Δικαιωματισμός

Σχολιάστε


Μία λέξη που συναντάται πολύ πιο συχνά από ότι επεξηγείται. Κι επειδή σπάνια θα διαβάσει κανείς μία έλλογη νοηματοδότηση αυτού του νεολογισμού, είναι δύσκολο να γίνει πραγματικός αντίλογος σε μία ζώσα διαλεκτική δραστηριότητα.
Αν προσπαθούσα να προσεγγίσω λογικά μία τέτοια λέξη, θα υποστήριζα ότι παρουσιάζεται με την εξής ερμηνεία:
"είναι ο υπερβάλλων ζήλος για την καθιέρωση και διεκδίκηση πολιτικών κι ανθρώπινων δικαιωμάτων, και η υπερβολική προσήλωση σε θεωρητικές αναλύσεις περί ισότητας και προσωπικής αξίας του ανθρώπου".

Αμέσως κι αυτομάτως, με την επεξήγηση του όρου προκύπτουν ερωτήματα.
Πότε πρόκειται ζήλο, πότε ο ζήλος είναι υπερβάλλων, και ποιο το κακό να διεκδικεί κανείς οριακά τα ανθρώπινα και πολιτικά του δικαιώματα;
Αν η ισότητα και η προσωπική αξία του ανθρώπου, σε ένα νομοθετικό σύστημα, δεν γίνεται με θεωρητικές αναλύσεις και εξαντλητικούς διαλόγους, πώς αλλιώς μπορεί να γίνει;

Συνήθως, ο όρος αυτός προσεγγίζεται από πάνω προς τα κάτω στην κλίμακα της επίτευξης της ισότητας. Δηλαδή, παρουσιάζεται ως "πετύχαμε την ισότητα των ανθρώπων, τι άλλο επιθυμείς επιτέλους;". Με τον τρόπο αυτό, ο διεκδικών το δικαίωμα εμφανίζεται ως ο υπερβολικός, εκείνος ο εκκεντρικός που προσπαθεί να διαταράξει την επίγεια Εδέμ που δήθεν συνομολογούν οι υπόλοιποι.
Όπως συμβαίνει σε όλες τις κλιμακώσεις, είναι σημαντικό να εξετάσεις και την άλλη πλευρά ώστε να καταλάβεις το βαθμό στον οποίο έχεις ξεφύγει από το νόημα της αναζήτησης.
Έτσι, ας σκεφτούμε ένα τελείως απολυταρχικό καθεστώς, στο οποίο δεν επιτρέπεται να εκφράσεις δημόσια τις απόψεις σου. Στα πλαίσια του καθεστώτος αυτού, "δικαιωματισμός" είναι η διεκδίκηση της ελευθερίας σου να πεις ότι πχ. ο ουρανός είναι γαλάζιος ή ότι πεινάς. Η κοινά αποδεκτή άποψη είναι, όπως και στην άλλη περίπτωση, πως τα δικαιώματά σου περιορίζονται στο πλαίσιο αυτών που σου επιτρέπει ο νομοθέτης.

Έτσι, ρωτάς τον χρήστη του όρου "δικαιωματιστής" από την άλλη πλευρά της οπτικής: μήπως είσαι ο ίδιος δικαιωματιστής όταν διεκδικείς και υπερασπίζεσαι με ζήλο την ελευθερία του λόγου σου και το δικαίωμα ακόμα και να αποκαλείς τον άλλο με αυτό τον όρο; Ή απλά πατάς επάνω στα κεκτημένα "δικαιωματιστών" του παρελθόντος για να φτιάξεις ένα δικό σου φαντασιακό πλαίσιο, στο οποίο κάθε τι διεκδικούμενο αποτελεί δικαιωματισμό;

Σε αυτό το σημείο, συνήθως, η εκάστοτε συζήτηση επικεντρώνεται στο "μέτρο". Δηλαδή, στην οριοθέτηση της ζώνης των κοινά αποδεκτών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Όμως, αφενός η συζήτηση κολλά και πάλι στο προηγούμενο στάδιο, δεδομένου ότι το κοινά αποδεκτό μίας προηγούμενης εποχής δεν σου άφηνε καν το δικαίωμα να φτάσεις στο επίπεδο να συζητάς για τα δικαιώματα που σήμερα αμφισβητείς, κι αφετέρου το δικαίωμα είναι εκ φύσεως το προϊόν της διεκδίκησης της ελευθερίας από όντα ως προς αντικρουόμενα συμφέροντα και καθορίζεται από την λογική σύγκρουση των επιχειρημάτων των δύο πλευρών.

Ένα απλό παράδειγμα είναι εκείνο των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δεν μπορεί να επιχειρηματολογεί κανείς ότι η επιβίωση δεν αποτελεί το θεμέλιο ανθρώπινο δικαίωμα, καθώς χωρίς ζωή δεν μπορεί να έχει και τα υπόλοιπα δικαιώματα. Επομένως, όποιο άλλο αντι-δικαίωμα κι αν φέρει κανείς μπροστά στο δικαίωμα της επιβίωσης του άλλου, εκείνο θα υστερεί εκ των πραγμάτων σε οποιαδήποτε λογική ανάλυση.

Το βασικό πρόβλημα, λοιπόν, με το όρο "δικαιωματισμός" είναι ότι αυτοαναιρείται, καθώς επάνω στο ζήλο ("υπερβολικό" για εκείνες τις εποχές) της διεκδίκησης και καθιέρωσης των δικαιωμάτων στηρίζεται η ίδια η ελευθερία να κρίνεις, επικρίνεις ή αξιολογείς τις δραστηριότητες του άλλου σήμερα. Το επόμενο πρόβλημα βρίσκεται στην απαξίωση της διαδικασίας διερεύνησης των δικαιωμάτων. Η καθιέρωση ή όχι ενός δικαιώματος κρίνεται μέσα από τη διαλεκτική δραστηριότητα σε ανώτατο δυνατό επίπεδο. Εφόσον υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ δύο πλευρών, εξετάζονται τα προσβεβλημένα έννομα αγαθά των δύο πλευρών, και ιεραρχούνται σε βαθμό σημαντικότητας, όπως δόθηκε στο απλουστευτικό παραπάνω παράδειγμα.

Συνοψίζοντας, η έννοια του "δικαιωματισμού" φαίνεται να φέρει ίδια αξία με την έννοια του "επιχειρηματολογισμού". Είναι σα να λες σε κάποιον "επιχειρηματολογείς με ζήλο" σε μία δημόσια συζήτηση, ενώ το νόημα της συζήτησης καθαυτής είναι η επιχειρηματολογία.

Τα παιδικά παιχνίδια

Σχολιάστε

Η ζωή στα μάτια ενός παιδιού είναι ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που γεφυρώνει τη δική του δημιουργική φαντασία με την δημιουργική φαντασία αυτού του κόσμου. Στα μικρά παιδικά μάτια ο κόσμος παίρνει την μορφή του γονιού, με το υπόλοιπο άπειρο σύνολο να περιορίζεται σε ρόλο κομπάρσου, σαν τις σκιές σε έναν πίνακα ζωγραφικής.

Τί συμβαίνει όταν ο άπειρος σε χρόνο και χώρο κόσμος αυτός δεν έχει χρόνο για το παιδί; Τί συμβαίνει όταν η δημιουργική φαντασία του παιδιού απλώνεται να παιχνιδίσει με τον κόσμο, τον γονιό, κι ο γονιός έχει απορροφηθεί στην σκιά του;

Μία τέτοια κατάσταση μπορούμε να ψηλαφίσουμε μέσα από την αγαπημένη μας ποίηση, και φυσικά την απλοποιημένη της μορφή: την στιχουργική.

 

%

 

Ο γιος μου ήρθε στη ζωή μόλις πριν λίγες ημέρες

Ήρθε στον κόσμο αυτό όπως όλα τα παιδιά

Μα έπρεπε να προλάβω τις πτήσεις μου και να πληρώσω τους λογαριασμούς μου

Κι έτσι έμαθε να περπατά χωρίς εμένα.

Κι έμαθε να μιλά χωρίς εμένα.

Και καθώς μεγάλωνε μονολογούσε

«Θα γίνω σαν εσένα, πατέρα! Να ξέρεις, θα γίνω σαν κι εσένα!»

 

Τα παιδικά παιχνιδάκια και τα όμορφα δωράκια

Και τα γλυκά τραγουδάκια και νανουρίσματα

«Πότε γυρνάς στο σπίτι, πατέρα;»

«Δεν ξέρω πότε. Θα βρεθούμε κάποια στιγμή, γιε μου, και θα τα πούμε!»

 %

Καθώς ο γιος μου έκλεινε τα δέκα, τις προάλλες είπε

«Ευχαριστώ για την μπάλα, πατέρα. Έλα να παίξουμε!

Μπορείς να μου μάθεις να την πετώ;»

Του είπα «όχι σήμερα, γιε μου, έχω πολλά να κάνω…»

Και μου είπε «δεν πειράζει…»

Απομακρύνθηκε, αλλά το χαμόγελό του δεν έσβησε

Και μονολόγησε «Θα γίνω σαν κι εκείνον. Ναι! Θα γίνω σαν κι εκείνον!»

 

Τα παιδικά παιχνιδάκια και τα όμορφα δωράκια

Και τα γλυκά τραγουδάκια και νανουρίσματα

«Πότε γυρνάς στο σπίτι, πατέρα;»

«Δεν ξέρω πότε. Θα βρεθούμε κάποια στιγμή, γιε μου, και θα τα πούμε!»

 %

Λοιπόν, γύρισε από το κολλέγιο πριν λίγες μέρες

Άντρας πλέον, τολμώ να πώ.

«Γιε μου, είμαι περήφανος από εσένα! Μπορείς να καθίσεις λίγο μαζί μου;»

Μου έγνεψε και μου είπε χαμογελώντας

«Αυτό που θα ήθελα, πατέρα, είναι να δανειστώ τα κλειδιά του αυτοκινήτου

Θα τα πούμε μετά. Μπορώ να τα πάρω σε παρακαλώ;»

 

Τα παιδικά παιχνιδάκια και τα όμορφα δωράκια

Και τα γλυκά τραγουδάκια και νανουρίσματα

«Πότε θα γυρίσεις στο σπίτι, γιε μου;»

«Δεν ξέρω πότε. Θα βρεθούμε κάποια στιγμή, πατέρα, και θα τα πούμε!»

 %

Έχω αποσυρθεί εδώ και καιρό κι ο γιος μου ζει σε δικό του σπίτι

Του τηλεφώνησα μόλις πριν λίγες ημέρες

Του είπα «Θα ήθελα να σε δω, αν δεν υπάρχει πρόβλημα»

Μου απάντησε «Θα το ήθελα κι εγώ, πατέρα, αν μπορέσω να βρω χρόνο

Βλέπεις, η νέα μου εργασία είναι δύσκολη και το παιδί αρρώστησε

Όμως χάρηκα που τα είπαμε, πατέρα. Σίγουρα, χάρηκα που τα είπαμε!»

 %

Κι όπως έκλεισα το τηλέφωνο συνειδητοποίησα ότι

Είχε μεγαλώσει ακριβώς σαν εμένα

Το παιδί ήταν σαν εμένα!

 

Τα παιδικά παιχνιδάκια και τα όμορφα δωράκια

Και τα γλυκά τραγουδάκια και νανουρίσματα

«Πότε θα γυρίσεις στο σπίτι, γιε μου;»

«Δεν ξέρω πότε. Όμως, σίγουρα θα βρεθούμε κάποια στιγμή, πατέρα, και θα τα πούμε!»

 

 

 

* Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού Cats in the cradle από τον Hary Chapin

Στο έλεος των αριθμών

Σχολιάστε

Αριθμοί.

Ό,τι κι αν κάνεις σήμερα στη ζωή σου, γίνεσαι ένας αριθμός, ένα κομμάτι μίας στατιστικής. Και η στατιστική είναι μία αδηφάγα σαλαμάνδρα που δεν σε ρωτά αν θέλεις να είσαι μέρος της.

«133 ακροατές του ραδιοφώνου»

«32% παρακολούθησαν την τηλεοπτική εκπομπή…»

«Το κόμμα μας απέσπασε το 24,8% των ψήφων»

Η αριθμολογική μας φύση ακολουθεί την ύπαρξή μας, όπως η κυματική φύση ακολουθεί την σωματιδιακή φύση της ύλης. Ή μήπως το αντίθετο; Ή και τα δύο ταυτόχρονα; Τέλος πάντων…

Όταν σε ρώτησαν πόσα παιδιά έχεις απάντησες ‘τρία!’. Κάποτε απαντούσες ‘το Νίκο’, ‘τη Μαρία’ και το ‘Χρήστο’. Διότι κάποτε τα παιδιά σου δεν ήταν μετρήσιμα. Δεν υπήρχαν τρία παιδιά μέσα στον κόσμο, αλλά ‘τρεις κόσμοι’ ταυτόχρονοι. Και κάθε κόσμος είχε κάτι από το χάος της αγάπης του ανθρώπου, ήταν άπειρος κι άρα μη μετρήσιμος. Κι εύλογα θα έλεγε κάποιος «μα οι ‘τρεις κόσμοι’ δεν είναι μετρήσιμοι«; Η απάντηση όμως προέρχεται εξίσου από τα μαθηματικά: ‘πόσο μας κάνει τρεις φορές το άπειρο;’. Το τρεις είναι μία σύμβαση που προσπαθεί να προσεγγίσει την αριθμολογία μέσα στα πλαίσια που εκείνη διαμορφώνει. Ακόμη, αν κάτι, όντως, περιγράφει τον άνθρωπο είναι η λέξη άπειρο, που σημαίνει ταυτόχρονα το απέρατο και εκείνο για το οποίο δεν έχουμε ικανή εξωτερική εμπειρία.

Η σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία βασίζεται στην κοινή αποδοχή και την συμφωνία των μερών. Η ίδια αξιώνει ως θεμέλιό της την διαφωνία. Μέσα στον λαβύρινθο των θεωριών και των αποδείξεων, σπάνια κάποιος αναρωτιέται για το αυτονόητο. Αν θεωρούμε πραγματικά μόνο εκείνα στα οποία συμφωνούμε, τότε προφανώς εκείνα στα οποία διαφωνούμε τα ορίζουμε αντίστοιχα ως μη πραγματικά. Κι επομένως, κάθε διάφορη άποψη που δεν ταυτίζεται εξ’ ολοκλήρου με την όποια συμφωνία, πραγματεύεται κάτι το ψευδές.

Έτσι, στην περίπτωση της ακροαματικότητας ή τηλεθέασης ή ψήφου κ.λ.π., ορίζουμε ως αληθές το γεγονός ότι κάποιοι είχαν πχ. ανοικτό το δέκτη του ραδιοφώνου εκείνη τη στιγμή. Ετούτο, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Κι όμως ετούτο είναι που προβάλλεται ως έμμεση διαφήμιση του εκάστοτε ραδιοφώνου, τηλεοράσεως, εφημερίδας κ.ο.κ. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στην περίπτωση π.χ. της εφημερίδας, η γιαγιά μου έταζε του παππού μου να της φέρει μία εφημερίδα για να τυλίξει το τυρί. Και συνήθως ζητούσε μία συγκεκριμένη εφημερίδα που είχε ‘καλή ποιότητα φύλλου’. Αντίστοιχα, οι εφημερίδες χρησιμεύουν και ως προστατευτικά δαπέδου κατά το βάψιμο, ώστε να μην λερώνεται το τελευταίο από διαφεύγουσες ρανίδες χρωστικής ουσίας.

Κάθε φορά που σε μία κοινωνία ευημερούν οι αριθμοί, δυστυχούν οι άνθρωποι. Ετούτη είναι μία φράση διατυπωμένη από πολλούς ανθρώπους, διόλου τυχαία θα έλεγα, ασχέτως του βάθους της ερμηνείας που μπορεί κανείς να της προσδώσει. Από τη στιγμή που η ύπαρξη μετατρέπεται σε αριθμό, ο άνθρωπος αλλάζει μορφή και συμπιέζεται μέσα στα πλαίσια μίας συμφωνίας. Γίνεται ένα ΝΑΙ ή ένα ΌΧΙ, όπως εκείνα που ζητούσαν οι πάπες του μεσαίωνα από τους πιστούς, όπως εκείνα που ζητά ο σύγχρονος πολιτικός από τους πολίτες μία φορά ανά τετραετία. Το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ αποσυμπιέζεται εν συνεχεία, ανάλογα με τα κέφια του κάθε καλοθελητή αναλυτή, ώστε να επιστρέψει στη βάση του, τον άνθρωπο, ως ρητή συνθήκη.

Το λάθος που συμβαίνει είναι πως θεωρούμε την θεωρητική ανάκριση προνόμιο των φονταμενταλιστών του μεσαίωνα, εξ’ αιτίας κυρίως του πασίγνωστου περιστατικού της ανάκρισης του Γαλιλαίου. Όμως, κάτι τέτοιο θα ήταν απλά άλλη μία απλούστευση, άλλη μία στατιστική αριθμολογία παραχάραξης της ιστορίας διά της αφαιρετικής συμφωνίας (συμφωνούμε σε αυτό, άρα υπάρχει μόνο αυτό), όπως περιέγραψα παραπάνω. Στη σύγχρονη κοινωνία δεν υπάρχει εκτέλεση διά πυράς ή αγχόνης. Υφίσταται όμως ο κοινωνικός εξοστρακισμός, που αποτελεί μία εξίσου βασανιστική εκτέλεση. Αν δεν δηλώσεις το ΝΑΙ σε κάποιον πχ. πολιτικό, ή ακόμη και στον προϊστάμενο κάθε εργασίας, περιθωριοποιείσαι με συνοπτικές διαδικασίες. Η περιθωριοποίηση στις σύγχρονες κοινωνίες είναι εφάμιλλη των εξοριών σε ερημικά νησιά, όταν κι εξαναγκάζεσαι σε συνθήκες επιβίωσης σε μέρος που δεν υπάρχει τρόπος επιβίωσης. Έτσι, ακόμη κι αν γνωρίζεις να ‘ψαρεύεις’ κατά το προσφιλές ρητό που λέει ‘αντί να δώσω σε έναν φτωχό ένα ψάρι, είναι προτιμότερο να του δώσω καλάμι και να μάθει να ψαρεύει’, πρέπει να υπάρχουν θάλασσες με ψάρια για να τραφείς… Και οι θάλασσες ετούτες ανοίγουν μόνο με το ΝΑΙ κατά την σύγχρονη ιερά εξέταση.

Το ΝΑΙ σου λοιπόν αυτό είναι η παράδοση της ίδιας σου της ψυχής στον κόσμο της αριθμολογίας.

«Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά / για ένα κομμάτι ψωμί πρέπει να δώσεις πολλά. / Δε φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου. / Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου / Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.» (Χ. & Π. Κατσιμίχας)

Πολλοί αναφέρουν το ‘διαφωτισμό’ ως την έξοδο από το ‘σκοταδισμό’. «Όταν τα μάτια σου συνηθίσουν το σκοτάδι, το φως σε τυφλώνει οπότε και στρέφεσαι προς το σκότος αντί του φωτός, καθώς εκείνο σε ζαλίζει» (Πλάτων – η αλληγορία του σπηλαίου). Η σύγχρονη πολιτική δεν ανήκει λοιπόν στις πολιτικές επιστήμες; Από πότε η επιστήμη είναι άμοιρη των ευθυνών για τα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου; Επιστήμονες δεν είναι αυτοί που σκοτώνουν τους συνανθρώπους τους πατώντας ένα κουμπάκι στον υπολογιστή; Επιστήμονες δεν είναι εκείνοι που χορηγούν δηλητήρια στους ανθρώπους, για να τους έχουν μία ζωή ανάγκη ως φαρμακολόγους; Επιστήμονες δεν είναι οι άλλοι που βιάζουν μικρά παιδάκια στα σχολεία ντυμένοι τα κουστούμια των δασκάλων και καθηγητάδων; Γιατί λοιπόν με την ίδια άνεση που βρίζουν το σύνολο των ιερέων ή των φιλοσόφων ή των καλλιτεχνών, επειδή κάποιος εξ αυτών διέπραξε ένα αδίκημα, δεν γενικεύουν και στην επιστήμη της αριθμολογίας, της ισοπέδωσης και της αφαιρετικής συμφωνίας;

Πόσο προσπάθησες, σοφέ άνθρωπε, να θεμελιώσεις τον σεβασμό της κάθε ύπαρξης ξεχωριστά! Και θέλησες λέει να τους διαφωτίσεις, να τους διδάξεις τον ορθό λόγο! Και καθ’ ένας εξ’ αυτών παραδίνεται αμαχητί στη δημιουργική γενίκευση και την αφαιρετική συμφωνία. Κάθε φορά που θα διαβάσεις σοφέ άνθρωπε αριθμούς στα μάτια των ανθρώπων, θα είναι και ένα ακόμη βήμα προς την αριθμοποίησή του εαυτού σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρεις πελάτες στη δουλειά σου, θα βλέπεις και τρία αφεντικά να εξουσιάζουν το νου σου. Κι εκείνος θα μοιράζεται στα τρία, παράγοντας τριπλή σχιζοφρένεια στον κόσμο των λογισμών σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρία τα παιδιά σου, στα τρία θα κόβεις την καρδιά σου, και κάθε παιδί σου θα γεύεται το τρίτο της αγάπης σου. Γιατί εξαρχής μπορούσες να έχεις τρεις καρδιές μέσα στη μία. Κι εκείνες να έχουν άλλες τρεις κι εκείνες άλλες τρεις με τη σειρά τους για να χωρέσεις τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αντέχει κι από έναν ισοδύναμο κόσμο για κάθε άνθρωπο, αλλά ο κάθε άνθρωπος νοεί έναν κόσμο μοναδικό που δε χωρά κανέναν άλλο, ούτε καν τον ίδιο τον κόσμο. Γι’ αυτό άνθρωπε σοφέ καταλήγεις πάντοτε στο αιώνιο ερώτημα με την κότα και το αβγό: «Αν κάθε άνθρωπος ζει στον κόσμο του, πώς γίνεται να υπάρχει ένας καθολικός κόσμος; Κι αν από την άλλη ζούμε όλοι σε έναν κόσμο, πώς γίνεται να τον βιώνουμε τελείως διαφορετικά;».

Αδικαίωμα: Το νομικό δικαίωμα στην αδικία

17 Σχόλια

justice_

Δικαίωμα είναι ένας όρος που περιγράφει τον αξιωματικά θεσπισμένο στοιχειώδη κανόνα, ο οποίος προασπίζει την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς μόλις ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ετούτο.

Το δικαίωμα είναι ο ένας πόλος μιας έννοιας, του δικαίου, που σχετίζεται με το πώς εκφράζει το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο το σεβασμό στην ύπαρξή μου. Ο άλλος πόλος ονομάζεται υποχρέωση και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνομαι το σεβασμό στην συνύπαρξη με τους επίλοιπους συνανθρώπους. Το δικαίωμα και η υποχρέωση είναι μεταξύ τους «αντιφατικώς ταυτόσημες» λέξεις. Όπως συμβαίνει και στα ευθύγραμμα τμήματα της επιστήμης των μαθηματικών, αν τα εκτείνουμε στο άπειρο, τα άκρα του συμπίπτουν σε ένα και μοναδικό σημείο. Το δε ευθύγραμμο τμήμα μετατρέπεται σε κύκλο ανατροφοδοτώντας το συνολικό του ανάπτυγμα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αντιφατικές και αντίθετες έννοιες τείνουν να γίνουν -σε οποιαδήποτε μακρο-σημασιολογική επέκταση- ταυτόσημες. Μένει στο …νου μας να αποφασίσουμε το εύρος των πνευματικών μας οριζόντων. Κι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι το πώς πλάθεται η ίδια η έννοια κατά την ιστορική πορεία της, όπως εκείνη φωτογραφίζεται τόσο στον υλικό κόσμο όσο και στον πνευματικό.

Το σύγχρονο νομικό σύστημα είναι τόσο δαιδαλώδες, που ακόμα και οι καλύτεροι της επιστήμης της νομικής σηκώνουν τα χέρια. Το αχανές δεν σχετίζεται με το πλήθος των νομικών προτάσεων, αλλά με το νόημά τους. Ετούτο συμβαίνει διότι παρότι η έννοια του δικαίου είναι την πραγματικότητα ενιαία και αδιάσπαστη, εμείς την οργανώνουμε συστηματικά σε τομείς, με τους οποίους εκείνη εκφράζεται στην καθημερινότητα. Τι όμως σημαίνει ενιαία και αδιάσπαστη έννοια του δικαίου;

Έστω ότι δύο αδέλφια χώρισαν με κάποιο τρόπο τα κτήματά τους σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων ο ένας –με κάποιο τρόπο- πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από εκείνο που πραγματικά του αναλογούσε. Εδώ έχουμε την πρωτογενή αδικία, που εκφράζεται μέσω του μοιράσματος. Δεν είναι το μοίρασμα η αδικία καθ’ αυτή. Η αδικία ενυπάρχει στη σχηματισμένη λογική των ανθρώπων και εξωτερικεύεται στον υλικό κόσμο. Ο αδικημένος, μην μπορώντας να δικαιωθεί λόγω συνθηκών, νόμων κλπ. στρέφεται στην αυτοδικία. Εδώ διαπράττεται και δεύτερη πράξη αδικίας (δευτερογενής), η οποία όμως τρέφεται από την πρόθεση της πρώτης. Ως νομικό σύστημα είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τις δύο υποθέσεις χωριστά, σαν να είναι μεταξύ τους μερικώς ή ολικώς ασύνδετα.

Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το παραπάνω παράδειγμα; Απλούστατα ότι το δικαίωμα είναι μία έννοια που φέρει ισχύ ανάλογη με την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων από τους οποίους εκφράζεται. Ας σκεφτούμε την περίπτωση της μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ ή κατά τις αριστοκρατικές Μεσαιωνικές τακτικές. Είχε ο καθένας το δικαίωμα να ζητήσει σε μονομαχία διά σπάθης ή όπλου τον αντίδικό του, ώστε να αποκατασταθεί η τιμή (ηθικό δίκαιο). Όμως, αυτό προϋπόθετε ότι είχε εκπαιδευτεί σε σπάθη ή σε όπλο. Που αυτό προϋπόθετε ότι κατείχε σπάθη ή όπλο και πάει λέγοντας.

Σήμερα, λέμε ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (δίκαιο) στα δικαστήρια. Το ρόλο του «όπλου μονομαχίας» πλέον παίρνει ένα σύστημα κοινωνικής ισχύος, που περιλαμβάνει από την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, μέχρι τα αξιώματα, τις κοινωνικές γνωριμίες κλπ. Μάλιστα, το ρόλο της σφαίρας ή της κόψης του σπαθιού αναλαμβάνει άνθρωπος, ο οποίος είναι συγκεκριμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας, κοινωνικής θέσεως, οικονομικής ισχύος κλπ. Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν πείνασε να εφαρμόσει αντικειμενικό δίκαιο σε συνάνθρωπο που έκλεψε για να επιβιώσει; Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται μόνο μέσα από την τέχνη, όπως σωστά περιγράφει  η Σώτια Τσώτου και τραγουδά μοναδικά ο Κώστας Χατζής στον «Τρελό της γειτονιάς».

Κάποτε, σύμφωνα με το τραγούδι, ένας φτωχός έκλεψε ένα ψωμί από το φούρναρη κι ο τρελός της γειτονιάς είδε το περιστατικό. Ο φούρναρης κυνήγησε κι έπιασε το φτωχό και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Όταν κάλεσαν τον τρελό της γειτονιάς στη δίκη ως μάρτυρα και τον ρώτησαν ποιος είναι ο κλέφτης, εκείνος έδειξε απευθείας τον φούρναρη!  Στην πραγματικότητα, το τραγούδι περιγράφει τον «τρελό» που κρύβουμε μέσα μας. Εκείνο το τμήμα του εαυτού μας που αντιστέκεται στον συμπαγή ορθολογισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσει για να διατηρήσει τα στεγανά. Για να γευτεί κανείς το πραγματικά δίκαιο είναι υποχρεωμένος να παραμερίσει το σφάλιστρο της στεγνής εμπειρικής λογικής, που  φράσσει το πηγάδι του λόγου, ανοίγοντας δίοδο προς την άβυσσο του φρέατος που διατηρεί το πολυπόθητο νερό. Η πραγματική τρέλα είναι η προσπάθειά μας να αφυγράνουμε την ξύλινη τάπα του πηγαδιού για να ξεδιψάσουμε, προσπερνώντας την απλή ιδέα πως εκείνη απλώς μας καταδεικνύει την πιθανή θέση υπόγειου υδάτινου ορίζοντα. Μπρος σε αυτήν την απονόηση, εκείνος που επιμένει να σηκώσουμε την τάπα φαντάζει τρελός. Μέσα στη θολούρα της αφυδάτωσης, που μας έχει κυριεύσει, τον ραπίζουμε και τον στέλνουμε πίσω στην έρημο επιστρέφοντας στην κύρια εργασία μας: τη μελέτη του αποτελεσματικότερου τρόπου στυψίματος της ξύλινης τάπας .

