Καταρχήν
Τα πρωινά της Άνοιξης τα πέρασα κοιτώντας από το μπαλκόνι την αυλή του απέναντι νηπιαγωγείου. Τις πρώτες μέρες κοιτούσα με βλέμμα απλανές παιδιά ανάμεσα σε πλαστικά παιχνίδια, πάνω σε ξύλινα αλογάκια και σε σιδερένιες κούνιες. Έβλεπα μικρούς ανθρώπους που η μεταξύ μας απόσταση τους έκανε να μοιάζουν μικροσκοπικοί, πιο μικροί κι από νάνοι. Αγόρια, κορίτσια ήταν ένα στη χαμένη ματιά μου. Το μυαλό μου δούλευε στο δικό του σκοπό. Η σκέψη μου κολλημένη κάθε πρωί σαν βελόνα στον ίδιο σταθμό. Η δουλειά. Η δουλειά και τα λεφτά. Η δουλειά και τα λεφτά που δεν υπάρχουν.
Τι κι αν εξιλεώθηκα στο αυτοείδωλό μου γράφοντας όσα ήθελα στην πρώτη απόπειρα εξωστρεφούς γραφής που ονόμασα Εκεχειρία. Νόμιζα ότι οι εμμονές θα γίνονταν έτσι εύκολα παρελθόν. Ότι θα ξεκόλλαγα από το βάλτο με μια απλή παραδοχή της κατάστασής μου. Έστω με μια, τρόπον τινά, δημόσια δήλωση. Μάταιος κόπος. Έμειναν τα τυπωμένα κείμενα να μου θυμίζουν ότι δεν είμαι δα και τίποτα σημαντικό.
Τα ανοιξιάτικα πρωινά στο μπαλκόνι συνεχίστηκαν έπειτα από μια σύντομη διακοπή λόγω (φθινοπωρινών) καιρικών συνθηκών. Η βροχή μάζεψε τα παιδάκια από την αυλή κι εμένα με καθήλωσε περισσότερες ώρες μπροστά στην ίδια οθόνη που τώρα πληκτρολογώ την 196η λέξη. Χωρίς να έχω υποβάλει τον εαυτό μου σε κάποιου είδους άσκηση συγκέντρωσης, διαπίστωσα εκ των υστέρων ότι η ματιά μου είχε αρχίσει πια κάτι να ψάχνει. Κοιτούσε πιο επίμονα τα παιδάκια. Δεν ήταν πια «τα παιδάκια». Είχαν αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση, το μελαχρινό αγοράκι που ήταν το πιο ζωηρό, ο επίσης μαυρομάλλης φίλος του που τον ακολουθούσε στην ομάδα, δυο κοριτσάκια, ένα αρκετά υψηλό (μάλλον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερο από τα αγοράκια) κι ένα πιο κοντό και κάπως «γεματούτσικο». Ο παιδικός πληθυσμός που περνούσε ακουσίως μαζί μου τα πρωινά του συμπληρωνόταν από δύο ακόμα αγοράκια. Το ένα πότε ακολουθούσε τους φίλους του και πότε αφοσιωνόταν σε ατομικά παιχνίδια. Φαινόταν όμως να περνάει καλά και με τις δύο του επιλογές. Το άλλο ήταν μια κάπως διαφορετική περίπτωση. Έκανε ενίοτε παρέα με τα υπόλοιπα αλλά τις περισσότερες φορές έδειχνε να μην «κολλάει» μαζί τους. Δεν έδειχνε σημάδια προσαρμοστικότητας. Εξακολουθούσε να συμμετέχει περιστασιακά στο ομαδικό παιχνίδι ενώ άλλες φορές καθόταν στην άκρη της αυλής χωρίς ιδιαίτερη ασχολία. Κοιτούσε από απόσταση τους φίλους του αλλά κάτι τον κράταγε μακριά τους. Κάτι που δεν ήταν εμφανές σ’έναν μακρινό (σε απόσταση και ηλικία) παρατηρητή.
Κάποια μέρα έπιασα το μυαλό μου να εισβάλει άθελά του στη σκέψη του παιδιού. Προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του, να ακούσει όσα εκείνο έλεγε ενδόμυχα, να βρεθεί απρόσκλητος και παρείσακτος μέσα στους εσωτερικούς του διαλόγους. Και να κάνει παρέα μαζί του. Ένιωσα τότε κι εγώ μόνος. Όμως δεν ξέρω αν αυτό ήταν αυθεντικό συναίσθημα ή μου δημιουργήθηκε μόνο για να μπω στη θέση του φανταστικού μου φίλου. Η υποθετική παρέα δεν θα μπορούσε πάντως να συνεχιστεί για πολύ με κάποιον χωρίς όνομα. Τον έβγαλα Άλαμ, δίνοντάς του το όνομα ενός υπαρκτού προσώπου που είχα πρόσφατα γνωρίσει χωρίς όμως να γίνει φίλος μου.

