Ζητώ από τον ψύχραιμο εαυτό μου να διαλέξει μια ψύχραιμη λύση.
Και τότε μια παγανιστική διάθεση κυνικού κανιβαλισμού με διαπερνά.
Κακόβουλα λογισμικά κυριεύουν τις αισθήσεις μου. Και ο Έρωτας;
Που να βρίσκεται ο Έρωτας; Που να με ταξιδεύει πάλι αυτή η περιέργεια, αυτή η αλλόκοτη μαντική και η διαλεκτική αλληγορία που διάλεξα για σύντροφο της ψυχής μου;
Είμαστε μόνοι στον κόσμο Μάνα. Είμαστε μόνοι εδώ Πατέρα. Κι όμως είμαστε όλοι μαζί. Κάθε φορά και κάθε στιγμή.
Για να με καλέσετε πείτε μια φορά τ’όνομά μου κρατώντας τα μάτια σας ορθάνοιχτα.
Θα ξεχυθούν τα φώτα μου, σαν φορτηγού αυτοκίνητου στην Εθνική που τρέχει δίχως να σταματά πουθενά και θα περάσω πάνω από μυστικά τοπία θλίψης και ερημιάς σαν πεινασμένο γεράκι με μια ελαφριά ευγένεια και αποστροφή. Θα υποδεχτώ πάλι το νέο έτος χαρούμενος και ευθυτενής. Θα αγοράσω με τα δικά μου λεφτά όλα εκείνα που ζήτησα από εσάς.
Μέσα στα δαιδαλώδη οπτικά πεδία που διερωτάσαι ”τι ναι αυτό που το λένε αγάπη”, στα μελαγχολικά νυχτερινά ραντεβού των φρεσκοχωρισμένων και στην ασάφεια των συναισθημάτων που πλαγιάζουν κάπου δίπλα, κάπου έξω από το σπίτι σου ψάχνεις να βρεις ένα ζευγάρι μάτια. Να σε κοιτάξουν, να σε ρουφήξουν, να σε κρατήσουν. Κι είναι μια γιορτή κι αυτή που χαίρεσαι με τα παιδιά που δεν έχεις και γελάς με τα χάλια που έχεις.
Θα σε ξαπλώσω στο χορτάρι και θα σε ρωτήσω κάτι για τελευταία φορά.
Δεν θα δεχτώ υπεκφυγές, ούτε θα υποκύψω στον εκβιασμό σου.
Αν χρειαστεί θα σε δέσω. Ώστε να με κοιτάξεις, να με ρουφήξεις, να με κρατήσεις. Κι είναι μια γιορτή κι αυτή που θα κλαίς μπρος το όμορφο άπειρο κάθε αβέβαιου και προσχηματικού ”εδώ και τώρα” σου θυμίζει που πας.
Τώρα δεν είσαι εδώ, κι όμως στο αύριο ελπίζω. Δεν μπορώ διαφορετικά. Θωπεύω τρεις νωχελικές συγχορδίες στο πιάνο μήπως και κάτι τονίσει μέσα μου κάποια μικρή στιγμή μου διαφεύγει, μήπως και γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος μαζί μου στο τι θέλω, και στο που έπρεπε να ήμουν. Και σηκώνω τα χέρια μου στο φως, καθώς το νιώθω, άκτιστο να με κυκλώνει φιλώντας το υγρό μου μέτωπο, και κλειδώνοντας την πόρτα μην μπούνε οι κακοί.
Πέτρος Σατραζάνης