the ceiling
απλά μαθηματικά
πήρε το 0.5 και άφησε εδώ το 0.5
επομένως μένει άλλο 0.5 να αφαιρεθεί
για να φτάσουμε στο ακριβώς 0
επάνω σε αυτό εγώ προσθέτω 1 και άλλο 1
μα βγαίνει πάντα 0
λες και χάσκει η πρόσθεση προς την ανυπαρξία
άμα βλέπεις 0 μην επιχειρείς καν την πρόσθεση
δούλεψε με τον πολλαπλασιασμό
τα αποτελέσματα είναι πάντα ασφαλή
που είσαι τώρα;
να κολλήσουμε ο ένας πλάι στον άλλο
να μετρηθούμε
να είσαι εσύ ο διαιρέτης
εγώ ο διαιρετέος
να διαμελιστούμε
να μη μας βγαίνει ακριβώς
κάτι σε ,3333
πεισματικά να αρνούμαστε τη στρογγυλοποίηση
κι έπειτα κάπως το φέρνει η κουβέντα
έστω ότι
είμαι το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιό σου
και λύνω την εξίσωση
του άγνωστου χ
Αποδημητικά και αειθαλή
Σε αυτήν την πόλη αφθονούν τα χέρια
Διασχίζουν τα βουνά και τις χαράδρες
Άλλα γράφουν συνθήματα στους τοίχους
Άλλα από πίσω τους τρέχουν και τα σβήνουν
Έπειτα φεύγουν όπως είναι φυσικό
Πρόκειται για αποδημητικά χέρια
Περπατούσαμε μία μέρα κι έπιασε βροχή
Μα αρνούμενες ταξί να πάρουμε
Τινάζαμε περήφανα η μία το παλτό της άλλης
Και τα μαλλιά μας στραγγίζαμε στα πεζοδρόμια
Ώσπου από τα γέλια βάλαμε τα κλάματα, μα τη φιλία μας
Χέρια έρχονται και φεύγουν όπως σου είπα είναι πολλά
Μα τους καρπούς μου δεν τους ξεφλουδίζουνε
Όχι για λόγο σοβαρό, έτσι για αλλαγή
Από τα ξεκαθαρίσματα στους τοίχους και την τόση τιτλοφόρηση
Ξεφλουδίστε με
Δέντρο αειθαλές στην άκρη του δρόμου
Τόσο που θα ‘θελα να γίνω φυλλοβόλο
Ξεφλουδίστε με, στα χέρια που περνούν τείνω
Αδιακρίτως τον κορμό μου
Πότε με ύφος σοβαρό και μετρημένο
Πότε επαίτης που πεθαίνει από την πείνα
Ξεφλουδίστε με κάτω απ’ τη φλούδα μου θα βρείτε
ζουμί και ψίχα
about a kettle
This is not about sex
After all it’s just a fairytale
About an eel and a girl
You know sometimes two different species
Turn to be the same kind of animals
Fighting a fair fight
Whispering love words
Bad words
Blood bites
Eating one another
Bite deep enough
Reaching the vital organs
I refer the heart for instance
Don’t take me wrong
I don’t mean to kill you
It’s only an annoying kettle
Swishing in the bottom of my stomach
Making me feel that
The dinner will never be served
όσφρηση
H όσφρησή μου
μετακινεί τις καρέκλες να περάσεις όταν μπαίνεις
ενώ η όρασή μου προσποιείται πως δε σε εντόπισε
Ξεκουμπώνει το πουκάμισό σου
όσο εγώ ξεφλουδίζω τα φιστίκια
Πετάει με χάρη το ποτήρι μου στον τοίχο
όσο εγώ συμμετέχω ζωηρά στη συζήτηση
Το μόνο που καλλιεργεί το διάλογο
είναι που κάθε που μιλάς
εισπνέω την ανάσα σου
Τα λόγια σου αποκωδικοποιούνται σε γλώσσα οσφρητική
καθώς η ακοή μου δε σε μυρίζει επαρκώς
η όσφρηση μου σε ρουφάει με το έτσι θέλω
όσο φρονιμότατα διπλώνω μία χαρτοπετσέτα
Κι ενώ πληρώνω το ποτό και πάω στο διάολο
σε μυρίζω άλλη μία φορά κι αναρωτιέμαι
ποια ρούχα και ποια ζώνη οικειότητας
Έκτακτο
«Μικρής εστίας πυρκαγιά – εντοπίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες – με άγνωστο σημείο έναρξης – Στο μέτωπο έσπευσαν αμέσως πυροσβεστικά μέσα – Οι αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο εμπρησμού – Αίσιο όμως ήταν το τέλος του ατυχούς συμβάντος καθώς δεν υπήρξανε ανθρώπινα θύματα»
Μικρής εστίας πυρκαγιά εντοπίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες μέσα από τα ρούχα με ακριβές σημείο έναρξης κάτω από τον αφαλό Στο μέτωπο δεν έσπευσε καμία δύναμη κατάσβεσης αφήστε με να καώ Και φυσικά ήταν εμπρησμός ηλίθιοι Το τέλος ήταν όντως αίσιο Καθώς τα εθελούσια θύματα καήκανε έτσι όπως γούσταραν ολοσχερώς
Πάσπαρος
θα πει εκτονώνει ανέμους
από κάτω προς τα επάνω ανακατεύει το χώμα
από τα χείλη να γλείφεις τη σκόνη και
ξερά να καταπίνεις αυθεντικούς κρυστάλλους αμηχανίας
στα μέσα ποδοβολητά και στις κλειστές στροφές
τόση η ροπή της καύλας που
δε φτάνει να κρατηθείς απ τις χειρολαβές
και τα παράθυρα ανοιχτά για τον πάσπαρο
σκόνη να αφήνει στα μαλλιά και
από τα χέρια να αφαιρεί τα προσχήματα
κι ο ήλιος κόντρα καθώς πηγαίνουμε
τυφλοί ολότυφλοι προς τους γκρεμούς
στην επόμενη στροφή ούτε αυτός γνωρίζει
προς τα που ο κόσμος δύει
μα πάλι τα πόδια χτυπά ευτυχισμένα
ακριβώς στο χωματόδρομο του στήθους
μπερδεύοντας τις κατηφόρες και τα χειρόφρενα
ποιος νοιάζεται αν φτάσουμε στη θάλασσα
πνιγόμαστε κι εδώ
στην ειλικρίνεια των σιωπών
και στην κατάληξη των επιφωνημάτων
Έμφυτος κάκτος
τσιμπιδάκια
Καμία ελεύθερη τρίχα
Tα φορώ κάθε πρωί
προσεκτικά μαζεύοντας τα μαλλιά μου
κάθε τούφα και κορυφή
να πιαστούν όλα
Ώσπου προς το μεσημέρι
αισθάνομαι την πίεση της ακινησίας
αρχίζω την ιεροτελεστία της αποδόμησης
ένα ένα τα αφαιρώ και το κεφάλι μου διαπερνά μία ανατριχίλα ελευθερίας
Μα ελεύθερη τόσο δε μπορώ
δεν εκπαιδεύτηκα επαρκώς στα πολλαπλά ενδεχόμενα
ένα ένα ξανά τα παίρνω και τα βάζω στα χείλη
πιάνω τα χείλη μου με τα τσιμπιδάκια
μία το επάνω μία το κάτω χείλος
φτιάχνοντας ένα φράχτη σιωπής και απουσίας
Έτσι τα φορώ και μου πάνε πιο καλά
Δεκάδες μαύρα μου κόβουν το αίμα και μου θυμίζουν
πως τα μαλλιά μπορεί να είναι ανακατεμένα όπως τα αισθήματα συχνά πυκνά
Τότε πάλι ένα ένα τα τραβώ εξοργισμένη
με αυτή την ασυμβίβαστη ιστορία
ένα ένα τα ανοίγω και με τη μία άκρη οργώνω το δέρμα μου καθώς
απότομα τα περνώ από λωρίδες μαλλιών ξεχωρισμένες
όπως καμιά φορά χωρίζουμε ό,τι νιώθουμε
βάζοντας μία σχετική τάξη
κι από το στόμα μου μουδιασμένα τώρα και ακατάσχετα βγαίνουν λόγια
Κομπιασμένες τρίχες τυλίγουν τη γλώσσα
κι όποιος μ ακούει νόημα δε βγάζει κανένα.
και αποφεύγοντας καλύτερα να ακούσει
συνειρμικά μάλλον θα σκέφτεται πως πρέπει να πάω κομμωτήριο