Παράκαμψη πλοήγησης

 

Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιγνίδι χωρίς ουσία.

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Ζήτα από τον ουρανό διαμάντια.

Σου αξίζουν που υπάρχεις!

Π’ αγωνίζεσαι αγώναν άδικο, βαρύ-

που είν’ οι κριτές του ψεύτες, λωποδύτες.

Και παράλυτοι ημίονοι οι συμπαίκτες. 

Και θεριά ανήμερα οι αντίπαλοι-

μιας κάποιας Ελλάδας βέρας γιοι

(ή, κάπως έτσι, τέλως πάντων…)

Ανώγια, κατώγια χτίζοντες με λόγια.

Α. Γ.

Συνετρίβης Δαίδαλε; Γιατί;

τώρα στης Κόλασης θα συχνάζεις τα μπαρ,

λαβύρινθους περίτεχνους θα σχεδιάζεις.

Μάταια. Πάνω στα θολωμένα τα ποτήρια τα λερά-

επάνω στους ατμούς από ουίσκι, όνειρα

θ’ αφήνεις βερεσέ και αττικές δραχμές-

Μπας και ξεχάσεις τον ηλιάτορα τον Ήλιο,

που δεν προσπάθησες ποτέ σου να τον φτάσεις.

Γαμώ την σωφροσύνη σου, ρε Δαίδαλε!

 Once, in a cheap science fiction novel, Fat had come across a perfect description of the Black Iron Prison, but set in the far future. So if you superimposed the past (ancient Rome) over the present (California in the twentieth century) and superimposed the far future world of The Android Cried Me a River over that, you got the Empire, as the supra- or trans-temporal constant. Everyone who had ever lived was literally surrounded by the iron walls of the prison; they were all inside it and none of them knew it.

Philip K. Dick, Valis, London; Gollancz, 2001, pp. 54-55
Shanghai

Νοιώθεις μου λες κάποιες φορές,

πως είν’ η ζωή σου λογοπαίγνιο,

Και η τέχνη σου κι η επιστήμη

η που ‘φαγες ασκούμενος έτη και έτη,

παύσεις ακόμη παιγνιότερες. Γελοίες.

Και λειψές πολύ ως παύσεις.

Εγώ δεν έχω κουδούνια να χτυπήσω,

ούτε ανάσα, ούτε γνώμη να σου πω.

Εγώ δε νοιώθω, κι έτσι σε ζηλεύω-

δε σ’ έχει το λογοπαίγνιο ακόμη αποπαίξει,

κι είν’ οι παύσεις σου ακόμη ζωντανές.

Νοιώθεις μου λες ότι τα βράδια,

κινούνται του γραφείου οι τοίχοι να σε θάψουν.

Και η τέχνη σου η ίδια, κι η επιστήμη

μοιάζουν σου οι πλέον αχαμνοί φρουροί.

Φαντάσματα, σκελέτια ισχνά. Απαίσια.

Και λειψά πολύ για μάχες.

Εγώ ‘χω στερέψει από εμβατήρια.

Δεν έχω ανάσα μια γνώμη να αρθρώσω.

Εγώ δε νοιώθω, κι έτσι σε ζηλεύω-

δε σ’ έχουν οι τοίχοι ακόμη αποθάψει,

και σου στέκουν ακόμη οι αχαμνοί φρουροί.

 

Νοιώθεις μου λες κάποιες φορές,

πως έχεις αρχίσει και τα χάνεις.

Όλα εκείνα που αγωνίστηκες να βρεις, να χτίσεις

ιδρώτα χύνοντας για έτη και έτη.

Όλα των αέρας λες, ποτέ τους δεν υπήρξαν.

Κι ως αέρας ακόμη τους λειψά.

Εγώ παλεύω πάλι ν’ αναπνεύσω,

μεσ’ της Σοφίας  -ποιας;- τ’ ανήλιαγα σοκάκια.

Δε νοιώθω, μα ονειρομαντεύω πάλε,

ότι οι αέρες μου ξεθύμαναν πολύ,

χάσαν οσμή και γεύση κάποια. Ασφυξία γίναν.

 Burg bei Nacht

Νοιώθεις την ιερή φωτιά να σβήνει

και κλαίγεσαι που θ’ αφήσει μόνον στάχτες.

Στρώμα αυτές για ότι ονειρεύτηκες,

φίμωτρο θανάσιμο στο τελευταίο σου τραγούδι-

ατέλειωτο αυτό, μελάνι δίχως γράμμα.

Η τελική στροφή σχεδίασμα μινόρε.

Εγώ δεν τραγουδάω πια, το ξέρεις;

Στάχτη των άλλων της πυράς μου σάβανο-

δε ζεσταίνει, δε νοιώθω αν είν’ ακόμη εδώ.

Τις στροφές μου δαιμόνια τις εσούβλισαν.

Χάσαν ρυθμό αυτές. Και η φωτιά μου ήχο.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε