Θα κοιμηθώ στο πάτωμα, θα κλείσω και τα μάτια.
6. Ποτέ.
«Θα μ’αγαπήσεις ποτέ σαν εκείνη;», ρώτησε με τα γαλάζια μάτια της να κοιτάνε στο κενό.
«Ποτέ.», αποκρίθηκε εκείνος με ψυχρή φωνή.
Μόλις κατάπιε την τελευταία γουλιά από το τρίτο ποτήρι ουίσκι. Άφησε το ποτήρι και έκανε πίσω το κεφάλι του, να ξεπιαστεί, και έκανε νόημα για ένα ακόμα ποτήρι. Καθόταν σε ένα σκαμπό, στην μπάρα του μπαρ. Ήταν ένα σκοτεινό, μικρό μαγαζί που λίγοι το ήξεραν και λίγοι το επισκέπτονταν. Είχε πάει δύο χαράματα και το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο.
Ο μπάρμαν, ένας μεγαλώσομος, φαλακρός τύπος, άφησε το τέταρτο ποτήρι. Εκείνος, έπιασε το ποτήρι, ακούμπησε τα χείλη του στο γυαλί και ίσα ίσα τα έβρεξε με το ποτό. Άφησε κάτω το ποτήρι. Ακούμπησε τα χέρια του πάνω στην μπάρα και με το ένα στήριξε το κεφάλι του. Τον βασάνιζε εδώ και πολλή ώρα ένας φρικτός πονοκέφαλος. Ήταν τόσο δυνατός, που όλην αυτήν την ώρα δεν είχε την δύναμη να σκεφτεί.
Μέσα στο μυαλό του στριφογύριζαν διάφορες σκόρπιες εικόνες. Ανάμεσα σ’αυτές, ήταν μία που έμοιαζε άγνωστη. Ήταν δυο μάτια, όχι τα δικά της. Ήταν ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια, τόσο γνώριμα, αλλά και τόσο άγνωστα ταυτόχρονα. Προσπάθησε να θυμήθεί το πρόσωπο στα οποί ανήκαν, αλλά δεν θυμόταν. Δεν ήταν γνωστά του αυτά τα ματιά. Ο τρόπος όμως που κοιτούσαν τον κόσμο ήταν γνώριμος. Έβλεπε τον εαυτό του μέσα από αυτά.
Ήπιε μια γουλιά από το νερό που καίει. Του ήρθε μία ακόμα εικόνα. Ήταν αυτός πάνω στη σκηνή. Μια μαυροντυμένη φιγούρα μέσα στο κοινό κι αυτά τα δύο γαλάζια μάτια. Ήπιε άλλη μια γουλιά. Το πρόσωπό αυτής της φιγούρας ήταν χλωμό. Πάνω του κυλούσε μια σταγόνα από δάκρυα που μόλις είχαν στάξει από το ένα της μάτι. Δεν μπορούσε να διακρίνει άλλα χαρακτηριστικά. Ήπιε άλλη μια γουλιά. Ήταν μια γυναίκα.
Έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωσε χαμένος. Δεν είχε σκεφτεί άλλη γυναίκα εδώ και πολύ καιρό. Ένιωσε ντροπιασμένος. Το κακό είναι πως είχε ξαναπιάσει τον εαυτό του να το κάνει αυτό πολλές φορές τις τελευταίες μέρες. Την είχε δει την μέρα που έπαιζε. Ήταν μόνη και τον κοιτούσε όλη την ώρα που έπαιζε. Μόλις τελείωσε η συναυλία κι εκείνος γύρισε να την βρει στο πλήθος, εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Πλέον ένιωθε ζαλισμένος και ο πονοκέφαλος είχε γίνει αφόρητος. Πλήρωσε τα ποτά του, σηκώθηκε από το σκαμπό και φόρεσε το παλτό του. Έγνεψε στο μπάρμαν και βγήκε από το μαγαζί. Ο δρόμος έξω είχε απόλυτη ησυχία. Νεκρική σιωπή. Ο καιρός ήταν βαρύς με πολύ υγρασία στην ατμόσφαιρα και κρύο. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και άρχισε να περπατάει γρήγορα. Όσο πιο κοντά στο σπίτι του έφτανε, τόσο επιτάγχυνε το βήμα του. Καθώς όμως πλησίαζε στην εξώπορτα του σπιτιού του, παρατήρησε κάτι αφύσικο. Μια μαύρη κουλουριασμένη μάζα, έξω από το σπίτι του.