Ο καθένας μας έχει πιάσει το νου του να δημιουργεί «παράλογα νοήματα», για τα οποία, παραδόξως, δεν αισθάνεται καθόλου μειονεκτικά. Άλλωστε, μύθοι όπως εκείνος του «Ρομπέν των δασών» καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για συνειδησιακή δικαιοσύνη: οι νόμοι δεν περιγράφουν το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά περιχαράσσουν το δίκαιο της επιστήμης. Το πρώτο ενυπάρχει στο Λόγο, στη συνείδηση του ανθρώπου που συναρμόζεται στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του πνεύματος. Το δεύτερο παράγεται από τη λογική και το εμπειριοκρατικό πλαίσιο της κοινωνιολογικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με το επίχρισμα του κατασκευάσματος της νόησης.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η αιτία του ενισχυμένου ρόλου της λογικής στα κοινωνικά σύνολα. Λογική είναι η διαδικασία περιγραφής του «φαίνεσθαι». Όμως το «φαίνεσθαι» πάντοτε ακολουθεί το «είναι» ως εξωστρεφής ιδιότητά του. Ποτέ δεν το δημιουργεί. Είναι σαν αν προσπαθούμε να δείξουμε ένα αντικείμενο που κινείται ταχύτατα στον ουρανό. Όπου και να δείξουμε με το δάχτυλο, πάλι θα αστοχήσουμε. Και θα συμβαίνει μέχρι να παραδοθούμε στην ουσία του φαινομένου: η κίνηση, η ροή είναι φυσική ιδιότητα κι όχι απλή τεχνική δυνατότητά του. Τότε, θα αφήσουμε το δάκτυλο να ταυτιστεί με την κίνηση του αντικειμένου, να το χαϊδέψει σε μία νοητή επαφή, ώστε να «δανειστεί» λίγη από την ιδιότητά του μέσα από την διαδικασία της κατοπτρικής ταύτισης.

Έτσι ακριβώς και στο πνευματικό κομμάτι του ανθρώπου. Το δίκαιο είναι έλλογη κοινωνική ιδιότητά του, κι όχι λογική ατομική δυνατότητα. Συνοδεύει τη συλλογική νόηση. Δεν παράγεται από την αυτοτελή νόηση του ατόμου, ασχέτως αν εμείς θεωρούμε (προσωποκεντρικά) ότι συλλαμβάνεται ή διατυπώνεται από εκείνη. Επιδεικνύοντας με υπερέκταση του δείκτη  μας το δίκαιο ή άδικο σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο, χάνουμε την ουσία του λόγου που αποτελεί αναπόσπαστη ιδιότητα της ανθρωπότητας κι όχι ενός μεμονωμένου στοιχείου της, όπως αν επικεντρωθούμε σε μία φωτισμένη πέτρα ψάχνοντας το φως χάνουμε την πηγή του: τον ήλιο.

Περί όνου …ισχύος.

4 Σχόλια


Πληρότητα και ανομοιογένεια

Πληρότητα και ανομοιογένεια (από την ιστοσελίδα http://www.paulhina.com)


Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης. Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο…

Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης. Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή». Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του «ισχυρού» και του «ακλόνητου» θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την  ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους. Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν  ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας». Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε. Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής. Και μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο. Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας , δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερισίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.

Επιστήμη

15 Σχόλια

Δύο όψεις - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Άνθρωπος ή άλογο; - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Ορισμός του ρήματος «ίσταμαι» από την ιστοσελίδα ischool.gr:

«Μέρος του λόγου: Ρήμα
1. στέκω
2. αυτοί που κατέχουν αξιώματα
3. αυτοί που ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη»


Παραθέτω τον παραπάνω ορισμό ενδεικτικά, ως υποτυπώδες σημείο εκκίνησης στην διαδικασία ανάλυσης της λέξεως «επιστήμη». Παρά του γεγονότος ότι θα αγγίξω φιλολογικά θέματα, σκοπός μου δεν είναι η επιστημονική φιλολογική προσέγγιση, αλλά συμπληρωματικά προς εκείνη, η ιστορική έκπτωση των εννοιών των λέξεων, οι οποίες βασίζονται σε ένα συγκροτημένο σύστημα λογικής, που είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν αναφερόμαστε στην (αρχαία) Ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου, δεν επιθυμώ να καταργήσω τους φιλολόγους ή να αντιπαρατεθώ μαζί τους. Σκοπός μου είναι ο προβληματισμός γύρω από την ουσία της γλώσσας κι όχι η κατάργηση γνωσιακών εργαλείων και επαγγελματικών θεσμών.

Ο παραπάνω, λοιπόν, ορισμός «στέκει» ως προς την ερμηνεία Νο1, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή της λέξεως. Οι άλλες δύο παρότι είναι «ποιητικές», δίνουν την σύγχρονη εκπτωτική σημασία στην παραπάνω λέξη.

Ίστημι (ίσταμαι) λοιπόν σημαίνει «ορθώνω-ομαι».  Στην πραγματικότητα, αναφέρεται σε οντότητες, είτε βιολογικές είτε πνευματικές-νοητικές μέσω της «ποιητικής αδείας». Ας πάμε όμως να δούμε τα σύνθετα της λέξεως, ώστε να πάρουμε μία γεύση της πραγματικής σημασιολογικής αξίας αυτής.

  • Συν-ίστημι (σύστημα)  ή συν-ίσταμαι (σύσταση) σημαίνει -ορθώνω/ορθώνομαι ως-  μία νέα οντότητα στη θέση των (πολλών) παλαιότερων, χρησιμοποιώντας αυτά ως μέρη της νέας σύνθεσης.
  • Δι-ίστημι (διάστημα) σημαίνει ότι μπαίνω ανάμεσα και δι-ίσταμαι (διάσταση) θα πει ότι διαχωρίζομαι από κάτι σε δύο αυτόνομες οντότητες. Μεταφορικά, και ειδικότερα στην επιστήμη χρησιμοποιείται, ώς  η παραγωγή ενδιάμεσου χώρου, τον οποίο και αναγνωρίζει ως ξεχωριστή οντότητα με ιδιότητες.
  • Εν-ίσταμαι (ένσταση) σημαίνει ορθώνω ανάστημα, εξεγείρομαι, επαναστατώ, χωρίς να προκαλώ όμως ενεργές επιδράσεις στο περιβάλλον κλπ., αλλά και ορθώνω επιχείρημα μέσα σε ένα συγκεκριμένο λογικό σύστημα (πχ. νομικό).
  • Εξ-ίσταμαι (έκσταση) είναι η πνευματική διάχυση (διασκορπισμός) της οντότητας, που καταρρέει ως αυτοδύναμη μοναδικότητα σε κατάσταση χάους, εξωτερίκευση της οντότητας.
  • Παρ(παρα)-ίστημι (παράστημα) ή παρ(παρα)-ίσταμαι (παράσταση) είναι η τοποθέτησή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου στο πλευρό μιας οντότητας, ή στο περιθώριο αυτής.
  • Συμπαρ(συν)(παρα)-ίσταμαι (συμπαράσταση) είναι η παράστασή μου με σκοπό τη δημιουργία μιας οντότητας, ομάδας, οικογένειας κλπ.
  • Υφ(υπο)-ίσταμαι (υπόσταση) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό κάτω από κάτι  ή ότι (παθητικά) δέχομαι επιρροή.
  • Προ-ίσταμαι (προϊστάμενος) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό μου μπροστά από μία οντότητα, σε προβολικό επίπεδο αυτής (χωρικό, χρονικό, οργανωτικό κλπ.).
  • Καθ(κατά)-ίστημι (κατάστημα) ή καθ(κατά)-ίσταμαι (κατάσταση) σημαίνει ότι μεταβάλλομαι σταδιακά  σε μία οντότητα, με συγκεκριμένες ιδιότητες (εμπορικό κατάστημα που μετατρέπει το προϊόν σε εμπόρευμα, σωφρονιστικό κατάστημα που επαναφέρει το άτομο σε σώφρονα κατάσταση κλπ).
  • Από-καθ(κατα)-ίσταμαι είναι η ολοκλήρωση/περάτωση της κατάστασης, σε μία παγιωμένη μορφή.
  • Αντι – καθ (κατά) – ίσταμαι (αντικατάσταση) είναι η οριστική τοποθέτηση στη θέση ενός προηγούμενου.
  • Ανθ(αντί)- ίσταμαι (αντίσταση) είναι η τοποθέτηση απέναντι ή εγκάρσια/»κόντρα» στη ροή, η τάση να δυσχεράνω τη ροή, την ύπαρξη ή λειτουργία μιας άλλης οντότητας.
  • Μεθ(μετα)- ίσταμαι (μετάσταση) είναι η μεταφορά  και ανόρθωση μιας οντότητας σε άλλο σημείο, επίπεδο (χωρικό ή χρονικό) ή η μεταφορά χαρακτηριστικών ιδιοτήτων μιας οντότητας σε άλλη.
  • Αν(ανά)-ίστημι (ανάστημα) ή αν(ανα)-ίσταμαι (ανάσταση ) σημαίνει ότι επαναφέρω την -επί μέρους ή καθολικά- απωλεσθείσα ύπαρξή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου, ή ότι αλλάζω ιδιότητες σε εκείνο μέσω της απώλειας και αναγέννησης.
  • Επαν(επανα)-ίσταμαι (επανάσταση) κι όχι επι-ανα-ίσταμαι, είναι η αλλαγή των ιδιοτήτων μου από τη βάση τους και μεταφορικά η αλλαγή του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και συμμετέχω σ’ αυτά (θα ακολουθήσει σε επόμενα κείμενα η ανάλυση της εκπτωτικής  αλλαγής του παθητικού με ενεργητική διάθεση «επανίσταμαι» σε  απολύτως ενεργητικό  «επαναστατώ», το οποίο και περιορίζεται σε «εξεγείρομαι»).
  • Τέλος αφ(από)-ίστημι (απόστημα) ή αφ(απο)-ίσταμαι (απόσταση, αποστασία) σημαίνει ότι -αποκόπτω/ομαι ως- κομμάτι από ένα σύνολο σε μία αυτοτελή καινούργια οντότητα.

Σε καμία από της παραπάνω ερμηνείες δεν λαμβάνει το ρήμα ίσταμαι την αυθεντική ερμηνεία του «γνωρίζω». Σε  τέτοια περίπτωση άλλωστε «ανθίσταμαι» θα σήμαινε ότι αντιδρώ στη γνώση (!) ή «παρίσταμαι» ότι παραγνωρίζω (!) κ.ο.κ.. Αντίστοιχα, μπορεί ο καθένας να κάνει λογοπαίγνια με τις υπόλοιπες προθέσεις, για να καταλήξει σε αστείες ερμηνείες των λέξεων με συνθετικό το υπό ανάλυση ρήμα. Από πού κι ως πού λοιπόν το «επίσταμαι» (παθητικό), που αποτελεί τη ρίζα της λέξεως «επιστήμη» σημαίνει γνωρίζω; Ας δούμε τη λέξη από λίγο πιο κοντά.

  • «ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω σου, καὶ ἡμέραν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, σὺ ἐπίστασαι«

Μετ.: Κι εγώ δεν κουράστηκα να σε ακολουθώ, και δεν πεθύμησα την καθημερινότητα (κοινή ζωή) του ανθρώπου, ΕΣΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙΣ«


Είναι τραγικό το πώς έχει παρερμηνευτεί εκπτωτικά η λέξη «επίσταμαι» σε «γνωρίζω». Το νόημα της λέξεως δεν σχετίζεται άμεσα με το οίω ή το γιγνώσκω, όπως άλλωστε μας ξεκαθαρίζει η ετυμολογία του. Το γεγονός πως κάποιος αγκαλιάζει επιφανειακά ένα αντικείμενο με εποπτική διάθεση, δεν σημαίνει ούτε ότι το γνωρίζει, ούτε ότι σκοπός του είναι αποκλειστικά να το γνωρίσει. Από την άλλη πλευρά η γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο φροντίδας, στην οποία βασίζονται οι άμυνες κάθε έλλογου όντος. Όμως, δεν σημαίνει αποκλειστικά και «στεγνά» γνωρίζω. Ακόμη και η λέαινα επίσταται τους σκύμνους της, με όση γνώση ή λογική μπορεί να διαθέτει ένα θηλαστικό που δεν είναι άνθρωπος. Από την άλλη, η φράση που παρέθεσα παραπάνω ανήκει στα πλαίσια της Θεολογίας. Θα ήταν ανούσιο να περιορίσουμε την έννοια της σχέσεως επιστασίας από τον Θεό  προς τον  άνθρωπο στη γνώση. Πρόκειται για γενικότερη φροντίδα κι εποπτεία, που περιλαμβάνει όλες τις έννοιες στοργής και αγάπης που τρέφει ο πατέρας για το υιο. Αλίμονο αν ο ρόλος του πατέρα είναι απλώς να διδάσκει την αλφαβήτα στο γιο…

«Επί-ίσταμαι» σημαίνει ετυμολογικά ότι στέκομαι έξω από, αλλά σε επαφή με το αντικείμενο (οντότητα), σαν προστατευτικό κουκούλι. Θα μας βοηθήσει η λέξη επιστάτης που έχει ίδια ρίζα, καθώς και η επιστασία (πχ των παιδιών). Στην πραγματικότητα, κι επειδή λειτουργούμε με βάση την όραση, η λέξη επιστασία σχεδόν ταυτίζεται με την εποπτική μέριμνα. Επειδή δε, στον άνθρωπο και λόγω της φέρουσας ηθικής του, η εποπτεία είναι ταυτόσημη με τη φροντίδα, λαμβάνει τη σημασία της επιμέλειας αλλά με πιο αποστασιοποιημένη μορφή. Πώς όμως έφτασε η λέξη «επιστήμη» να σημαίνει γνώση, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα υπήρχε λόγος να δημιουργήσουμε μία ακόμη λέξη με ίδιο περιεχόμενο (πχ. οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήδη χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως πχ. γιγνώσκω)  και η Επιστήμη θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται Επίγνωση;

Στην αρχαιότητα, ο Πλάτων θεωρούσε ως βάσεις της επιστήμης (φροντίδας και εποπτείας) τα μαθηματικά (με όλες τις μορφές τους) και την αρμονία. Ως κορωνίδα της τοποθετεί τη διαλεκτική φιλοσοφία. Όλες τις υπόλοιπες μορφές γνώσης θεωρεί Τέχνες. Κι όντως, εκείνη την εποχή, όλα τα σημερινά γνωστικά πεδία αποτελούσαν φιλοσοφικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο την «επιμέλεια» του νου και της ψυχής. Οι Τέχνες (ιατρική, μηχανική, νομική, ρητορική κλπ.),   φρόντιζαν για το εφήμερο. Δεν απέβλεπαν σε «διαχρονική επιστασία», αλλά άμεση ρύθμιση μίας ατομικής ή κοινωνικής ανάγκης που ήρθε στο προσκήνιο. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση της γνώσης με την επιστήμη έγινε πολύ αργότερα,  όταν πλέον η γνώση έγινε αυτοσκοπός κι όχι εργαλείο του ανθρώπου. Λησμονήθηκε ότι η γνώση αποτελεί εργαλείο της επιστήμης (=εποπτείας και προφυλάξεως του ανθρώπου) κι όχι το αντίθετο.  Σε αυτό το σημείο θα τονίσω ότι είναι διακριτή η διαφορά μεταξύ του επιμελούμαι και του επίσταμαι. Το πρώτο σχετίζεται με το τί μπορώ να προσφέρω με βάση τις τωρινές μου δυνατότητες (επιμελής είναι ο μαθητής που φροντίζει κάθε ημέρα για το αυριανό του μάθημα, τον άμεσο στόχο), ενώ το δεύτερο σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαίσιου των τωρινών δυνατοτήτων, ώστε να δημιουργήσω συνθήκες διαχρονικής φροντίδας (φιλοσοφία, όπως σωστά έθεσε ο Πλάτων).

Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει επίσης τις Τέχνες από την Επιστήμη, θεωρώντας πως οι Τέχνες βασίζονται στο «ποιείν», δηλαδή τις δημιουργίες που στοχεύουν στην καθημερινότητα του ανθρώπου και σχετίζονται με τον υλικό κόσμο. Για τον ίδιο φιλόσοφο, στις Επιστήμες ανήκουν η Θεολογία, τα Μαθηματικά και η (μη υλιστική) Φυσική. Σκοπός τους είναι να ανακαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα πράγματα, κι όχι μέσα σε αυτά. Κατά τον Επίκουρο, η μόνη πραγματική επιστήμη είναι η φιλοσοφία, καθώς τα μαθηματικά εισάγουν ιδεατά σύμβολα που παγιδεύουν του νου.

Για πάμπολλους αιώνες, η επιστήμη ήταν αμπελοφιλοσοφία στα μάτια του απλού λαού. Την έβλεπε ως ενασχόληση των πλουσίων ή των τεμπέληδων, και στην πραγματικότητα υποτιμούσε τους ανθρώπους που ασχολούνταν με εκείνη. Θεωρούσαν ότι οι τέχνες είναι πρακτικές και αρκετές για να τους διευκολύνουν την διαβίωση-επιβίωση. Άλλωστε, τόσο στην αρχαία Ελλάδα (μητέρα των επιστημών) όσο και στις μετέπειτα Ελληνιστικές εποχές και τον Μεσαίωνα κυριαρχούσαν οι Τέχνες στην ζωή,  εξαναγκάζοντας τις περισσότερες φορές τους ανθρώπους της Επιστήμης σε ακραίες στάσεις ζωής-θανάτου.

Η μεγάλη αλλαγή στην επιστήμη έγινε κατά την εποχή της Αναγέννησης και ολοκληρώθηκε κατά τον Διαφωτισμό, όταν πλέον μία κοινωνική ομάδα ανέλαβε τα ηνία της κοινωνίας, μπλέκοντας τις Τέχνες με την Επιστήμη, σε μία προσπάθεια ενοποίησης των πεδίων σε κοινό γνωσιακό αντικείμενο. Εδώ, θεωρώ σημαντικό να δούμε τις δύο παραπάνω ερμηνείες της λέξεως ίσταμαι, όπως παρατίθενται στο λεξικό της ιστοσελίδας ischool.gr. «Ξαφνικά» (με περιπαικτική διάθεση), το «ίσταμαι» έχει λάβει τη σημασία του αξιώνομαι και του είμαι ανώτερος, αντί του ορθώνομαι και του αποτελώ μία αυτόνομη οντότητα. Και όλως  εξ αίφνης, εμφανίζονται «επιστημονικές ελίτ» που αναλαμβάνουν τις τύχες και κρίσεις επί των ανθρώπων. Έρχεται το ρεύμα του Διαφωτισμού να καθαρίσει τα «απόβλητα» των «στάσιμων» υδάτων του Μεσαίωνα, τοποθετώντας στη θέση της «θεοκρατικής τάξης», μία «γνωσιακή ελίτ». Πλέον, ταυτίζεται η γνώση με την επιστήμη, με αμφίδρομο μα και φαυλοκυκλικό αποτέλεσμα: τόσο η γνώση να γίνει αυτοσκοπός, δηλαδή μία αυτόνομη οντότητα μου φροντίζει τον εαυτό της (επιστάτης του εαυτού της), όσο και η επιστήμη να καταστεί γνώστης του εαυτού της (επιστημονική αυτογνωσία), που αυτομάτως αναιρεί την δυνατότητα εξέλιξης πέρα από τα όρια και τις συνθήκες που εκείνη έχει θέσει, όπως άλλωστε υποστήριξα σε προηγούμενη παράγραφο («…σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαισίου των τωρινών της δυνατοτήτων»).

Και τελικώς φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να εξισώσουμε την Επιστήμη με τις Τέχνες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο τμήματα ενός μαγνήτη που συμμετέχουν σε δίπολο  δυναμικής ισορροπίας. Οι μέν Τέχνες αφορούν τον υλικό κόσμο και την εμπειρική προσέγγισή του, ώστε να γίνεται δυνατό το εφήμερο και το αισθητικώς αντιληπτό βραχυπρόθεσμα, η δε Επιστήμη μελετά το μή αισθητό, το μή άμεσα αντιληπτό από τις αισθήσεις, και το μακρυπρόθεσμο που μόνο ο νούς και η ψυχή μπορούν ν’ αντιληφθούν (κόσμος των ιδεών). Εδώ αξίζει να αναφερθούμε επιγραμματικά και στον όρο «Τέχνη» και τη σχέση της με τις σημερινές Καλές Τέχνες (γλυπτική, ζωγραφική κλπ.), που στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχουν. Οι Καλές Τέχνες είναι στην πραγματικότητα Επιστήμες (εποπτεύουν, εξισορροπούν), σε αντίθεση με τους επιστημονικούς τομείς (φυσική, χημεία κλπ.) που στην πραγματικότητα αποτελούν Τέχνες (εκ του τίκτω = γεννώ, παράγω άμεσο αποτέλεσμα) ή απλώς γνωσιακά πεδία μίας γλώσσας του ανθρώπου, η οποία στις μέρες μας -ατυχώς, μα διόλου τυχαία…- ονομάζεται Επιστημονική. Άλλωστε, και μόνο το γεγονός πως η λέξη τέχνη περιλαμβάνει από την εργασία του απλού ξυλοκόπου μέχρι τα τεράστια έργα κλασσικής μουσικής και ζωγραφικής, δείχνει τη μεγάλη σημασιολογική σύγχιση. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες και φιλόσοφοι είναι στην πραγματικότητα επιστήμονες με την αυθεντική ερμηνεία του όρου, σε αντίθεση με τους σημερινούς ΤΕΧΝΟλόγους επιστήμονες που είναι στην πραγματικότητα τεχνίτες (υπηρέτες της τέχνης),σ’ύμφωνα με την επίσης αυθεντική ερμηνεία της λέξης.

Έχει διερωτηθεί ποτέ κανείς γιατί στην επιστήμη του πολιτικού μηχανικού εξειδικεύεται κάποιος μέσω των Πολυ-ΤΕΧΝ-ικών σχολών;

Αντι-ιδεολογία: Η ιδεολογία του «αντί»…

2 Σχόλια

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ο πόλεμος των ιδεών
Ένα παιχνίδι από τον Andrew Parks
Για να κυριαρχήσετε στον κόσμο,
Το μόνο που χρειάζεστε είναι μία ιδέα.

§

Σκοπός του παρόντος αντι-κειμένου είναι η αντι-αποσιώπηση(έκφραση) της αντισυλλογικής (προσωπικής) άποψης περί της αντιπαλαιάς (νέας) μόδας του «αντί», που έχει κυριαρχήσει στον αντιπαραδοσιακό (σύγχρονο) τρόπο του αντιφυτοζωώ (σκέπτεσθαι).

Έχει πλέον γίνει σαφές ότι ζούμε την εποχή της πόλωσης σε όλους τους τομείς, του διττού και δισδιάστατου, του δίχρωμου και επίπεδου, του διικού και εναλλασσόμενου, του διπλού και διχασμένου. Είμαστε παρόντες στους καιρούς της ταξινόμησης σε εντυπωσιακό και βαρετό, σε καλό και κακό, σε σωστό και λάθος, σε ατομικό και κοινωνικό, σε επιστημονικό και μή επιστημονικό, σε αντικειμενικό και υποκειμενικό κλπ. Τα ενδιάμεσα μεγέθη οφείλουν να συμπαραταχθούν με μία εκ των δύο ακραίων συνιστωσών, όπως φάνηκε και στα λόγια του εκφραστή του American Dream (κατά κόσμον Δυτικού Πολιτισμού) Τζορτζ Μπους Τζούνιορ: «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας». Και αν θεωρήσαμε ότι η συγκεκριμένη θέση του απόγονου και «φυσικού κληρονόμου της πλανηταρχικής ιδιότητας» είναι ακραία, προφανώς δεν ακούσαμε ποτέ μας εμάς τους ιδίους σε μαγνητοφωνημένη αναπαραγωγή συζητήσεών μας.

Μέσα στο φαινόμενο της πόλωσης του δυτικού τρόπου σκέψης και έκφρασης, που φυσικά πηγάζει από τα σπλάχνα του βουνού του Μεσαίωνα, όταν και στο όνομα του Θεού σταυρώθηκαν στο ξύλο και κάηκαν στην πυρά εκατομμύρια ανθρώπων, κυριάρχησε η επιχειρηματολογία του «αντί». Η επιχειρηματολογία αυτή έχει την εξής επιστημονική βάση γνωστή ήδη στην αρχαία Ελλάδα, ως σοφιστεία: σε μία πολωμένη κατάσταση, δεν χρειάζεται να παραθέσεις μία ολοκληρωμένη και δημιουργική πρόταση υπέρ της μίας πλευράς, αλλά να καταστρέψεις ρητορικά την αντίθετή της. Άλλωστε η παραγωγή οργανωμένης δημιουργικής σκέψης είναι επίπονη κατάσταση, και πρέπει να υπερβείς τον ίδιο σου τον εαυτό για να ξεπεράσεις τα εμπόδια που εκείνη συναντά. Αντίθετα η καταστροφή της αντίθετης πλευράς, όπως και κάθε καταστροφή, είναι φυσικό προνόμιο της βαρύτητας και των λοιπόν φυσικών-χαοτικών δυνάμεων. Φυσικά, είναι ευκολότερο να εργάζεται κανείς προς την κατωφέρεια, παρά αντίθετα προς εκείνην (ανωφέρεια), δεδομένης της εξοικονόμησης ενέργειας από την δυναμική της βαρύτητας, όπως και είναι ηδονικά ευχάριστο να ξαπλώνει αντί του να τρέχει.

Η σύγχρονη ιδεολογία της πόλωσης εκφράζεται καθημερινά και σχεδόν υποσυνείδητα, μέσα σε αθώες φαινομενικά προτάσεις και μετριοπαθείς θέσεις που εκείνες φαινομενικώς φέρουν: αντικαπιταλισμός, αντικαπνιστής, αντιεξουσιαστής, αντιθεϊσμός, αντιρατσισμός, αντικοινωνικός, αντιδημοκρατικός, αντιφασισμός, αντικομμουνισμός, αντιεθνικός,αντιολυμπιακός κλπ. Η συγκεκριμένη πόλωση, δεν έχει ως σκοπό την ανάδειξη μιας θέσης, ομάδας, συνόλου κλπ. και τα θετικά της στοιχεία, αλλά την καταπολέμηση ολόκληρων αντίπαλων ιδεολογιών ως εχθρικά προς την φέρουσα αντι-ιδεολογία. Ας πάρουμε το παράδειγμα του «αντιδημοκρατικός». Σύμφωνα με την ανάλυση της λέξης η πρόθεση «αντί» σημαίνει αντίθετο ή και επάλληλο (που δύναται να αντικαταστήσει). Έτσι, ως «αντιδημοκρατικό» θεωρείται οτιδήποτε είναι αντίθετο στη δημοκρατία, ή που θέλει/δύναται να την αντικαταστήσει. Με την παρούσα νομοθεσία, η απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος, θεωρείται ύψιστο κακούργημα και τιμωρείται αυστηρότατα. Τότε τί ακριβώς σημαίνει «αυτό που προτείνετε είναι αντιδημοκρατικό» που ακούγεται συχνά στα έδρανα της βουλής; Μήπως αφήνει υπόνοιες προδοσίας κατά του πολιτεύματος και θα έπρεπε να έχουν απανωτές αγωγές και μηνύσεις για απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος; Μήπως πάλι το «αντιδημοκρατικό» είναι ουσιώδες μέρος της δημοκρατίας (ελευθερία έκφρασης, εξέλιξη του πολιτεύματος), ενώ είναι στην πραγματικότητα αντιδημοκρατικό το να απαγορεύεις την εξέλιξη του ίδιου του πολιτεύματος; Άλλωστε εξέλιξη στο πολιτικό σύστημα σημαίνει ότι επεκτείνω την δημοκρατία σε τομείς που δεν προβλέπονταν στα υπάρχοντα πλαίσιά της, ή και αντίστοιχα την περιορίζω σε τομείς που ήταν πρότερα μέσα στα πλαίσια εκείνης.

