η μουσική μου σε πανεπιστημιακό project

το θέμα από το τραγούδι μου με τους Ιρις «φιλί» ντύνει το «Walk Explore Feel»

«Walk Explore Feel» is a research-creation project on media walks designed and developed at the Department of Cultural Technology and Communication, University of the Aegean.

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Uncategorized | Σχολιάστε

…διαβάζοντας απο το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Καγγελάρη » Ο Σπούτνικ ταξιδεύει ακόμα»

«Ο πιο μεγάλος μου εφιάλτης ήταν οι επισκέψεις. Περπάτημα σε άδειους κυριακάτικους δρόμους, κρατημένος από το χέρι -κάτι που απεχθανόμουν ιδιαίτερα- στρίμωγμα σε λεωφορείο ανάμεσα σε κατηφή, εχθρικά πρόσωπα κι ύστερα να τριγυρνάω σε ξένο σπίτι, μακριά από τους δικούς μου χώρους και τα λιγοστά παιχνίδια μου που έκαναν την ερημιά που με πολιορκούσε πιο υποφερτή.
Αυτές οι επισκέψεις, ιδιαίτερα οι διαδρομές σε έρημους δρόμους μεσημεριάτικης σιέστας που τη νεκρική της σιγή αλλά και την απόλυτη απουσία ανθρώπων θρυμμάτιζαν ξεπηδώντας από τα χαμηλά ακόμα παράθυρα τα ραδιόφωνά τους, με εκφωνητές ποδοσφαιρικών αγώνων, αλλά και τραγούδια τόσο γκρίζα και θλιβερά όπως η ίδια η δεκαετία του ‘50, έκαναν την Κυριακή, παρά τη σχολική αργία, την εσχάτη των ποινών μου. Ακόμα και πολύ αργότερα θα με πήγαιναν εκείνα τα τραγούδια με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε μια εποχή που δεν ήθελα ούτε να θυμάμαι, βυθίζοντάς με σε πνιγηρή θλίψη. »

………………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………

Φάνηκε σαν μικρό σημάδι στην αρχή, μακριά εκεί που έδειχνε να τελειώνει το νερό, σαν να ήρθε από το πουθενά, όπως από ταξίδι στο χρόνο, ή να αναδύθηκε ίσως από τα κύματα και καθώς πλησίαζε τόσο αργά, ώστε δεν καταλάβαινες αν έρχεται ή φεύγει, καθάριζε η εικόνα της ολοένα και πιο πολύ, ώσπου έφτασε μπροστά μας, σχεδόν ακούμπησε στο τραπέζι μας -θα έπαιρνα όρκο πως μας χαμογέλασε κιόλας- και τότε νιώσαμε βέβαιοι, πέρα από κάθε προπετή ενθουσιασμό και παρόρμηση της στιγμής, πως ήταν ό,τι ωραιότερο είχαμε δει έως τότε στη ζωή μας.

………………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

..φως μικρο μου ταξιδιάρικο…

Μακριά απέναντι εμφανίζονταν, το ένα μετά το άλλο, τα μικρά φώτα, διάττοντες που έσβηναν πίσω μας το ίδιο βιαστικά όπως ήρθαν, χωρίς να προλαβαίνεις να συλλάβεις τη στιγμή της παρουσίας τους, όπως τόσες που σου έχουν διαφύγει και τις αναζητάς σε επικλήσεις επιμνημόσυνες. Κάθε τρεμόσβησμα έξω από το τζάμι, στο σκοτάδι, και η ίδια επαναλαμβανόμενη αγωνία μήπως εκεί ακριβώς είναι εκείνη που ζητάς, μα εσύ την προσπερνάς παραδομένος σε τροχιές λεωφορείων που σε παρασύρουν μακριά της.

……………………………………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………..

Η Καλυψώ, σε μια εξέγερση της ψυχής που πετούσε ανάστατη δεξιά και αριστερά, αδέξια πτήση, πουλί στο παρθενικό του πέταγμα, και σ’ ένα σώμα που έτρεμε πέρα από κάθε έλεγχο, από τα δάχτυλα που γύριζαν και σφίγγονταν να γίνουν γροθιές έως τα χείλη που ψιθύριζαν ονόματα αγαπημένα, παρατημένα στην άβυσσο του χθες, έβρισκε σ’ετούτο το αποπνικτικό μεσημέρι του Ιουνίου τα κομμάτια που της έλειπαν. Ανακτούσε το χαμένο χρόνο.

…………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………….