Στάθηκε μπροστά της και έσκυψε για να δει τι είναι. Μόλις έσκυψε, η μάζα ξεδιπλώθηκε. Ήταν ένας άνθρωπος. Μια γυναίκα. Στα επόμενα δευτερόλεπτα έβλεπε εκείνα τα ματια που τον βασανιζαν ολο το βραδυ. Το λιγοστό φως που υπήρχε στον έρημο δρόμο, έκαναν τα μάτια της να λάμπουν. «Άσε με να μπω», του είπε εκείνη. Εκείνος δύστασε για λίγο. Σηκώθηκε, ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα. Με μία κίνηση την σήκωσε και την έβαλε μέσα.
Άναψε τα φώτα και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Κρέμασε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς το μίνι μπαρ που είχε. «Να σου βάλω κι εσένα ένα;«, γύρησε και την ρώτησε. Τότε για πρώτη φορά παρατήρησε τα χαρακτηριστικά της. Ήταν χλωμή, λες και δεν την είχε δει ποτέ ο ήλιος. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο σκουλαρίκια. Ήταν λεπτή, ένα κεφάλι πιο κοντή από αυτόν. Είχε κατάμαυρα μαλλιά.
Εκείνη τον κοίταξε και του έγνεψε καταφατικά. Εκείνος γέμισε και το δεύτερο ποτήρι και της έδωσε το ποτό της. Την οδήγησε στο σαλόνι, όπου και έκατσαν. Για πολλή ώρα εκείνη δεν μιλούσε κι αυτός ήταν σαστισμένος. «Τι θέλεις από μένα;» είπε με τρεμάμενη φωνή. Εκείνη συνέχησε να μην μιλάει. Μόνο του χαμογέλασε. «Ποια είσαι;», ξαναέκανε αυτός. Τα μάτια της τώρα ήταν καρφωμένα πάνω στα δικά του.
«Είμαστε ίδιοι.», είπε η άγνωστη κοπέλα. «Σε βλέπω κάθε μέρα που έρχεσαι στην καλή σου. Από την φωτογραφία της καταλαβαίνω πως πρέπει να ήταν πολύ όμορφη. Υποθέτω επίσης πως ταιριάζατε και πολύ. Ξέρω ότι την αγαπούσε πολύ. Φαίνεται. Έτσι ήμουν κι εγώ με εκείνον. Έτσι είμαι κι εγώ τώρα. Σαν εσένα. Έχει πολύ περισσότερο καιρό που έφυγε. Είμαι πολύ περισσότερο καιρό έτσι. Έχω κλειστεί μέσα στο δικό μου σύννεφο και βλέπω του πάντες από εκεί ψηλά. Μέχρι που είδα εσένα. Σε είδα στο δικό σου σύνεφο. Είδα τα μάτια σου. Ξαφνικά ένιωσα σα να κοιτάζω στον καθρέφτη. Έχασα τα λογικά μου τότε. Είπα, δεν μπορεί να υπάρχει και άλλος σαν εμένα. Κι όμως υπήρχε.»
«Και τι θέλεις τώρα από μένα;», απάντησε εκείνος.
«Άρχισες να μου κινείς το ενδιαφέρον. Έτσι, ξεκίνησα να σε παρακολουθώ. Μου θύμιζες τρομακτικά εμένα. Μέχρι που σε άκουσα και να παίζεις. Ένιωσα να με νιώθεις απόλυτα. Χωρίς να ξέρω τίποτα για σένα, ξαφνικά ένιωθα σα να σε ξέρω καλά. Ένιωσα κάθε κομμάτι αυτής της θλίψης σου. Σα να έβλεπα το κομμάτι του εαυτού μου που δεν πέθανε.» , συνέχισε αυτή.
«Και με το κομμάτι που πέθανε, τι;», είπε εκείνος.
«Το κομμάτι που πέθανε, σίγουρα δεν είχε καμία σχέση με το δικό σου κομμάτι που έχασες. Όμως και τα δύο ένιωθαν τα ίδια συναισθήματα. Ξέρεις ότι δεν έχει σημασία η επιφάνεια. Αλλά το μέσα. Το πολύ μέσα.», είπε η κοπέλα.
