«Δεν είμαι πολιτικός αλλά έχω αφιερώσει το μεγαλύτερο τμήμα της επαγγελματικής μου ζωής στην άσκηση οικονομικής πολιτικής τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη». Αυτές ήταν οι πρώτες δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού. Τότε έπαιξε και πολύ το «πόσο ωραία και νηφάλια μιλάει και πόσο συγκροτημένος λόγος και κυρίως τα λέει απ’έξω». Βέβαια 3 μέρες μετά στη Βουλή δεν είχε και τόση σημασία που έσκυβε σαν τον τυφλοπόντικα πάνω στα κιτάπια του και δε σταύρωνε λέξη από μνήμης. Λεπτομέρειες. Με το που ανέλαβε το ανώτερο πολιτικό αξίωμα ξεκαθάρισε πως δεν έχει σχέση με την πολιτική και επιπλέον ανήκει και στην κάστα εκείνων που έκαναν άνω κάτω τον πλανήτη την τελευταία τριετία. Έτσι για να ησυχάσουμε, μωρέ. Σαν να σου κάνει εγχείρηση για κάταγμα ο εργολάβος κατεστραμμένου πεζοδρομίου και να βρίζει και τους γιατρούς.

Η ΙΣΧΥΡΑ ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΕΝ ΠΛΗΡΕΙ ΑΠΑΡΤΙΑ
Ποιος είναι όμως ο νέος πρωθυπουργός που μας φορέσανε; Είναι τόσο επιτυχημένος; Ως συνέταιρος του Si Mi Ti είχε το καπετανάτο της Τράπεζας της Ελλάδας τότε που είχαμε ξεσκιστεί στα δάνεια για να βγει η ολυμπιάδα και παίζαμε με τα νουμεράκια και τις υποτιμήσεις για να μπούμε στην ευρωζώνη. Αναφέρεται ως προσόν του το ότι μίλησε πρώτος για τη φούσκα του χρηματιστηρίου. Αυτό και ψέμα είναι και αυτονόητη αντίδραση τότε των τραπεζιτών που έβλεπαν τα ωραία λεφτουδάκια τους μέσω σημιτοχρηματιστηρίου να κάνουν τσάρκες και σε άλλες συντεχνίες λωποδυτών. Μετά πήγε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το αποπαίδι της Bundesbank, η οποία στόχο έχει να κρατάει τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής της Ευρώπης, να ελέγχει επιτόκια και πληθωρισμό και να υποστηρίζει τις πολιτικές αποφάσεις της Ε.Ε. Εξαίσια τα πήγε και εκεί, για αυτό και η ευρωζώνη είναι δυο βήματα πριν την κηδεία. Το ότι είναι μέλος της Τrilatelar Commission, ακόμα μία από τις πολλές οργανώσεις της υπερεθνικής ελίτ, μαζί με το αντίστοιχο φρούτο που έπιασε δουλειά στην Ιταλία, το Mario Monti, μικρή σημασία έχει. Σάμπως δεν θα ήταν κάπου χωμένος… Ο καθένας κοινωνικοποιείται κάπου εξάλλου (εγώ έχω π.χ. ένα φίλο που είναι στο Σύλλογο Ποντίων Αγίων Αναργύρων). Και για να μην νοιώθει μοναξιές και να έχει και κάποιον άλλον εκεί που μιλάει τη γλώσσα στο ίδιο club βολοδέρνει και ο Alex Papa Hellas, ο δαιμόνιος ρεπόρτερ του SKY. Και νάτος τώρα, θρασύτατος, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία μιας χώρας χωρίς να ρωτάει καν το λαό, σαν να κάνει αποδοχή κληρονομιάς κάποιου αμπελοχώραφου στη Φωκίδα. Ναι λοιπόν, αυτή είναι η δουλειά του και για τη δουλειά του επιτυχημένος είναι. Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ.