Ποιο το νόημα επομένως του «αντιδημοκρατικού» σε συζητήσεις, όταν για οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στα πλαίσια της δημοκρατίας υπάρχει η έκφραση «μή δημοκρατικό»; Ποιο το νόημα του «αντιρατσισμού», όταν ο μή ρατσισμός είναι το νόημα της ίδιας της δημοκρατίας; Ποιο το νόημα του «αντικαπνιστή» όταν η χρήση του καπνού είναι επιβλαβής κι επίσης εκτός της δημοκρατικής διαδικασίας; Ποιο το νόημα του αντιεξουσιαστή, όταν η εξουσία θεωρείται ίδιον του ανθρώπου, κι ακόμα κι αν φτάσουμε σε σημείο να μην χρησιμοποιούμε πολιτικές εξουσίες, θα είμαστε εναντίον της εξουσίας του ίδιου μας εαυτού;

Το νόημα είναι ιδιαίτερα απλό. Η διαδικασία της πόλωσης είναι πάντοτε το μεγαλύτερο εργαλείο κατεύθυνσης των μαζών. Ο άνθρωπος που δεν θέλει να μοχθήσει καλλιεργώντας το χωράφι του για να τραφεί, δεν πρόκειται ούτε να ασχοληθεί με το τί του δίνουν οι άλλοι, αρκεί να του γεμίζει την γεύση και το στομάχι. Αντίστοιχα, ο άνθρωπος που δεν θέλει να καταβάλλει πνευματική εργασία για να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του, ψάχνει έτοιμη «τροφή» πακεταρισμένη όμορφα και περιτυλιγμένη με αστραφτερά κορδελάκια για την μεγιστοποίηση της ματαιοδοξίας του «υπάρχω» και «αξίζω». Κι εδώ έρχεται η πόλωση, να κατακρεουργήσει τις έννοιες όπως ακριβώς συμβαίνει στα εμπορικά προϊόντα με την διαφήμιση και την προώθηση:

«Το sapounex είναι το ΜΟΝΟ που έχει μπλα μπλα, και σε ΑΝΤΙΘΕΣΗ με τα υπόλοιπα προϊόντα, έχει μπλα μπλα…»

«Το κρέας του Μοσχαροσφαγεονικολακόπουλου (τυχαίο) προέρχεται από τις ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ φαρμες της μπλα μπλα και είναι ΜΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΟ»

Στο δεύτερο παράδειγμα, κανείς φυσικά δεν μας έχει πει ότι στην πραγματικότητα η διαφορά σήμερα μεταξύ κατεψυγμένου και φρέσκου είναι ελάχιστη, στην τελική ποιότητα διατροφής.

Έτσι, λοιπόν, καταλήγουμε στην ιδεολογία του «αντί» που είναι η ευκολότερη όλων, μιας και δεν απαιτεί εκ νέου δημιουργία, αλλά απλά επιλεκτική αντιμετώπιση μιας πρότερης δημιουργίας, ασχέτου ποιότητας ή ικανότητάς της. Η ιδεολογία του «αντί» βολεύει παραδόξως τους οπαδούς της «ιδεολογίας» που βρέθηκε απέναντι από εκείνη. Κι αυτό γιατί συσπειρώνει τα ίδια τα φανατισμένα μέλη της έναντι του νεοσυσταθέντος «εχθρού», αλλά και εξαναγκάζει τους ουδέτερους να συμπαραταχθούν με μία πλευρά, η οποία σπάνια περιορίζεται στο σημείο της αντιδικίας. Έτσι, πχ. ο αντιρατσισμός συσπειρώνει ακόμη περισσότερο τους φέροντες το «ίδιον του ρατσισμού», με νέο δεδομένο ότι «βρέθηκε σύμμαχος των κατώτερων όντων για τα οποία μας κατηγορούν ως ρατσιστές», με άμεσο αποτέλεσμα την νομιμοποίηση της ιδεολογίας από την ύπαρξη της αντι-ιδεολογίας και τη δημιουργία  εστιών «σύννομου ρατσισμού» μέσω της πόλωσης, όπως ρατσιστικό κόμμα Ελλάδος, αντίδραση στον αντιρατσισμό που αποτελεί κοινωνικό ρατσισμό εναντίον των ρατσιστών κλπ.

Με αυτόν τον τρόπο η φυσική καταπολέμηση του ρατσισμού -η παιδεία- αντικαθίσταται από έναν πόλεμο ιδεολογιών που διαιωνίζεται επ’ άπειρον, κατά τον οποίο οι δύο πλευρές βρίσκουν ταυτόχρονα σύμμαχο στα κιτάπια της – ούτως ή άλλως- ουδέτερης από τη φύση της επιστήμη. Παράδειγμα αντιΑγγλισμού: «όταν εγώ (ο Έλλην) έκανα επιστήμη, ο Άγγλος έτρωγε καρύδες σκαρφαλωμένος στο δέντρο» που συνοδεύεται από  γεω-ιστορικά και γενετικά ντοκουμέντα (έσπευσαν να ανακαλύψουν Ελληνικά γονιδιώματα κλπ.). Λέγοντας, βέβαια, αυτό σε έναν Άγγλο, είναι φυσικό να σου πει με αντι-Ελληνικό τρόπο και αμυνόμενος στον αντι-Αγγλισμό:  «ναι, αλλά τώρα που εγώ παράγω και ελέγχω την επιστήμη… τί καιρό έχει εκεί πάνω στο δέντρο; Και παρεμπιπτόντως… οι καρύδες είναι φρέσκιες;» και πάει λέγοντας… Τα άμεσα αποτελέσματα είναι να πει ο Άγγλος στους Άγγλους φίλους του: «ρε άκουσες πως μας προσβάλλει ο Έλληνας;», κι αντίστοιχα ο Έλληνας στους συν-Έλληνες «άκου ρε να μας την πει ο Άγγλος!». Ακολουθεί εθνικιστική έξαρση, χαρά στις τσέπες των εθνοκάπηλων εκατέρωθεν, που σπεύδουν να δημιουργήσουν γνώση, να τυπώσουν σωβινέντυπα εθνικιστικο-ρατσιστικού  περιεχομένου ή και να πάρουν μίζες από εξοπλισμούς πιθανής επερχόμενης κρίσης κ.ο.κ.

Δύο από τα πράγματα που πλέον δεν αντέχω στον Έλληνα είναι ο Αμερικανικής παιδείας Αντι-αμερικανισμός, και ο καπιταλιστικός αντικαπιταλισμός. Διότι, όπως η αντίφαση δεν είναι αντίθετο της φάσης, έτσι κι ο Αντιαμερικανισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αντίθετος στο American Dream που μας έχει γίνει μόνιμος ολονύχτιος εφιαλτης. Ακόμα χειρότερα, ο καπιταλισμός δεν καταπολεμάται με αντικαπιταλισμό, μιας και ο δεύτερος είναι  φυσικό παράγωγο του πρώτου. Στον καπιταλισμό πάντα κάποιος εκμεταλλεύεται, είτε γιατί έχει την ικανότητα είτε την τύχη, κάποιον άλλο. Ο πρώτος συνήθως ονομάζεται καπιταλιστής, ο δεύτερος αντικαπιταλιστής. Ούτε βέβαια καταπολεμάται το σύστημα με αντικαπιταλιστικές πορείες ανθρώπων που φορούν ωρολόγια εκατοντάδων ευρώ, όταν αυτοί που τα παράγουν πληρώνονται σε …είδος. Βέβαια, «εμείς η μεσαία τάξη» είμαστε οι κύριοι φορείς ιδεολογίας και αντιιδεολογίας, μιας και πότε πληρώνουμε σε …είδος και πότε πληρωνόμαστε. Άλλωστε το γεγονός πως κατασκευάζω antivirus για τους υπολογιστές, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαι κατά της παραγωγής ιών για εκείνους…

Στον πρόλογο του παρόντος άρθρου έκανα μία περιγραφή του πώς θα γίνει η γλώσσα μας σε λίγα χρόνια, μετά την επικράτηση της ιδεολογίας του «αντί». Θα παραθέσω κι ένα τμήμα του προηγούμενου κειμένου παραφρασμένο στην νέα «γλώσσα του αντί», για να διαπιστώσει κανείς πόσο αλλάζουν και ισοπεδώνονται τα νοήματα με τη διαδικασία της πόλωσης (αντι-ισημερίνωσης):

«Στο προηγούμενο άρθρο έδωσα μία αντιεπουσιώδη προσέγγιση της «αντιακραίας τάξης» η οποία έχει έντεχνα ταυτιστεί με την εργατική. Όμως, στη σύγχρονη ιστορία (δηλαδή στη διασπορά των υπηρεσιών στην κοινωνία), η εργατιά απαντά στα «αντιανώτερα» στρώματα, σε αντίθεση με τις αντιμεθύστερες κοινωνικές διαστρωματώσεις που ο αγρότης ήταν πραγματικά αντιανίσχυρος. Σήμερα, μπορούμε να αντισιωπούμε για την εργατική τάξη του γκαρσόν, του delivery, του καταστηματάρχη, του δασκάλου κλπ. Όλοι αυτοί, όμως, δεν ανήκουν στον εργατικό τομέα αλλά στον αντιανεργιακό. Όπως ανέφερα παραπάνω, στον αντιανεργιακό τομέα ανήκουν όλοι όσοι μετέχουν μισθωμένων εργασιών, θέσεων και υπηρεσιών. Ο αντιεμπλουτισμός της έννοιας της εργασίας (παραγωγή έργου κοινωνικών παροχών) και η –μοιραία- βαθμιαία σημασιολογική σύμπτωση της εργασίας με την εργατιά, ήταν στην ουσία και ο καταποντισμός του φέροντος αισθήματος των εργατικών κινημάτων και ο εννοιολογικός αντιεκταφιασμός κάθε προσδοκίας για κοινωνική αποκατάσταση της «εργατικής» τάξης.»
Συγγραφέας (δηλαδή αντιαναγνώστης): Stavmanr

Εργασιακή τάξη (Εμείς, η μεσαία τάξη -η συνέχεια-)

Σχολιάστε

ypo

Εργάτης είναι μία λέξη που περιγράφει/ορίζει την ιδιότητα ενός ανθρώπου να παράγει έργο. Όμως τι ακριβώς είναι έργο;

Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας έργο (ergo) είναι η διαδικασία παραγωγής άμεσου αποτελέσματος με την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από την μηχανική του σώματος του ανθρώπου. Κατά το πέρασμα των αιώνων, το έργο αυτονομήθηκε ως έννοια και λειτούργησε ως ουσιαστικό που περιγράφει το παραχθέν αποτέλεσμα μέσω της παραπάνω διαδικασίας. Έτσι, λέμε έργα υποδομής, έργο οδοποιίας, κινηματογραφικό έργο κλπ. Στα παλαιότερα χρόνια «εργάτης» ήταν η περιγραφή ενός συνόλου ανθρώπων που κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες μηχανικής ενέργειας, προκειμένου να παραχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα, συνήθως άμεσα αντιληπτά και βασικά για την επιβίωση των υπολοίπων. Έτσι, ο τσαγκάρης ή ο φούρναρης δεν ήταν εργάτες, καθώς απλά επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (αγρότες). Το ίδιο και οι μηχανικοί που επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (πλίνθοι, λάσπη κλπ). Όμως, εκείνοι που εργάζονταν για το έργο που επέβλεπε ο μηχανικός ήταν εργάτες (δούλοι συνήθως), οι οποίοι και κατέβαλαν τεράστιο μόχθο στην υπηρεσία του χειροπιαστού αποτελέσματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονταν ο διαχωρισμός μεταξύ του εργάτη και του τεχνίτη.

Με την ανάπτυξη του εμπορίου, δημιουργήθηκε ο τομέας των εμπόρων, που φυσικά ουδεμία σχέση είχαν με τους εργάτες, παρά μόνο στον τρόπο με τον οποίο τους χρησιμοποιούσαν στις επικουρικές εργασίες του εμπορίου. Οι έμποροι δεν περιγράφονταν επαρκώς από τους δύο υπάρχοντες «τύπους» προσφοράς: τους εργάτες και τους τεχνίτες. Έτσι, προώθησαν έναν νέο τύπο εργασίας που σήμερα ονομάζουμε «υπηρεσίες». Εδώ είναι σημαντική η ετυμολόγηση του υπηρετώ*. Στην πραγματικότητα προέρχεται από την πρόθεση «υπό» και τον αόριστο του ρήματος «αίρω» (ήρα) που σημαίνει ανυψώνω, γίνομαι στήριγμα για να ανυψωθεί ένα αντικείμενο. Χρησιμοποιήθηκε στη σύγχρονη έκφρασή του ως «μεσολαβώ» ή «κομίζω», δηλαδή μεταφέρω, γίνομαι ενδιάμεσος μίας μεταφορικής κατάστασης. Στις αριστοκρατικές τάξεις των προηγούμενων αιώνων υπηρέτης ήταν ο κομιστής των όποιων αντικειμένων που απαιτούσε ο άρχοντας.

Στην εποχή μας έχει επικρατήσει ο όρος «εργαζόμενος», ο οποίος ουδέ μία σχέση έχει με τον «εργάτη». Διότι, ο εργάτης παράγει άμεσο αποτέλεσμα επί μακρόν με καταβολή μόχθου, ενώ ο εργαζόμενος θεωρείται οιοσδήποτε μετέχει εργασίας ως επαγγελματίας απασχολούμενος (με τη σύγχρονη ερμηνεία της λέξης, της κοινής «απασχόλησης»). Η εργασία είναι, όντως, ένας εκ των τομέων που συνιστούν ένα έργο, σύμφωνα με την δεύτερη ερμηνεία του έργου, όπως την παρέθεσα στην πρώτη παράγραφο, εκείνης της έννοιας δηλαδή που υποδηλώνει το αποτέλεσμα που παράγεται από εργάτες. Όμως, η διαφορά είναι σημαντική: ενώ το έργο απαιτεί την συμμετοχή εργατών για να παραχθεί, ετούτο δεν σημαίνει αυτόματα πως όποιος μετέχει στην παραγωγή του έργου είναι απαραίτητα εργάτης. Για να μην μπερδευτούμε, θα το αναλύσω με τη βοήθεια παραδείγματος.

Έστω ότι το έργο που παράγεται ονομάζεται «δρόμος». Η παραγωγή του έργου απαίτησε μόχθο ή αλλιώς στην κοινή καθομιλουμένη «ιδρώτα» (κάματο). Αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως κάματος παράγεται από κάθε μας κίνηση -συνειρμός που αφορίζει τα πάντα, μιας και πρέπει να πληρωνόμαστε επειδή προφανώς ζούμε (κινούμαστε)-, ο κάματος στην εργασία κλιμακώνεται σταδιακά και ανάλογα με το πόστο του κάθε μετέχοντα. Έτσι, οι άνθρωποι που ανεβαίνουν στις σκαλωσιές ή σκάβουν με τα φτυάρια (κλπ.) καταναλώνουν καθημερινά σημαντικές ποσότητες εσωτερικής ενέργειας σε μηχανικό έργο, σε αντίθεση πχ. με τους μηχανικούς, τους οδηγούς ή τους τεχνίτες. Εκείνος που καταναλώνει τεράστια ποσά ενέργειας είναι εργάτης, σε αντίθεση με τον καλουπατζή ο οποίος είναι τεχνίτης, τον επιβλέποντα μηχανικό ο οποίος είναι επιστημονικό προσωπικό, τον λογιστή ο οποίος ανήκει επίσης στο επιστημονικό προσωπικό κλπ.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι η έννοια εργάτης δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη του εργαζόμενου. Διότι εργαζόμενος μπορεί να είναι και ο τραπεζίτης, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο πωλητής, ο μουσικός, ο ιερέας κλπ. Εφόσον κάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό, μπορούμε να μπούμε στο βασικό και ουσιαστικό νόημα του άρθρου, την περιβόητη και πολυσυζητημένη «εργατική τάξη».

Στο προηγούμενο άρθρο έδωσα μία βασική προσέγγιση της «μεσαίας τάξης» η οποία έχει έντεχνα ταυτιστεί με την εργατική. Όμως, στη σύγχρονη ιστορία (δηλαδή στη διασπορά των υπηρεσιών στην κοινωνία), η εργατιά απαντά στα «κατώτερα» στρώματα, σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινωνικές διαστρωματώσεις που ο αγρότης ήταν πραγματικά ισχυρός. Σήμερα, μπορούμε να μιλάμε για την εργατική τάξη του γκαρσόν, του delivery, του καταστηματάρχη, του δασκάλου κλπ. Όλοι αυτοί, όμως, ανήκουν στον εργασιακό τομέα κι όχι στον εργατικό. Όπως ανέφερα παραπάνω, στον εργασιακό τομέα ανήκουν όλοι όσοι μετέχουν μισθωμένων εργασιών, θέσεων και υπηρεσιών. Η υποβάθμιση της έννοιας της εργασίας (παραγωγή έργου κοινωνικών παροχών) και η –μοιραία- βαθμιαία σημασιολογική σύμπτωση της εργασίας με την εργατιά, ήταν στην ουσία και ο καταποντισμός του φέροντος αισθήματος των εργατικών κινημάτων και ο εννοιολογικός ενταφιασμός κάθε προσδοκίας για κοινωνική αποκατάσταση της «εργατικής» τάξης.

Στην εισαγωγή του «Κεφαλαίου» του Μαρξ σε απόδοση Μαρξ Κάουτσκυ, υπάρχει το εξής σχόλιο από τον Μπερνάρ Σω:

«Ακόμη ήταν μόδα πριν από εικοσιπέντε χρόνια ανάμεσα στους Άγγλους σοσιαλιστές, να ισχυρίζονται πως έχουν διαβάσει σωστά τον Καρλ Μαρξ και το φημισμένο του έργο «το Κεφάλαιο». Τον διάβασα πραγματικά, μόνο για να ανακαλύψω, πως αυτό το βιβλίο δεν περιέχει ούτε μία πρόχειρη λέξη για το αντικείμενο του σοσιαλισμού. Δεν λογαριάζω τον Μαρξ ούτε ανάμεσα στους Γερμανούς συγγραφείς, ούτε ανάμεσα στους συγγραφείς καμίας εθνικότητας. Ανήκει στον Διεθνισμό και η πολεμική του κραυγή είναι ‘αντιαστοί όλων των χωρών ενωθείτε στον αγώνα!’. Ο κόσμος οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Μαρξ για την περιγραφή του του εγωισμού και της βλακείας αυτής της αξιοπεριφρόνητης μεσαίας τάξης, που λατρεύεται στην Αγγλία και στη Γερμανία, και «το Κεφάλαιο» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία, που αλλάζουν το νου του ανθρώπου, όταν κατορθώνει να το χωνέψει σωστά».

Χαρακτηριστικά στο σχόλιο του Σω είναι τα εξής σημεία κατά την προσωπική μου άποψη: ερμηνεύει «το κεφάλαιο» ως διδασκαλία προς τους αντιαστούς κι όχι προς τους εργάτες ή τους αστούς του μόχθου, και αναφέρεται στον βλακώδη εγωισμό (ιδιοτέλεια) της μεσαίας τάξης που τόσο πάσχει από την ιδεοληψία του κατ’ επίφασην σοσιαλισμού και της φαντασιακής αλληλεγγύης, όπως περιέγραψα στο προηγούμενο κείμενο «εμείς η μεσαία τάξη…». Φυσικά, η παρατήρηση του Σω για την μεσαία τάξη της Αγγλίας και Γερμανίας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να αναχθεί ποιοτικά -εύκολα και όχι ιδιαίτερα επισφαλώς- στα χαρακτηριστικά της σημερινής διεθνούς μεσαίας τάξης, η οποία και αποτελεί εξαγωγικό πολιτικό-κοινωνικό προϊόν, από το πυθάρι της εσωτερικής κοινωνικής οργάνωσης των παραπάνω χωρών προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Διότι με την υπάρχουσα αντίληψη περί εργασίας και εργατικής τάξης (στην πραγματικότητα εργασιακής), εργάτης (εργαζόμενος) είναι και ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Αρχιεπίσκοπος, ο Πρόεδρος του ΟΗΕ, ο εφοπλιστής και πλοιοκτήτης πετρελαιοφόρων κλπ. Εκεί καταντήσαμε με την διαρκή και έντεχνη έκπτωση των εννοιών. Να μην ξέρουμε τι αντιμαχόμαστε και γιατί το αντιμαχόμαστε. Γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε σε ποια πλευρά ανήκουμε, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε -ζαλισμένοι από την αναζήτηση- στον βολικό, βλακώδη και ανενεργό/ουδέτερο χυλό από ιδιοτελή ανθρωπόμορφα συστατικά, εκείνον της «μεσαίας τάξης».

Η αντίδραση των εγχώριων media στην παγκόσμια οικονομική κρίση θυμίζει τη γνωστή παροιμία «κι η μυλωνού τον άντρα της». Όπως ακριβώς η εγχώρια αστική τάξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μεγιστάνες ενώ πρόκειται για απλούς μεγαλομπακάληδες…»
( Από το ένθετο περιοδικό «ΕΙΚΟΝΕΣ» της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ» / τεύχος Νο.347 της 19.10.08 )
*= άλλες ετυμολογικές αναλύσεις θέλουν το υπηρετώ παράγωγο των υπό και ερέτης, δηλαδή υπό του κωπηλάτη στα αρχαία πλοία. Προσωπικά βρίσκω την ερμηνεία αυτή αδύναμη, όμως το γενικό νόημα παραμένει το ίδιο, δηλαδή η υπακοή στις προσταγές του αρχηγού.

Εμείς, η μεσαία τάξη…

8 Σχόλια

Από την ιστοσελίδα www.cartoonstock.com
μέσος average
επίθ ουδ / θ / α μέσος, μέση, μέσο [‘mesos, ‘mesi, ‘meso]
1 μεσαίος
μέσο μέγεθος
2 μέτριος
μέσο επίπεδο
3 κοινός
ο μέσος πολίτης
ο μέσος όρος (+γεν)
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
υψηλός μέσος όρος ηλικίας

Αυθορισμός:

Ας προσπαθήσω να προσεγγίσω τη «μεσαία τάξη» με βάση τον ορισμό του προσδιορισμού «μέσος».

Σύμφωνα με τον ορισμό Νο1, λοιπόν, πρόκειται για το μέσο μέγεθος, το συχνότερα εμφανιζόμενο, εκείνο που μπορεί να βολέψει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Κι όντως, βολικά αοριστολογικό, ευκόλως παρεξηγήσιμο και παρανοήσιμο, επιδέχεται χαλάρωση με τη χρήση σαν ένα κοινό ρούχο, μα και δύναται να υποστεί στένεμα με πιθανό απρόσεκτο πλύσιμο. Εύκολα μετατρέπεται από μέσο σε μεγάλο μα και σε μικρό, ανάλογα με το πώς θα το χρησιμοποιήσει και συντηρήσει κανείς.

Ο ορισμός Νο2 παραπέμπει σε ποιοτικό μέγεθος: «μέτριος». Αυτό είναι δυνατό να το προσεγγίσουμε είτε εμπειρικά, με βάση τις αισθήσεις , όπως πχ λέμε ένας μέτριος καφές, είτε ιδεατά και αισθητικά, όπως πχ. λέμε «μέτρια απόδοση του έργου». Η πρώτη περίπτωση προσεγγίζει την πρώτη ερμηνεία, δηλαδή του μέσου μεγέθους, μιας και η εμπειριοκρατία σχετίζεται με την ανάλυση ποσοτικών μεγεθών. Στην πραγματικότητα ο μέτριος ταυτίζεται ποσοτικά με τον μέσο, μιας και ο έχων κατά νου το μέτρο (μέτριος), πάντα προσεγγίζει μία -μαθηματικού τύπου- πιθανολογική ποσοτική τιμή.

Ο ορισμός Νο3 είναι η σύνθεση των ορισμών Νο1 και Νο2, και προσαρμογή τους στα μέτρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Δηλαδή, η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των κοινωνικών στρωμάτων, ασχέτως με την οπτική γωνία που εμείς κάθε φορά επιλέγουμε ως όψη παρατήρησης. Από τα αρχαία χρόνια υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ της άρχουσας τάξης (πχ. γαλαζοαίματων) και των «κοινών» (ορισμός Νο3) θνητών. Βέβαια, αυτή η ιστορία βολεύει εξίσου και τους «κοινούς» θνητούς, καθώς φαίνεται να τους εξισώνει (ψυχολογικά) με τους «κοινούς μη έχοντες» της κάθε εποχής, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρχει για εκείνους κατώτερη τάξη, αλλά μόνο μέση και ανώτερη (η μεσαία αναλαμβάνει το ρόλο της κατώτερης καταργώντας τα νοητά όρια μεταξύ των). Ετούτη όμως η διαπίστωση, είναι καί μαθηματικώς άστοχη. Το μέσο και το ανώτερο προϋποθέτουν την ύπαρξη κατώτερου, οπότε και μεσαίο θεωρείται το σύνολο τιμών (τομέας, τμήμα) που περιέχονται μεταξύ οριακών τιμών, με τις οποίες και εμφανίζει αντίστοιχα συσχετισμούς αμφίδρομων ανισοτήτων [μεγαλύτερο από (>) και μικρότερο από (<)].

«Εμείς η μεσαία τάξη είμεθα η μόνη τάξη

με έντιμη συνείδηση, εθνική.

Παρασυρόμενοι όμως απ’ τις άλλες τάξεις,

στα νοήματα μα και στις πράξεις,

δίνουμε χροιά πολιτική:

Για όλα φταιν οι γκόμενες…

Κι όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη

θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει,

να γίνει άρχουσα δηλαδή…

Στην κλειδαρότρυπα στημένη με το χέρι στην τσέπη

χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει,

όμως την εμποδίζει ένα κλειδί!»

(Οι γκόμενες, Δήμος Μούτσης)

Αυτοκριτική:

Στην πραγματικότητα εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η «μεσαία» τάξη συμμετέχει στο έγκλημα από κοινού με την άρχουσα τάξη, προσπαθώντας να παγιώσει τη θέση της στην ελίτ των -μερικώς ή επαρκώς- προνομιούχων της ανθρωπότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σπανίως κοιτά προς τα κάτω, μα και όταν κοιτά, στην ουσία ρίχνει λοξές ματιές μέσα από καθρέφτες ώστε να βλέπει και τον εαυτό της στη συνολική εικόνα. Έτσι, καθώς παρακολουθεί έναν συνάνθρωπο να πεθαίνει της πείνας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, η μεσαία τάξη σπεύδει να οικειοποιηθεί το γεγονός, διαδηλώνοντας πως «μας αφήνουν να πεθάνουμε στο πεζοδρόμιο», την ώρα που ένα κομμάτι ψωμί κι ένα παλαιό ρούχο θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφικές κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις.

Αυτοβιολογία:

Στην πανίδα, και ιδιαίτερα στα θηλαστικά, υπάρχουν χαρακτηριστικοί τρόποι να οριοθετούνται οι κεκτημένες, με βάση την φέρουσα ισχύ, περιοχές. Έτσι, πχ. οι σκύλοι ουρούν στις γωνίες, και οι λεοπαρδάλεις στα δέντρα, ώστε να δηλώσουν το αφιλόξενο της περιοχής σε πιθανό εισβολέα. Εισβολέας στο ζωϊκό βασίλειο είναι οποιοσδήποτε διεκδικεί δικαίωμα στα αντικείμενα ορέξεως των βασικών ενστίκτων (τροφή, αναπαραγωγή). Τόσο το δικαίωμα στην τροφή, όσο και στην αναπαραγωγή (αναζήτηση και δελεασμός συντρόφου) αποτελούν τα κύρια αίτια της αποκτήσεως ισχύος σε όλη την πανίδα, και φυσικά στη ζωώδη φύση του ανθρώπου.

Ας μη μας ξεγελά η αντίληψη πως ο ανταγωνισμός αποτελεί την πηγή της νόησης και των επιστημών, καθ’ ώς θέλουν διάφοροι «ειδήμονες» πολιτικών και οικονομικών επιστημών να μας παρουσιάσουν. Η ανώτερη νόηση, τουλάχιστον με τη σύγχρονη μορφή της, οφείλεται στον συναγωνισμό και στην άμιλλα, όταν και η ισχύς της ομάδας καθίσταται σκοπός των ατόμων, κι όχι η αντίστοιχη ισχύς των ιδίων αυτοσκοπός (ιδιοτέλεια). Ο ανταγωνισμός (φυσική επιλογή) είναι το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης του οργανισμού, όταν εκείνος προσπαθεί να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση, περνώντας σταδιακά από αμοιβάδα σε θηλαστικό. Όταν αρχίσει αυτή η διαδικασία να ολοκληρώνεται και σχηματιστεί το σύνολο του αυτόνομου οργανισμού, περνάμε στο επόμενο στάδιο, την κοινωνικοποίηση, που αποτελεί μεταβατικό στάδιο για το μεθεπόμενο, την πολιτικοποίηση (φυσικά άσχετο σαν όρος με τη σημερινή του έκπτωση). Στο στάδιο της κοινωνικοποίησης, μετέχω σε μία αγέλη ώστε να υπηρετήσω τις επιταγές της επιβίωσή μου (ένστικτο) με περισσότερες αξιώσεις (συναντάται με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στο ζωϊκό βασίλειο, κι ως εκ τούτου δεν αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου). Στο στάδιο της πολιτικοποίησης, μετέχω μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής ομάδας, με σκοπό την εξέλιξή της ως ενιαία οντότητα. Πρόκειται φυσικά για ακόμη μία παρερμηνεία της Αριστοτέλειας θεώρησης: «άνθρωπος όν πολιτικόν», που ουδεμία σχέση εμφανίζει με την πολιτική ως επιστήμη ή ως επάγγελμα, αλλά αντίθετα αφορά μία μετακοινωνική στάση ζωής.

