Σε ακανόνιστο ρεύμα
Συναισθηματικό και ώριμο, βίαιο και ποιητικό, σκληρό και βελούδινο το Σε ακανόνιστο ρεύμα της Έφης Βενιανάκη καταθέτει ένα ψυχογράφημα σπασμένο στα δύο, σε δύο γυναίκες. Με την επάρκεια που θα ζήλευαν εγχειρίδια ψυχοπαθολογίας, ορθώνεται με ειλικρίνεια στην απαίτηση της λογοτεχνίας να συλλάβει και να αποτυπώσει το βίωμα (εν προκειμένω της πατρικής εγκατάλειψης) έως την κάθαρση.
Από τη μία, η Ανθή, 30 ετών, που επιθυμεί να δώσει τέλος στη ζωή της, πηδά στο κενό μένοντας σε κώμα και, από την άλλη, η Μαρία, μαθήτρια στην τελευταία τάξη του Λυκείου –με τον σπόρο της αυτοκαταστροφής στην ψυχή της– γίνεται μάρτυρας της πτώσης της Ανθής και την ακολουθεί στο νοσοκομείο, όπου την επισκέπτεται καθημερινά.
Η ιδιάζουσα επαφή τους, μεταξύ θανάτου και ζωής, δομείται σε μια διττή εξομολογητική αφήγηση, η οποία ξετυλίγει τον μίτο της αυτοχειρίας της Ανθής, αντανακλώμενης στο πρόσωπο της Μαρίας.
Η φυγή του πατέρα –στη συναισθηματική αντίληψη της κόρης– γίνεται διπλό χτύπημα, απόρριψη και όνειδος, εναντίον της κόρης και της μάνας. Γι’ αυτό η Ανθή νοιώθει οργή και πίκρα τόσο για τον εαυτό της όσο και για τη μάνα της («Αχ μαμά, άξιζες καλύτερη μοίρα, πόσες φορές δε σε είχα περιφρονήσει γι’ αυτό.», σελ. 56.). Στην εφηβεία σπεύδει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να μαζέψει τις ματωμένες επενδύσεις της, τις προεκτάσεις του συναισθηματικού της σώματος, και να τις πλέξει κουβάρι γύρω της, για να προστατευτεί. Μαζί με αυτές σμιλεύει τελειοθηρικά το σώμα της· χορεύει («Ο χορός σε προκαλεί να πετάς ψηλότερα, να βυθίζεσαι στα έγκατα, να γίνεσαι ένα με το μέσα σου.», σελ. 67) εκδικούμενη τον πατέρα της («Έσκιζα τους μυς […] έγινα αστραπή και τον έφτασα τον προδότη τον Μηνά, που για χάρη του νέου του έρωτα εγκατέλειψε γυναίκα και παιδιά», σελ 49.).
Η Ανθή θα ενηλικιωθεί και θα γίνει πρώτη μπαλαρίνα. Αλλά μέχρι τότε θα έχει πονέσει πολύ τον εαυτό της με αλκοόλ, αυτοτραυματισμούς και αυτοκτονικές απόπειρες.
Καθώς τα χρόνια της πρώτης νεότητας περνούν, την εγκατάλειψη θα την αποθεώσει με διπλή κατεύθυνση· θα εγκαταλειφθεί και θα εγκαταλείψει. Καθέναν που θα αγαπήσει θα τον ενταφιάσει («Αν κοιτάξεις τον ουρανό, θα δεις πώς φέγγουν στα σπλάχνα μου όλα τα αντίο των αγαπημένων, Μαρία.», σελ. 184.) εκπληρώνοντας το αίτημα του πόνου της πρώτης, της πυρηνικής απώλειας του πατέρα. Και από ένα γύρισμα της τύχης με έναν τραυματισμό που της στερεί την καριέρα της, θα διαχειριστεί τον εαυτό της ως ευτελή ανθρώπινη μάζα ηδονής και φτηνής ανταλλαγής («Κονσομασιόν το λένε, και κατανάλωση προϊόντων.», σελ. 197), ώσπου να σβήσει το παρελθόν της, το εγώ της. Στο τέλος, θα της μείνει μόνο το κορμί της να θελήσει να διαμελίσει.
Μία με σάρκα και οστά ψυχολογική-βιωματική προσέγγιση σ’ έναν γυναικείο κόσμο θρυμματισμένο από την εγκατάλειψη. Ένα «ακανόνιστο ρεύμα» που ακολουθεί την ελληνική κοινωνία της πατρικής ανεπάρκειας, ώσπου ατίθασο και απρόβλεπτο ξεκαθαρίζει για τα καλά τον πόνο που αυτή επιφέρει στις κόρες και συγκρούεται ως κύμα ωστικό πάνω στον αναγνώστη.
Κορίτσια χωρίς πατέρα
Αλήθεια, τι συμβαίνει με τα κορίτσια εκείνα που ενώ θέλουν (και θέλουν με την απολυτότητα της παιδικής επιθυμίας) τη σταθερότητα της παρουσίας και της αποδοχής του πρώτου άνδρα που αγαπούν, του πατέρα τους, εντούτοις την στερούνται με την αποχώρησή του;
Τα κορίτσια αυτά μεγαλώνουν με το να αναρωτιούνται, να κατηγορούν τον εαυτό τους, να του προκαλούν πόνο. Ταυτοποιημένες με τις μητέρες τους, τις λατρεύουν και τις μισούν, τις παρηγορούν αλλά και θυμώνουν με αυτές και τις «εκδικούνται» για την οικογενειακή αποτυχία. Μεγαλώνουν με το να ελπίζουν πως ο πατέρας τους θα εμφανιστεί να τους πει ότι τα αγαπά και ότι λυπάται για το λάθος του να τα αφήσει. Και με την καθημερινή ματαίωση της ελπίδας τους αυτής γίνονται γυναίκες… η Ανθή και η Μαρία.
