ πονας, ν’ ἀδικιέσαι, νὰ παλεύεις καὶ νὰ μὴν τὸ βάνεις κάτω.
Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία.
«Είσαι κατσίκα» έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω,για να μην αρχίσω το θρήνο. «Είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου. Πεινάς, κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις: κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί.
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.
«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!

Ερχόμαστε απο μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα και ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν. Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;
Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.
Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.
Πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερη του την ανθρωποσύνη, κουτσουρεύεται. Πότε θέλει ν’απαλλαχτεί απ’τη ψυχή του, πότε από το σώμα του και τα δύο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ. Μα εδώ στην Ελλάδα τα δύο αιώνια τούτα χαριτωμένα στοιχεία μπορούν να συγκεραστούν, να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα απο την ψυχή και να φιλιώσουν κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο Θείο αλώνι της Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.
Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.
Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.
Αν δεν ξεχειλίσει η καρδιά του ανθρώπου από αγάπη ή από θυμό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο.

Παλαιστίνη(Βικ…)

Του Πέτρου Αργυρίου(Αναδημοσίευση απο το http://www.koutipandoras.gr)

Παλαιστίνη. Η αιώνια αδικία. Η αιώνια απανθρωπιά. Μια χώρα κατεχόμενη. Στο όνομα της Άμυνας του το ψευδεπίγραφο κράτος του Ισραήλ, βομβαρδίζει αμάχους. Το κάνει για παραδειγματισμό. Μην τολμήσουν οι Παλαιστίνιοι να σηκώσουν κεφάλι. Το Ισραήλ συνεχίζει να βομβαρδίζει προσεκτικά μέχρι να αηδιάσει η διεθνής κοινή γνώμη. Μετά σταματά για κάποια χρόνια.

Και ξαναρχίζει. Βομβαρδίζει σαν να ραντίζει κουνούπια.’Οπως κάνει για τέταρτη μέρα και τη στιγμή που γράφεται αυτή η εισαγωγή. Κουνούπια είναι οι Παλαιστίνιοι.

Με αυτό το κράτος τρόμου κανείς δε θα πρεπε να χει σχέση. Και όμως.

Η χώρα του αιώνιου μνημονίου, η ημι-χώρα, η Ελλάδα, αυτά τα χρόνια της ντροπής φαίνεται να χει τεράστια αποθεματικά ξεδιαντροπιάς. Τα ντίλια με το Ισραήλ είναι πολλά και ανάμεσα σε αυτά τα ενεργειακά οικόπεδα της Κύπρου.

Δεν ξεχνώ και μαλακίες.

Στη χώρα των λωτοφάγων ζούμε.

Εγώ όμως προσωπικά δεν ξεχνώ.

Δεν ξεχνώ ούτε τον Βίκτωρ Αριγκόνι, έναν ήρωα που πολέμησε ειρηνικά για το δικαίωμα των Παλαιστινίων στη ζωή και την αξιοπρέπεια, τον Βικ όπως τον λέγαν ο φίλοι του. 

Το 2008 o Βικ τραυματίστηκε όταν συνόδευε Παλαιστίνιους ψαράδες. Ποιος του είπε να γίνει ανθρώπινη ασπίδα;
Το 2010 ακροδεξιοί αμερικανοί τον επικήρυξαν έμμεσα, δημοσιεύοντας φωτογραφία του, μην τυχόν και επίδοξοι δολοφόνοι ξαστοχήσουν.
Ο Βικ περιέγραψε στο δυτικό κόσμο την κατάρα και το έγκλημα του να έχεις γεννηθεί Παλαιστίνιος
όντας αυτόπτης μάρτυρας στις κτηνωδίες του Ισραήλ με κείμενα όπως το παρακάτω: 
 
«Πάρε μερικά γατάκια, μικρές γατούλες, και βάλτες μέσα σε ένα κουτί» είπε ο γιατρός στο κύριο νοσοκομείο της Γάζας καθώς η νοσοκόμα τοποθετούσε δύο μεγάλα κουτιά στο πάτωμα καλυμμένα με λεκέδες από αίμα. «Σφράγισε το κουτί, και μετά με όλη σου τη δύναμη πήδα από πάνω του μέχρι να ακούσεις τα μικρά τους κόκκαλα να σπάνε και το τελευταίο πνιγμένο μιάου»
Έκπληκτος έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα κουτιά.

Ο γιατρός συνεχίζει: «Τώρα προσπάθησε να φανταστείς τι θα συνέβαινε μετά την αναμετάδοση μιας τέτοιας σκηνής, τη δικαιολογημένη άκομψη αντίδραση της κοινής γνώμης παγκοσμίως, την κατακραυγή από τις οργανώσεις που προστατεύουν ζώα.»