Αυτοπροσδιορισμός:

Έπειτα από την μικρή παραπάνω εισαγωγή, που είχε ως στόχο την κατάδειξη της οριοθέτησης της περιοχής της «μεσαίας τάξης» μέσω των δικών της «ανθρωποκοινωνικών ούρων», και φυσικά προσπάθεια επέκτασης της αυτής περιοχής προς κάθε δυνατή κατεύθυνση προσβλέποντας σε αύξηση ισχύος έναντι των «ανταγωνιστών», μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως νόημα του παρόντος κειμένου. Εκείνοι που πραγματικά εκμεταλλεύονται την κατώτερη τάξη είμαστε εμείς: η μεσαία τάξη. Είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, που βολεμένοι σε ένα σύστημα μηνιαίας φοροείσπραξης έχουμε δημιουργήσει και συντηρούμε ένα κοινωνικό πλαίσιο εσωτερικής ισχύος (κοινωνικής εντροπίας) μέσω της σύγχρονης πολιτικής έκφρασης, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες που εκμεταλλευόμαστε την αμέσως κατώτερη από εμάς τάξη, φαινόμενο χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας κάθε οργανισμού.

Κι όντως, με μία ματιά στην κοινωνία που μας περιβάλλει, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι τα πάντα σχεδιάζονται με σκοπό την συντήρηση της μεσαίας τάξης, κυρίως γιατί βολεύεται τόσο η άρχουσα τάξη, όσο και η μεσαία, αφήνοντας στο περιθώριο την κατώτερη, ώστε να δημιουργείται και ταυτόχρονα να καλύπτεται μερικώς ή συνολικά η ψευδαίσθηση της ισχύος. Όλες οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών σταθμίζονται με βάση το μέσο εισόδημα (μισθός). Οι υποδομές αναπτύσσονται με βάση την ποσότητα των μεσοταξικών πληθυσμών μιας κοινωνίας. Η μόρφωση σχετίζεται με τα ήθη και τις ανάγκες της εκάστοτε μεσοταξικής κοινωνίας. Οι μαφίες αναπτύσσονται κυρίως ως μεταβατικό στάδιο από τη μεσαία προς τις ανώτερες τάξεις (πχ. εμπόριο ναρκωτικών, σωματεμπορία κλπ.), και στη συνέχεια παγιώνονται σε εκείνες. Το πραγματικό χρήμα διακινείται στις μεσαίες τάξεις, καθώς στις ανώτερες κυριαρχεί η χρηματοπίστωση. Άλλωστε, η ψευδαίσθηση της ισχύος είναι εκείνη που ωθεί κυρίως τη μεσαία τάξη στη χρηματοπίστωση, καθώς τα πρότυπα των ισχυρών μελών είτε υπερπροβάλλουν την ύλη και την φαινόμενη ισχύ της κατανάλωσης, είτε διαφημίζουν τη χρηματοπίστωση ως το εισιτήριο για την ανώτερη τάξη. Κι αν κανείς θέσει το εύλογο ερώτημα: «μα φυσικό δεν είναι τα πάντα να οριοθετούνται με βάση το μέσο;», προφανώς δεν έχει κατανοήσει ούτε κατά σημείο στίξεως το παρόν κείμενο. Διότι, αν πάρουμε το παράδειγμα της μεσότητας στον οικονομικό τομέα, τότε όλοι θα έπρεπε να μοιραζόμαστε εξίσου όλα τα αγαθά. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, είναι ότι ορίζουμε αξιακά και δογματικά ποιο είναι το μέσο, χρησιμοποιώντας για τον προσδιορισμό του μέσου συγκεκριμένα μαθηματικά για επιλεγμένους τομείς της ζωής, και χρεώνουμε τις ζωές των ανθρώπων με «μέσες» υποχρεώσεις, χωρίς να τους παραχωρούμε τα αντίστοιχα «μέσα» δικαιώματα.

Αυτοαφορισμός:

Τα κύρια άρθρα του συντάγματος μας υποχρεώνουν -ως πολιτικά όντα- στη διαφύλαξη του δικαιώματος στη ζωή. Κι εγώ ρωτώ ως απλός αδαής άνθωπος: «με τι σχετίζεται άμεσα το δικαίωμά στη ζωή;». Προφανώς, σε ζωϊκό επίπεδο, με τροφή και υγεία (στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα). Από τη στιγμή που η τροφή και η υγεία μου αποτελούν -πλέον και αποκλειστικά- εμπορικά προϊόντα και επαγγελματικές υπηρεσίες (αγορά), είναι τουλάχιστον ειρωνικό (ώς και παράλογο) να υπάρχει αυτό το άρθρο στο σύνταγμα, χωρίς να μου παρέχεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα, ώστε να ικανοποιούνται οι παραπάνω ανάγκες. Κι όμως, εμείς η μεσαία τάξη, είμαστε η μόνη τάξη με έντιμη συνείδηση εθνική, ώστε να αντικρίζουμε έναν μισοπεθαμένο στο πεζοδρόμιο και να του φωνάζουμε «σήκω Λάζαρε, μάζεψε τα σάπια σου κρέατα από το πεζοδρόμιο και πάτησε γερά στα καλαμοπόδαρά σου να διεκδικήσεις το δικαίωμα στη ζωή», όταν στην πραγματικότητα το δικαίωμά του αποτελεί ήδη δική μας υποχρέωση, εξαιτίας της σύμβασης που δημιουργήσαμε για να εξυπηρετεί πρωτίστως εμάς. Πώς; Σε μία προσπάθεια να μην χάσουμε το – με κληρονομικό τρόπο- κεκτημένο δικαίωμα στην ισχύ.

Αυθεπίλογος:

Σύμφωνα με τον εμπνευστή λοιπόν του σοσιαλισμού Καρλ Μαρξ, το δίκαιο αποτελεί μέτρο εφαρμογής της ισχύος, από τους δυνατούς προς τους αδύναμους. Βέβαια, ό,τι δηλώσει ο καθείς είναι, οπότε και μπορούμε να αναλύουμε φιλολογικά επ’ άπειρον την φέρουσα ταξινόμηση της κοινωνίας και ποιος είναι αδικημένος ή αντίστοιχα ευνοημένος. Πριν αγγίξω τα όρια της αοριστολογίας και του αφηριδεασμού, παραμένει άποψή μου, ότι ακόμα και αυτοί οι φιλόσοφοι, για άλλο πράγμα μιλούσαν και φυσικά άλλο καταλάβαμε. Αυτή είναι άλλωστε και η μοίρα των φιλοσόφων: να δημιουργούν δυσνόητες και πολύπλοκες για εμάς (τη μεσαία τάξη= μέτρια, σε αντίληψη προσθέτω προσωπικά και σύμφωνα με τον ορισμό Νο2) παρατηρήσεις, τα γνωστά από την αρχαιότητα «καινά δαιμόνια».

Σε μία προσπάθεια παραγωγής αποφατικού επιλόγου, θα καταλήξω λοιπόν στο μη επιθυμητό, φαινομενικώς εξωγήινο και άκρως αντικοινωνικό συμπέρασμα: εμείς η μεσαία τάξη είμαστε η χειρότερη των τάξεων, διότι αποτελούμε έναν ομοιογενή χυλό από πεπερασμένες ιδιοτέλειες που κρύβονται πίσω από ιδεολογικές μάσκες, περίτεχνα χρωματισμένες με «νομοθετικά πινέλα» και «λογικές παλέτες» αδιαμφισβήτητης επιστημονικής «αντικειμενικότητας», την ίδια ώρα που η επιστήμη αδυνατεί να ορίσει το αντικειμενικό… Κι όσο κάποιος θα μας απλώνει το χέρι για να διεκδικήσει ένα ξερό κουλούρι, εμείς θα ανταπαντάμε με τόνους συγγραμμάτων, θεωριών της οικονομικής επιστήμης και πολιτικο-κοινωνικών προσεγγίσεων, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να αποφύγουμε το μοίρασμα της ιδιο-κτησίας μας με εκείνους που κληρονόμησαν ιδιο-ακτησία, προβάλλοντας πάντα ως υπαίτιους εκείνους -εξ’ ημών- οι οποίοι τυγχάνει να αναπτύσσουν αυξημένη ισχύ μέσω της σύννομης (χρυσι-) χρησι-κτησίας. Μα πάνω από όλα θα αποφεύγουμε να κοιτάξουμε τον απέναντι στα μάτια, τοποθετώντας ταχύτατα και πρόχειρα ένα γιγαντιαίο αναλόγιο με τόνους βιβλιογραφίας ακριβώς στη θέση που συναντώνται τα βλέμματα.

Εμείς,η μεσαία τάξη…

Γυναίκα της σελήνης…

4 Σχόλια

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα

Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία»

Το φίδι σχίζεται στο βράχο με τη σμέρνα…


Η εισαγωγή του ποιήματος-έπους «Γυναίκα» του Νίκου Καββαδία μας δίνει μία πρώτη εικόνα της γυναικείας φύσης, όπως αυτή ζωγραφίζεται από τα πινέλα της παράδοσης ανά τον κόσμο. Διότι, αν προσπαθήσει κανείς να περιφράξει τη γυναικεία φύση μέσα σε εμπειρική γνώση, θα υποπέσει στο παράδοξο του στερεομετρικού πλέον κυβισμού της σφαίρας, που αποτελεί το αμέσως επόμενο στάδιο της επιστημονικής προκλήσεως που ονομάζεται: γεωμετρικός τετραγωνισμός του κύκλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι μάταιο να ορίσουμε τη φύση του ανθρώπου εμπειριοκρατικά, λησμονώντας πως κάθε τέτοια διαδικασία φτάνει σε ένα οριακό σημείο που αφορά το σύνολο των καταγεγραμμένων εμπειριών.

Στο έργο του Καββαδία, λοιπόν, που παραθέσαμε, ας θεωρήσουμε τη γυναίκα ως το γλάρο που στέκεται άτρομος στην κορυφή του φοβερού σαρκοβόρου, που βγήκε στην επιφάνεια της θάλασσας. Αντί να πανικοβάλλεται στη θέα της φοβερής δύναμης που αποτελεί το φόβο και τρόμο της γύρω κοινωνίας, στέκει αγέρωχη, παιχνιδίζει και μαζί του. Ίσως και να το αγνοεί επιδεικτικά, τονίζοντάς του σιωπηλά  του ότι θα αποτελεί γι’ αυτήν ένα απλό κομμάτι βράχου, μέχρι εκείνη να αποφασίσει διαφορετικά. Έπειτα, πετά και απομακρύνεται σα να μη συμβαίνει τίποτα.  Ίσως, πάλι, να σκεφτούμε τη γυναίκα σαν τη θάλασσα που χαϊδεύει το πτερύγιο του σαρκοβόρου. Που αποτελεί πηγή ζωής του σαρκοβόρου, το οποίο την εισάγει στα σπλάχνα του ανοίγοντας τα βράγχια του, για να την κάνει ανάσα, ζωή. Το κύμα που περνά πάνω από τον καρχαρία είναι η κινητήριος δύναμη που δίνει ζωή στη θάλασσα. Η δύναμη της γυναίκας… Εκείνη που ώθησε την Ιουδήθ να σώσει το λαό της κατά την πολιορκία της Βοτυλουά από τους Ασσύριους.

Ο θρύλος λέει πως η Ιουδήθ παρείσδυσε τη νύχτα στο στρατόπεδο των Ασσύριων και φόνευσε  αποκεφαλίζοντας τον στρατηγό Ολοφέρνη, αφού πρώτα τον ξελόγιασε με την ομορφιά της. Άλλοι μύθοι θέλουν να τον μέθυσε με γεύμα από το πεντάγευστο τυρί και κρασί της φυλής της, καρατομώντας στη συνέχεια το ζαλισμένο από τη μέθη κεφάλι. Σε κάθε περίπτωση σκοπός ήταν ο «αποκεφαλισμός» του ιδίου, αλλά και -μεταφορικώς- του συνολικού στρατού του. Η γυναίκα λοιπόν που νίκησε τους στρατούς. Εκείνη η δύναμη που πηγάζει από τα σπλάχνα της και εμφανίζεται σε μύθους όλου του κόσμου: «αλλού σε λέγανε Γιουδήθ εδώ Μαρία»… Η δύναμη που συνδυάζει την πονηρία του Όφη που ξελόγιασε τον Αδάμ, ταΐζοντάς τον με τον καρπό της Γνώσης, και το δίπτυχο επιθετικής ισχύος και αυτοπεποίθησης της Σμέρνας. Ο Όφις και η Σμέρνα -σύμφωνα με θρύλους- ανταμώνουν κάποια ανατριχιαστική πανσέληνο και σμίγουν, ζευγαρώνοντας ηδονικά σε κάποια αμμούδα της παραλίας («Το φίδι σχίζεται στο βράχο με τη σμέρνα…»). Η σελήνη σε όλη την διάρκεια της ιστορίας συμβολίζει τη γυναικεία φύση μέσα από την ποίηση και τις τέχνες. Πιο συγκεκριμένα, συμβολίζει την ενδόμυχη αρχέγονη φύση της, εκείνη που όταν αποκαλύπτεται, ταράζει τους ωκεανούς της πλάσης, προκαλώντας σεισμούς και παλίρροιες, που καθώς φαίνεται σε εμάς να είναι καταστροφικοί, είναι εν τούτοις η πηγή της ζωής μας πίσω στους αιώνες. Γυναίκα: η πηγή δημιουργίας του άνδρα. Για χάρη της έφτιαξε πολιτισμό, να την ζεστάνει, να τη χορτάσει. Στο απορημένο βλέμμα του ανθρώπου που κατακλύζεται από έκδηλη διαχρονική αμηχανία, καθώς προσπαθεί να  ανακαλέσει τις προαιώνιες βιωματικές του μνήμες στο αντίκρυσμα του παιχνιδίσματος της Γυναίκας («σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει«), εκείνη του αποκρίνεται:


«Τί με κοιτάς; Να σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες:

Στην άμμο απάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει

τη νύχτα που θεμέλιωναν τις πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.

Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν

Ανάμεσα σ’ ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό

έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.»


Έτσι, μπορούμε να δημιουργήσουμε μία συνολική εικόνα της αλληγορίας των στίχων του ποιητή. Όταν η γυναικεία φύση ολοκληρώνεται (πανσέληνος της γυναίκας), σμίγει η αρχέγονη δύναμη επιρροής επί του άνδρα (Όφις), με την σπαρακτική επιθετική ισχύ, η οποία εξαπολύεται μόλις κάποιος την πληγώσει και της ερεθίσει το ένστικτο της επιβίωσης (Σμέρνα).

Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα  «τί είναι επιβίωση για τη γυναίκα;». Στο προηγούμενο κείμενο έδωσα μία πρώτη αίσθηση της μητριαρχίας, ως προς το τί σημαίνει για τη συνέχεια της ίδιας της ζωής, πώς οι κοινωνίες συσπειρώνονται γύρω από την επιβίωση του θηλυκού, και γιατί δημιουργήθηκε το ανδρικό υπερπρότυπο πλειοδοσίας της γυναικείας φύσης. Όμως, το κέντρο της ζωής δεν είναι η γυναίκα καθ’ αυτή, αλλά εκείνο που αυτή φέρει στα σπλάχνα της, η γή της. Η σελήνη μας δεν έχει νόημα ύπαρξης δίχως τη Γη γύρω από την οποία περιφέρεται, τη Μήτρα της, μέσα στην οποία δημιουργείται η ζωή. Είναι πάντοτε στραμμένη με το πρόσωπο προς τη Γη της, πότε κοιτάζοντας τον Ήλιο της κατάμματα επειδή αυτός ευθυγραμμίστηκε με τη Γη (έκλειψη σελήνης για το τέκνο), και πότε γυρνώντας του την πλάτη αφιερώνεται στην πολύτιμή της Γη (έκλειψη Ηλίου για το τέκνο). Βέβαια, όλα τα παραπάνω εκλαμβάνονται με δεδομένη την πνευματικότητα των μύθων της  ανθρώπινης ιστορίας , δηλαδή της παραδόσεως, η οποία είχε κυρίαρχο δομικό ρόλο  αξιακής εδραίωσης  των κοινωνιών, από την αρχή της ιστορίας μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα. Τότε, κυριάρχησε η θεωρία υπέρ της γνώσης, το αποτέλεσμα υπέρ της πηγής, το σύμπτωμα υπέρ της αιτίας. Κι ενώ η πηγή μας είναι μέσα μας και μέσα στην ιστορία μας, εμείς βγαίνουμε έξω μας και ταυτόχρονα έξω από την  ίδια την ιστορία μας , εστιάζοντας στην φαντασίωση της «αντικειμενικής ματιάς».

Στις μέρες μας, λοιπόν, η έννοια της παραδοξότητας αποτελεί πλέον πάγιο και αναφαίρετο νόμο της εμπειριοκρατικής επιστήμης μας, καθιστώντας στη συνείδηση του άνδρα το φαινόμενο «σεληνιακή γυναίκα» πιο ορθολογικά παράδοξο από ποτέ , μα και στην ίδια την καρδιά της γυναίκας πιο βιωματικά ξένο από ποτέ . Κι ετούτο, γιατί ο άνδρας  μεν τρομαγμένος, μα και καταβεβλημένος, από την  ήττα του που αποκαλύφθηκε με την εγγενή αδυναμία της περίφημης «Σωκρατικής αγνωσίας», εγκλωβίστηκε στην βολική μα παγερή φυλακή του «φαινομενικώς γιγνώσκειν»· η γυναίκα δε, έμαθε να σκέφτεται και να συμπεριφέρεται σαν προ-Σωκρατικός άντρας, νεο-εισερχόμενη στο σκοτάδι της ανωτέρω αγνωσίας. Το φυλικό δίπολο «διά αφής περιπλανώμενο» στο σκοτάδι της θεωρίας, κατέληξε στο Ζενίθ του κόσμου της επιστημονικής γνώσης, όπου βρέθηκε εκτεθειμένο στο πολικό ψύχος, μα έμεινε ταυτόχρονα έκθαμβο στο αντίκρυσμα του εντυπωσιακού οπτικού φαινομένου της πολικής νύχτας. Έτσι, καί οι δύο απώλεσαν τη «σεληνιακή γυναίκα» από τη ζωή τους, παγωμένοι, μαρμαρωμένοι, μαγεμένοι από το πνευματικό Βόρειο Σέλας, την οφθαλμαπάτη του φαλλοκρατικού «οίδα»…


«Το χέρι σου που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου

Για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν μ’ ορίζει…»

Η μητριαρχική ανδροκρατία

4 Σχόλια

Εδώ και αιώνες, υπάρχει μία πεποίθηση πως η κοινωνία του ανθρώπου είναι πατριαρχική, μέσα από τις δομές των συνόλων που εκείνος οργάνωνε. Η πεποίθηση αυτή βασίζεται κυρίως σε ένα σύνολο από χαρακτηριστικά κοινωνικού χαρακτήρα, που φαίνεται να φέρουν τα άτομα αρσενικού φύλου σε πλεονεκτική κοινωνική θέση έναντι του θηλυκού. Επί της πεποίθησης αυτής θα προσπαθήσω να  παραθέσω κάποιες σκέψεις, από την οπτική γωνία φυσικά ενός ανθρώπου που ερευνά κι αναζητά την αλήθεια της ιστορίας, αν και εφόσον είναι δυνατόν εκείνη να αποκαλυφθεί.

Η «επιβολή» της οργανωτικής ισχύος του αρσενικού φύλου σε οικογένεια και κοινωνία ονομάστηκε φαλλοκρατία ή ανδροκρατία. Παρότι η συναισθηματική εντύπωση των λέξεων που χρησιμοποιούνται , φαίνεται να παρουσιάζει κυρίαρχα στίγματα αλήθειας προς την κατεύθυνση της παραπάνω κοινής πεποίθησης, είναι άκρως παραπλανητικοί. Αυτό προκύπτει καταρχήν από την φιλολογική ανάλυση των παραπάνω λέξεων. Κάθε λέξη/ιδιότητα που λήγει σε «-κρατία», δεν ερμηνεύεται ως η επικράτηση του πρώτου συνθετικού της, αλλά αντίθετα  ερμηνεύεται ως η χρησιμοποίηση του πρώτου συνθετικού  της, ως μέσο επιβολής στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο αναφέρεται. Για να γίνει ευκολότερα αντιληπτό παραθέτω κάποια στοιχεία προς την κατεύθυνση αυτή: Αριστοκρατία δεν  είναι το σύστημα στο οποίο κυβερνούν οι άριστοι άνθρωποι, αλλά εκείνο στο οποίο η διαχείριση της κοινωνίας γίνεται με βάση το πρότυπο του αριστεύειν. Αντίστοιχα, στη θεοκρατία δεν έχουμε άμεση διακυβέρνηση από τον θεό (!), αλλά οργάνωση της κοινωνίας με βάση τα πρότυπα του θεΐσμού.  Στο ίδιο σκεπτικό αξιοκρατία δεν συμπίπτει με την κυβέρνηση από άξιους, αλλά με την παραδοχή ενός θεσμικού πλαισίου αξιακών κανόνων. Η τρομοκρατία ταυτίζεται  με την ισχυροποίηση μέσω διασποράς του αισθήματος τρόμου. Έτσι, δεν κυβερνά ο τρόμος καθ’ αυτός, απλώς εκείνος αποτελεί το μέσο επιβολής των κανόνων. Ακόμα, δημοκρατία δεν είναι το σύστημα διακυβέρνησης από το λαό, αλλά η οργάνωση της κοινωνίας με βάση το  πολιτικό πρότυπο του δήμου (πολιτεύεσθαι). Τέλος, στρατοκρατία ή μιλιταρισμός δεν είναι η διακυβέρνηση ενός κράτους ΑΠΟ το στρατό (άλλωστε τί  ακριβώς είναι στρατός; πρόκειται για αφηρημένη έννοια που δηλώνει  οργανωμένες ένοπλες μάζες), αλλά η διακυβέρνηση ΜΕ ΧΡΗΣΗ στρατιωτικής ισχύος. Πρόκειται, αντίστοιχα, για την ουσιαστική ποιοτική διαφορά μεταξύ της μοναρχίας και της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Παρότι καί στις δύο τίθεται στην κορυφή ο βασιλεύς, στην πρώτη κυβερνά άμεσα ο βασιλεύς, στην δεύτερη κυβερνά το οργανωτικό πρότυπο του δήμου, που επιβλέπεται σε διαδικαστικό επίπεδο από τον βασιλέα.

Έτσι, αρχίζουμε να μπαίνουμε στο νόημα του τί έστιν ανδροκρατία ή φαλλοκρατία. Και εάν, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποζητούσαμε μία έννοια που να υποδηλώνει την  ισχύ του ανδρικού φύλου στις κοινωνίες, θα την ονομάζαμε ανδραρχία  ή φαλλαρχία μεταφορικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε τη χρήση της λέξεως ανδροΚΡΑΤΙΑ. Τό τί ακριβώς σημαίνει η συγκεκριμένη ορολογία θα εξετάσουμε αμέσως παρακάτω. Εδώ, αξίζει να αναφερθούμε και στον όρο μητρι-αρχία, όπου δεν  «άρχει» η γυναίκα, αλλά η μητέρα. Πρόκειται για ένα είδος άτυπης οργανωτικής εξουσίας, όχι περί του θηλυκού, αλλά με βασικό δόγμα την ιδιότητα της μητρότητας. Θυμίζω ότι όλες οι γυναίκες δεν είναι μητέρες. Αντίστοιχα, στην πατριαρχία έχουμε συγκέντρωση οικογενειακής οργανωτικής ισχύος στο πρόσωπο του πατέρα, κι όχι του ανδρός γενικά στην κοινωνία. Παρότι οι διαφορές είναι λεπτές, είναι εντούτοις ουσιαστικές.

Από τα αρχαία ακόμη χρόνια, επικράτησε ο όρος ανδρεία σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, που έφτασε εκφυλισμένος μέχρι τις ημέρες μας. Έτσι, πχ. στη σύγχρονη αγγλική και συνάμα διεθνή man σημαίνει άνδρας αλλά και άνθρωπος, όπως και mankind σημαίνει ανθρωπότητα. Αντίστοιχα η λέξη man-ner σημαίνει τρόπος συμπεριφοράς. Το ίδιο στη γαλλική, με τη λέξη homme να προσδιορίζει το φύλο μα και την ανθρώπινη ιδιότητα. Άνδρας ήταν πάντοτε  επί της ουσίας μία υπερβατική έννοια που αποτελούσε το νοητό πρότυπο λειτουργίας του ανδρικού φύλου στην κοινωνία, που περιγράφονταν με συγκεκριμένα συναισθηματικώς αφηρημένα κι ορθολογικώς αόριστα χαρακτηριστικά, όπως γενναιότητα, τιμιότητα, σωφροσύνη κλπ. Ουδέποτε ζητήθηκε από γυναίκα να μετέχει του ανδρικού προτύπου, ουδέποτε και της επιβλήθηκε αντίστοιχο γυναικείο πρότυπο. Το πώς και το γιατί  είναι ερωτήματα που αφορούν ένα ολόκληρο κεφάλαιο και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνονταν τα δύο φύλα τους αρχέγονους ρόλους τους στον ρου της ιστορίας. Επιστρέφοντας στο θέμα: η ανδροκρατία ήταν ένα καλούπι ανδρικής συμπεριφοράς με στόχο την υποταγή του άνδρα κι όχι της γυναίκας, ώστε να επιτελείται κάποια αναγκαιότητα της κοινωνίας. Έτσι εξηγείται και το γιατί οι ιστορικοί επιμένουν ότι η ιστορία του ανθρώπου βασίζεται στη μητριαρχία καθόλο το χρονικό εύρος της, είτε εκείνη ήταν φανερή είτε υποβόσκουσα. Η ιστορία των οργανωμένων κοινωνικών συνόλων βασίζεται, δηλαδή, στο εξής «παράδοξο»: αναπτύσσει τις κοινωνίες μητριαρχικά, εμφανίζοντας μία ανδροκρατική αντίληψη.

Η εκκεντρικότητα της ανθρώπινης ιστορίας επικεντρώνεται στη χρήση ενός ανδρικού υπερπροτύπου , εγκλωβίζοντας τον άντρα στον εκάστοτε ρόλο που του αναθέτει η αρχέγονη μητριαρχία. Έτσι,  πχ. σε μία ακραία μορφή έκφρασης του υπερπροτύπου, εκείνος υποχρεώνεται σε «εκούσια καταναγκασμένη» θυσία προκειμένου να αποτρέψει τον εχθρό να πλησιάσει το κέντρο της μητριαρχίας, δηλαδή το πυρηνικό ζεύγος μάνας-τέκνου. Σε τελική ανάλυση, η ανδροκρατία εκφράζονταν κυρίως με την εσκεμμένη υπερτόνιση  επιλεγμένων πρότυπων ιδεατών συμβόλων, με στόχο την εξυπηρέτηση της φυσιολογικά μητριαρχικής κοινωνίας.