Τα κορίτσια αυτά νοιώθουν θυμό, θλίψη, χαμηλή αυτοπεποίθηση που μουδιάζουν με αλκοόλ, ουσίες, αυτοτραυματισμό, και τεράστιο φόβο εγκατάλειψης και απόρριψης από το άλλο φύλο, με το οποίο συνδέονται προβληματικά αναπαράγοντας το μοτίβο που ξέρουν άριστα από τη θέση της κόρης – αυτή τη φορά στη θέση της συντρόφου… πάλι η Ανθή και η Μαρία.
Οι προσωπικές ιστορίες τους, ανεξαρτήτως του φύλου μας, είναι δικές μας. Τις έχουμε δει στα πρόσωπά μας, στο πρόσωπο της μάνας μας, μιας φίλης μας, μιας γνωστής. Και έχουμε αποπειραθεί να τις ξορκίσουμε, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς. Όπως κι αν έχει, δεν τις ξεχάσαμε… Πώς, άλλωστε!
Με αφορμή το Σε ακανόνιστο ρεύμα…
| «Υπάρχει αυτή η μερίδα ανθρώπων που τους είναι αβάσταχτη η απώλεια.», σελ. 139. |
Το σύγχρονα δημογραφικά δεδομένα που σχετίζονται με την πατρική απουσία είναι απογοητευτικά. Υπολογίζεται ότι το 40% των παιδιών των δυτικών κοινωνιών ζουν χωρίς πατέρα (λόγω θανάτου, διαζυγίου, εγκατάλειψης, συναισθηματικής μη διαθεσιμότητας). Τα παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί από τον πατέρα τους εμφανίζουν προβλήματα συμπεριφοράς στην κοινωνική τους ένταξη και δυσκολία στη δημιουργία φιλικών σχέσεων ή διαμορφώνουν εξαρτητικές σχέσεις. Βιώνουν περιορισμένο αίσθημα ασφάλειας και η αυτοεικόνα τους είναι ιδιαιτέρως χαμηλή. Εκδηλώνουν δραματική άνοδο στις κλίμακες κατάθλιψης και άγχους, πενταπλάσιες τιμές από τη μέση αυτοκτονικότητα και πέραν των ψυχικών προβλημάτων πάσχουν από ψυχοσωματικά συμπτώματα (χρόνιο πόνο, άσθμα, πόνο στο κεφάλι και στο στομάχι). Η προσκόλλησή τους στη μάνα είναι σύνθετη και δυσλειτουργική. Το 90% των περιπτώσεων φυγής από το σπίτι είναι παιδιά χωρίς πατέρα. Πολλές είναι οι φορές που η ενηλικίωσή τους ακολουθείται από κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, χαμηλή μόρφωση ή παθολογική τελειοθηρία, υψηλό δείκτη διαζυγίων ή τεκνοποίηση άνευ συντρόφου. Ιδίως στα αγόρια, σημειώνεται τιμή παραβατικότητας – φυλάκισης 32 φορές πάνω από τη μέση τιμή (το 85% των νέων στις φυλακές είναι χωρίς πατέρα). Τα κορίτσια, εκτός των άλλων, υιοθετούν μια πρώιμη, υπερβολική ή προβληματική σεξουαλική δραστηριότητα, που μπορεί να τα οδηγήσει σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σεξουαλική εκμετάλλευση, συναισθηματικό μούδιασμα, αυτοανάλωση και θυματοποίηση.
Κορίτσια με πατέρα – τι θα έλεγαν
(επειδή υπάρχει κι αυτή η υπέροχη πλευρά)
Οι μπαμπάδες μαθαίνουν νέες δεξιότητες, για χάρη μας, ακόμη κι αν δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτούς.

Αν και άνθρωποι, γίνονται υπερ-ήρωες στις δυσκολότερες στιγμές, για να μας προστατεύσουν.

Μας δίνουν το μεγαλύτερο μερίδιο σε όλα.

Εφευρίσκουν τους πιο δημιουργικούς τρόπους, για να μας διασκεδάσουν, εμπνεύσουν, διδάξουν.

Οι μπαμπάδες μπορούν να είναι συνένοχοί μας στο «έγκλημα»!

Δέχονται να ακολουθήσουν τα σενάριά μας στο παιχνίδι μας, ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνουν.

Μαθήματα ζωής; Μας διδάσκουν να αποδεχόμαστε την ήττα, να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να μεθοδεύουμε τον δρόμο προς τη νίκη.

Μας διδάσκουν να ονειρευόμαστε και να μην πτοούμαστε από το υπέροχο και το ασυνήθιστο.

Μας κάνουν να νοιώθουμε στην κορυφή του κόσμου, γιατί είμαστε οι βασίλισσες στην καρδιά τους.

Το μυθιστόρημα Σε ακανόνιστο ρεύμα της Έφης Βενιανάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Οι ζωγραφιές είναι από τη soosh. https://www.instagram.com/vskafandre/