«Δεν είμαι έτοιμος για ανθρώπους. Δεν θέλω κιόλας άλλους ανθρώπους στη ζωή μου. Πρέπει να φύγεις. Θέλω να φύγεις. Δεν νιώθω άνετα.», έκανε εκείνος.
«Δως μου μια νύχτα μόνο. Σε παρακαλώ. Δεν έχω που να πάω τώρα.», είπε εκίνη.
Ο άντρας σηκώθηκε, άφησε στο τραπέζι το ποτό του και πήγε μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Μετά από λίγο βγήκε με μια κουβέρτα και ένα μαξιλάρι. «Θα κοιμηθείς στον καναπέ», της είπε με αυστηρό ύφος. Άφησε τα πράγματα και ξαναεπέστρεψε στο δωμάτιο. Έκατσε στο κρεβάτι του. Ένιωθε ζαλισμένος. Ο πονοκέφαλος του έσπαγε το κεφάλι. Άρχισε να παίρνει βαθιές ήρεμες ανάσες για να ηρεμήσει. Έβγαλε τα ρούχα του, έκλεισε το φως και ξάπλωσε.
Συνέχισε με τις ανάσες. Πάνω που άρχισε να ηρεμεί και να αδειάζει το μυαλό του, άνοιξε η πόρτα. Ήταν η μαυροντυμένη κοπέλα, μόνο που τώρα δεν ήταν ντυμένη. Ήρθε και στάθηκε δίπλα από το κρεβάτι του. Εκείνος τα έχασε. Κοιτούσε άναυδος το λεπτό της κορμί. Εκείνη πήρε το χέρι του και το τοποθέτησε στη μέση της. Έκατσε επάνω του και έκανε να τον φιλήσει. Εκείνος τραβήχτηκε.
«Ξέρω, δε νιώθεις έτοιμος. Ούτε κι εγώ είμαι. Και ποτέ δεν θα είμαστε έτοιμοι για τίποτα. Περιμένουμε να πεθάνουμε για να τους δούμε ξανά αυτούς που έφυγαν. Το πνεύμα μας δεν είναι εδώ. Το σώμα μας όμως ζει. Δυστυχώς ή ευτυχώς.» , του ψυθηρησε εκεινη στο αυτί. Και αμέσως, κατέβηκε στο λαιμό του και άρχισε να τον δαγκώνει.
Εκείνος είχε μείνει άναυδος. Έβγαλε έναν αναστεναγμό. Κοίταξε ψηλά και έκλεισε τα μάτια του. Με τα χέρια του άρπαξε το γυμνό της κορμί. Έκανε έρωτα μαζί της. Μετά από τόσο καιρό, ξαφνικά μια φωτιά άναψε μέσα του, ανάμεσα στις στάχτες. Μια φωτιά που δεν φώτιζε, που δεν έβγαζε ήχο. Ήταν καυτή όμως.
Την άλλη μέρα ξύπνησε. Ξαφνικά του ήρθε η εικόνα της προηγούμενης βραδιάς. Κοίταξε γύρω του, αλλά εκείνη δεν ήταν πουθενά. Μια μικρή ανακούφιση ακολούθησε. Πίστευε πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο. Ένας εφιάλτης. Αλλά αυτό κράτησε μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Άκουσε κάποιον να περπατάει έξω από το δωμάτιό του. Σηκώθηκε γρήγορα, έβαλε ότι ρούχα βρήκε μπροστά του και πήγε στο σαλόνι. Εκεί είδε την γυναίκα που την προηγούμενη βραδιά κάνανε έρωτα. Κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό μαύρο σημειοματάριο.
«Από τότε που έφυγε, συνεχώς γράφω. Γράφω ό,τι σκέφτομαι. Ό,τι σκέφτομαι γι’αυτήν. Δεν ξέρω αν με επισκέπτεται ποτέ και πότε το κάνει αυτό. Θέλω όμως ανα πάσα στιγμή να ξέρει τι σκέφτομαι. Γι’αυτό γράφω. Όποτε έρχεται, αν έρχεται, θα διαβάζει αυτά και θα ξέρει.», είπε εκείνος σα να απολογείται.
«Την αγαπούσες πολύ βλέπω. Ίσως παραπάνω και από σένα. Θα μ’αγαπήσεις ποτέ σαν εκείνη;», ρώτησε με τα γαλάζια μάτια της να κοιτάνε στο κενό.