Εδώ, βέβαια, μπαίνει το θέμα του απολυταρχισμού που ισχύει σε πολλές κοινωνίες και σχετίζεται με τον περιορισμό της γυναίκας στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Π.χ. Μία πιθανή εξήγηση για τη χρήση της ισλαμικής μπούργκας, για την οποία και ελέγχεται σήμερα ο ισλαμισμός από τον δυτικό πολιτισμό, θα μπορούσε να είναι η εξής: ότι οι γυναίκες, όταν ίσχυσε ο νόμος για πρώτη φορά, αποδέχτηκαν-συμβιβάστηκαν με μία λύση που δίνει δικαιότερη κατανομή των ανδρών, όταν μέχρι τότε ο ανταγωνισμός δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στις οικογένειες, στις οποίες και βασίζονταν η διαιώνιση του είδους, αλλά και εσωτερικές ισορροπίες των κοινωνιών.  Δεν αποτελεί επιστημονική εξήγηση σε καμία περίπτωση, αλλά στα πλαίσια της ιστορίας είμαστε υποχρεωμένοι να την εξετάσουμε. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλά από τα παράδοξα της κοινωνίας  αναπτύσσονται και συντηρούνται μεταξύ ομόφυλων συγγενών (μάνα- κόρη, γιος- πατέρας κλπ.). Έτσι, πχ. στην εποχή των παπούδων μας, οι γιαγιάδες ήταν περισσότερο αυστηρές στην κοινωνική συμπεριφορά της κόρης τους, από ότι ο ίδιος ο παππούς, μιας και στην ουσία ήταν βιωματικοί γνώστες του ανδροκατικού μοντέλου, σύμφωνα με το οποίο κατά κάποιο τρόπο «βολεύτηκαν».

Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός, πως κατά καιρούς συνέβησαν φοβερά εγκλήματα κατά της γυναίκας, κυρίως εξαιτίας της συσσωρευμένης ψυχικής ορμής του καταναγκασμένου άνδρα. Όμως, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως η συνολική ιστορία είναι ένα προμελετημένο υπεραιώνιο έγκλημα κατά της γυναίκας. Πολύ περισσότερο δε, αν ρίξουμε μία ματιά στο μεγαλύτερο έγκλημα κατά του θηλυκού φύλου σε όλη την ιστορία, την τυποποίησή της στη μορφή της μετα-βιομηχανικής γυναίκας.

Η σύγχρονη γυναίκα, βίωσε την απεξάρτηση από το σύστημα της μητριαρχικής ανδροκρατίας, που εκείνη «έστησε» κατά το παρελθόν. Όμως, αυτή η απεξάρτηση δημιούργησε μία νέα  κοινωνική συνθήκη, κατά την οποία κλήθηκε να προσαρμοστεί -μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα- σε ένα σύστημα φαλλοκρατικών αξιών που δεν είναι δυνατόν να την εκφράζουν, μιας και οργανώθηκε με βάση πρωτίστως την «διά εξαίρεσης εύνοια» της αυτής φύσης. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να κάνουμε μία ανθρωπο-φυσιο-λογική διαπίστωση (που σχετίζεται με μία λογική ανάλυση της ανθρώπινης φυσιολογίας). Η φυσιολογία της γυναίκας επιβάλλει τη διατήρηση του μέγιστου δυνατού  αριθμού ατόμων του φύλου της σε ένα κοινωνικό σύνολο.  Η διαπίστωση αυτή προκύπτει  από την αναλογική δυνατότητα αναπαραγωγής των φύλων σε ένα κοινωνικό σύνολο. Έτσι, μία γυναίκα  μόνη σε ένα σύνολο αντρών (πολυανδρία) μπορεί να καθίσταται έγγυος μία φορά το έτος περίπου φέρνοντας στην κοινωνία 1 ως και 3 νέα μέλη. Αντίστοιχα, ένας  άντρας σε μία κοινωνία γυναικών  (πολυγαμία) μπορεί να δημιουργήσει μία ολόκληρη πόλη σε ένα έτος.  Αυτή διαφορετικότητα στη φυσιολογία  που εκφράζεται με δυσαναλογία στην παραγωγικότητα μεταξύ πολυγαμίας και πολυανδρίας, επιβάλλει την ύπαρξη υποσυνείδησης για τη διάσωση του μεγαλύτερου δυνατού μέρους του γυναικείου πληθυσμού σε ένα κοινωνικό σύνολο.Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται η ζωή του άντρα σε δεύτερη μοίρα από πλευράς συνέχισης της ζωής, ιδιαίτερα σε αρχαιότερες κοινωνίες, που η επιβίωση ήταν πρωταρχικός και κύριος στόχος. Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορεί και η τέχνη μέσω ενός από τους μεγαλύτερους μύθους της αρχαιότητας, εκείνου των Αμαζόνων, κατά τον οποίο ο άντρας ήταν χρήσιμος στην κοινωνία των Αμαζόνων μόνο προς αναπραγωγή.

Τώρα, λοιπόν, καλούνται τα δύο φύλα να απορρίψουν την απλή λογική  έκφραση του ενστίκτου της συνέχειας της ζωής, μπροστά στην πρόκληση της ισότητας που διακηρύχθηκε με την επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά τα οποία η μονάδα είναι το μέτρο σύγκρισης. Ξαφνικά, για πρώτη φορά στην ιστορία, η γυναίκα μετέχει του στρατού και των επικίνδυνων εργασιών, και μάλιστα με περίσσιο κομπασμό επί του κατορθώματος. Εδώ, αξίζει να κάνουμε άλλη μία διαπίστωση: η ιστορία μας έχει δείξει ότι κατά τη διάρκεια πολέμου, οι όμηροι άνδρες συνήθως εκτελούνται από τον εχθρό, οι γυναίκες αντίστοιχα υφίστανται βιασμούς , όμως σε μεγάλο βαθμό επιβιώνουν. Η διαφορετικότητα αυτή, παρότι είναι τραγική και στις δύο περιπτώσεις, μας παρέχει ένα ακόμη στοιχείο του πως αντιλαμβανόμαστε τη γυναικεία ύπαρξη και φύση, ακόμα και μέσα από καταστάσεις έντονου στρες και φρίκης, σε σχέση με εκείνη του αντρός.

Η αλλοτροίωση της γυναικείας φύσης στις μέρες μας, δεν άφησε, ούτε και συνεχίζει να αφήνει φυσικά ανεπηρρέαστο τον άντρα. Έτσι, ο έχων ρόλο έστω και σε υποσυνείδητο προτυπικό επίπεδο, τον οποίο κληρονόμησε με βάση την παράδοση και την βιωματική παιδεία, μένει ξαφνικά κομπάρσος, έχοντας πάντα σα δεδομένο ότι ο ρόλος αυτός έχει νόημα σε συγκεκριμένο «έργο»…  Με τόνο ευθυμίας να διερωτηθώ: είναι δυνατόν να πάρεις έναν ηθοποιό από μία θεατρική παράσταση, να τον απομονώσεις και να του πεις «παίξε τον ρόλο μόνος σου»;. Πρέπει να ανασκουμπωθεί, να αυτοσχεδιάσει και να λησμονήσει την θεατρική παράσταση, όπως τουλάχιστον ήταν το συνολικό έργο. Ακόμα χειρότερα, είναι δυνατόν να πεις σε έναν ηθοποιό να παίξει τον Ρωμαίο, έχοντας ήδη παραδώσει προς ερμηνεία τους διαλόγους του Ρωμαίου στην ηθοποιό που υποδύεται την Ιουλιέττα; Σε πρώτη φάση λοιπόν έρχεται η κοινωνική σύγχιση, ο πανικός ευρέσεως νέας κοινωνικής προσωπικότητας και το σοκ της αποκάλυψης της εγγενούς αδυναμίας ανταπόκρισης στην πρόκληση. Αφού, δε, ξεπεράσει το πρώτο σοκ προτυπικής απορρύθμισης, ακολουθεί το δεύτερο στάδιο: την αποδοχή της πατριαρχικής γυναικοκρατίας, κατά την οποία παραδίδει τον πρώτο ρόλο στην καλπάζουσα ορμητική γυναίκα,  γλιτώνοντας πρόσκαιρα από την κατάρα των φαλλοκρατικών δεσμών.

Ας κοιτάξει λοιπόν ο καθένας μέσα του αλλά και γύρω του να αναρωτηθεί: «σήμερα τα πρότυπα  ατομικής και κοινωνικής λειτουργίας και συμπεριφοράς δεσμεύουν τον άντρα ή κυρίως την γυναίκα η οποία πρέπει να ανταποκριθεί σε περισσότερους των έναν ρόλους;». Κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για ενοποίηση των φύλων και unisex φύση. Εδώ όμως έχουμε αντίθετο αποτέλεσμα: την σχιζοφυλία και την δημιουργία multisex προσωπικοτήτων, φαινόμενα κατά τα οποία ο άνθρωπος χτίζει κοινωνικούς χαρακτήρες και συναισθηματικές λειτουργικές δομές, εμφανίζοντας διαφυλικούς ρόλους , ανάλογα με την εκάστοτε περίσταση.

Τρία γράμματα η ιστορία…

5 Σχόλια

Η φωτό είναι δανεισμένη από την ιστοσελίδα http://www.tear.gr

(…)

Γύρισε ο νέος στο σπίτι, μα ευθύς μόλις άφησε τη σάκα με τα βιβλία στο τραπέζι, έτρεξε να συναντήσει τον κυρ- Αντώνη. Του είχε μεγάλη αδυναμία, από τότε που ήταν παιδί ακόμη. Τον θυμάται κοκκαλιάρη, ηλιοκαμμένο, μα πάντα με ένα φαρδύ χαμόγελο στα χείλη, λες και πάλευαν τα δόντια να ξεφύγουν από τα ούλα και να βγουν στον αέρα, να ροκανίσουν λίγο ήλιο… Μεγάλη του αδυναμία η γης του κυρ- Αντώνη. Την πάλευε, την γύριζε ανάσκελα, της έχωνε στα σπλάχνα το σπόρο και την έφερνε ξανά στα σύγκαλά της. Μόλις το χώμα ξεκουράζονταν από την πάλη με τον γεωργό, έπινε λαίμαργα το νερό που κέρδισε με μόχθο και πόνο. Ευθύς αμέσως, δυνάμωνε και φούντωναν οι φλέβες του, σαν το χέρι του παλαιστή, έβγαζε ρίζες και μοσχοβολούσε, ως και σε τρόμαζε καμία φορά αυτή η δύναμη της ζωής.

§

Μεγάλη αδυναμία του είχε ο Νικόλας του κυρ-Αντώνη. Όταν ήταν μικρός, το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές για να προλάβει να αλέσει τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρουδιές, τις γεύσεις, μα πάνω από όλα την αφή, και να τα κάνει τροφή του λογικού. Όταν λοιπόν, ρωτούσε τον πατέρα του για μικροπράγματα που κάθε παιδί θέλει να μάθει, εκείνος -πολλά παιδεμένος στη ζωή- του αποκρίνονταν:

– «Θα τα μάθεις στο σκολειό. Τράβα να κυνηγήσεις τους φίλους, να σε κυνηγήσουν, να φας λίγο χώμα, να ταΐσεις… Έτσι γίνεσαι άντρας! Τα γράμματα θέλουν καθισιό. Κατάρα το καθισιό! Τράβα να κοιμηθώ μια στάλα!»

Έτρεχε ο μικρός να παίξει με τα άλλα τα παιδιά. Στα τρία πρώτα βήματα ματώνανε τα γόνατα. Στα επόμενα πέντε κοκκινίζανε και τα χέρια. Στο τέλος δε μένανε όρθιοι μήτε μύτες, μηδέ πισινοί… Έβλεπε ο κυρ -Αντώνης το χαμό κι έτρεχε να μαζέψει το νέο από τη μάνητα των λυκόπουλων!

– » Έλα δω, πάλι μπλέκεσαι με δαύτους! Τί τα θες παιδί μου; Εσύ έχεις ξυράφια στο μυαλό και πούπουλα στο σώμα. Το κορμί σου μαδημένο, μα ο νους σου κόφτει σαν το διαμάντι!«

Έπαιρνε το οινόπνευμα και το βαμβάκι και περιποιούνταν την πληγή. Έσκουζε ο νέος και τραβιόταν, μα ο αγρότης του έδινε κουράγιο.

– «Σαν τί θωρείς πως είν’ ο πόνος, Νικόλα; Βδέλλα είναι που πιάνεται από τη σάρκα και  τρέφεται με ψυχή, το αίμα της σάρκας που βγαίνει απ’ το σκώτι της ζωής. Μα  να θυμάσαι καλά , ο πόνος είναι στο μυαλό, παιδί μου κι έχεις νιονιό ξουράφι. Τον κόφτεις και τον κομματιάζεις,  σαν  μόνο το θελήσεις! Σφίξε τα δόντια, δούλεψε τα ξουράφια, ξαναβάζω!«

§

Από τότε θυμάται ο Νικόλας τον κυρ-Αντώνη. Από τότε τον έχει σαν πατέρα, πνεματικό, σαν τους ασκητές, που αγάπη γυναίκας δεν έζησαν, μα αγάπησαν και για τη γυναίκα μαζί.

Έφτασε ο νιός στο σπίτι του κυρ-Αντώνη:

– «Εεεε! κυρ-Αντώνη… είσαι μέσα; Άνοιξε να σε δω μια στάλα. Έφερα και γλυκό κεράσι από τη μάνα μου, εκείνο που σου αρέσει!«

Ο κυρ-Αντώνης άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε με το τεράστιο χαμόγελο στο κατώφλι:

– «Καλώς το αρχοντόπουλο με το καλό πεσκέσι! Έλα Νικόλα, κάτσε, πιες… Και πες μου τί σού ‘μαθαν σήμερα στο σχολείο;«

Έβρισκε ευκαιρία ο γεωργός και μάθαινε από τον νέο. Γίνονταν εκείνος μαθητής κι ο νέος έλαμπε σαν το κερί της Ανάστασης, σαν έβλεπε στα μάτια του γέρου το θαυμασμό. Τού ‘λεγε ο έφηβος για γράμματα, για μακρινές πολιτείες… Τού ‘λεγε για γη και ουρανό, για μόρια και πλανήτες. Σύμβολα τού ‘δειχνε της αριθμητικής και παγκόσμια ιστορία. Άκουγε ο γέρος για χλώρια, πίνακες, ωκεανούς, Ναπολέοντες και ηλεκτρόνια κι έπαιρνε μπρος η κούτρα του. Μα σαν έκανε ν’ αρπάξει ο κινητήρας, σα βραχυκύκλωμα τον έπιανε κάτι, και τον έλουζε κρύος ιδρώτας.

– «Κάτσε παιδί μου, ήρεμα. Περίσσεια μεγάλο το κεφάλι μου, μα γέμισε φτυαριές και τσαπίσματα, μπολιάσματα και σπορά. Πού ‘νά βρω χώρο εγώ για δαύτα; Αγάλι – αγάλι! να φεύγει μια φτυαριά, να μπαίνει ένα λεκτρόνιο, να φεύγει ένα τσάπισμα, να μπαίνει ο Ναπολέως. Άλλως, βλέπω την κούτρα μου… πώς τό ‘πες εκείνο το ωραίο;… Βατερλώ; Αυτό!«

Γέλασε ο Νικόλας με το αστείο του κυρ-Αντώνη:

– «Κυρ- Αντώνη, ξέρεις πως τα γράμματα πολύ τα αγαπώ, μα πάνω από όλα τη σοφία σου. Σαν ανοίγεις το στόμα σου να μιλήσεις, παραμερίζουν Φυσικές, Χημείες, Ιστορίες και Μαθηματικά, όπως οι  λαμπροί, μορφωμένοι ιππότες, σαν περνά από μπροστά τους ο γερο-Βασιλιάς! Σειρά σου τώρα να μου πείς, το λόγο εσύ να πάρεις.«

Έχω μια σφήκα στο μυαλό μου «, συνέχισε, «που συνεχώς στριφογυρνά, πού και πού ρίχνει κι από καμιά τσιμπιά. Τη σφήκα μου τη λέν «ζωή». Τί είναι τούτο το μυστήριο, πούθε έρχεται, πού πάει; Γιατί σαν ρώτησα το δάσκαλο στο σχολειό, μου αποκρίθηκε πως τα γράμματα περιγράφουν τη ζωή. Σαν το πινέλο που βουτά στου ουράνιου τόξου τα χρώματα. Και ζωγραφίζουν στο χαρτί του μυαλού… Κάθε ζωγράφος και διαφορετική ζωγραφιά, άλλα χρώματα… Πώς να ζωγραφίσω τη δική μου; Έφαγες τη ζωή με το κουτάλι…μουτζούρωσες, έβαψες, έσβησες, όλα τά ‘κανες. Απ’ τα λόγια σου κρέμομαι!«

Έξυσε το άτριχο της κορυφής ο κυρ- Αντώνης, φύσηξε, ξεφύσηξε, άπλωσε ένα χαμόγελο και αποκρίθηκε του νέου:

– «Πολλά ζητάς να βρείς κι είμαι κι εγώ  της ζωής φτωχός, όπως κάθε άνθρωπος πλούσιος μα και πεινασμένος, δυνατός μα και καλαμοπόδαρος. Μάθε λοιπόν ότι η ζωή είναι μια θάλασσα ευτυχίας. Κάθε κουφάρι ακουμπά και αρπάζει μία στάλα, ευθύς γίνεται άνθρωπος… μα τόσο μπορεί να χωρέσει, μία στάλα! Μια στάλα το λοιπόν άρπαξα κι εγώ και τη μοιράστηκα με τη γη, τον ουρανό, ανθρώπους και ζα. Γιατί, άκου καλά, μεθαύριο εσύ θα είσαι το απλό κουφάρι, και θα  διαλέξει να τη μοιραστεί μαζί σου το δεντρί, το στάρι, ο κάμπος, τα πουλιά, τα αγρίμια…«

§

– «Μια μέρα, καθώς περνούσα απ’ το χωριό, είδα έναν ξένο με το λαγούτο του, καθισμένο σε μία γωνιά στην πλατεία. Πάντα μου άρεσε το τραγούδι, μα η φωνή μου ήτανε μόνο για να διώχνει αγρίμια και κοράκια! Έτσι, την άφησα να τραβήξει μόνη της το δρόμο της και το ριζικό της. Πού και πού μερακλώνω και το ρίχνω στο χορό και το τραγούδι. Αλοίμονο σε εκείνον που θα σιμώσει!«

– «Ο ξένος το λοιπόν, είχε αηδονήσια φωνή, κι άρχισε να λέει ένα τραγούδι. Άνοιξαν τα στήθια μου και η ψυχή μου πέταγε και χόρευε με τους ήχους. Του ζήτησα να μου το γράψει, κι ας μην ξέρω να πολυδιαβάζω, σαν τύχει κανείς να το θελήσει, να το έχει με την ευκή μου. Νά παρ’ το! Αν θες, κι έχεις υπομονή στα αυτιά, θα σου το τραγουδήσω, μπας και σου αρέσει κι εσένα…«

Άνοιξε ο Νικόλας το χαρτί κι άρχισε να διαβάζει. Μεράκλωσε κι ο γέρος κι άρχισε να το σιγοταγουδά:

«Εγέννησεν η Άβυσσος ένα σακάτη κόκκο

και μες τ’ αθώα χείλη του εμφύσησε μια λέξη.

Τρία ρημάδια γράμματα… το γιο της μην παιδέψει!

Φτωχός ο έρμος στο μυαλό την σκέφθηκε σαν παύλα…


Μεγάλωνε και θρέφονταν του κόκκου η ευθεία

κι ο κόκκος μας μεγάλωνε, να! μοιάζει με πλανήτη!

Γίνηκε κόσμος ξάστερος. Η ευθεία νά ‘χει σπίτι.

Της μάνας ήτανε θύμηση, του Χάους ελεγεία.


Καθώς ο νους μεγάλωνε την σμίλευε με τέχνη,

μα σαν σφιχτά την έπλαθε γινότανε τελεία…!

Λευκό χαρτί ‘που έβλεπε, το πέζευε στ’ αστεία

Στο ρήμα δίπλα χώνουνταν του λόγου να μετέχει.


Μα το χαρτί επίπεδο, τα γράμματα μεγάλα

Και η κοιλιά της θέριευε, στην κόλλα δε χωρούσε

Ήθελε να’ μπει στο μυαλό, αυτό που την θωρούσε

Έδωκε σάλτο, το λοιπόν, χώθηκε στην κεφάλα!


Ήτανε πλέον έφηβη, μα λάτρευε παιχνίδι

Έρημο λόγο ‘πού ‘βρισκε, του έστηνε καρτέρι

του έβαζε τρικλοποδιά και τού ‘στριβε το χέρι

Αντί στο στόμα μυγδαλιά, ο λόγος, ροκανίδι!


Και ζούσανε αυτοί καλά: ο κόκκος κι η τελεία

Πότε ο κόκκος άνοιγε, γινότανε στεφάνι,

πότε η στίξη φούσκωνε τον κόκκο να ζεστάνει.

Κίνησαν τρία  γράμματα να φτιάξουν ιστορία…»

§

-«Τράβα τώρα στο σπίτι σου» του παρήγγειλε ο γέρος. «Η μάνα σου φτιάχνει φαγητό για τρείς, κι όχι για δύο! Τράβα να φας, να ακονίσεις τα ξουράφια της κεφαλής σου. Εδώ είμαι εγώ, σαν με πεθυμήσεις, δε χάνομαι!»

Ο Νικόλας πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ο ήλιος έλαμπε πάνω από το κεφάλι του, αλλά και μέσα στην καρδιά του.

(…)

Ο Δρόμος

4 Σχόλια

… ο κυρ-Αντώνης κοίταξε τον νέο πονετικά. Δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το σωστό, μα πιο δύσκολο να ξεχωρίσει το λάθος. Έστρεψε το βλέμμα κατά τον ορίζοντα, εκεί που σμίγει ουρανός, βουνό και θάλασσα και έβγαλε γλυκιά φωνή να πει το παραμύθι:

“Νικόλα, παιδί μου, η φύση γύρω μας ορίζει, μα όσο την βλέπουμε με μάτια και αυτιά, ευθύς θα μας περιορίζει. Επιστήμη πολλή δεν ξέρω, μήτε και φιλόσοφος είμαι, μα άκου πως βλέπω εγώ τον άνθρωπο και το δρόμο του Θεού και βγάλε κρίση…»

«Τους δρόμους τους φτιάχνουμε από υλικά της φύσης, όπως φτιάχνει ο Θεός το σώμα του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι είναι χαλικόστρωτοι, με χοντρά και λεπτά χαλίκια, που σκορπίζουν σιγά σιγά με το πάτημα και τη βροχή. Γεμίζουν γούρνες και λασπόνερα. Το χαλίκι είναι παιδί του νερού και του αέρα, ανέμελο, ανεμοσκορπισμένο. Ακολουθάει το ρέμα μέχρι να το φέρει στα χέρια του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι, πάλι, είναι από πλίνθους που όμορφα λάξευσε ο μάστορας. Οι στράτες αυτές είναι συμπαγείς και καθαρές κι αντέχουνε στη μάνητα της βροχής και του αέρα. Μα θέλουνε περίσσεια τέχνη και μόχθο, και το κούτελο να μη χωρίζει από τον ίδρωτα, ένα να γίνονται ο μόχθος και η σκόνη. Οι πλίνθοι είναι παιδιά του βουνού και της γης, στέρεα και δυνατά. Ορυκτά τα λεν και είναι στην καρδιά του όρους. Για να τα πάρει ο άνθρωπος, βάζει το χέρι βαθιά μέσα στο στήθος του βουνού, και κόβει κομμάτι-κομμάτι την καρδιά, όπως το όρνιο τα σπλάχνα του Προμηθέα.»

«Μα ο πιο αγαπημένος δρόμος, στα πόδια του ανθρώπου, είναι η άσφαλτος. Σμίγει τη γη με το νερό και το βουνό με τον αέρα, τα στοιχειά που παλεύουν αιώνια ποιο θα φάει το άλλο. Έφτιασε ο άνθρωπος την τέχνη κι η τέχνη το τσιμέντο από τα σπλάχνα της γης. Έσμιξε χαλίκι, νερό, τσιμέντο και τα άπλωσε ανακατωμένα, αγκαλιασμένα στη γης. Η άσφαλτος είναι το παιδί του Ανθρώπου.»

«Κάπως έτσι είναι και ο άνθρωπος. Έφτιασε ο Θεός το δρόμο του από νερό κι αέρα. Τον έπιανε με τα χέρια και τον έπλαθε, μα ρευστό το υλικό, ξέφευγε και πιτσιλούσε την Παράδεισο. Καθάριζε ο Θεός την Παράδεισο και σκέφτουνταν, πώς να φτιάξει το δρόμο Του. Τότε, πύκνωσε το χαλίκι και το έφτιασε γη, δυνατή και στέρεη. Μα σαν άνοιξε το στόμα να παινέψει το έργο του, αρχίνισαν να μαλώνουν η γη και το ρευστό, σα μικρά παιδιά που αποζητάνε την πρωτιά του στερνού γιου, του αγαπημένου. Είδε κι απόειδε ο Θεός, κι έπιασε δυο φούχτες, μια από γη και μια από νερό. Πήρε από την Παράδεισο λίγη λάσπη, Ψυχή την είπε, και κόλλησε χαλίκι και βροχή σε μία μορφή, τον Άνθρωπο.»

«Από τότε, οι άνθρωποι πότε έχουν πολύ χαλίκι, πότε πολύ νερό και πότε πολλή λάσπη. Οι πρώτοι στέρεοι και αμετακίνητοι, περιμένουν καρτερικά να τους φάει η βροχή και ο αέρας, ο καιρός. Οι δεύτεροι ρευστοί, εύπλαστοι αλλάζουν συνεχώς μορφή, μα με το πρώτο δυνατό χτύπημα σκορπάνε, γυρνά ο χάλικας στη γη, και το νερό στον ποταμό, και μένει η λάσπη ξέμπαρκη να ξεροψήνεται στον ήλιο, μέχρι να γίνει χώμα και νερό και να ακολουθήσει τα αδέρφια της. Οι τρίτοι, σκέτη ψυχή, όπου αγγίξουν πέτρα και νερό το κάνουν Άνθρωπο, περίσσεια η λάσπη στο κορμί τους. Μα, σαν μένουν μόνοι τους, ζητά η λάσπη να γυρίσει στην Παράδεισο, γιατί ο ήλιος απλώνει την ηλιαχτίδα -μαστίγιο της φαίνεται- και την μαστιγώνει, σαν την μάνα που κουνά επιδεικτικά, με μάνητα  το καλαμόξυλο στο χέρι, υποχρεώνοντας το παιδί να το γυρίσει στο σπίτι. Βαρύ το χρέος να ζει κανείς σα λάσπη ανάμεσα σε χάλικες και στάλες.”

(…)

Απλά μαθηματικά…

5 Σχόλια

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όταν πατήσαμε για πρώτη φορά στο Δημοτικό, το πρώτο πράγμα που είδαμε γραμμένο στον μαυροπίνακα μετά το ανατριχιαστικό σύρσιμο της κιμωλίας πάνω του ήταν

1+1=2

και

1-1=0<=> 1=1 ”

Πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε και πήγαμε στο Γυμνάσιο, όπου η ίδια ανανεωμένη διαδικασία μας είπε ότι

α+α=2α

και

α-α=0<=> α=α, όταν α ανήκει στους πραγματικούς αριθμούς. ”

Αργότερα, η άποψη εμπλουτίστηκε εκ νέου με την προσθήκη των πολυπαραγοντικών εξισώσεων:

Α+Α=2Α

και

Α-Α=0<=> Α=Α”, όπου πχ. Α= χ+2ψ+3ζ, όπου χ,ψ,ζ ανήκουν στους πραγματικούς αριθμούς. “

  • Ποιό όμως το νόημα της εξίσωσης;

  • Ποιό το πραγματικό νόημα του συμβόλου «0»;
  • Τί είναι το 1 και τί το άλλο 1;

  • Υπάρχει ποτέ Α ίδιο με άλλο Α στη φύση της απόλυτης διαφορετικότητας;

  • Ένα σύνολο πολύπλοκων ποιοτικών μεταβλητών (προσέξτε τη λέξη που χρησιμοποιείται εύστοχα στα μαθηματικά) χ,ψ,ζ,… προκαλούν ίδια Α στον ρεαλισμό της τρίτης εξίσωσης;

—————————————————

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΜΕΓΕΘΩΝ

Λέμε: 1τομάτα + 1τομάτα=2 τομάτες.

Είναι ίδιες όλες οι τομάτες; Όταν πηγαίνετε στην λαϊκή αγορά, επιλέγετε τις τομάτες;

  • Αν ναι, τότε:

1(τομάτα)+1(τομάτα)’ = 2 (τομάτες)“

,όπου η τομάτα, τομάτα’, τομάτα” είναι τρεις διαφορετικές έννοιες με κοινά χαρακτηριστικά. Η έννοια τομάτα” περιλαμβάνει απλώς την αισθητική πλευρά της επιλεκτικού τύπου ομοιότητας (και όχι ισότητας) μεταξύ των εννοιών τομάτα και τομάτα’. Η διαφορά μεταξύ ομοιότητας και ισότητας είναι κυρίως ποιοτική. Το μαθηματικό μοντέλο θεωρεί ότι ισότητα είναι η ομοιότητα δύο μεγεθών/σχημάτων με βαθμό ομοιότητας (ζουμ στη σύγχρονη γλώσσα) ίσο με τη μονάδα. Οπότε και επιστρέφουμε στο θεμελιακό ερώτημα επιπέδου δημοτικού: ποιά μονάδα; Δηλαδή ποιό είναι εκείνο το ποιοτικό χαρακτηριστικό που θεωρούμε μέτρο σύγκρισης και θεμελιακό μέγεθος, στην πραγματική αξία της τομάτας;

  • Αν όχι, τότε: συγχαρητήρια! μόλις πήρατε απολυτήριο γυμνασίου, σύμφωνα με τις διαπιστευμένες γνώσεις του οποίου α+α=2α, δηλαδή τα α είναι όλα ίδια μεταξύ τους φυσικά μεγέθη.

———————————————

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑΣ

Ας επιστρέψουμε όμως στην έννοια της μεταβλητής… Το νόημα του παράγοντα στα μαθηματικά είναι ότι εκείνος είναι πάντα μεταβαλλόμενος. Σε κάθε άλλη περίπτωση ονομάζεται σταθερά, που στα μαθηματικά -ως η μητέρα των επιστημών- δεν έχει πραγματικό νόημα. Άλλωστε, κυρίαρχο ρόλο στα σύγχρονα μαθηματικά παίζει ο διαφορικός λογισμός στον οποίο κάθε σταθερό μέγεθος μηδενίζεται, και ο ολοκληρωτικός λογισμός στον οποία κάθε σταθερά μετατρέπεται σε μεταβλητή.

Παράδειγμα παραγώγισης: fx= 2(x)^2+3 => f’x=4x

Παράδειγμα ολοκλήρωσης: Fx=2x+3=>fx=x^2 + 3x + c (το c παραλείπεται ερμηνειολογικά ως σταθερά με την έννοια μεταβλητού αόριστου μεγέθους)

Βέβαια, κάποιος εύστοχα θα πει ότι η παράγωγος του 2χ είναι σταθερός αριθμός, δηλαδή 2. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι το 2 δεν αποτελεί πλέον φυσικό μέγεθος, αλλά ρυθμό μεταβολής, οπότε και στην ουσία αποτελεί “εκδημοτίκευση” των μεταβλητών μεγεθών και μετάφρασή τους σε φυσικά. Αυτός είναι και ο λόγος που η “αντίστροφη” διαδικασία (ολοκλήρωση) δεν καταλήγει ευθέως στο αρχικό αποτέλεσμα που είχαμε πριν την παραγώγιση. Η διαφορά μεταξύ παραγώγισης και ολοκλήρωσης είναι πως το πρώτο αναζητά το ρυθμό μεταβολής με βάση οποιαδήποτε αρχική τιμή, ενώ το δεύτερο αναζητά την πραγματική απόκλιση από κάθε πιθανή τιμή, με βάση το δεδομένο ρυθμό μεταβολής.

Ας πάμε στο παράδειγμα της αγοράς:

πΧ. προχθές η τομάτα κόστιζε 2,30 ευρώ το κιλό

εχθές κόστιζε 2,40 (2,30+0,10)

σήμερα κοστίζει 2,50 (2,30+0,20)

Η συνάρτηση που προκύπτει άμεσα είναι πως η τιμή της τομάτας είναι

fx=2,30 + 0,10x, όπου 2,30 η αρχική τιμή της στο σύστημα μέτρησης, 0,10 η ημερήσια ανατίμηση και x ο αριθμός των ημερών που περνούν από την ημέρα της αρχικής τιμής (προχθές στην προκειμένη περίπτωση).

Ο ρυθμός μεταβολής είναι Fx=0,10 και εκφράζει ευρώ/ημέρα ως παράγωγος της παραπάνω εξίσωσης (αναμενόμενος ρυθμός μεταβολής σύμφωνα με την απλή λογική).

Αντίστροφα, γνωρίζοντας μόνο την παράγωγο (ρυθμό μεταβολής) τα μαθηματικά δεν μπορούν να δώσουν (στερείται νοήματος) ευθεία απάντηση στο πόση ήταν η τιμή της εχθές (χρειαζόμαστε και την απόλυτη τιμή της σε μία τυχαία ημέρα).

Fx=0,10 => fx= 0,10x.

Η ολοκλήρωση ερμηνεύεται ως εξής: με βάση το συγκεκριμένο μαθηματικό μοντέλο γνωρίζεις ,οποιαδήποτε ημέρα, πόση ήταν η διαφορά (διακύμανση) είχε σε πραγματική τιμή (χρήματα) από οποιαδήποτε άλλη μέρα στην οποία ίσχυε το μοντέλο αδιάκοπτα (πχ. Πριν από x=3 ημέρες η διαφορά ήταν 0,10*3 δηλαδή 0,30 λεπτά).

Το “όμορφο” του διαφορικού/ολοκληρωτικού λογισμού είναι ότι απορρίπτει τη λογική των σταθερών μεγεθών, προσπαθώντας να γίνει πιο ρεαλιστικός. Ομοίως, η ολοκλήρωση “βλέπει” τα σταθερά μεγέθη ως μεταβλητά, δίνοντας ζωντάνια πίσω από παγιωμένες/α έννοιες/μεγέθη. Με άλλα λόγια η παραγώγιση και η ολοκλήρωση ασχολούνται με τις έννοιες των μεταβλητών, και όχι με σταθερές ποσότητες, τις οποίες «απορρίπτουν» ως μηδενικές και μεταβλητές αντίστοιχα.

Η βασική εννοιολογική διαφορά μεταξύ παραγώγισης και ολοκλήρωσης έχει ώς εξής:

  • Η παραγώγιση μελετά επιμέρους τμήματα dx που τείνουν να προσεγγίσουν το μηδέν (όσο το δυνατόν μικρότερα, ώστε να κατανοήσουμε τις τάσεις της ολότητας. Στο παραπάνω παράδειγμα, είχαμε ημερήσιες (το dx ήταν ισοδύναμο με μία ημέρα) αναλύσεις τιμών προκειμένου να κατανοήσουμε τη λογική της ανατίμησης της τομάτας συνολικά-διαχρονικά (σε μεγάλο εύρος χρόνου με βάση τα δεδομένα μας). Δηλαδή, βλέπουμε μία κατάσταση μικροσκοπικά (από το μέρος προς το όλον).

  • Η ολοκλήρωση μελετά το πώς η ολική λειτουργία μιας κατάστασης επεμβαίνει στα επιμέρους τμήματά της. Στο παραπάνω παράδειγμα είχαμε αόριστη (χωρίς αρχικές-τελικές τιμές) λογική συμπεριφορά των επί μέρους ανατιμήσεων, με βάση την οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε το πως περίπου συμπεριφέρεται η τιμή σε μικρά τμήματα αναφοράς (πχ. ανά ημέρα). Με άλλα λόγια βλέπουμε μία κατάσταση με μακροσκοπική ματιά (από το όλον προς το μέρος).

Σε πανεπιστημιακό επίπεδο κανείς ασχολείται με τις διαφορικές εξισώσεις, δηλαδή με τη μεταβλητότητα των ίδιων των μεταβλητών, όπου προσεγγίζεται ακόμα περισσότερο η έννοια της πολυδιάστατης μεταβολής και των αόριστων συνδυασμών μεταβαλλόμενων παραγόντων, σε μία προσπάθεια δημιουργίας πιο πειστικών μοντέλων περιγραφής του κόσμου από μικροσκοπικής απόψεως.

——————————————-

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ

Ας ξεφύγουμε από το πλαίσιο της χρονικής απλασίας (δεχόμαστε ότι ο χρόνος δεν επηρεάζει τα μοντέλα μας). Έστω ότι εξετάζουμε μία τομάτα στο μανάβικο και τελικά αποφασίζουμε να μην την πάρουμε για οποιοδήποτε λόγο. Λέμε στο μανάβη να μας την κρατήσει για αύριο. Η ίδια τομάτα αύριο θα είναι ίδια; Με άλλα λόγια ισχύει στην περίπτωση αυτή το

1-1=0 <=> 1=1 ή α-α=0<=> α=α ή Α-Α=0<=> Α=Α;

Επομένως, ρεαλιστικά, εισέρχεται το πρόβλημα του χρόνου ως μεταβλητή στην καθεμία από τις παραπάνω εξισώσεις. Μέχρι τώρα θεωρούσαμε ότι τα α και Α είναι/περιλαμβάνουν μεταβλητές που ανήκουν στους φυσικούς αριθμούς. Μετά από αυτήν την σκέψη, είμαστε υποχρεωμένοι:

  • είτε να προσθέσουμε και την έννοια του χρόνου στα φυσικά μεγέθη,

  • είτε να θεωρήσουμε το χρόνο προσεγγιστικά επί μέρους στατικό και αδρανή σε σχέση με τα φυσικά μας μεγέθη.

    ———————–

  • Η πρώτη περίπτωση μας εισάγει αυτόματα στην απλουστευμένη έννοια του χωροχρόνου.

  • Η δεύτερη δηλώνει την πρακτική αναγκαιότητά μας (αδυναμία) να δεχθούμε το προσεγγιστικό σφάλμα ως αναγκαίο και αναπόφευκτο, ώστε να επικοινωνήσουμε στην “φαινομενικά στατική” καθημερινή μας ζωή με σύντομες και συμβασιολογικές κουβέντες.

Μία κλασική περίπτωση υπεραπλουστευμένου παραδείγματος αναγνωρίσεως χρονικώς μεταβαλλόμενων παραγόντων στην καθημερινότητα του ανθρώπου είναι η πτωτική τάση στην τιμή των προϊόντων κατά την παρέλευση των ημερών. Αποδεχόμαστε ότι ο χρόνος επιδρά με συγκεκριμένους ρυθμούς στην ποιότητα των προϊόντων, οπότε και το “ίδιο” προϊόν δεν είναι καθόλου ίδιο σε άλλη χρονική στιγμή.

Βέβαια, διάφοροι έμποροι και καταστηματάρχες (ο ιδιωτικός τομέας πρωτοστατεί), χρησιμοποιούν ποικίλων τύπων και επινοήσεως τεχνάσματα, προσπαθώντας να αποδείξουν με επιστημονικές θεωρήσεις στον απλό καταναλωτή είτε την ανυπαρξία της χωροχρονικής μεταβλητής, είτε την αναγνώριση του προσεγγιστικού σφάλματος ως αυτούσιο φυσικό μέγεθος…

———————————————-

ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ;

Τα μαθηματικά δεν αποτελούν δημιούργημα του ανθρώπου, αλλά δημιούργημα του Λόγου που προηγείται του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει πως είναι μάταιο να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μαθηματικά που να μας βολεύουν. Κάθε τέτοια προσπάθεια που κάνουμε στρέφεται εναντίον μας, όπως συμβαίνει με την ασθένεια του ναρκισσιστή που ευλογεί τον καθρέφτη του. Απεναντίας, έχουμε χρέος να τα ακολουθήσουμε εκεί που μας τραβούν σαν ένα μικρό φωτάκι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Τότε, πιθανότατα, θα κατανοήσουμε ότι τα μαθηματικά (δηλαδή η νόηση) δεν υπάρχουν για μας δώσουν απαντήσεις, αλλά για μας “ταξιδέψουν” σαν σχεδία μέσα σε απέραντους ωκεανούς της γνώσης και της νόησης, προσπαθώντας να μας μετατρέψουν στον ίδιο τον εαυτό τους, όπως ακριβώς ο πατέρας με τον υιό… δηλαδή σε μία απέραντη πνευματική αοριστία άπειρων διαστάσεων που “αναπαράγεται πληθωριστικά” σε μία προσπάθεια να μη σκάσει από την πίεση.

Ο άνθρωπος, μόλις αντιλήφθηκε σοβαρό φράγμα στη λογική του, έσπευσε να δημιουργήσει/γεννήσει ένα αποπιεστικό παράγωγο (βαλβίδα εκτόνωσης) κατ’ εικόνα και ομοίωση της προβληματικής του συσσωρευμένης μεταβλητής, που ονομάζεται σύγχρονη λογική. Το παράγωγο αυτό δεν είναι άλλο από την τεχνητή νοημοσύνη…

Η γενετική του ανθρώπου που -κατά κοινωνίαν- δεν έπρεπε να γεννηθεί…

2 Σχόλια

Στην πυρά

«Νεαρός τοξικομανής λεωφορειοπειρατής στη Σίνδο σκότωσε τον οδηγό»

«Ηλικιωμένος στην Αυστρία βίαζε την έγκλειστη κόρη του και βιαιοπραγούσε πάνω της»

«Νεαρός φοιτητής Ασιατικής καταγωγής εισέβαλε οπλισμένος με πυροβόλο όπλο σε φοιτητικές εστίες Πανεπιστημίου της Αμερικής και άφησε πίσω του 100 νεκρούς»

ΠΡΕΖΑΚΙ ο πρώτος, ΤΕΡΑΣ ο δεύτερος, ΤΡΕΛΟΣ ο τρίτος… και η ζωή συνεχίζεται. Ο ένοχος βρέθηκε. Η ποινή έχει προκαθοριστεί από την ίδια την κοινωνία. «Σταύρωσε εαυτόν!»

Τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν τον άνθρωπο με την επίσημη ταυτότητά του: «τοξικομανής».

-Τί κάνεις παιδί μου στη ζωή σου;

– Είμαι τοξικομανής. Άνθρωπος -για τους άλλους- ήμουν μέχρι πριν πάρω την πρώτη μου δόση. Δεν θυμάμαι καν πώς είναι να είσαι άνθρωπος. Από τα 12 «χτυπάω». Τα υπόλοιπα παιδιά μαθαίνουν γράμματα κι εγώ γραμμάρια… Από τότε ακόμα ο άνθρωπος έχει φύγει και τη θέση του πήρε ο «Πρεζάκιας».

Βιολογία του καφενείου – Ανθρωπολογία – Βασικοί ορισμοί

Πρεζάκιας είναι μία κατηγορία ανθρωπόμορφων θηλαστικών (homo prezous erectus) που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά και θρέφονται με τεχνητή σκόνη και χάπια από ειδικές φυτείες κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας. Η ζωή του περιορίζεται στην αναζήτηση τροφής και έχει παρατηρηθεί ότι τον έλκουν ιδιαίτερα τα κτίρια που διαθέτουν έναν πράσινο σταυρό σε επιγραφή. Επιστημονικές έρευνες σπέυδουν να αποδείξουν πως η τροφή τους προκαλεί μετάλλαξη σε μία συστάδα του DNA που προκαλεί την γνωστή μετάλλαξη από Homo Sapiens Sapiens σε Homo Prezous Erectus.

Βιαστής και σαδιστής είναι μία έτερη κατηγορία σύγχρονων ανθρωπιδών Homo Aselgous Sadisticus, η οποία παρασιτεί σε βάρος των Homo sapiens sapiens, εκμεταλλευόμενη τα επικοινωνιακά κενά των σύγχρονων κοινωνιών. Σκοπός του είναι να διεισδύσει απαρατήρητος σε ένα κοινωνικό σύνολο για να ηδονιστεί κάνοντας χρήση βίας (σεξουαλικής κυρίως) τόσο σε ανυπεράσπιστα θύματα Homo sapiens sapiens όσο και στους ίδιους του τους απογόνους. Συνήθως δε, καμουφλάρεται -με ιδιαίτερη επιτυχία- και μεταμφιέζεται σε πρότυπο Homo s. s., οπότε και λειτουργεί ανενόχλητος μέσα στο ανυποψίαστο κοπάδι των υπόλοιπων άκακων και ανυστερόβουλων Homo s. s.

Τρελός, ψυχάκιας, βαρεμένος, ανώμαλος, φρικιό είναι κάποιες επιστημονικές ορολογίες που αποδίδονται στον ανθρωπίδα Homo Psychanomalus Schizophrenius. Είναι απόγονος επίσης του homo erectus με εμφανή σημάδια νοητικής υστέρησης, παρά τις φιλότιμες οικολογικές προσπάθειες του Homo s. s. να τον εκπαιδεύσει και να τον αφομοιώσει στο κοινωνικό σύνολο, ώστε να επιβιώσει ως είδος. Εκ φύσεως καλλιτεχνικών ικανοτήτων, έχει την τάση να υπερφαλλαγίζει τους κανόνες του Homo s. s.

Αυτές ήταν οι κοινωνικές ταυτότητες των τριών -στην περίπτωσή μας- δραστών. Δεν πρόκειται βιολογικώς για ανθρώπους, σύμφωνα με την «κοινή γνώμη», παρά μόνο για ανθρωπίδες απογόνους πιθηκόμορφων θηλαστικών. Ας πάμε όμως και στις θεωρητικές αναλύσεις που παρουσιάζουν κάποιο αυξημένο ενδιαφέρον…

Ψυχολογία (κοινωνική και ατομική) – Επιστημονικές θέσεις

«Ως το κατ’ εξοχήν πρόβλημα επισημαίνεται από πολλούς η διάδοση των ναρκωτικών. Ως κύριες αιτίες της χρήσης ναρκωτικών ουσιών από τους εφήβους αναφέρονται συχνά: η κρίση του θεσμού της οικογένειας, ο καταναλωτισμός και η ευδαιμονιστική αντίληψη της ζωής, το άγχος και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Επίσης, αναφέρεται η ελλιπής φροντίδα από την πλευρά της Πολιτείας και η μη εφαρμογή αυστηρών μέτρων δίωξης των εμπόρων ναρκωτικών ουσιών. Μιμητισμός, κρίση θεσμών και αξιών, ανεργία, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε). Κακή και προκλητική προβολή του προβλήματος θεωρούνται ως βασικές αιτίες της χρήσης και διάδοσης των ναρκωτικών ουσιών μεταξύ των εφήβων.«

Από τη Βουλή των Εφήβων ( Σύνοδος Β’ – Επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων)

Ο Ηλ. Μιχαλαρέας (Ψυχοθεραπευτής στο «18 Άνω») αναφέρει: «Η χρήση και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι αποτέλεσμα των κάθε είδους κοινωνικών αντιθέσεων και της συνακόλουθης καταπίεσης μεγάλων στρωμάτων πληθυσμού. Προβάλλονται ως «λύση» και «διέξοδος», όμως οδηγούν στην αλλοτρίωση. (…) Οι χρήστες έχουν τριπλασιαστεί σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Επίσης, έχουν κατεβεί οι μέσοι ηλικιακοί όροι. Σήμερα μιλάμε για παιδιά 13 και 14 χρόνων, που παίρνουν ναρκωτικά. Στην εφηβεία πια, είναι χρήστες.(…) Η τοξικομανία, ως τρόπος ζωής, χαρακτηρίζεται από την απώλεια νοημάτων, ενδιαφερόντων, ασχολιών, ανθρωπίνων σχέσεων, επικοινωνίας. Ο τοξικομανής είναι ένας μονοσήμαντος άνθρωπος. Έβαλε στο επίκεντρο της ζωής του την ουσία, θυσιάζοντας στο βωμό της όλες τις ανθρώπινες πλευρές του. Έχει μπει σε μια διαδικασία απώλειας της καθαρά ανθρώπινης – δηλαδή της κοινωνικής του – φύσης. Σε μια διαδικασία «αποδόμησης» της προσωπικότητάς του.(…) Αιτία της τοξικομανίας δεν είναι τα ναρκωτικά, αλλά η ανάγκη του ατόμου να τα χρησιμοποιήσει.(…) Ένα άτομο χρησιμοποιεί τα ναρκωτικά, για να ξεφύγει από την κοινωνική πραγματικότητα, που καραδοκεί να το συνθλίψει. Για να αντέξει το αδιέξοδο μιας παρακμιακής κοινωνίας. Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο κρίσης, που παράγεται από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Από αυτήν την άποψη, η εξάρτηση – με τα σημερινά χαρακτηριστικά – είναι αποτέλεσμα του ίδιου του καπιταλισμού και, κατά συνέπεια, φαινόμενο των δύο τελευταίων αιώνων, περίπου. (…) Η «έλξη του απαγορευμένου», η περιέργεια, η μίμηση μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες για να δοκιμάσει ένας νέος ναρκωτικά, αλλά δεν είναι επαρκείς για να οδηγήσουν στην εξάρτηση. Στρέφονται στα ναρκωτικά, για να ξεφύγουν από την αφόρητη κοινωνική κρίση.(…) Στη χρήση και την εξάρτηση, δεν έχει σημασία ποια ουσία χρησιμοποιεί κανείς. Σημασία έχει η διαμόρφωση μιας ψυχολογίας του «φτιαξίματος», μιας ψυχολογίας «εξάρτησης», μιας ψυχολογίας αναζήτησης της όποιας ουσίας.

Για το θέμα της παιδικής κακοποίησης και βιασμών ο Δρ. Δοβελος Ιωαννης – Καθηγητης Ψυχολογιας & Ψυχοθεραπειας, αναφέρει: «η παιδική κακοποίηση δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, μια συνεχόμενη και αδιάσπαστη αλυσίδα σωματικής και ψυχολογικής βίας. Είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο ότι άτομα τα οποία κακοποιήθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία, έχουν συχνά τη τάση να κακοποιούν τα δικά τους παιδιά με τον ίδιο ή και χειρότερο ακόμη τρόπο από αυτόν που κακοποιήθηκαν οι ίδιοι σαν παιδιά. Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι η παιδική ηλικία πολλών βίαιων κακοποιών ακόμη και δολοφόνων χαρακτηρίζεται από βίαιη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση. Και είναι ακόμη γνωστό ότι αυτοί που έχουν τη τάση να βιάζουν ή να κακοποιούν παιδιά σεξουαλικά, έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις και οι ίδιοι υποστεί παρόμοια σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία.«

Εγώ… ο σύγχρονος Αυστραλοπίθηκοστρουθοκάμηλος

Είναι -φαίνεται- πολύ βολικός ο εξορκισμός ενός προβλήματος στο «πυρ το εξώτερον». Έχτισε ο καθένας μας μια εικονική κολυμβήθρα του Σιλωάμ μέσα στο μυαλό του, βουτά μέσα τη συνείδησή του και δίνει στον εγωϊσμό του άφεση αμαρτιών. Σταυρώνει και καίει τους συνανθρώπους του, για να θυμηθεί πώς δούλευε ο εξορκισμός του κακού κατά τον Μεσαίωνα, προσωποποιώντας το Κακό. Στη συνέχεια δίνει διαλέξεις σε Πανεπιστήμια και καφενεία για την εφαρμογή των σχετικιστικών εννοιών σωστού-λάθους και καλού-κακού φωνασκίωντας μετά πάθους υπέρ της κβαντομηχανικής και της συλλογικής τυχαιότητας. Και αφήνει εμένα να αναρωτιέμαι:

-Σκέψου να έπρεπε να αναλάβω τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία, γιατί ΕΓΩ είμαι η κοινωνία.

-…να έπρεπε να φροντίσω για το παιδί του γείτονα, ώστε να προστατέψω βραχυπρόθεσμα το δικό μου από τα ναρκωτικά που το πρώτο θα του δώσει και την κακοποίηση που αντίστοιχα θα υποστεί από εκείνο…

-…να έπρεπε να φροντίσω τον ηλικιωμένο, ώστε να ελπίζω σε αντίστοιχη βοήθεια όταν φτάσω στη δική τους ηλικία.

-…

– …να πρέπει σε γενικές γραμμές να φροντίσω τον άλλο, ώστε να προσφέρω τις καλύτερες υπηρεσίες στον ίδιο μου τον εαυτό.

Σήμερα, στην εμβρυακή Ανθρωπότητα του αύριο που τρέφεται και αναπτύσσεται στα σπλάχνα της μητέρας Φύσης,  γαντζωμένος καρτερικά από τον ομφάλιο λώρο της, η ατομικότητα και ο αλτρουισμός είναι ταυτόσημες έννοιες. Η εξατομίκευση και η συλλογικότητα αδέρφια που παλεύουν να επιβιώσουν στον Άνθρωπο. Η ελευθερία του είναι εκείνη του Ανθρώπου κι όχι του ανθρώπου. Ενός ανθρωπου που επιμένει να αποδεικνύει ότι επιθυμεί να προσεγγίσει σε νόηση τον «συγγενή» του Αυστραλοπίθηκο και να εφαρμόσει μιμητικά την αμυντική τακτική ενός μεγάλου πτηνού της ευρύτερης Ωκεανίας: «Βάζει το κεφάλι στο έδαφος και καταλαβαίνει ότι διατρέχει ζωτικό κίνδυνο μόνο όταν ο θηρευτής του το δαγκώσει στο εκτεθημένο ισχύο…».

Μπρος στα κάλλη…ποια σκυτάλη;

6 Σχόλια

Olympic Games

Ως σύγχρονος φουστανελοφορεμένος ελληναράς και ένδοξος φορέας-τιμητής του αρχαίου ελληνικού DNA, αποφάσισα να διεκπεραιώσω μία σύντομη ενδοσκοπική ανάλυση, σχετικά με την συνεισφορά μου στη σκυταλοδρομία του παγκόσμιου πολιτισμικού στίβου, φορώντας πάντοτε τη φανέλα της αγαπημένης μου εθνικής. Έχω παραλάβει πλέον τη σκυτάλη από τον 60άρη πατέρα μου και αισθάνομαι τα πνευμόνια μου να φουσκώνουν από υπερηφάνεια που επιτέλους κρατώ στα χέρια μου αυτήν την πολύτιμη σκυτάλη. Την ίδια που κράτησε ο Όμηρος, ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Λεωνίδας, ο Ξενοφώντας… την ίδια που σήκωσε από το έδαφος ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Παύλος Μελάς, ο Καζαντζάκης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης… Γυρίζω πίσω μου και τους κοιτώ, ο ένας πίσω από τον άλλο… ο δικός τους αγώνας τελείωσε. Μου γνέφουν με τα χέρια, με το σώμα ολόκληρο, με το βλέμμα τους. Ακούω τις ιαχές, επιτακτικές πάντα. Μου υπενθυμίζουν ότι δεν είναι ένας απλός αγώνας, είναι επιβίωση. Η επιβίωση του πνεύματος και των αξιών, της ηθικής και της γνώσης, της επιστήμης και της αρετής.

Κατεβάζω το βλέμμα μου στη σκυτάλη…Έντονα πάνω της τα δακτυλικά αποτυπώματα των προκατόχων της. Γλυστρά από τον ιδρώτα τους και την κρατώ με δυσκολία. Μέσα της καθρεφτίζονται τα μάτια μου. Μέσα στα μάτια μου, η αυτοκριτική…:

Loch Nes

– Κατάφερα να αποδομήσω τον άριστο αρχαίο Ελληνικό λόγο και να επικεντρώνω τις μελέτες μου στην ύπαρξη ρωσικών ούφο και τεράτων του Λοχ Νες, μέσω των τελευταίων υπερασπιστών της φυλής των Ελ στη σύγχρονη κοινωνία.

Igloo

– Κατάφερα να επικεντρώσω όλη την φιλο-ιστορική μου ορμή στην αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (τελικά είναι γκέι;) και στο αν ο αρχαίος Έλλην έφτασε πρώτος στο βόρειο πόλο κατασκευάζοντας το πρώτο ιγκλού (σίγουρα έχει ελληνική ρίζα, θα το μελετήσω κι αυτό).

Houses for the poor

– Κατάφερα τον υπέρτατο θεσμό της φιλοξενίας να τον μετατρέψω σε αφιλοϊθαγενεία, χρησιμοποιώντας παραλλαγμένη τη γνωστή ρήση «πας μη εγώ βάρβαρος» (ή και βαρβάρα … ).

Chair bend legs

– Κατάφερα να μετατρέψω το ακούραστο και ακόρεστο πνεύμα της έρευνας και αναζήτησης σε σαμπρέλες λίπους που έχουν λυγίσει τα ατσάλινα πόδια της αναπαυτικής καρέκλας του γραφείου μου.

Drugs in sport

– Κατάφερα να ισοπεδώσω την αρετή της διατηρήσεως του γυμνασμένου και αθλητικού μου σώματος, σε ένα πνεύμα αγενούς ανταγωνισμού και διαγωνισμού φαρμακοληψίας, ώστε να κερδίσω τους μισούς ελαιώνες της Ευρώπης αντί του φύλλου ελιάς.

Μάχη των Θρμοπυλών

– Κατάφερα να αποτελώ το σύγχρονο Λεωνίδα, που είμαι έτοιμος να θυσιάσω τριακόσιες ψυχές για την πατρίδα (εκτός από τη δική μου).

Ο θανατος του Σωκράτη

– Κατάφερα να μοιάζω σε σύγχρονο Σωκράτη, που είναι έτοιμος να σηκώσει και να πιει το πικρό ποτήρι, σε μία προσπάθεια να προσδώσει φιλοσοφικές προεκτάσεις στο κοινωνικό έργο του. Το δικό μου ποτήρι προφανώς περιέχει σαμπάνια σε δείπνο με γνωστούς μάνατζερς και πατέρατζερς.