Αλλά πως μπορεί να εξηγήσει κάποιος γιατί ένας επιτυχημένος τραπεζίτης αφήνει τη δουλειά του (έστω αυτό, ρε παιδί μου, να πηδάει τον κόσμο με νούμερα) για να αναλάβει την ηγεσία μιας παράνομης, μη εκλεγμένης κυβέρνησης. Η απάντηση είναι απλή. Τον έπιασαν κορόιδο. Ρισκάρω να το λέω τόσο νωρίς αλλά θα το πω. Ο Lucas παραπλανήθηκε από τη ψευδή του εντύπωση ότι είναι αποδεκτός. Τύποι σαν αυτόν δεν μπορούν να δράσουν σε περιβάλλοντα χωρίς αποδοχή, χωρίς αναγνώριση και γλείψιμο. Δεν είναι πολιτικός, δεν έχει συγκρουστεί για κάτι. Είναι επαγγελματίας διευθυντής, ένας φυτευτός διαχειριστής καταστάσεων. Έχει συνηθίσει να λέει και να τον ακούν. Δεν είναι καν ο τυπικός manager που ξεκινάει από χαμηλά -λέμε τώρα- και φτάνει στην κορυφή με τον τρόπο του. Τον Lucas τον φυτεύουν επειδή είναι αυτός. Απλά πράγματα. Τον έπιασε λοιπόν πρώτα ο GAP, σιγά σιγά οι συνέταιροί του στο μνημόνιο, μετά τα ΜΜΕ και τέλος ένα σημαντικό εσχάτως απολιτίκ κομμάτι της κοινής γνώμης και τον έπεισαν ότι είναι αποδεκτός και πως η μπανανία τον χρειάζεται για σωτήρα της. Ήταν ούτως ή άλλως η άνωθεν ενδεδειγμένη λύση και το πράγμα έδεσε. Το δείχνουν εξάλλου και οι δημοσκοπήσεις. 198% στη μια, 237,6% στην άλλη, 306% στην παράλλη η αποδοχή του. Τέτοια ποσοστά στήριξης δίνουν οι δημοσκόποι-καιροσκόποι στον τραπεζοϋπάλληλο. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που δίνουν τη μαγιά για να χτίσουν τα ΜΜΕ αυτό το παράδοξο Lucas Fun Club; Ο ελληνικός λαός; Όχι. Με τις αγκυλώσεις τους και τις διαχρονικές τους ανωμαλίες οι Έλληνες δεν έφτασαν ακόμα στο χάλι να προσεύχονται σε τεχνοκρατικές θεότητες. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα περίεργο κράμα πολιτών (από τότε που ο λαός έγινε πολίτες μας πήρε ο διάολος βασικά) που άρχισε να ζητωκραυγάζει για την νέα κατάσταση και να εμφανίζεται μια μάλλον μιντιακή, εικονική, μεταμοντέρνα δυναμική σε τμήμα του λαού που αρχίζει να αρέσκεται όλο και πιο πολύ στις νέες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης που θα του πλασάρουν συνεχώς από δω και μπρος. Αυτή η μάζα, η οποία ποτέ δεν θα εμφανιστεί σε πραγματικές διαστάσεις ενοποιημένη να προβάλλει τις θέσεις της πέραν του πληκτρολογίου ή κάποιου δημοψηφίσματος στο τσακίρ κέφι, αποτελείται από μουτζαχεντίν σημιτικούς, εκλογοφοβικούς δεξιούς, μανοανδριανοπουλικα σταγονίδια, μητσοτακικούς, χορευτές τάγκο, ντροπιασμένα παιδιά πασόκων που έφαγαν πολλά αλλά όχι όσα οι γονείς τους, απόφοιτους διοίκησης επιχειρήσεων, marketing, «οικονομικών» σπουδών και λοιπών καλών τεχνών, χαπάκηδες ευρωλιγούρηδες, wannabe τεχνοκράτες, «μαθαίνω ισπανικά και γουστάρω Βαρκελώνη» κορασίδες, πασπιτοδαπίτες ξεχασμένους σε εκδρομές στη Μύκονο, μεταλλαγμένους μαρξιστές, αντικοινοβουλευτικούς φασίστες, φιλοκοινοβουλευτικούς φασίστες, σκέτους φασίστες, αναγνώστες του Prete Deri, τηλεθεατές του Babi (από το γραφείο τύπου της Τράπεζας της Ελλάδας επί Lucas ντε), αναδασωτές της Πεντέλης, παρατρεχάμενους των ΜΚΟ, της Λάιφο, γερμανοτσολιάδες, ελβετόψυχους (κλεμμένο), τύπους που δακρύσαν για τα σκουπίδια και χέστηκαν για τους ανέστιους, απολιτίκ αθλητές γιόγκα, του καλοκαιριού free campers, του χειμώνα eat κάμπιες σε high lux multi-culti εστιατόρια, ανέραστους, ξενέρωτες και μικροτσούτσουνους, ντοπαρισμένους σινεφίλ ακατάληπτων τερατουργημάτων, ακροατές