«Ποτέ.», αποκρίθηκε εκείνος με ψυχρή φωνή. «Πότε σαν εκείνη. Ποτέ όσο εκείνη. Άλλωστε δεν έχω σκοπό να σε αγαπήσω καθόλου. Όλη μου την αγάπη την έδωσα σ’εκείνη. Δεν έχει μείνει άλλη. Και ούτε θέλω να μείνει.»
Εκείνη σηκώθηκε, άφησε το βιβλιαράκι και τον κοίταξε πρόσωπο με πρόσωπο. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του. Έμενε να τον κοιτάει για ώρα. Του χαμογέλασε.
5. Κόσμος.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε. Οι θόρυβος της πόλης ηχούσε σαν ένα βουητό στα αφτιά του. Με τα μάτια του είδε σε λίγα δευτερόλεπτα να περνάει όλη η ζωή του. Άφησε την ανάσα, άνοιξε τα μάτια του και συνέχισε να περπατάει.
Μόλις είχε μυρίσει από κάπου το άρωμα της. Εκείνα τα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος να απολαύσει αυτήν την μυρωδιά η οποία αντηχούσε σε όλες τις όμορφες στιγμές της ζωής του. Για μία και μοναδική στιγμή μια μικρή ελπίδα, ξεχασμένη στα βάθη του μυαλού του, ξεπήδησε στην επιφάνεια. «Είναι άραγε κάπου εκεί γύρω; Ζωντανή; Ας είναι εκεί κι ας ήξερα πως δεν μπορώ να της μιλήσω.», σκέφτηκε. Μετά όμως ήρθε η λογική να την σκοτώσει και αυτήν την ελπίδα. Ήταν νεκρή. Ο ίδιος την είχε θάψει κάτω από το χώμα. Ο ίδιος έπρεπε και να την θάψει στην άβυσσο των αναμνήσεών του. Της το είχε υποσχεθεί. Άλλωστε, μόνο ένα άρωμα ήταν. Έτσι άνοιξε τα μάτια του και συνέχισε το περπάτημά του.
Ήταν ένα συννεφιασμένο πρωινό. Έκανε κρύο, από αυτό που ίσα ίσα τρυπάει το κόκκαλο, ακόμα και με το χοντρό μαύρο παλτό που φορούσε. Στα σκασμένα από το ψύχος χέρια του κρατούσε μια μεγάλη κάσα, στην οποία μέσα φύλαγε την κιθάρα του. Είχε κατέβει από νωρίς στο κέντρο της πόλης. Είχε πολύ καιρό να κατέβει. Όλα του φαίνονταν τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια ταυτόχρονα. Ένιωθε ότι στην πόλη που είχε ζείσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, είναι ξένος. Είναι διαφορετικός. Όμως εκείνη κι η μέρα ήταν διαφορετική από τις άλλες. Ξεχωριστή.
Σταμάτησε μπροστά μπροστά από την πόρτα ενός ημιυπόγειου καταστήματος. Κατέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια που είχε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Δεν ήταν κανείς εκεί. Μέσα είχε έναν μεγάλο πάγκο, όπου και τοποθέτησε εκεί την κάσα που κουβαλούσε. Στήριξε το τρεμάμενο από το κρύο κορμί του πάνω εκεί και έριξε μια ματιά γύρω του. Δεν ήταν κανείς. Μόνο άλλα μουσικά όργανα, που είτε επισκευάζονταν, είτε ήταν προς πώληση. Εβαλε μια φωνή, μήπως εμφανιστεί κάποιος. Και έτσι έγινε. Από μια πόρτα που υπήρχε στο πίσω μέρος του καταστήματος, βγήκε ένας άντρας, μετρίου αναστήματος.
«Την έφερα», έιπε. «Ως το απόγευμα, όπως σου είπα και στο τηλέφωνο, να είναι έτοιμη. Και πρόσεξέ την, ε.. Μην πάθει τίποτα. Είναι το μόνη ζωντανή και άφθαρτη αξία που μου έχει μείνει. Και σήμερα το βράδυ θα ξαναποκτήσει φωνή, μετά από πολύ καιρό.», συνέχισε και ο άλλος άντρας έγνεψε καταφατικά. Εκείνος τότε έκανε να φύγει. Πριν όμως ανοίξει την εξώπορτα του καταστήματος, κονταστάθηκε ξανά για περίπου μισό λεπτό. Γύρισε, έγνεψε στον καταστηματάρχη και έφυγε.