Μέσα από το club Decadence ακουγόταν ρετρό δεκαετίας με τους James στα φόρτε τους και η Καλυψώ ευχήθηκε να βγει κάποιος να τη φωνάξει μέσα, μα η πόρτα παρέμενε πεισματικά κλειστή, σκληρό αντίποινο για τα χρόνια που είχε λείψει.
Άρχισε μια νοερή περιήγηση στο μαγαζί, από το ένα δωμάτιο στο άλλο, σαν να ήταν μέσα, για να τα βρει όλα στη θέση τους, από το μεταλλικό γλυπτό του Δον Κιχώτη και τα αυτοσχέδια έπιπλα, μέχρι τις τρελές επινοήσεις του Νίκου, το κομμωτήριο και το μανάβικο, και όταν έβγαινε κάποιος έξω, πάγωνε που τα πρόσωπα ήταν όλα ξένα κι άγνωστα, κάνοντας γι’ ακόμα μια φορά τη σκέψη πως τα αντικείμενα είναι πιο ανθεκτικά από τους ανθρώπους, καθώς μένουν πίσω μας όταν εμείς έχουμε φύγει πια

…………………………………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………………………….

Το μεγάλο κόλπο είχε οριστεί για την Κυριακή το βράδυ. Θα συμμετείχαν μόνο τα μόνιμα, σταθερά μέλη της παρέας και από αυτούς, μόνο όσοι ήταν μέλη στο Βαρναβαϊκό, δηλαδή όλοι πλην του Αρκάδη. Το σχέδιο ήταν απλό. Θα ανοίγαμε το λουκέτο της σιδερένιας εξώπορτας με το δεύτερο κλειδί που είχε βουτήξει πριν από καιρό ο Γιώργος και το έψαχναν μέχρι που το ξέχασαν. Έξω στο δρόμο θα έμεναν ο Αντρέας ο Λόγκος στη μια γωνιά του τετραγώνου και ο Φίλης στην άλλη να κρατάνε τσίλιες και να μας προειδοποιούν όταν περνάει κανείς έξω απ’ το σχολείο. Το σύνθημα θα ήταν να σφυρίζουν το strangers in the night.

…………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………..

διαβάζει η ηθοποιός Αρκαδία Ψάλτη

……………………………………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………

Και πράγματι το αριστούργημά μας ήταν ακουμπισμένο στο παγκάκι σαν σε βάση εκτόξευσης, έτοιμο και καθαρογραμμένο, πεζό αλλά με ποιητική διάθεση, ανάλαφρα λακωνικό αλλά περιεκτικό, λαμπερό αλλά αποπνέοντας συγχρόνως τη σκοτεινή απειλή ενός πύραυλου που σημαδεύει την πόλη.

Λίνα γεια σου.
Είσαι η πιο όμορφη και στο γράφουμε εμείς που ξέρουμε.
Πιστεύουμε ότι ταιριάζουμε πολύ και περιμένουμε να μας μιλήσεις.
Είσαι φτιαγμένη για μας κι εμείς για σένα. Σε περιμένουμε.

Περιμέναμε μισή ώρα να νυχτώσει ακόμα για τα καλά και μετά φτάσαμε σπίτι της. Δεν μπήκε καθόλου θέμα ποιος και τι. Τα δύσκολα και τα ηρωικά τα κρατούσε ο Γιώργος για τον εαυτό του. Γλίστρησε στον κήπο σαν το παιδί φάντασμα, έφτασε στο δωμάτιό της, αρπάχτηκε απ’ το περβάζι του παραθύρου με το ένα χέρι κάνοντας έλξη, και με το άλλο εξακόντισε τον πύραυλο από τα μισάνοιχτα παντζούρια μέσα, χωρίς να τον αποθαρρύνει το αναμμένο φως.

The Shadows – Theme for young lover

…………………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………………….