καταθλιπτικών hit τραγουδιών και τζαζ μπουζουκοπόπ, αμετανόητα παιδιά του Themo και του Kostopoulos από τα 90s, καπνιστές πούρων, συλλέκτες reality τηλε-ούρων, μαυροφορεμένους κλαίοντες το χαμό του Στηβ Τζομπς, έκπτωτους αγγέλους-θαμώνες in μπαρ προτεινόμενων της Αθηναϊκής Φωνής, πρώην εθελοντές του 2004, πιο πρώην πρασινοφρουρούς απεργοσπάστες, πολύ πιο πρώην χαφιέδες περιπτεράδες, ακόμα πολύ πιο πρώην γερολαδάδες. Και γω και συ μαζί μ’ αυτούς κάθε φορά που χάνουμε τον εαυτό μας και μας πείθουν προσωρινά ότι πρέπει να σταματήσουμε να κυνηγάμε ανεμόμυλους. Γενικότερα το 10-20% του πληθυσμού που άντεξε και βολεύτηκε σαν τις κατσαρίδες σε όλες τις προηγούμενες συνθήκες και τώρα που έκλεισαν οι κάνουλες ανάγει σε γενικό κανόνα τη δικιά του βρώμα και με θράσος γυρνάει και σου λέει: «Μαζί τα φάγαμε τότε, μαζί μπορούμε τώρα. Να προσπαθήσουμε. Φταίμε. Φταις και εσύ που δεν κόβεις απόδειξη για τα 30 € που βγάζεις την εβδομάδα από ιδιαίτερα όσο και εγώ με 4 στρέμματα αυθαίρετο στη Βουλιαγμένη και εκείνα τα ρημαδοχτήματα στη Χαλκιδική που μου άφησε ο μπαμπάς μου, ο συνταξιούχος από τα 43 του, ο συναγωνιστής του Eva Gelo Gianno Poulo. Το ίδιο και ο βιομήχανος με σένα παρόλο που αυτός δεν θα πληρώσει τέλος ακίνητης περιουσίας στη ΔΕΗ για το εργοστάσιο του, όπως εσύ. Όλοι φταίμε. Όλοι να πληρώσουμε. Να αλλάξουμε. Οι φοιτητές, όσοι τρώνε σουβλάκια, οι ταρίφες, οι ναυτεργάτες, οι δημόσιοι, οι πούστηδες, τα πρεζάκια, οι Εβραίοι, οι εχθροί των Εβραίων, οι φούφουτοι και οι πολιτικοί όλοι και δεν ξέρω εγώ ποιος άλλος πρέπει να εξαϋλωθούν για να γίνουμε Ευρώπη επιτέλους». Όχι ανόητο δίποδο, δεν φταίω, ούτε έφαγα. Και να εύχεσαι να μην πεινάσω γιατί εσένα θα φάω πρώτο που δεν είσαι, ούτε ήσουν, ποτέ μαζί μου σε κάτι συμμέτοχος ή συνένοχος.
Όπως και να ‘χει αυτή η συμμαχία είναι που θα σπάσει πρώτη. Δεν έχει ιδεολογική συνοχή και δεν μπορεί να σκεφτεί και να πράξει με αλληλεγγύη. Τον εξυμνούν τώρα τον κάθε φωστήρα τουλάχιστον μέσω πληκτρολογίων και γκάλοπ αλλά θα φύγουν πρώτοι από δίπλα του, όπως έφυγαν από την πλατεία Συντάγματος μετά την πρώτη εβδομάδα των «αγανακτισμένων». Όσοι ήταν εκεί μπορούν να θυμηθούν πως μειώνονταν γεωμετρικά τα καλοντυμένα –πριν το ποτό- ζευγαράκια, οι άσχετοι με τις κάμερες στο χέρι και οι ποδηλάτες (που πας με την κουμούτσα μέσα σε συγκεντρωμένο πλήθος ρε μπάμια, διαδήλωση είναι, όχι ημέρα δράσης του Porto Salte), καθώς αυξάνονταν τα πολιτικά κείμενα (ετερόκλιτα αλλά τελοσπάντων), έπεφτε η αρχικά περίεργη υποστήριξη από τα μέσα, άρχισαν να τρέχουν συνελεύσεις και να πλησιάζει πιο κοντά η αστυνομία. Πρώτοι αυτοί θα τον τελειώσουν τον Lucas και θα ευαγγελιστούν άλλα νέα ήθη που θα μας οδηγήσουν στη γη της επαγγελίας και της ελεύθερης από εκλογές οικονομίας και κοινωνίας. Μπορεί η επόμενη μόδα που θα σκαρφιστούν να είναι η απευθείας ανάθεση της διακυβέρνησης σε κάποιο ντούρο Ευρωπαίο ή σε ιδιωτική εταιρεία. Πάντως δεν έχουν άπειρες λύσεις στα χέρια τους και θα βρουν τοίχο κάποια στιγμή. Πόσες ολυμπιάδες να διεκδικήσεις πια ο άμοιρος;
Για να το κλείσω, επειδή με έπιασε πολυλογία καθώς έχω καιρό να γράψω, πάρτε ένα ποίημα λόγω της επετείου και της συγκυρίας, το οποίο προβλέπει τι θα ξανακάνουν οι παραπάνω «φίλοι».
Μανώλης Αναγνωστάκης
Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην Αυγή.