Ξαναβγήκε έξω στο κρύο. Τώρα το περπάτημά του ήταν πιο γρήγορο. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Περπατούσε για περίπου μισή ώρα. Είχε αρίσει να λαχανιάζει και τα μάτια του είχαν δακρύσει, λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας. Σταμάτησε για ακόμα μια φορά, έξω από μια πόρτα, μεγάλη, μαύρη, σίδερένια. Έβγαλε το ένα χέρι από την τσέπη, που το είχε για να ζεσταίνεται, και έσπρωξε την βαρια πόρτα. Βρισκόταν στην πλέον μόνιμη κατοικία της. Βρήκε το μαρμάρινο σπίτι της και έκατσε κοντά εκεί που βρισκόταν το κεφάλι της.
«Ωραία μέρα σήμερα. Ξέρω εσένα δεν σου αρέσει. Η ωραία μέρα είναι η ηλιόλουστη μέρα, έλεγες. Κι εγώ τι έλεγα, θυμάσαι; Ναι, αυτό έλεγα. Εντάξει, ξέρω, εγώ ήμουν ο σκοτεινός τύπος, που του αρέσει το σκοτάδι και το κρύο. Του αρέσει να φοράει μαύρα κι εσύ πάντα του έλεγες ότι η ζωή θέλει χρώματα. Κι όμως, όλο αυτό το σκοτάδι που κατέκρινες δεν ήταν που αγάπησες σε μένα; Έτσι δεν έλεγες από μέσα σου; Αυτό έβλεπα στα μάτια σου, κάθε φορά που με κοίταζες. Τώρα πια δεν τα βλέπω. Βλέπω ένα κενό.
Ψάχνω να βρω το βλέμμα σου μέσα στον κόσμο. Και το κενό μεγαλώνει. Γιατί κάθε φορά που δεν το βρίσκω, ανακαλύπτω πως ο κόσμος τελικά δεν είναι αυτό που βλέπω. Ο κόσμος μου. Ο κόσμος μου ήσουν εσύ. Η φωνή σου, το κοίταγμά σου, το χάδι σου, η αγγαλιά σου, το άρωμά σου. Το άρωμά σου. Είχα καιρό να το μυρίσω. Κι όμως, σήμερα το πρωί, κάπου στο δρόμο, ένιωσα την ύπαρξή σου. Αλλά πλέον ξέρω πως αυτό ήταν μια πλάνη του μυαλού μου. Μου το είπε άλλωστε και η γιατρός μου. Δεν υπάρχεις πια.
Μια φωνή όμως μέσα μου, μου φωνάζει το αντίθετο. Είναι η δική σου φωνή. Μου λέει ότι είσαι εδώ. Και ότι πάντα θα είσαι. Κανείς δε με πιστεύει πως την ακούω αυτήν τη φωνή. Πως υπάρχει. Έστω και μέσα μου. Όλοι μου λένε να ξεκόψω. Να σταματήσω πια να κάνω αυτό το κακό στον εαυτό μου. Αλλά πότε εμείς ακούσαμε τους γύρω μας. Όσο ζούσαμε, ποτέ. Και γιατί να το κάνουμε τώρα;
Σήμερα, όπως ξανάπα, είναι μια όμορφη μέρα. Μια ξεχωριστή. Σήμερα θα βγάλουμε αυτή τη φωνή. Θα την κάνουμε να ακουστεί παντού. Σήμερα θα παίξω. Και όπως από τότε που σε γνώρισα, έτσι και τώρα, θα παίξω για σένα. Μόνο για σένα. Οι νότες μου θα είναι η φωνή σου, αυτή που σφυρίζει αδιάκοπα μέσα στο μυαλό μου. Οι κραυγές μου θα είναι η ψυχή μου. Η ψυχή που κάποτε σου χάρισα. Δάκρυα δε θα έχω. Στέρεψα. Μου τελειώσανε. Έτσι θα κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει. Αλλά και να μην καταλάβει, τι σημασία έχει πια. Αφού ο δικός μου κόσμος δεν υπάρχει πια.