«Δεν έχεις ιδέα ε; Καλά, εφημερίδες δε διαβάζεις; Εδώ συρρέουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας να δουν με τα μάτια τους το θαύμα». Η έκφρασή του ήταν τώρα ακόμα πιο κοροϊδευτική, μια μάσκα που της έβγαζε τη γλώσσα, και η Καλυψώ αμύνθηκε με το ίδιο ύφος.
«Σώπα! Δηλαδή;»
«Κάθε μέρα το αδειάζει ο ιδιοκτήτης από τα πράγματα του παλιού ένοικου και το ετοιμάζει για νοίκιασμα και κάθε πρωί ξαναβρίσκει τα έπιπλα στη θέση τους, πίσω. Δέκα μέτρα πιο κάτω είναι, δίπλα στη BP, πήγαινε να δεις μόνη σου αν θες» τόνισε τις λέξεις του θριαμβευτικά και αποχώρησε κλείνοντας το διάλογο κι έχοντάς της πετάξει το μπαλάκι.
Η Καλυψώ άνοιξε την πόρτα και ξαναβγήκε στον καυτό αέρα, μα στα πέντε βήματα την πρόλαβε η φωνή του Θέμη κι όπως γύρισε, τον είδε έξω στο πεζοδρόμιο, γερμένο στον κορμό της μουριάς, να απολαμβάνει τη σκιά της με τα χέρια στις τσέπες.
«Ε, μόντελ. Δε μας είπες. Από πού είσαι;»
«Μακάρι να ‘ξερα» του πέταξε τη ροκιά της, έτσι, να του τη σπάσει, αλλά αυτός έδειξε να το παίρνει πολύ σοβαρά.
«Από εδώ είσαι λοιπόν. Καλά το φαντάστηκα. Αργά ή γρήγορα επιστρέφουν όλοι στον τόπο τους».

……………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

Περάσαμε μια περίοδο σιωπηλού δέους, ευλαβείς πιστοί που στο ιερό του χώρου και μπροστά στα μυστήρια του θείου δεν βγάζουν άχνα κι έπειτα πήραμε ξαφνικά μπροστά.
«Τι λαιμός είναι αυτός ρε μαλάκα μου, σα κύκνος είναι!»
«Και το δέρμα της, ρε, κοίτα το δέρμα της, άσπρο και διάφανο σαν πορσελάνη είναι, νομίζεις πως αν ακουμπήσεις, θα σπάσει».
«Κοίτα και το κούρεμα, κοντά σαν αγόρι, σαν την Τζην Σήμπεργκ στο “Με κομμένη την ανάσα”, ρε. Πού να κουρευτεί δικιά μας έτσι».
«Ρε, της μοιάζει κιόλας».
«Πιο όμορφη είναι, αυτή είναι και πιτσιρίκα».
«Και τα πόδια, δυο μέτρα είναι, ρε, θα μας ρίχνει ένα κεφάλι».
«Καλά αυτά είναι τα κομπλεξικά τα δικά σου».
Είχαμε χάσει πια την αίσθηση του χρόνου. Ο δίσκος βυθιζόταν τώρα βιαστικός, έχοντας καθυστερήσει όσο μπορούσε κι αυτός, να μη χάσει στιγμή από την παρουσία της. Σηκώθηκε όρθια κι ένα όργιο από χαμηλωμένα φώτα και αποδυναμωμένες σκιές άρχισε παιχνίδι στο σώμα της. Ύστερα μάζεψε την πετσέτα να φύγει, σημάδι πως ήταν ταμένη του ήλιου και πως τώρα πια δεν είχε κανένα λόγο να μένει άλλο εδώ, δηλαδή ότι για μας δεν περίσσευε τίποτα, κι άρχισε να απομακρύνεται βασανιστικά αργά, σαν να μας χάριζε, σε μια έξαρση γενναιοδωρίας, κάτι τελευταίο ενώ εμείς, για ανεξήγητους λόγους, μείναμε στο τραπεζάκι με τα πόδια νεκρά, στο έδαφος. Δεν την πήραμε από πίσω.

……………………………………………………………………………………………………………………..

……………………………………………………………………………………………………………………..

Κάτω στην αυλή απλωνόταν τώρα μια ησυχία εξοχής, απόκοσμα ξένη στα αφτιά παιδιού της πόλης, που τη διέκοπταν αραιά και πού, κάποιο απόμακρο χλιμίντρισμα, το νυχτοπούλι που αποχαιρετούσε τη μέρα και η φωνή της που γελούσε τώρα, θρυμματίζοντας τη δυσκολία της συνάντησής μας. Πίσω από το γέλιο της και κάτω από το φως πρώιμου δειλινού που χαμήλωνε βιαστικά να κάνει χώρο στο πρώτο ανυπόμονο αστέρι, αναδυόταν μπερδεμένη με εικόνα, ήχο και ερωτική επιθυμία, η μυρωδιά της φρέσκιας ντομάτας για τα χοντρά σπιτικά μακαρόνια και του φουρνιστού ψωμιού.

……………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………

Να λιώνεις με τη μπάλα κάτω από τον καυτό ήλιο στην παιδική χαρά, στο Μετς, δοκιμάζοντας τις αντοχές σου στα όρια, κι όταν καθόσουν δυο στιγμές στις κούνιες για ανάσες, να τρέχει το νερό, κρύο από το πλύσιμο στη βρύση κι ο ιδρώτας μαζί, ποτάμι επάνω σου, να χάνουν οι σφυγμοί σου το λογαριασμό και οι χτύποι της καρδιάς σου να ακούγονται έξω πια, μηνύματα στην κόρη του γάλλου μηχανικού απέναντι, και τότε, από όλους τους πόρους ανοιχτούς, να εισβάλλουν ορμητικά οι μυρωδιές, τα χρώματα και οι επιθυμίες, χωρίς να υποψιάζεσαι πως αυτό είναι η αληθινή ζωή και τίποτε άλλο, κι αμέσως μετά ξανά με τη μπάλα στο χέρι.
Το μεσημέρι στο κολυμβητήριο για δρόσισμα, να δούμε τα κορίτσια με μαγιό και να τους κάνουμε φιγούρα με βουτιές, κι ύστερα πάλι μπάλα μέχρι να σκοτεινιάσει, μια πίττα με ντονέρ στο χέρι -για δεύτερη δεν έφταναν τα ψιλά-, να κόψει λίγο η πείνα, να μη χασομερήσουμε για φαγητό στο σπίτι, να ‘ρθει το βράδυ με τις βόλτες στο Άλσος, η νύχτα με το γλυκό σκοτάδι και τα δικά της θαύματα.

……………………………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………………………………..
Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

«Εγώ δεν κάνω κλίκες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Έκανα τα πάντα για να μας κρατήσω ενωμένες. Κάθισα μαζί σου γιατί ήσουν χάλια κι αυτή περνούσε καλά. Εσύ με είχες πιο πολλή ανάγκη, όμως τώρα μας χρειάζεται αυτή. Είναι να πεθάνει, το καταλαβαίνεις;. Εσύ τουλάχιστον βγήκες άθικτη από αυτή την ιστορία, εκείνη όχι». «Άθικτη; Μα τι λες εδώ τώρα, τι στο διάολο εννοείς;» η Λένα θύμωσε. «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Για το βρομερό τους το πράμα λέω, που θέλουν να το βάζουν μέσα μας». Την είχε παρατήσει λοιπόν. Ένα κύμα θριάμβου με κατέλαβε, τόσο χαιρέκακο, που ντράπηκα αμέσως για τη μικροψυχία μου΄ωστόσο μέχρι να προλάβω να το διαχειριστώ, η Μαρία η Σιαπατά είχε βγει από την αίθουσα… είχε αποφασίσει να επέμβει. Από τον Σπούτνικ (σ. 280-281).

…………………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………………..

Ανέβασε η Σοφία Λαουτάρη

.»Περίμενε να δεις», είπε και έλυσε απότομα το σκοινί που συγκρατούσε τα ξύλα στο σαμάρι της φοράδας και, καθώς έπεφταν πάνω στο πλακόστρωτο με μεγάλο θόρυβο, αυτή αφήνιασε. Πηδούσε και τιναζόταν έπάνω κι ο παππούς την κρατούσε με όλη του τη δύναμη. Μετά έκανε το ίδιο με το γάιδαρο, όμως αυτός αδιαφορούσε εντελώς για τον κρότο και για καθετί άλλο γύρω του, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
«Είναι γέροντας», είπε ο παππούς, «κι έχουν δει πολλά τα μάτια του. Ό,τι σε τρομάζει σήμερα θα ‘ρθει καιρός που δε θα του δίνεις πεντάρα τσακιστή. Ο φόβος είναι περατάρικος σαν τις αρρώστιες, να το θυμάσαι».

…………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………..

Ο ηθοποιός Γιώργος Ντούσης διαβάζει από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Καγγελάρη » Ο Σπούτνικ ταξιδεύει ακόμᨻ

.

…………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………..

Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

Πόσο κρατάει μια στιγμή στον ουρανό και τι είναι άραγε οι μήνες και τα χρόνια με το κεφάλι μέσα, σκέφτηκε…Είχε σωθεί πια ο καφές, αφήνοντας στο χέρι της άδεια την κούπα, όταν κατέληξε, κατάκοπη και μελαγχολική, στο συμπέρασμα ότι έχουμε παγιδευτεί μετρώντας συμβατικά μια διάσταση χρόνου που δε μας αφορά, μια διάρκειά του πέρα κί έξω από εμάς και κάθε αισθητήριό μας, μικροί μπροστά του κι ανήμποροι να μετρήσουμε αυτό που έχει σημασία για μας΄την ουσιαστική του διάρκεια, αυτή που ορίζει τις μνήμες μας, που φιλτράρει τι θα κρατήσουμε μέσα μας για πάντα, δηλαδή την πυκνότητά του. (σελ. 319)

……………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………….