Ο γιατρός συνεχίζει και εγώ δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από κουτιά μπροστά στα πόδια μου.
«Το Ισραήλ είχε κλείσει εκατοντάδες πολίτες σε ένα σχολείο σαν να ήταν αυτό ένα κουτί, ανάμεσα τους ντουζίνες παιδιών και μετά το έστυψε με όλη του τη δύναμη χρησιμοποιώντας τις βόμβες του. Και ποια ήταν η αντίδραση του κόσμου; Σχεδόν καμία. Καλύτερα να έχεις γεννηθεί ζώο παρά Παλαιστίνιος. Θα είχαμε μεγαλύτερη προστασία.
Σε αυτό το σημείο ο γιατρός πλησίασε το κουτί και άνοιξε το καπάκι μπροστά στα μάτια μου. Μέσα είχε ακρωτηριασμένα μέλη, χέρια, πόδια ανθρώπων που τραυματίστηκαν στο σχολείο των Ηνωμένων Εθνών Al Fakhura στην Τζαμπάλια.

Προσποιήθηκα ότι είχα ένα επείγον τηλεφώνημα και είπα στο γιατρό ότι έπρεπε να φύγω αλλά στην πραγματικότητα έτρεξα στην τουαλέτα. Έσκυψα και έκανα εμετό.»

Ο Βικ είχε τραγικό θάνατο, τραγικότερο ακόμη και από πολλούς από τους αγαπημένους του Παλαιστίνιους.Από όλους τους εχθρούς που έκανε, λένε πως ήταν ισλαμιστές φανατικοί που τον πιάσαν. Τον βάλαν σε αμάξι και τον μεταφέραν σε ένα δωμάτιο. 

Τον έδειραν. Αυτόν τον άπιστο που δεν πίστευε στο θεό αλλά στους ανθρώπους. Τυλίξαν τα μάτια του με μια κολλητική ταινία και τον βιντεοσκοπήσαν τραβώντας τα μαλλιά του πρησμένου πλέον προσώπου του. Αντί για δάκρυα, αίμα έτρεχε από τα μάτια του επίγειου αγγέλου.
Τον στραγγαλίσαν. Σαν να τανε γατάκι. Ο Βικ πέθανε στα 36 του χρόνια.
 

Πανελλήνιες…

mathimatika_6

Θυμάμαι σαν χτες τρία χρόνια πριν την αγωνία που χτυπούσε και στο δικό μου μυαλό κόκκινο για τα επερχόμενα αποτελέσματα των Πανελληνίων.Άγχος,νευρικότητα,ένταση με τη σκέψη στα αποτελέσματα που μας δίδαξαν πως θα άλλαζαν τη ζωή μας.Πλέον έχοντας τελειώσει και το τρίτο έτος,για εμένα και πολλούς άλλους που γνώρισαν αυτό το περίφημο »Πανεπιστήμιο»,τα πράγματα μοιάζουν πολύ πιο γήινα,ρεαλιστικά και σκληρά σε καποιες περιπτώσεις.Ο κάθε νέος ειδικά εφορμώμενος απο την επαρχία ονειρεύεται να αλλάξει τη ζωή του,να ωριμάσει,να καλλιεργήσει ακόμα περισσότερο το ταλέντο του και κακά τα ψέμματα ο καθένας μέσα του ονειρεύεται να διαπρέψει,να γίνει αυτός ο ΄΄σημαντικός΄΄,ο »κάποιος»,ένας τίτλος και στόχος που η κοινωνία έχει μία μοναδικη ικανότητα να επιβάλλει στη συνείδηση του κάθε νέου.Δυστυχώς με βάση μια απαρχαιωμένη και αβάσιμη μικροαστική αντίληψη,που θεωρεί την επιτυχία στις Πανελλήνιες το υπέρτατο άγγιγμα του ορίζοντα και του ονείρου,η νεολαία επιφορτίζει την ύπαρξή της με ένα απάνθρωπο άγχος (ας μην ξεχνάμε τις περιπτώσεις των παιδιών που έφτασαν μέχρι και την αυτοκτονία!),σύσσωμη σχεδόν φοβούμενη την ταμπέλα του »αποτυχημένου».Αυτό όμως ακριβώς είναι το λάθος στη σκέψη όλων.Το Πανεπιστήμιο ΔΕΝ αποτελεί πλέον ως αυτόνομη ύπαρξη την επιτυχία,αλλα μόνο έναν συντελεστή αυτής.Ο καθένας φαντάζεται την ευτυχία σαν μία πόρτα που θα την ανοίξει και θα βρεθεί στον Παράδεισο της καταξίωσης και της αποδοχής και οι Πανελλήνιες έχουν ριζωθεί στο μυαλό πολλών αγχωμένων διαγονιζόμενων σαν το κλειδί αυτής.Εγώ και φαντάζομαι και όλοι οι υπόλοιποι που έχουν βιώσει αυτή την επίπονη διαδικασία έτσι πιστεύαμε και γαλουχηθήκαμε σε όλα τα σχολικά μας χρόνια.Από το Γυμνάσιο κι έπειτα πάντα στόχος οι Πανελλήνιες(για να μην πω από το Δημοτικό πλέον),φροντιστήρια,έξοδα,διαγωνίσματα,ένταση και αγωνία που αντιμαχόταν και καταπίεζε σθεναρά ειδικά τα λυκειακά μας χρόνια οτιδήποτε φυσιολογικό νεανικό και ελεύθερο.Περνώντας τα χρόνια όμως καταλαβαίνεις πως η επιτυχία μάλλον πρέπει να παρομοιάζεται με μία σκάλα και οι Πανελλήνιες δεν είναι το κλειδί κανενός Παραδείσου αλλά ίσως απλά ενα γερό σκαλοπάτι που σου δίνει την ευκαιρία να πατήσεις πιο σταθερά.Μέσα λοιπόν σε αυτό το θεοποιημένο Πανεπιστήμιο δεν είναι όλα ιδανικά και ΤΙΠΟΤΑ φίλε που στεναχωριέσαι γιατί έγραψες κάτι λίγα μόρια κάτω από τον στοχο σου,δεν σου εξασφαλίζεται με την είσοδο και μόνο στοε Πανεπιστήμιο.Σπουδαίο δε σε κάνει κανένας τίτλος αλλά μόνο η πορεία σου μ αυτόν τον τίτλο στα χέρια όποιος και αν είναι.Κοίτα γύρω σου και σκέψου πόσοι αποτυχημένοι δυστυχισμένοι και άνεργοι γιατροί,δικηγόροι,αρχιτεκτόνες και λοιποι απόφοιτοι »μεγάλων΄΄σχολών υπάρχουν,που σίγουρα πέτυχαν στις Πανελλήνιες όμως αυτό δεν έχει καμία αξία πλέον ούτε για την καριέρα τους ούτε για αυτό το »σπουδαίοι» που ήθελαν να γίνουν.Απο την άλλη τόσοι άνθρωποι που αλλού στόχευαν και αλλού κατέληξαν και παρά ταύτα μόνο με κατάληξη δεν έμοιαζε η πορεία τους.Όπως σοφά μου είχε πει και ένας φίλος ο ταλαντούχος και έξυπνος άνθρωπος δεν είναι αυτός που θα μαζεύει απλά παππύρους χωρίς να ξέρει να τους αξιοποιεί αλλά αυτός που θα έχει υποθετικά την ικανότητα να πάρει ένα μικρομάγαζο και να το κάνει αλυσίδα.Ούτως ειπείν,η επιτυχία σου ή μη σ αυτο βασανιστικό τρίωρο δεν αντικατοπτρίζει ούτε το ταλέντο σου ούτε τις ικανοτητές σου(παρά μόνο την ικανότητα σου να γίνεις ένας καλός παπαγάλος σε πολλές περιπτώσεις)ίσως σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί μόνο μία ένδειξη αυτών τίποτα όμως παραπάνω.Τίποτα δεν αρχίζει και σίγουρα τίποτα δεν τελειώνει με τις εξετάσεις.Χωρίς βεβαίως να μειώνω ούτε στο ελάχιστο την αξία και τα σημαντικότατα εφόδια της πανεπιστημιακης μόρφωσης που νιώθω πολύ ικανοποιήμενη που τα έλαβα και θα συνεχίσω να να τα λαμβάνω και που σίγουρα είναι ένα κομμάτι που καλώς ή κακώς επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μας,θέλω να τονίσω πως δεν είναι θέμα ζωής ή θανάτου.Αυτή ακριβώς η κοινωνική αντίληψη και πίεση περί της μόρφωσης της επιτυχίας και της καταξίωσης είναι μία απο αυτές που οδηγούν τις νέες γενιές στην απομόνωση,στην αντίδραση και την απογοήτευση,καθώς δαμάζουν πολλές φορές τις κλίσεις και τα ταλέντα των νέων που αν δεν γίνουν αυτό το κοινωνικά αποδεκτό »κάτι» στη ζωή τους θα είναι μάλλον αναφορές προς αποφυγή στα χείλη των γονέων.Γιατί μάθαμε δυστυχώς να ζουμε σε μία κοινωνία που έμαθε να βγάζει επιστήμονες και ξέχασε να βγάζει ανθρώπους…Ανθρώπους που δεν μετριούνται με μόρια,πτυχία και λοιπά αξιώματα αλλά με πολλά άλλα που δε στα διδάσκει κανένα Πανεπιστήμιο και είναι ΑΥΤΑ που σε συνδυασμό με το οποιοδήποτε πτυχίο τους κάνουν αυτό το »σπουδαίο»που όλοι ονειρευόμαστε…