Μιλάω με πληθυντικό, γιατί προλάβαμε να γίνουμε ένα. Έστω και για λίγο. Και για μένα υπάρχεις. Και πάντα θα υπάρχεις, μέσα σε κάθε νότα που θα παίζω. Και μια μέρα θα γίνω μεγάλος για σένα. Να σε κάνω περίφανη και να χαμογελάς εκεί πάνω. Αυτά ήθελα να σου πω. Ελπίζω το βράδυ να με επισκεφτείς. Γιατί αυτό το βράδυ θα σε χρειαστώ.
Καλή σου μέρα μικρή. Και να με περιμένεις. Θα έρθω.»
Είπε και σηκώθηκε. Όντως, όπως είχε πει, δε δάκρυσε. Δεν είχε άλλα δάκρυα. Γι’αυτό και έσκασε ένα μικρό, δειλό χαμόγελο. Άπλωσε τα χέρια του, τεντώθηκε, τα ξαναέβαλε μέσα στις τσέπες του και έφυγε. Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Έπρεπε να προλάβει να πάρει την κιθάρα του και να πάει να βρει την μπάντα του. Περπάτησε πάλι μέχρι το μαγαζί. Μπήκε μέσα, όπου τον περίμενε η κιθάρα του, μέσα στην κάσα. Την άνοιξε, την κοίταξε καλά. «Είσαι τέλεια. Σήμερα θα πάρεις ζωή. Θα βγάλεις μια φωνή που θα ακουστεί παντού.«, ψυθήρισε κρυφά στην κιθάρα του, άφησε το οφειλούμενο ποσο, την πήρε και έφυγε.
Κατηφόρισε τώρα περισσότερο στην καρδιά του κέντρου. Το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορο. Δεν τον ένοιαζε όμως. ‘Εφτασε στο συναυλιακό χώρο. Μπήκε μέσα, ακούμπησε τα πράγματά του και μελέτησε το χώρο. Υπήρχαν δυο τρεις υπάλληλοι, ο ηχολήπτης και η μπάντα είχε αρχίσει ήδη την πρόβα του ήχου. Με γρήγορες κινήσεις, έβγαλε την κιθάρα του, έστησε τα πετάλια του, συνδέθηκε και ξεκίνησε και αυτός την πρόβα.
Αφού τελείωσαν, είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Γνωστοί και φίλοι ήταν εκεί. Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Θα μιλούσε σε όλους, σε λίγη ώρα, πάνω στη σκηνή. Έτσι και έκανε. Πήγε κρύφτηκε σε μια γωνιά που το φως δεν έπεφτε. Και περίμενε να έρθει η στιγμή. Και ήρθε.
Τα φώτα ήχαν σβήσει όλα. Ανέβηκε πάνω στη σκηνή. Πέρασε από γύρω του τη ζώνη της κιθάρας και την κρέμασε. Από την τσέπη του έβγαλε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο. Υποκατάστατο. Δεν άντεχε πια το κανονικό. Ρούφηξε μια μεγάλη δόση. Φύσηξε να βγει ο καπνός. Σήκωσε την κιθάρα του και την φίλησε.
«Τώρα είμαστε οι τρεις μας. Εγώ, εσύ και εκείνη. Εκείνη θα δίνει τη μελωδία. Εγώ θα την αποτυπώνω πάνω σου κι εσύ θα την αναπαράγεις.», ψυθήρισε, όπως πριν στο κατάστημα. «Πάμε τα blue.», φώναξε στη μπάντα του, όπως κάθε φορά που ξεκινούσε η συναυλία. «Τρία. Δύο. Ένα. Και!«
Κοίταξε μέσα στον κόσμο μήπως κι εκείνη ήταν εκεί. Δεν την βρήκε. Έπαιξε την πρώτη του νότα. Έκλεισε τα μάτια του. Ήταν εκεί. Είχε έρθει. Την είδε να του μιλάει, να του χαμογελάει. Τώρα έβλεπε τον κόσμο του. «Σ’ευχαριστώ που ήρθες. Αυτό για σένα μικρή!«, της φώναξε. Χαμογέλασε. Κοίταξε ψηλά. Και όλα αυτά συνέβησαν μόνο σε ένα δευτερόλεπτο. Κι έτσι η κιαθάρα του πήρε φωνή. Την δική της φωνή. Εκείνης.
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό του. Ήταν ένα τελευταίο που είχε ξεμείνει. Και συνέχισε τα blue.