Ανέβασε η Μάντυ Κηπουργού

Συνιστούσε άραγε απιστία ή μήπως ακόμα και προδοσία σε φίλο η φαντασίωση; Η άποψη του Φίλιου πως δεν ποινικοποιούνται τα όνειρα συνηγορούσε στην απαλλαγή μου, όμως κάτι μέσα μου δεν πήγαινε καλά. Είχα απλώσει το χέρι στο βάζο με το γλυκό κι εκεί ακριβώς αναρωτήθηκα μήπως και ο Γιώργος φαντασιωνόταν ποτέ κορίτσια που ανήκουν στους φίλους του, γι’ αυτό και η σκέψη ότι θα μπορούσε να τρέχει κάτι με τη δική μου Μαρία μου προκάλεσε αναπάντεχα μεγάλη δυσφορία. Από τον Σπούτνικ (σελ. 340-341).

……………………………………………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………………………………………………..

Η μελαγχολία είναι το κορυφαίο ίσως τεκμήριο της ύπαρξης. Μπορεί να γεμίσει στη στιγμή το κενό μέσα σου με τόσα που δεν χωράνε πια και χύνονται κύματα έξω, εικόνες και χρώματα, λέξεις και νότες, να γίνουν γλώσσα να μιλήσει η ψυχή σου. Είναι άραγε όλο αυτό μόνο μια ορμονική έκρηξη στην συσσωρευμένη ερωτική επιθυμία ή μήπως η Νόβα που θα αποτελέσει την αρχή, το Big Bang που από τα συντρίμμια του θα γεννηθούν οι μεγάλες λειτουργίες της ζωής, κάτι που όταν ξεθωριάσει θα το αποζητάμε για την υπόλοιπη ζωή μας με διαρκή νοσταλγία;

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε sputnik, Uncategorized | 1 σχόλιο

«Ο Σπούτνικ ταξιδεύει ακόμα» μυθιστόρημα

Το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Καγγελάρη που κυκλοφόρησε από τους «Μοντέρνους Καιρούς» και επιμελήθηκε ο Δημοσθένης Κερασίδης  γράφτηκε από τον Νοέμβριο του 2005 έως τα τέλη του 2010. Στο έργο συνυφαίνονται μνήμες του χθες και αγωνίες του σήμερα, σε δύο παράλληλα οδοιπορικά που ο αναγνώστης καλείται να συνδέσει. Οι σελίδες του θέλουν  να φωτίσουν τη διαδρομή και να θέσουν το μεγάλο ζήτημα του χρόνου, την πυκνότητά του που ορίζεται από την εποχή και τη στάση του καθενός. Να μετρήσουν το τι χάσαμε κι  αν έχουμε κάτι ίσως κερδίσει.  Η έφηβη, φτωχή, και υπόδουλη Αθήνα του 1967 που ονειρεύεται  αναμετριέται με την ώριμη πρωτεύουσα του καινούριου αιώνα που μέσα από την παρακμή της εγκυμονεί την αναπόφευκτη ανατροπή.

«…η Υμηττού είναι ακόμη χώμα, ασφαλτοστρώθηκε περίπου όταν γεννήθηκα, οι Βeatles, οι Stones και οι Animals μεσουρανούν και σουλατσάρουν στο Soho, οι γυναίκες φοράνε κοντές φούστες κι είναι αδύνατες… κι η άλλη, η Καλυψώ, εδώ στην εποχή της κρίσης ψάχνει το δικό της νόημα σε διαδρομές με μηχανή ξαποσταίνοντας στο καφενείο του θέμη ή στο club Decadence … και οι πτσιρικάδες του τότε παίζουν ακόμη καλαθόσφαιρα… », έγραψε ο Τάκης Χαλδαίος

Κείμενο οπισθόφυλλου

«Είναι μια αντίστροφη Οδύσσεια. Οι ήρωές μου δεν επιστρέφουν σε καμία Πηνελόπη. Αντίθετα, παλεύουν να αφήσουν τις εστίες και κάθε τι οικείο πίσω τους. Να βγουν σε ανοιχτό πέλαγος λαχταρούν, να αναμετρηθούν με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες. Να μαγευτούν από την Κίρκη ονειρεύονται και στο τέλος του δρόμου να βρουν την Καλυψώ».

Δεκαετία του ’60. Μια παρέα δεκαπεντάχρονων υπερασπίζονται το χρόνο τους, που ο κόσμος των μεγάλων τον απειλεί. Ένα πέτρινο πεζούλι θα γίνει το θέατρο των ονείρων τους, και η γειτονιά το ορμητήριο των περιπλανήσεών τους καθώς όλα γύρω τους αλλάζουν με ορμή. Θα καταφέρουν απέναντι σε γονείς, σχολείο και δικτατορία να διατηρήσουν την εφηβεία τους ακέραιη αποκρούοντας τους εισβολείς; Τι ρόλο θα παίξουν το γαλλικό νουάρ  και η εισβολή του βρετανικού ροκ στην Αθήνα; Για ποιον θα αφήσουν πίσω τα μαθητικά ημερολόγια; Θα μείνουν οι δεσμοί τους άρρηκτοι έως το τέλος;

Έπειτα από σαράντα χρόνια η Καλυψώ προσπαθεί  να ανακτήσει το δικό της χαμένο χρόνο γράφοντας ένα μυθιστόρημα. «Το παρόν είναι μια διάσταση-φάντασμα που ζει μόνο στο παρελθόν και στο μέλλον». Τι τη συνδέει με κάποιους που η ιστορία τους χάνεται πίσω στο χρόνο; Θα καταφέρει να βρει το συγγραφέα των ημερολογίων και τι προσδοκά από τη συνάντηση αυτή; Θα είναι το γράψιμο του βιβλίου μια πανάκεια για κάθε άλγος ψυχής ή μήπως ένας καινούριος δρόμος με άγνωστο προορισμό, για έναν τόπο που υφαίνει η ελπίδα

Ο Γρηγόρης Καγγελάρης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παγκράτι με καταγωγή από την Κεφαλλονιά.

Σπούδασε Φυσική, Γερμανική Φιλολογία και αργότερα Μουσική. Έπαιξε φλάουτο στην Αθηναϊκή Ορχήστρα Νέων και επί χρόνια σαξόφωνο σε τζαζ μπάντα, ενώ δισκογράφησε τρεις φορές με τους  «Ίρις» με τραγούδι, στίχους και μουσική.

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε sputnik, Uncategorized | Σχολιάστε

Iris the songvideos

http://https://www.youtube.com/watch?v=Daw19iJDLvw

Ίρις -ο βιαστικός επισκέπτης , στίχοι, μουσική, φωνή  – Γρηγόρης Καγγελάρης

——————————————————————————————

Ίρις – όμορφη μέρα (μπαλάντα για τον ξένο)  στίχοι, μουσική  – Γρηγόρης Καγγελάρης Τραγούδι – Κατερίνα Αλεξάκη, Παυλίνα Κωνσταντοπούλου, Γρηγόρης Καγγελάρης  Κιθάρες – Κώστας Μπαλταζάνης

Από το LP  “από ην άκρη του χρόνου”  Legend 2001

………………………………………………………………………………………………………………..

Ίρις – το φιλι  στιχοι, μουσικη- Γρηγορης Καγγελαρης τραγουδι -Παυλινα Κωνσταντοπουλου-Γρηγορης Καγγελαρης

LP  Audiophile  Legend 2005

…………………………………………………………………………………………………………………..

Ίρις- rain στίχοι, μουσικη- Γρηγορης Καγγελαρης τραγουδι – Κατερινα Αλεξακη  Διασκευη- Δημητρης Δημητριαδης

LP Audiophile Legend 2005

…………………………………………………………………………………………………………………..

Ίρις – στις μεγάλες πόλεις από το δίσκο «Από την άκρη του χρόνου» (2001) μουσική Νίκος Βουτσινάς τραγούδι Γρηγόρης Καγγελάρης Κατερίνα Αλεξάκη σαξόφωνο Τάκης Πατερέλης

…………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………..


Ίρις-the love in yesterdays  στίχοι μουσική  Γρηγόρης Καγγελάρης, τραγούδι Γρηγόρης Καγγελάρης-Παυλίνα Κωνσταντοπούλου, κιθάρες Κώστας Μπαλταζάνης

Ιρις- ο κυριος Gynt     στίχο, μουσική, φωνή:  Γρηγόρης Καγγελάρης, τραγούδι : Παυλίνα Κωνσταντοπούλου

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε music, Uncategorized | Σχολιάστε