Ν�μεση

-Κατάφερα να ανακαλύψω εκ νέου, όλα εκείνα για τα οποία κάποιοι σπατάλησαν μία ολόκληρη ζωή σε έρευνα, αίμα και ιδρώτα για να κατανοήσουν, όπως το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Με την ασήμαντη διαφορά ότι εγώ «δεν οίδα ότι ουδέν οίδα» (τί κάνει ένα «δ» στην αρχή της προτάσεως…).

Αγρότης

Είμαι λοιπόν υπερήφανος που ο πατέρας μου ανέθεσε σε εμένα να μεταφέρω 100 κιλά σπόρους σιταριού, από το σπίτι του στο σπίτι των παιδιών μου για να σπείρουν το χωράφι και να έχουν φαγητό για τον επόμενο χρόνο κι εγώ σκόρπισα τα 99,99 εξ’ αυτών. Επιστρέφω γεμάτος υπερηφάνεια στα παιδιά μου, τους δείχνω το τελευταίο σπυρί που κατάφερα να συγκρατήσω και τους λέω «μην ανησυχείτε, αυτό είναι ελληνικό σπυρί, δε θα μας αφήσει να πεινάσουμε». Όσο σκέφτομαι μάλιστα ότι τα υπόλοιπα 99,99 κιλά τα τρώνε οι κότες και χορταίνουν…

Γλώσσα, σύμβολα, νόηση…

2 Σχόλια

http://www.dkimages.com/discover/previews/942/664684.JPG

Η απαρχή της δημιουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας νοείται από τη στιγμή που εκείνος άρχισε να δημιουργεί λεκτικούς κώδικες επικοινωνίας. Οι λεκτικοί κώδικες ήταν είτε προφορικοί είτε γραπτοί. Πρόκειται στην ουσία για συμβατικούς κανόνες επικοινωνίας οι οποίοι προϋποθέτουν τον συντονισμό δύο ή και περισσοτέρων ανθρώπων, ώστε να επιτευχθεί κοινωνική προσέγγιση, η οποία δεν αφορά μόνο στα πρωταρχικά ένστικτα (αναπαραγωγής, αυτοσυντήρησης). Στην ουσία, η «επισημοποίηση» της επικοινωνίας αυτής σηματοδοτήθηκε με την δημιουργία συμβόλων που έχουν βρεθεί σε διάφορα σπήλαια. Είναι οι πρώτες απόπειρες του ανθρώπου, στην προσπάθειά του να απεικονίσει και να «μοιραστεί» με συνανθρώπους του μία πνευματική του δημιουργία.

http://www.didgeridoos.net.au/images%20bluey/Symbols25cm.gif

Η σημαντικότητα της απεικόνισης, έγκειται στο γεγονός πως ο άνθρωπος προσπαθεί να προσεγγίσει την αντιληπτική ικανότητα των υπόλοιπων μελών της κοινότητας, ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει. Αν κάτι δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό από τους υπόλοιπους, το σβήνει και το χαράσσει σε νέα αποτύπωση, προκειμένου να γίνει κοινώς αποδεκτό. Αντίστοιχα, τα υπόλοιπα μέλη προσπαθούν να κατανοήσουν τι ακριβώς αναπαριστά το λεκτικό σκαρίφημα του δημιουργού του, ώστε να υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς, σύζευξη. Κάπως έτσι ξεκίνησε και το οικοδόμημα της γλωσσικής επικοινωνίας, το οποίο στην βασική του μορφή είναι προφορικό (σύμφωνα με τους γλωσσολόγους). Δηλαδή, η γραπτή αποτύπωση είναι μία συμβατική κατάσταση που αποσκοπεί κυρίως στην διατήρηση των στοιχείων στο χρόνο, την κατηγοριοποίηση και ανάλυση των γλωσσικών δεδομένων, αλλά και στην χρήση της ως εναλλακτικού τρόπου επικοινωνίας, όταν και όποτε η προφορική μορφή δεν καθίσταται δυνατή ή ικανοποιητική.

Έλληνες φιλόσοφοι

Στην αρχαία Ελλάδα, έγινε για πρώτη ίσως φορά αντιληπτή η αμφίδρομη σχέση μεταξύ γλώσσας και ευφυίας. Ήταν η εποχή στην οποία δόθηκε έμφαση στην τελειοποίηση των γλωσσικών εργαλείων, με σκοπό τον εμπλουτισμό των μέσων επικοινωνίας. Τότε ο άνθρωπος ανακάλυψε ότι η ευφυία έχει σχέση με την παιδεία, δηλαδή με την μετάδοση της γνώσης, την πνευματική κληρονομιά. Την περίοδο εκείνη δεν εννοείτο γνώση χωρίς άμεση επικοινωνία. Ο διάλογος ήταν απαραίτητο εργαλείο για την αναβάθμιση του πνευματικού επιπέδου. Η μελέτη από μόνη της δεν προσέφερε τα επιθυμητά, αφού ο καθένας έφερνε την ήδη υπάρχουσα γνώση στη δική του αποκλειστικά οπτική γωνία, μονοδιάστατη, γεγονός που υποβάθμιζε αυτόματα την ίδια τη γνώση. Έτσι, κάθε πολίτης που δε συμμετείχε στα κοινά (κυρίως συζητήσεις και αποφάσεις) έφερε τον υποτιμητικό τίτλο του «ιδιώτη», δηλαδή του μωρού, εκείνου που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα πέρα από τον εαυτό του και τα πρωταρχικά του ένστικτα.

Eagle drawing

Πώς, όμως θα μπορούσε να μεταδώσει ένας άνθρωπος στον διπλανό του ένα συναίσθημα; Όσα αφορούν αντικείμενα, τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Χρησιμοποιεί κάποιος περιγραφικά κάποια από τις αισθήσεις (λεκτική απεικόνιση, ηχητική αναπαραγωγή, περιγραφή υφής, τραχύτητας, μεγέθους κλπ). Πώς θα μπορούσε κανείς να περιγράψει έννοιες όπως η ελευθερία, η αγάπη, η αρετή, το ήθος κλπ.; Τότε εισήλθε η έννοια των συμβόλων. Η ελευθερία βρήκε το είδωλό της στο πέταγμα του αετού και του περιστεριού, η ανδρεία και η προσωπικότητα στο λιοντάρι, η κακία και η μοχθηρότητα στο φίδι κλπ. Έτσι, χρησιμοποιήθηκε το αρχέγονο συγκινησιακό σύστημα του εγκεφάλου μας ώστε να συμπάσχουμε με τον διπλανό μας. Πρόκειται για τις ενστικτώδεις εγκεφαλικές αντιδράσεις στο αντίκρισμα των παραπάνω συμβόλων.

Εγκεφαλικοί νευρώνες

Εντούτοις. έννοιες όπως ελευθερία, τέχνες, πίστη, αγάπη δεν έχουν σχέση με σύμβολα. Τα σύμβολα είναι παραστάσεις που προκαλούν συγκινησιακές μνήμες στον εγκέφαλό μας, που είναι ανίκανος να συλλάβει την πραγματική έννοια. Πόσοι άραγε κατανοούν πραγματικά την έννοια Έθνος, από αυτούς που βγάζουν τη σημαία στο μπαλκόνι σε κάθε εθνική επέτειο; Πόσοι κατανοούν το νόημα της διδασκαλίας του Ιησού, του Μωάμεθ ή οποιουδήποτε άλλου ιδρυτή θρησκείας, την ώρα που προσκυνούν σταυρούς, εξαπτέρυγα, πέτρες και εικόνες; Τα σύμβολα είναι για εκείνους που δεν μπορούν να υπερβούν τις αισθήσεις τους και να σμίξουν χώρο και χρόνο σε μία συνισταμένη. Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τα σύμβολα για να μεταφέρουν τις σκέψεις τους στο δικό μας κώδικα. Το ίδιο και οι μεγάλοι συνθέτες με το πεντάγραμμο. Το ίδιο και οι φιλόσοφοι με τις λέξεις. Στο μυαλό τους, πεντάγραμμα, λέξεις και σύμβολα γίνονται ένα…Τα υπόλοιπα είναι για εμάς, τους «πτωχούς στο πνεύμα»…

Οφείλω να συμπληρώσω στα παραπάνω ότι δεν είμαι αντίθετος της ύπαρξης και χρήσης συμβόλων και συμβολισμών. Με προβληματίζει η παγίωση της αντανακλαστικής λειτουργίας του οργανισμού μας σε αυτομοτοποιημένες κινήσεις, που συγκινησιακά προκαλούνται κατά την τοποθέτηση ενός συμβόλου στο πεδίο των αισθήσεών μας. Είναι υποχρέωση του καθενός να γνωρίσει τί κρύβεται πίσω από την εικόνα, ή τον ήχο, τη μυρωδιά, τη γεύση, την αφή, ώστε να μελετήσει σε βάθος τον ίδιο του τον εαυτό, τον άνθρωπο, που αποτελεί σύνολο εννοιών τις οποίες δεν κατανοεί και άρα δεν μπορεί να ελέγξει.

Δικαστήριο ζωγραφια

Τα σύμβολα αποτελούν την πρώτη προσέγγιση κάποιου στο γνωστικό αντικείμενο, την έννοια. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη γλώσσα την οποία προανέφερα. Είναι ένας κώδικας επικοινωνίας. Τα σύμβολα της γραφής, οι ακουστικές φράσεις, όταν δεν συνοδεύονται από τάση για ανάλυση, έρευνα αποτελούν ψυχρές διατυπώσεις σε στυλ λειτουργίας υπολογιστή. Απλή σειριακή τοποθέτηση φθόγγων σε λογικές σειρές που επιβάλλει ένα λεκτικό πρωτόκολλο. Τα νομικά κείμενα έχουν κατά βάση ψυχρές διατυπώσεις, διότι από την λειτουργική ανάγκη τους είναι δομημένα ώστε να απέχουν από κάθε είδους συναισθηματική φόρτιση. Ο νόμος δε χωρεί συναισθηματισμούς… Παρότι στα νομικά κείμενα η χρήση της γλώσσας είναι ακριβείας, σαν χειρουργικό νυστέρι, ο νόμος αδυνατεί να οριοθετήσει απλές κατά τα άλλα έννοιες όπως τέχνη, ελευθερία, προσβολή, παιδεία, θρησκεία κλπ. Αυτό συμβαίνει γιατί ο νόμος βασίζεται από την αρχή του σε συμβολικές παραστάσεις (κείμενα, λέξεις). Η ζωή του ανθρώπου δεν είναι συμβολικές παραστάσεις. Αυτές απλά χρησιμοποιούνται ως κώδικας επικοινωνίας, συνδετική κόλλα. Είναι αντίστοιχο της επιμονής μας να κολλήσει ξύλο με πέτρα. Προφανώς απαιτείται ειδική κόλλα…

Νόηση

Οι συμβολισμοί αποτελούν το πρωταρχικό στάδιο της νόησης. Στα τελικά στάδια, οι συμβολισμοί καταρρέουν κάτω από την ίδια τους την ανυποστασία και επικρατεί η ίδια η νόηση, αυτούσια. Άλλωστε, αρκεί κανείς να διαβάζει νομικά κατεβατά γύρω από το θέμα της ελευθερίας και μετά να ακούσει αντίστοιχα τραγούδια που έχουν γραφτεί. Η διαφορά είναι η εξής: στην πρώτη περίπτωση η έννοια τείνει να οριστεί συμπιεσμένη σε συγκεκριμένο επικοινωνιακό φορέα (γραφή) και στη δεύτερη να καταλυθεί αποσυμπιεσμένη από τον πρώτο φορέα στην εναλλακτική μορφή επικοινωνίας (εν δυνάμει επικοινωνία, κατανόηση έργου τέχνης).

Οι φωτογραφίες είναι δανεισμένες, κατά σειρά εμφανίσεως, από :
-www.dkimages.com
-www.didgeridoos.net.au
-www.ivcc.edu
-www.birdwatchersdigest.com
-www.transformedpuppet.com
-www.crf-usa.org
-www.boostranking.com

Ελευθερία εντός αλλά και εκτός μου…

1 σχόλιο

image-166145-851901-bird_cage_by_missdine.jpg

Ως «Ελευθερία» θα μπορούσε να ορίσει κανείς το σύνολο των προϋποθέσεων για αρμονική συμβίωση των ατόμων μίας κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος περιορίζεται από τις ίδιες του τις ανάγκες, οι οποίες τον απελευθερώνουν και τον δεσμεύουν ταυτόχρονα. Αν ,μάλιστα, δεχθεί κανείς ότι οι παρακάτω φράσεις παρουσιάζουν κάποια διαφορά, τί από τα δύο παρακάτω θα ήταν προτιμότερο; Να ζει ως ελεύθερο πουλί μέσα σε κλειστό κλουβί ή σαν δεμένος σκύλος σε απέραντα χωράφια; Το ρόλο του κλουβιού και του λουριού προφανώς παίζουν οι ατομικές και κοινωνικές ανάγκες. Το κλουβί τον εμποδίζει να δει παραέξω, οπότε και αρκείται στο να κοιτά μόνο το μικρόκοσμό του, ενώ το λουρί δεν του επιτρέπει να κάνει επιθυμητές κινήσεις ώστε να γευθεί την ατομική πλευρά της ελευθερίας του. Όντας ατομικά ελεύθερος (η πλευρά του πουλιού) έρχονται οι κοινωνικές ανάγκες να σου περιορίσουν τους ορίζοντες. Όταν πάλι είσαι κοινωνικά ενσυνείδητος (η πλευρά του σκύλου), τότε έρχονται οι ατομικές ανάγκες να σου στερήσουν τον αέρα της απόλυτης ελευθερίας.

Πολλοί θα πουν, «εγώ προτιμώ να ζω ελεύθερο πουλί και αδέσποτος σκύλος». Τότε η προφανής απάντηση είναι: «πάρτε τα βουνά και ζήστε με τις συνέπειες της ελευθερίας σας, όπως ακριβώς κάνουν και τα πλάσματα που περιγράφουμε». Εκεί έρχεται η φύση η ίδια να σου βάλει λουριά. Πείνα, κρύο, έλλειψη επικοινωνίας, αρρώστιες… Η κάθε κοινωνία λειτουργεί ως πλασματική οντότητα και έχει τους δικούς της κανόνες και τις δικές της απαιτήσεις στην προσέγγιση της ελευθερίας. Έρχεται να καλύψει βασικές ανάγκες του ανθρώπου και να τις μετατρέψει σε επιμέρους ανάγκες του ίδιου της του εαυτού. Φαντάζεται κανείς κάθε κύτταρο του σώματός του να λειτουργούσε αυτόνομα και αυτόβουλα; Υπάρχει νομοτέλεια στα πάντα στη φύση, όσο κι αν δεν την καταλαβαίνουμε, όσο κι αν αρνούμαστε να τη δεχθούμε…

Θεωρώ σημαντικό να επισημάνω ότι κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να υπάρχει ατομική ελευθερία μέσα σε μία ανελεύθερη κοινωνία. Όλοι είναι δέσμιοι της γενικότερης ανελευθερίας, ακόμα και οι προύχοντες, οι πλούσιοι, οι άρχοντες, τα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας. Ο καθένας εκτονώνει την καταπίεσή του σε άλλους, κι οι εκείνοι σε άλλους, με κάθε δυνατό τρόπο. Πρόκειται για μία αλυσίδα ανθρώπων στην οποία σφαλιαρίζει ο ένας τον άλλο, μέχρι αυτή να κλείσει. Βέβαια, άλλος διαθέτει απλά ένα αδύναμο από την πείνα χέρι και άλλος γκλομπ και μαστίγια. Η σφαλιάρα όμως «πάει σύννεφο»…

Άλλωστε πως θα μπορούσε κανείς να αισθάνεται ελεύθερος ανάμεσα σε σκλαβωμένους ανθρώπους; Και μόνο η ψυχολογική του εξάρτηση από τη δυστυχία και την πείνα των άλλων τον καθιστά σκλαβωμένο. Περνάς δίπλα από έναν επαίτη και αισθάνεσαι το απλωμένο χέρι να σου ακουμπά τον ώμο κι ας απέχει αρκετά μέτρα από εσένα. Το βλέμμα του εκτυφλωτικό, κι ας μην τον κοιτάς. Αν πάλι δεν αισθάνεσαι τίποτα για κανέναν, τότε είσαι, ακόμα χειρότερα, σκλάβος του εαυτού σου. Αθυμικό ή αλεξιθυμικό άτομο, όπως το ορίζει η σύγχρονη ψυχολογία. Άτομο έτοιμο να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή χωρίς να γνωρίζει την προέλευση και την κατάληξη του κάθε ξεσπάσματος. Έρμαιο των ορμονών, του νευρικού και του μυοσκελετικού σου συστήματος. Μια καλοστημένη μηχανή, την οποία επιβουλεύονται όλοι όσοι μπορούν να εκμεταλλευτούν τη λειτουργία της. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, που αισθάνεσαι ηδονή απέναντι στη μιζέρια των άλλων, τότε μάλλον ζεις σε ένα κόσμο ψευδαισθητικό στον οποίο κυριαρχεί η συγκριτική-ανταγωνιστική αντίληψη της ευτυχίας, σύμφωνα με την οποία πάντα θα είσαι μίζερος, διότι πάντοτε θα υπάρχει κάποιος πιο ευτυχισμένος από εσένα…

Η ενισχυμένη αναλογική μου…

3 Σχόλια

Εδώ και κάποιο καιρό μου έχει προκύψει ένας σοβαρός προβληματισμός σχετικά με τα τεκταινόμενα στην πολιτική μας ζωή. Ο προβληματισμός αυτός πηγάζει από ένα γνωστό φιλοσοφικού τύπου ερώτημα :»Μας κυβερνούν όντως αυτοί που μας αξίζουν;». Από κάποιας δεδομένης απόψεως σίγουρα, μιας κι εμείς τους εκλέγουμε, δηλαδή επιλέγουμε ποιος θα μας εκπροσωπήσει στη βουλή που αποτελεί το εργοστάσιο παραγωγής, προαγωγής και μορφοποιήσεως της σύγχρονης μορφής της δημοκρατίας. Πρέπει όμως, άραγε, να εκλέγονται με απλή ή με ενισχυμένη αναλογική; Πολύ επιστημονικό αλλά και με άπειρες θεωρητικές το θέμα και «σηκώνει» πολύ φιλολογία. Ας προσπαθήσω όμως να κάνω μία αναλογική προσέγγιση, από την οπτική του ανθρώπου που αναλύει με τη δική του θεώρηση ένα ανθρωποκεντρικό κοινωνικό σύστημα.

Τόσο τα βιώματα της απλής καθημερινότητάς μου, όσο και το σύνολο των ως τώρα κοινωνικών μου εμπειριών, μου έχουν διδάξει (ίσως και λάθος) ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αδυνατεί να αναγνωρίσει στον διπλανό του τα αντικειμενικά του δικαιώματα. Έτσι, ο εαυτός μου πάντοτε φέρει «αυξημένες» δόσεις δικαιωμάτων και «μειωμένες» δόσεις υποχρεώσεων. Ακόμα κι αν κανείς αρνηθεί εκ πρώτης όψεως το παραπάνω, σίγουρα θα έχει συλλάβει τον εαυτό του επί παραδείγματι να θεωρεί ως απόδειξη αθώωσης (ελαφρυντική δικαιολογία) κάθε του αιτιολόγηση, ενώ ένδειξη καταδίκης (ασυνάρτητες αερολογίες και προφάσεις) τις αιτιολογήσεις του άλλου. Δεν είναι λίγες οι καθημερινές και απλές περιπτώσεις κατά τις οποίες θεωρώ τον εαυτό μου άμεμπτο και ηθικό όταν πχ. δεν είπα καλημέρα στον γείτονά μου, ενώ αντίστοιχα τον εξύβρισα χυδαιότατα και είτε σιωπηλά, μέσα στο μυαλό μου αλλά και είτε σε συζητήσεις με άλλους, όταν ο εκείνος δεν το έκανε αντίστοιχα.

Δημιουργώ κοινωνικές ομάδες: φιλικές, επαγγελματικές, οικογενειακές, αθλητικές, μουσικές κλπ. Στις ομάδες αυτές προσπαθώ να καλύψω τις δικές μου ανάγκες, παραγκωνίζοντας τις περισσότερες φορές τις ανάγκες των άλλων και της ομάδας συνολικά. Και αφού καλύψω τις ανάγκες μου σε μεγάλο βαθμό, κάνω τη χάρη να πετάξω ότι μου περισσεύει και στους άλλους. Όταν δε, χορτάσει όλη η ομάδα, έρχεται ο καιρός να δείξει το κοινωνικό της πρόσωπο. Φτιάχνω ομίλους και τρέχω να σώσω τη χελώνα καρέτα-καρέτα (τυχαίο παράδειγμα) και τις φώκιες της Ανταρκτικής (και άλλο τυχαίο παράδειγμα).

Τελικά, η δική μου κρίση δεν εμφανίζει μία διαδικασία «αυξημένης» αναλογικής στην κοινωνική μου αντίληψη και στη λήψη αποφάσεων; Εγώ δεν μεροληπτώ προκειμένου να διασφαλιστεί το συμφέρον μου; Εγώ δεν βασίζομαι στο «φαίνεσθαι» και όχι στο «ποιείν» στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, προκειμένου να κερδίσω την κοινωνική εύνοια; Εγώ δεν κατηγορώ σιωπηλά, σε μία ενδόμυχη τελετουργία εξορκισμού του κακού, όλους τους άλλους, πάντοτε για να γλιτώσω από ενοχές που πατούν πάνω στο κεφάλι μου σαν παπούτσι Νο48 σε κάθε κίνησή μου; Τελικά, η αυξημένη αναλογική του εγωισμού μου δεν είναι αυτή που οδηγεί το χέρι στην κάλπη για να υποστηρίξει την αυξημένη αναλογική της πολιτικής μου έκφρασης;

Γιατί όμως πάντα όλα να γυρίζουν σε μένα; Άσε καλύτερα, δεν είναι ώρα για να αναλωθώ στην διασπορά των συλλογικών ευθυνών (καταμερισμός των ευθυνών) και κοινωνικές ιδεολογίες (συνισταμένη πορεία των ατομικών ευθυνών). Ας ακολουθήσω τη νέα «κοινωνική» μόδα που επιτάσσει τον αφοριστικό διαχωρισμό μου από το σύνολο, την αποκοπή από τα κοινά, βροντοφωνάζοντας «όλοι είναι καθάρματα, όλοι τους, εκτός από εμένα». Δεν υπάρχει άνθρωπος, υπάρχει «εγώ»… Και αυτοί συνεχίζουν τη δουλειά τους, δηλαδή να ενισχύουν την ήδη ενισχυμένη αναλογική της πολιτικής εκλογικής διαδικασίας. Κι εγώ προφανώς συνεχίζω απτόητος τη δική μου, δηλαδή να ενισχύω την ήδη ενισχυμένη εσωτερική αναλογική της εξατομίκευσης και εσωστρέφειας.

«Ο Άνθρωπος την κοινωνία κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσην εποίησεν»

Κόκκινοι γίγαντες, άσπροι νάνοι

1 σχόλιο

Αστρονομία

Οι φυσικές επιστήμες έχουν την ιδιότητα να τροφοδοτούν συνεχώς τη σκέψη, οδηγώντας την στην πνευματική αγκαλιά της φιλοσοφίας. Η αστρονομία και αστροφυσική μαγεύουν με έναν περίεργο τρόπο το ανθρώπινο μυαλό και το αποδεσμεύουν από την πραγματικότητα που ορίζει το στενό του περιβάλλον. Κατά την παρατήρηση και έρευνα του διάστηματος διευρύνονται όλες οι χωροχρονικές μονάδες σε ασύλληπτες τιμές, δημιουργώντας μία μοντελιστική ομοίωση του κόσμου αλλά του μακρόκοσμου. Έτσι, με μία μακροσκοπική ματιά μπορούμε να διαπιστώσουμε πως οτιδήποτε συμβαίνει σε έναν μακρινό γαλαξία δεν απέχει πολύ από εκείνα που διαδραματίζονται σε ένα βιολογικό κύτταρο ή και σε ένα απειροστό νέφος σωματιδίων.

Ήλιος ακτίνες Χ

Ας ταξιδέψουμε μακριά, σε ένα νέφος σωματιδίων κάπου στο διάστημα, το οποίο μέσω της διαδικασίας συλλογής ύλης και ενέργειας, σταδιακά δημιουργεί μία σταθερή υπερμάζα που ονομάζεται αστέρας. Το σύνολο αυτό βασίζεται τόσο στα ενεργειακά πεδία όσο και τη συνισταμένη των δυνάμεων που ασκούνται μεταξύ των συστατικών στοιχείων του (κυρίως ήλιο). Οι δυνάμεις των θεμελιωδών αυτών στοιχείων που συγκροτούν τον αστέρα συνιστούν, τόσο την συνεκτική δράση του (βαρυτικές δυνάμεις), όσο και την αποσυνθετική δράση του (πυρηνικές) που αναγκάζουν τα άτομα να βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία. Με άλλα λόγια, η κάθε μοναδιαία συστατική ύλη ενός αστέρα εμφανίζει ταυτόχρονα την τάση να συνενωθεί με τις υπόλοιπες σε μία «μοριο-κοινότητα», αλλά και η «μοριο-κοινότητα» αυτή διατηρεί τη δομή της χρησιμοποιώντας αντίθετα την ίδια ενέργεια της κάθε μοναδιαίας ύλης, ώστε να δημιουργεί τάσεις απωθητικές δημιουργώντας μία κατάσταση ισορροπίας (οι ισχυρότατες βαρυτικές δυνάμεις που επενεργούν σε μεγάλο μέρος της ύλης προκαλούν «μεταμόρφωση» στα άτομά της, αλλάζοντας τη δομή τους, εκλύοντας ταυτόχρονα ισχυρή πυρηνική ενέργεια). Όταν μεγάλο μέρος της ύλης έχει αλλάξει τη δομή του και κατά συνέπεια έχει χάσει την ικανότητα της περαιτέρω «μεταμορφώσεως», οι βαρυτικές δυνάμεις υπερισχύουν των πυρηνικών και επέρχεται η κατάρρευση του άστρου κάτω από το ίδιο βάρος του. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως Νόβα και έχει ως αποτέλεσμα ισχυρότατη εκρηκτική εκτόνωση του άστρου και εκτόξευση μεγάλου μέρους στο αχανές διάστημα.

Πλήθος

Ας μεταφέρουμε το παραπάνω φαινόμενο στα πλαίσια της δημιουργίας και ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Κάθε κοινωνικό σύνολο που έχει τελέσει ο άνθρωπος δεν έχει μεγάλη διαφορά από τη «ζωή» ενός αστέρα. Οι κοινωνίες «σχηματιζονται» από ανθρώπους και η ιστορία έχει δείξει πως είτε αφομοιώνονται από μεγαλύτερες κοινωνίες είτε αποκόπτονται και ανεξαρτητοποιούνται κατά την κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας σχηματίζεται ένας από τους μεγαλύτερους «κοινωνικούς αστέρες» της ανθρώπινης ιστορίας, αν όχι ο μεγαλύτερος: η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει την πανανθρώπινη κοινωνία. Αν θεωρήσουμε ότι οι συνθετικές μονάδες του εικονικού αυτού άστρου είναι τα άτομα (άνθρωποι) και οι δυνάμεις που επενεργούν από τα άτομα προς το σύνολο συνιστούν την ατομική ελευθερία, ενώ από το σύνολο προς τα άτομα την κοινωνική τάση, τα φαινόμενα εμφανίζουν ομοιότητες. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι θέμα χρόνου να μεταμορφωθεί το κοινωνικό όν σε ατομικό κάτω από την κοινωνική πίεση, να υπερισχύσουν τα ατομικά δικαιώματα της κοινωνικής συνοχής και να καταρρεύσει το κοινωνικό σύνολο κάτω από το «βάρος» της ίδιας του της συγκροτημένης ατομικότητας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο εκρηκτικός διασκορπισμός μεγάλου μέρος των μονάδων του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπου πλέον θα αρχίσουν να ανακαλύπτουν εκ νέου την ανάγκη της επιβίωσης μέσω της κοινωνικότητας.

Super Nova

Σε μία τέτοια περίπτωση το θέμα των ατομικών δικαιωμάτων δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής, που ονομάζεται ατομικότητα της κοινωνικής οντότητας (κατά την οποία η κοινωνία συμπεριφέρεται ως ξεχωριστή ατομικότητα), στην οποία επικρατεί η απόλυτη απουσία δυνάμεων και το μέγιστο ενεργειακό περιεχόμενο…

Ιστορία δίχως…τέλος

2 Σχόλια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ανθρωπόμορφος ουραγκουτάγκος ο Σταυράκος…ο Σταυράκος που λέτε δεν νοιαζότανε για τίποτε άλλο πέρα από το τί θα φάει ,πως θα κοιμηθεί και πώς θα εκτονώσει την ενέργεια της πρώιμης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Ο Σταυράκος είχε σταμπάρει μία ωραία σπηλιά, έξω από την οποία υπήρχε μία μπανανιά γεμάτη καρπούς, και μία όμορφη ανθρωπόμορφη χιμπατζίνα…τη Τζίνα.

Όλα κυλούσανε ωραία ,μέχρι που φτάσανε στο μέρος ένας γιγαντόσωμος ανθρωπόμορφος γορίλας ο Μήτρακας και ένας παμπόνηρος ανθρωπόμορφος αυστραλοπίθηκος ο Τζίμυς. Ο Μήτρακας επιβλήθηκε μέσα στη σπηλιά πετώντας το Σταυράκο απ’ έξω, ενώ ο Τζίμυς ξελόγιασε τη Τζίνα με τα κόλπα του και την παρέσυρε παραδίπλα ,κάτω από έναν καταρράχτη. Ο Σταυράκος αναγκάστηκε να φύγει και να βρει την τύχη του σε άλλα μέρη…

Περάσανε γενιές πολλές από τότε, όταν οι ανθρωπόμορφοι απόγονοι καταφέρανε να σταθούν στα 2 πόδια και να δημιουργήσουνε κοινωνίες και επιστήμες. Ο απόγονος του Σταυράκου, ο Αγαμέμνονας, είχε μία πανέμορφη γυναίκα, την απόγονο της Τζίνας, την Ελένη. Ήτανε βασιλιάδες και ζούσαν υπέροχα, ώσπου κάποια μέρα φιλοξενήσανε έναν πονηρό νεαρό, τον Πάρη, απόγονο του Τζίμυ. Ο Πάρης δεν κατάφερε να αντισταθεί στη γονιδιακή πλέον έκφραση των ενστίκτων και ξελόγιασε την Ελένη και την πήρε μαζί του στη μακρυνή Τροία. Τότε, ο Αγαμένονας γύρισε στον Αίαντα, απόγονο του Μήτρακα και του ζήτησε να τον βοηθήσει για να πάρουν πίσω την Ελένη. Ο Αίαντας όντως βοήθησε τον Αγαμέμνονα, και πήρανε την Τροία. Ο Πάρης πέθανε, ο Αίαντας κράτησε τα πολύτιμα εδάφη της Τροίας με πλούσιο εμπόριο και στρατηγική θέση και ο Αγαμέμνονας πέθανε από τη χαρά του πριν καν δει την ωραία Ελένη.

Και περάσανε γενεές 500, και ο Σταυράκος τζούνιορ έμαθε τέχνες και αθλητισμό και ιστορία και επιστήμες. Πήγε σε σχολεία και σε πανεπιστήμια και έμαθε να χρησιμοποιεί τμήματα του εγκεφάλου που δεν γνώριζε. Έμαθε τις λέξεις σεβασμός, γνώση, αγάπη, κοινωνικότητα, καθώς και χίλιες μύριες του μάθανε τα κιτάπια και οι δασκάλοι. Και γνώρισε τη Τζίνα, γυναίκα πανέμορφη και μορφωμένη και θερμή και πονετική. Ο τζούνιορ άρχισε να σκέφτεται σπίτι, οικογένεια, παιδιά κι όλα του φαινότανε όμορφα. Κι αγόρασε ένα σπίτι και βρήκε μία πολύ καλή δουλειά. Και γνώρισε τον Μήτρακα τον δικηγόρο και τον Τζίμυ τον τυχοδιώκτη. Στην πρώτη δυσκολία ο Μήτρακας του πήρε το σπίτι, του έβαλε γραμμάτια και τον ξεφτίλισε στην κοινωνία. Ο τζίμυς ο αρουραίος ξελόγιασε με τα αηδιαστικά του ψέματα την Τζίνα και την πήρε σε άγνωστο μέρος. Ο Σταύρακας, όπως και οι πρόγονοι του, πέθανε από τη λύπη του.

cainkillshisbrotherabel.jpg

Αυτή είναι, εν συντομία, η ιστορία της ανθρωπότητας. Μία ελικοειδής φανταστική ιστορία που στροβιλίζεται γύρω από τον ίδιο χρονικό άξονα αναφοράς, σε μία πορεία σπειροειδή που σχηματίζει εκθετικές στρώσεις εναπόθεσης δεδομένων. Το παραμύθι ετούτο ίσως και να εμπεριέχει πιο αντικειμενικά στοιχεία από την ιστορία που διδάσκεται κανείς στα σχολεία. Διότι, κι αν οι καιροί αλλάξανε, κι αν ο άνθρωπος έφτασε στο φεγγάρι, ένα πράγμα δεν άλλαξε: η ζωώδης τάση του ανθρωπόμορφου χιμπατζή που κρύβεται βαθιά μέσα στα κύτταρα και τις αλυσίδες των αμινοξέων, να αποκτήσει βιαίως ότι γεμίζει τις αισθήσεις του. Εκείνο που αλλάζει μόνο, είναι το όπλο που χρησιμοποιεί…και μόνο μία λέξη είναι ικανή να περιγράψει απόλυτα την έμφυτη αυτή τάση του ανθρώπου, στεγνή και ξερή….τραμπουκισμός.

Οι φωτό είναι δανεισμένες κατά σειρά εμφανίσεως από:

  • allposters.com
  • exzooberance.com
  • hellenica.de
  • mitchie.com
  • wikipedia

Κοιτάζω στο σήμερα, μα βλέπω το χθες…

Σχολιάστε

Time illusion

“He who controls the past commands the future…he who commands the future conquers the past…”

«Εκείνος που ελέγχει το παρελθόν, ορίζει το μέλλον… εκείνος που ορίζει το μέλλον κατακτά το παρελθόν…»

(George Orwell)

Gazing at stars

Κάποιες στιγμές των θερινών κυρίως νυκτών, συλλαμβάνουμε την όρασή μας να αποτυπώνει τις συναισθηματικές μας φλόγες στο μοτίβο του έναστρου και σκοτεινού ουράνιου κάδρου, και να προβάλλει τις φαντασιακές μας δημιουργίες σε ένα μελαγχολικό καμβά σκότους και αστρικού φωτός. Το βλέμμα εστιάζει αφηρημένα σε αστρικούς σχηματισμούς, που επαναλαμβάνονται με θαυμαστή ακρίβεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε μεγάλο εύρος χρόνου. Στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπουμε είναι το μακρινό παρελθόν κάποιου αστέρα, με πιθανή χρονική απόκλιση κάποιων εκατομμυρίων ετών (τιμή ασύλληπτη από τον ανθρώπινο εγκέφαλο). Πρόκειται στην ουσία για ιστοριολογική θεώρηση της πραγματικότητας και όχι βιοπτική.

Sunrise Καθώς τελειώνει η νύχτα, και το μοτίβο με τις φαντασιακές ζωγραφιές μας αρχίζει να θολώνει, παρατηρούμε τον ήλιο να ανατέλλει αργά και σταθερά. Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως ανατολή είναι η δημιουργία της εικόνας της ανατολής στον εγκέφαλό μας, περίπου 8 λεπτά μετά το πραγματικό συμβάν. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να διανύσει το φως την απόσταση που χωρίζει πηγή και δέκτη. Άρα, στην περίπτωσή μας, το δικό μας παρόν είναι η ηλιοκεντρική πραγματικότητα με υστέρηση 8 περίπου λεπτών.

Dogs in road Αποφασίζουμε να γυρίσουμε στο σπίτι για να ξεκουραστούμε από τον ολονύκτιο εσωστρεφή μονόλογο. Οδηγούμε σε μεγάλη οδική αρτηρία, όταν ξαφνικά πετάγεται στο ρεύμα μας ένα αδέσποτο κυνοειδες ον. Η αντίδρασή μας χωρίζεται χονδρικά, στο χρόνο που χρειάζεται ο εγκέφαλος να δεχθεί και να επεξεργαστεί τα νέα δεδομένα, και τον χρόνο αντίδρασης για το λειτουργικό αποτέλεσμα. Στην ουσία και πάλι αντιλαμβανόμαστε την ιστορία ενός γεγονότος με ιστορική διαφορά κάποιων χιλιοστών του δευτερολέπτου. Επειδή, μάλιστα, ο άνθρωπός είναι οπτικοκεντρικό ον, γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε χρονικά διαστήματα μικρότερα των 3-4 περίπου χιλιοστών του δευτερολέπτου, δεν γίνονται αντιληπτά, δηλαδή υπάρχουν μόνο ως άγνωστα αίτια ενός εμφανούς αποτελέσματος (πχ. η διαδρομή μιας σφαίρας γίνεται αντιληπτή μόνο από τη λάμψη του πυροβολισμού και το ίχνος της πρόσκρουσης).

Prophet Είναι σημαντικό λοιπόν να κατανοήσουμε ότι οι αισθήσεις μας αποτυπώνουν την ιστορία του περιβάλλοντός μας. Πάντοτε υπολείπονται των πραγματικών γεγονότων. Ο άνθρωπος έχει καταφέρει να επιβιώσει και να επιβληθεί στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας κυρίως λόγω της δυνατότητας να προβλέπει. Δημιουργεί αλγοριθμικές συνέχειες ιστορικών μοτίβων και τις οργανώνει ποιοτικά και ποσοτικά, προσπαθώντας να προβλέψει πιθανά αποτελέσματα. Και όσο πληρέστερο είναι το αποθηκευμένο δυναμικό πληροφοριών, αλλά και όσο πιο εκπαιδευμένη είναι η αλγοριθμική διαδικασία επεξεργασίας, τόσο μεγαλύτερο είναι και το ποσοστό επιτυχούς πρόβλεψης. Η μαντική ικανότητα που διέθεταν εξέχουσες προσωπικότητες της ιστορίας, αλλά και διαθέτουν ακόμα κάποιοι του παρόντος, χρησιμοποιούσαν ως «καύσιμη ύλη» τη διαυγή ιστορική γνώση του βάθους των αιώνων. Τέλος, αν και είμαι αντίθετος με στην ιδέα και εφαρμογή του τζόγου, καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι οι μεγαλύτεροι τζογαδόροι στην ιστορία της ανθρωπότητας, δεν έπρατταν με τα δεδομένα του παρόντος φύλλου, αλλά με αυτά των παρελθόντων…διότι όταν ξέρεις τι έχει περάσει, γνωρίζεις και τι θα ακολουθήσει…

Οι πηγές του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύουν το κείμενο είναι κατά σειρά εμφανίσεως:

  • cyberspaceorbit.com
  • books20.com
  • newbigginbay.co.uk
  • i2.photobucket.com
  • iatwm.com

Το δέντρο της μοναξιάς

Σχολιάστε

melancholy tree

Κεφάλαιο Α’: «Η γέννηση»

Από τη στιγμή που γεννήθηκα, θυμάμαι μία κουβέντα να γαργαλά τα μικρά, νεοσχηματισμένα αυτάκια μου: «τί γλυκό παιδί , το πιο όμορφο, το πιο έξυπνο, το καλύτερο του κόσμου…».

Mother and child

Λόγια γονέων στοργικά που προσπαθούσανε να προσδώσουν μαγικές ιδιότητες στα κληροδοτημένα χρωματοσώματα.Φράσεις γνώριμων ανθρώπων που αράδιαζαν κοπλιμέντα για να τονώσουν την αυτοπεποίθηση των γονεών μου και να γεμίσουνε τα κενά που δημιουργούσαν οι ανασφάλειές τους.Ψυχρές διατυπώσεις αγνώστων, τους οποίους δεν ξαναείδα στη ζωή μου, που ξερνούσαν τυπικές πομπώδεις εκφράσεις είτε για να δηλώσουν την κοινωνική τους παρουσία στο συγγενικό μου περιβάλλον, είτε για να κερδίσουν την εύνοια των γονέων μου και των συγγενών….

Κεφάλαιο Β’: «Η κοινωνικοποίηση της εφηβείας»

Sad Tree

Και το παιδί μεγάλωνε…πάντοτε με την ευθύνη της ματαιόδοξης συγκρίσεως με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Τα πρώτα λόγια που άκουσε, ριζώσανε και γίνανε δενδρίλιο με δυνατό κορμό…σχεδόν αλύγιστο και πυκνό καταπράσινο φύλλωμα…και όσο άνθιζε κάθε άνοιξη και φούντωνε το φύλλωμά του, τόσο πυκνώνανε και τα παράσιτα γύρω του…εκείνα τα ζιζάνια που παραμονεύουν κοντά στις ρίζες, και περιμένουν με την πρώτη βροχή να αποσπάσουν σταγόνες δροσιάς από την αγκαλιά του δέντρου. Όσο αναπτυσσόταν ο κορμός, τόσο περισσότερα τα ζιζάνια στη βάση του, να κλέβουν σταγόνες από την ζωή του.

Κεφάλαιο Γ’: «Ο θρίαμβος»

Dancing tree

…Το παιδί έγινε έφηβος…και το δενδρίλιο, δέντρο. Η εμπειρία της ζωής έγινε σαν τη φωτιά στα χέρια των μακρινών προγόνων του, μέσο επιβίωσης. Ανακάλυψε τρόπους να απομακρύνει τα ζιζάνια από τις ρίζες του. Χρησιμοποίησε τα δηλητήρια του αέρα, τα οποία κατακρατούσε στο φύλλωμά του κατά την άνομβρη περίοδο, και απλά περίμενε την πρώτη βροχή να ταίσει φαρμάκι τους ανεπιθύμητους γείτονες. Με τις πρώτες σταγόνες, κιόλας, το αποτέλεσμα ήταν περισσότερο από εμφανές. Τα παράσιτα πέφτανε σαν το χιόνι και τα ζιζάνια λυγίζανε κάτω από το ίδιο τους το βάρος, εξαντλημένα, θανατωμένα. Το δέντρο δεν μπορούσε πια, παρά μόνο να τινάξει τα κλαδιά του ευτυχισμένο, σε ένα χορό μοναχικό και αυτάρεσκο.

Κεφάλαιο Δ’: «Η αποκαθήλωση»

Fall of the tree

…Ο έφηβος έγινε άντρας…το δέντρο θέριεψε. Η σκιά του επιβλητική. Ως και οι ακτίνες του ήλιου μάχουνταν η μία την άλλη, πια θα μπορέσει να φτάσει στην άλλη μεριά του φυλλώματος, σε έναν αγώνα ταχύτητας και δύναμης, μαζί και χάρης, με τερματισμό το δροσερό χορτάρι. Δεν υπήρχε πια χώρος για το δέντρο να απλώσει τις απέραντες ρίζες του. Ποσότητα από τα δηλητήρια που χρησιμοποιούσε για να σκοτώσει τα ζιζάνια, απορροφήθηκε από τα φύλα του και το δέντρο αισθάνθηκε να μουδιάζουν τα αγγεία του. Ο κορμός, τότε, άρχισε παροδικά να σαπίζει από μέσα και ο φλοιός να σκίζεται και να αποχωρίζεται το σώμα. Ορδές από έντομα και σκουλήκια ορμήξανε στο ετοιμοθάνατο κουφάρι, όπως οι γύπες και τα τσακάλια στο πληγωμένο ελάφι. Και σαν τον καταβεβλημένο από δυνατή αρρώστια γίγαντα, το δέντρο αρχικά έτριξε, ώσπου ακούστηκε ένας δυνατός ήχος όπως ο κεραυνός που διαπερνά την ξύλινη οροφή του σπιτιού. Έγειρε αργά στο πλάι και έπεσε απλώνοντας το τεράστιο κορμί του οριζόντια στην αγκαλιά της γης…

Κεφάλαιο Ε’: Το προφανές της ματαιότητας

DNA

Ο άντρας ξύπνησε απότομα. Έτριψε τα μάτια του για να διώξει από τους βολβούς των ματιών του αυτό το άσχημο όνειρο, ξορκίζοντας τους κακούς οιωνούς που άκουγε ότι συνοδεύουν τους εφιάλτες. Κοίταξε γύρω του ανακουφισμένος μαζί και απεγνωσμένος, για να δει έναν κόσμο διαφορετικό. Έναν κόσμο που μάχεται καθημερινά να αποτινάξει από πάνω του το προπατορικό του αμάρτημα, τον παιδευμένο εγωισμό, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από πατέρα σε γιο, από μάνα σε κόρη, όπως ο σπόρος των φυτών. Ανάλογη με το έδαφος και το κλίμα η επιτυχία της μετασποράς. Και ανακάλυψε τη δική του αλήθεια, ότι όταν ήταν δυνατός, ήταν και μόνος…όταν είχε ανάγκη από ζεστασιά, δεν είχε αγάπη…όταν δεν ήταν μόνος είχε για παρέα παράσιτα και ζιζάνια…

Η φωτογραφίες ανήκουν κατά σειρά σε συλλογές των

  • Dennis Webb’s Notable Art Photographs
  • tamilnation.org
  • minstrum.net
  • egreenway.com
  • gegraven.com
  • genome.gov

Όταν η φύση μας έχρισε δολοφόνους και αυτόχειρες…

Σχολιάστε

pascoedc.com - Disaster_Planning.jpg

… και σκέφτομαι…

pinellas-park.com - disaster.jpg

…μικρός που είναι ο κόσμος… Κάηκε η Πάρνηθα, και πήρε φωτιά το πληκτρολόγιό μου. Γράφω, ξαναγράφω, ρίχνω ευθύνες, καταριέμαι, φτύνω και σπουπίζω εκεί που έφτυσα… Εδώ και δεκαετίες, εμβαδόν μίας Πάρνηθας καταστρέφεται ανά ημέρα στο δάσος του Αμαζονίου. Εμβαδόν μίας Πάρνηθας αποτελεί η έκταση των πάγων που λιώνουν ανά χρόνο στο Βόρειο Πόλο. Εμβαδόν μιας Πάρνηθας αποτελεί το καμένο τοπίο που αφήνει πίσω κάθε κύμα βομβαρδισμών στο Ιράκ, το Αφγανιστάν κλπ. Εμβαδόν μιας Πάρνηθας ισοδυναμεί με τις εκτάσεις που καταλαμβάνουν τα χωριά που ερημώνονται ανά εβδομάδα στο Νταρφούρ. Κλπ. κλπ.

Τελικά, μικρός που είναι ο κόσμος…και πόσο μικροπρεπής, υβριστής και αλαζονικός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος…

catherinecorfield.co.uk/city_noise.jpg

Όταν νομίζουμε ότι η κλιματιστική εγκατάσταση του σπιτιού ή του αυτοκινήτου μπορεί να υποκαταστήσει το δάσος, ότι το τσιμέντο μπορεί να υποκαταστήσει το ξύλο, ότι το εμφιαλωμένο νερό μπορεί να υποκαταστήσει το ποτάμι, η καταστολή την πρόληψη, η τεχνολογία την παιδεία… περαστικά μας. Εμείς πάλι θα γευόμαστε τους 45+ βαθμούς του καύσωνα, τα εμφράγματα και πνευμονοπάθειες από τα μικροσωματίδια, το μόνιμο άγχος και νευρικές εφιδρώσεις από την έλλειψη ησυχίας και φυσικών συνθηκών διαβίωσης κλπ.

Πάμε όλοι μαζί για διαδηλώσεις, πορείες, επαναστάσεις κι όταν έρθει η ώρα της επιλογής δια της ψήφου, καλύτερο αύριο ή προοπτικές για μία «χαλαρή» θεσούλα στα σώματα ασφαλείας (και όχι μόνο), επιλέγουμε το δεύτερο. Ο καθείς παίρνει αυτό που του αξίζει σε αυτόν τον κόσμο, και προσωπικά δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι προς το παρόν μου αξίζει κάτι καλύτερο. Μέχρι να γίνω ‘Ανθρωπος περαστικά και σε μένα…τον ανθρωπάκο…

Οι φωτογραφίες είναι δανεισμένες από (κατά σειρά εμφανίσεως):
pascoedc.com
pinellas-park.com
catherinecorfield.co.uk

«Η λάμψη της μοναδικότητας»

Σχολιάστε

Unique

«Το παιδί μου, το καλύτερο του κόσμου…», μου έλεγε η κυρά Μαρία προχθές βουρκωμένη που μιλούσε για το μονάκριβό της αγόρι.

«Τέτοιο παιδί γεννιέται μία στο εκατομμύριο και αν…», συνέχιζε.

«Κυρά Μαρία μου όλα τα παιδιά του κόσμου είναι παιδιά μας», της έλεγα «και όλα τα αγαπάμε και για όλα πρέπει να προσπαθούμε».

Εκείνη με ρωτούσε κοιτάζοντάς με μες τα μάτια :

«Πώς γίνεται παιδί μου να αγαπάω όλα τα παιδιά το ίδιο με αυτό που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα μου;».

Μέσα στις κόρες των ματιών της, φεγγοβολούσε η εικόνα του προσώπου του γιου της, σαν σταματημένο καρέ από κινηματογραφική ταινία, πάνω στο πανί της μεγάλης άδειας αίθουσας.

«Κυρά Μαρία μου, δεν μπορούμε να εξισώνουμε τα πάντα και να τα συγκρίνουμε. Αλλά όλα τα παιδιά του κόσμου είναι κι ένα κομμάτι της ψυχής του γιού σου…».
Η κυρά Μαρία έστρεψε το βλέμμα αμήχανα, προσπαθώντας να συλλάβει την ιδέα ότι το πρόσωπο του γιου της έμοιαζε με εκείνο … εκείνο που φοράει στο μπροστά μέρος του κεφαλιού του το μικρό γυφτάκι των φαναριών ή εκείνη η μάσκα τρόμου που βάζει ο χούλιγκαν της κερκίδας, πριν πετάξει την πέτρα στον εχθρό της «θρησκείας».

«Μα πώς;…».

– «Κυρά-Μαριώ μου…Όταν ο γιος σου πάει σχολείο, ποιοι θα είναι οι φίλοι του; Όταν φτάσει στην ηλικία να παίξει ποδόσφαιρο, μπάσκετ ή βόλλει, ποιοι θα είναι οι συμπαίκτες του… οι αντίπαλοί του;». «Ποιος θα είναι ο πρώτος του έρωτας; Ποιος θα γίνει συνάδελφός του;»,. « Ποιος θα του γράψει τα λάθος φάρμακα όταν εκείνος αρρωστήσει; Ποιος θα τον απολύσει από την εργασία του, που με μόχθο και ιδρώτα κέρδισε, εξαργυρώνοντας τη δουλειά του γιου σου σε τυχοδιωκτικές αναζητήσεις, για να βρει την ευτυχία που ποτέ δεν έζησε;». «Τελικά, για ποιόν θα επιλέξει να πεθάνει ανταλλάσσοντας χωρίς δεύτερη σκέψη εκείνο που σου πήρε 9 μήνες να δημιουργήσεις και πολλά χρόνια να πλάσεις με τα ίδια σου τα χέρια;».

«…Όλα αυτά είναι τα σημερινά παιδάκια που κάποτε θα μεγαλώσουνε σε μία κοινωνία που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι’ αυτά κυρά-Μαρία μου. Που δεν ένιωσαν την αγάπη της κυρά-Μαρίας. Που δεν γνώρισαν τι θα πει αγάπη πέρα από τον ομφάλιο λώρο.»

« …Και όσο νομίζεις ότι μπορείς να μεγαλώνεις ένα παιδί μέσα σε μία αποστειρωμένη γυάλα, μακριά από ανεπιθύμητα παράσιτα και μικροοργανισμούς, τόσο ο αέρας γίνεται από μόνος του δηλητήριο μέσα στη γυάλα, και εκείνη μετατρέπεται σε θάλαμο αερίων για το παιδί σου. Είναι το χρέος μας προς το παιδί μας να μοιράσουμε την αγάπη μας σε όλα τα παιδιά του κόσμου, γιατί όταν στο γόνιμο έδαφος δεν καλλιεργήσουμε την βέλτιστη ποσότητα λουλουδιών, αυτό γίνεται αυτόματα χώρος ανάπτυξης ζιζανίων».

Κυρά Μαρίες, απανταχού της γης, μη γελιέστε ότι μπορεί ένα πανέμορφο άνθος, όπως το Έντελβαις, να ζήσει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Είναι μέχρι να φτάσει το χέρι της ανθρώπινης ματαιοδοξίας να το ξεριζώσει από το βράχο που στέκει αγέρωχο, για να το κάνει κορνίζα στο σαλόνι του. Ως εκεί φτάνει η λάμψη της μοναδικότητας σε αυτόν τον κόσμο.

Η φωτό ανήκει στην DARGATE AUCTION GALLERIES LLC

Αλλοτρίωση της σύγχρονης μορφής επικοινωνίας.

Σχολιάστε

 

Digital Communication

Ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί όταν είμαστε με το ταίρι μας δεν έχουμε κάτι να πούμε, αλλά στο κινητό μιλούμε μαζί του με τις ώρες. Γιατί όταν καθόμαστε μπροστά στο ΠιΣΙ (sic) κάνοντας ώρες τσάττινγκ (sic), βγάζουμε έναν εαυτό τον οποίο ούτε κι εμείς αναγνωρίζουμε αργότερα που διαβάζουμε τα λογκ φάιλς (πολύ sic σήμερα). Τελικά, όσο πιο πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς μας κρύβουμε τόσο πιο επιθετικοί στη συμπεριφορά μας γινόμαστε. Όταν η επικοινωνία είναι ελλειμματική και περιορίζεται σε κάποια μόνο από τα πρωτόκολλά της, τότε το κενό που παραμένει αυτοσυμπληρώνεται από τα δικά μας.

 

Ας γίνω κατανοητός. Μιλώ με μία πχ. naziara στο τσατ (sic) και με έναν ntalikeri. Εφόσον δεν τους έχω δει ποτέ, δημιουργώ μία εικόνα για τον καθένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, η οποία συμμετέχει στην επικοινωνία όπως ακριβώς αν τον/την έβλεπα. Για του λόγου το αληθές, μιλήστε σε ένα τσατ πότε με το ψευδώνυμο Μπάμπης και πότε με το ψευδώνυμο Ρίτα, και παρακολουθήστε διακύμανση της επικοινωνιακής συμπεριφοράς του συνομιλητή σας.

 

Οι μεγαλύτερες παρεξηγήσεις στις οποίες έχω συμμετάσχει, έχουν γίνει με τη χρήση ΕςΕμΕς. Έχει κι αυτό την εξήγησή του. Πέρα του γεγονότος της απουσίας του συνομιλητή από μία εμβέλεια πρωτογενούς επικοινωνίας, υπάρχει επιπλεόν η διαφορά χρονισμού των απαντήσεων (ταιμινγκ (sic)), όσο και ο περιορισμός της έκφρασης σε αριθμό χαρακτήρων. Σκεφτείτε την πρόταση «an 8eleis ela sto party», βάζοντας διάφορα σενάρια στο μυαλό σας σχετικά με την ψυχολογία του συνομιλητή σας τον οποίο δε βλέπετε. Μπορεί πχ. να είναι ειρωνικό, επιθετικό, τρυφερό, γλυκό, αδιάφορο, ερωτικό κλπ. Εδώ, η φέρουσα ψυχολογία του μηνύματος συμπληρώνεται από τη δική μας στιγμιαία συναισθηματική κατάσταση (έρωτας, αγάπη, ενοχές, κακία, αδιαφορία κλπ.).

 

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο, απλά θα τοποθετηθώ λέγοντας ότι η φύση μας έχει προικίσει με ένα πλήθος από επικοινωνιακές δικλείδες ασφαλείας. Η ανασφάλειά μας προέρχεται από την παράκαμψη των δικλείδων αυτών και αυξάνεται σε ένταση και σε συχνότητα ανάλογα με το σύνολο των δικλείδων που έχουν παρακαμφθεί. Το έλλειμμα επικοινωνίας τείνει να παρουσιαστεί ως θεματοφύλακας της προσωπικής ελευθερίας.

 

«Έρχονται εποχές που ο άνθρωπος θα ερωτεύεται την αποτύπωση της υπολειμματικής εικόνας του άλλου στον εγκέφαλό του, δηλαδή τον εαυτό του…

Έρχονται εποχές που ο άνθρωπος θα μισεί την αποτύπωση της υπολειμματικής εικόνας του άλλου στον εγκέφαλό του, δηλαδή τον εαυτό του…»

 

Η φωτό είναι δανεισμένη από το δικτυακό τόπο todayandtomorrow.net.

 

 

 

 

 

 

 

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε