O «Mπάρμπα Γιάννης»

11-92320011_copy1Έμενε απέναντι.
Δύο χρόνια. Φοιτητής και παίκτης, συλλέκτης γεύσεων, αγγιγμάτων, οσμών.
Όλο τον καιρό ζούσε σε ένα δικό του κόσμο , αισθανόταν.
«Αισθητής» όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του.
Εξάρχεια με τα ερειπωμένα νεοκλασικά και την αποφορά των ανθρώπων στούς σοβάδες .
Άνοιγε την ξύλινη αυλόπορτα, κάθε πρωί και πήγαινε στό φούρνο να πάρει τυρόπιτα για πρωινό μαζί με τον καφέ.
Τις ημέρες που είχε ιππόδρομο μαζί με το «Γκανιάν» δρασκελούσε την είσοδο του «Μπάρμπα Γιάννη» με την λαχτάρα για τις απογευματινές κούρσες . Τόν περίμενε παχουλός με την άσπρη ποδιά του και τα καταγάλαζα χαμογελαστά του μάτια. Σκούπιζε τα χέρια του στην ποδιά έστρωνε το χάρτινο τραπεζομάντηλο στο κεντρικό τραπέζι το κτύπαγε με την ροζ παλάμη του και τούλεγε:
– έλα κάτσε
Μέσα στό ψηλοτάβανο μαγαζί με τις μυρωδιές από τα τσουκάλια που έβραζαν και την σκόνη του ήλιου από πάνω. Πρέπει να ήταν άνοιξη.
– πέσμου τί έβγαλες.
Καί τούλεγε. Ανάλυση, ποιός θα πάει στο κεφάλι, αν θα γίνει γρήγορη κούρσα, αν ευνοούνται τα από πίσω και τέτοια. Εκείνος τον άκουγε και χαμογελούσε. Σάν να του έδινε λίγο ζωή.
Στο τέλος σηκωνόταν και πήγαινε δίπλα στην προθήκη με τα φαγητά σε ένα μεγάλο κόκκινο τηλέφωνο με κερματοδέκτη και σχημάτιζε ένα νούμερο .
– κάτσε να δούμε τι θα μου πει και ο δικός μου.
«Ο δικός του» ήταν ο Βαγγέλης Καλούμενος, χρονομέτρης της παλιάς σχολής , έγραφε στο «Αρχαιότερο ιπποδρομιακό περιοδικό» όπως έγραφε στόν υπότιτλο το «Προγνωστικά και πρόγραμμα».Αφού μεσολαβόυσε μιά χαμηλόφωνη συνωμοτική στιχομυθία καθόταν στην ξύλινη καρέκλα απέναντί μου, έπερνε το περιοδικό μπροστά του ,έβαζε τα γυαλιά, έφτυνε τα δάκτυλα και άρχιζε το ξεφύλισμα.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Το χειρότερο φύλλο στην πόκα

γραμμένο από τον flexxus

Ο Γιώργος και ο Βασίλης ξαδέλφια οι δυό τους, μεγαλύτεροι από μένα στην ηλικία – ο ένας πολύ, ο άλλος λιγότερο – ήταν οι δυό τους που άνοιξαν μια μέρα την καταπακτή και με έσπρωξαν προς τα έξω, για να δω το φως μου.
Περπατημένοι και οι δυό, μεγαλωμένοι στην Αθήνα, σπουδαγμένοι επαρκώς – τόσο όσο να περνιούνται για ειδήμονες τα χρόνια εκείνα – είχανε πάντα τον τελευταίο λόγο.
Στα μάτια όλων μας , των μικροτέρων, ήταν οι «προστάτες» και οι «ηγήτορες», άρα μπορείτε να καταλάβετε ότι την ημέρα που αποφάσισαν να με μυήσουν στο παιγνίδι, ψήλωσα τουλάχιστον 20-30 πόντους.
Βρισκόμασταν συχνά και κάναμε εξάσκηση(«προπόνηση» μου έλεγε ο Γιώργος) γιατί ταυτόχρονα είχαμε και αθλητική δραστηριότητα τις μέρες εκείνες, οπότε ο όρος κόλλαγε καλά, αλλά τα ωραιότερα πάντα συνέβαιναν όταν πηγαίναμε ταξίδια εκτός πόλεως σε αθλητικές αποστολές ή για διακοπές.
Ένα καλοκαίρι, εγώ στα 16 μου, κανονίζουμε να απομονωθούμε σ’ένα τουριστικό παραθαλλάσιο χωριουδάκι, όπου τότε έκαναν θραύση οι Σκανδιναβές.
Έξι άντρες στα ντουζένια τους, σε ένα τόπο πολλά «υποσχόμενο».

Το σπίτι που μας φιλοξένησε – ενός εκ των υπολοίπων της παρέας – άνετο, πολύ καλά επιπλωμένο για την εποχή του και για το μέρος που βρισκόταν. Στο καθιστικό του υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι, που αυτομάτως με το που φτάσαμε, στρώθηκε πάνω του μια γκριζωπή κουβέρτα.
Το παιγνίδι ξεκίνησε αμέσως και κανείς δεν σηκώθηκε απο το τραπέζι τις επόμενες ώρες. Όλοι ήμασταν δέσμιοι του παιχνιδιού, όλοι θέλαμε να γίνουμε καλύτεροι, όλοι θέλαμε να φύγουμε απο εκεί και να έχουμε πάρει το «χρίσμα». Κανένας δεν σκεφτόταν τα χρήματα ώς έπαθλο.
Στο τέλος της τρίτης μέρας, όταν πια είχε αρχίσει να ξεχωρίζει το ποιός θα ήταν ο νικητής του τουρνουά, είχαν επαρκείς δυνάμεις για να συνεχίσουν ο Γιώργος,ο Βασίλης και εγώ. Οι άλλοι τρεις της παρέας είτε έμειναν από κάβα, είτε κουράστηκαν, πάντως δεν είχανε δυνάμεις να συνεχίσουν (μήπως θέλανε και λίγο παιγνίδι με τις Σουηδέζες, ποιος ξέρει;).
Τώρα καθόμαστε στο τραπέζι πιο άνετα, έχουμε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο και τα χέρια μας δεν εφάπτονται όπως πριν. Άνεση. Ξεκινάμε .

Από την αρχή φαίνεται ότι υπάρχει μια σχετική εύνοια του φύλλου προς την πλευρά μου. Ο εμπειρότερος το καταλαβαίνει και πηγαίνει πάσο κάθε φορά που εγώ μπαίνω. Οι άλλοι δύο αργούν να το καταλάβουν και όταν το μυρίζονται είναι πλέον πολύ αργά.Έχουν χάσει σχεδόν όλα τους τα λεφτά.
Ο Βασίλης τα ρίχνει στην τύχη του και αποφασίζει να πάει για φαγητό έξω με τους άλλους.Έχουμε μείνει μόνοι εγώ και ο δάσκαλος, με περίπου μοιρασμένες μάρκες στο τραπέζι και με αρκετή δίψα για την νίκη. Ο καθένας για τους λόγους του βέβαια.
Πάνω που πάω να πάρω κεφάλι,μου βγάζει μια κέντα ξαναγυρνάμε στα ίδια. Διακρίνω ότι αλλάζει το στύλ του παιχνιδιού του και προσπαθώ να προσαρμοστώ. Κάνει κινήσεις που δεν είχα συνηθίσει ή δεν ήξερα μέχρι τότε.

Μοιράζω εγώ. Το παιχνίδι είναι κούκος και το πρώτο φύλο κάτω Άσσος καρό. Στο χέρι έχω Άσσο μπαστούνι. Κορυφαίο φύλλο, πολύ καλό για ξεκίνημα. Ντούκου για να δω, ο Γιώργος βάζει 20δρχ (κάβα τότε το κατοστάρικο), εγώ ακολουθώ.
Δεύτερο φύλλο κάτω ανοίγει Ρήγας καρό. Περιμένω πάλι να δώ αντιδράσεις και ο Γιώργος «οπλίζει». Ένα κατοστάρικο χτύπημα με χαρακτηριστική άνεση. Εγώ ακολουθώ στο χτύπημά του, αφού πρώτα κοντοστέκομαι, δήθεν για να σκεφτώ.
Τρίτο φύλο κάτω Ρήγας σπαθί και δεύτερο στο χέρι μου Ρήγας μπαστούνι. Έτοιμο φουλ ήδη για μένα και κινδυνεύω μόνο απο 2 συνδυασμούς. Να περιμένω; Ή να επιτεθώ; Λέω ντούκου και μέχρι να προλάβω να το πω,βλέπω κάτω 400δρχ – το χτύπημα του Γιώργου. Ακολουθώ ταχύτατα για να μη δώσω την αφορμή να σκεφτεί ότι δεν είμαι καλός, αλλά ταυτόχρονα τα «ζιζάνια» έχουν αρχίσει και με ζώνουν: Καρέ Ρήγα αποκλείεται, φουλ Άσσου πιθανό και κυνηγάει φλος. Μπλοφάρει; Δεν είναι απίθανο – το συνηθίζει. Κάνω slowplay (τον όρο αυτό τον έμαθα μεταγενέστερα βέβαια)και περιμένω. Δεν με έχει για τόσο δυνατό, το πιθανότερο ότι έχει Ρήγα και κάποιο άλλο φύλλο, άσχετο.
Ανοίγει το τέταρτο φύλο Ντάμα σπαθί. Άχρηστο για μένα, αλλά δεν μπορώ να υπολογίσω πού θα τον βόλευε. Ντούκου εγώ,1000δρχ εκείνος. Τώρα είμαι υποχρεωμένος να σκεφτώ. «Δικαίωμα…», λέω. Λες να έκανε φουλ του Ρήγα με Ντάμες; Θα ήταν ότι καλύτερο για μένα. Ή φουλ Ντάμας με Ρηγάδες;
Ακολουθώ στα 1000 και βλέπω ότι τα ρέστα μου είναι περίπου 2200, όσο πάνω –κάτω και τα δικά του. Αν δεν ανοίξει καρό για φλος, χάνω μόνο από φουλ Άσσου και καρέ Ντάμας (αν το 5ο φύλο είναι επίσης Ντάμα).
Ανοίγει το πέμπτο φύλο και βλέπω ότι δεν είναι τίποτα από αυτά που φοβάμαι – είναι ένα 10 μπαστούνι.
Είναι φανερό πλέον ότι έχω το δεύτερο καλύτερο χαρτί του τραπεζιού, αλλά είναι αρκετό για να κερδίσω την παρτίδα;
Λέω ντούκου και πίνω μια γουλιά καφέ, εκείνος με περιμένει να αφήσω την κούπα κάτω και ανοίγει με 1000. Χτυπάει με φοβερή συνέπεια απο την αρχή, δεν μπορεί να κάνει πίσω τώρα(σκέφτομαι). Αν θέλει να με βγάλει θα έβαζε ρέστα, άρα τι θέλει να μου πεί; Έχω μπερδευτεί. Πιθανότατα έχει φουλ, ξέρει ότι είναι δυνατός, αλλά δεν υπολογίζει ότι εγώ είμαι ακόμη πιο δυνατός!!
Αισθάνομαι ότι έρχεται η ώρα της ανάδειξης του νικητή. Θέλει μάλλον να πάει και εκείνος για Σουηδέζες.
«- Γιώργο τα 1000 και ακόμα 1200» ήταν η φράση μου και καθώς μετράει τα ρέστα του βλέπω ότι έχει και υπόλοιπο κάτι λίγα ακόμη.
«-Τα ποτά δικά μου», μου λέει και και μένω κάγκελο πριν καν δώ τα χαρτιά του.
Αργά και βασανιστικά βλέπω τους 2 Άσσους να πέφτουν στο τραπέζι και ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη του. «Είσαι πολύ καλός» μου λέει, «αλλά όχι όσο εγώ»! «Έπεσες στην περίπτωση. Θα έχεις να το λες και στα εγγόνια σου…», συνέχισε, αλλά εγώ πια δεν άκουγα τίποτα παρά μόνο ένα βούισμα και αμέσως μετά ένα έντονο χτύπημα μέσα στο κρανίο μου, σαν να βάραγε η καμπάνα της γειτονικής εκκλησιάς πάνω μου. Όταν συνήλθα μετά απο κανένα πεντάλεπτο άκουσα απο το στόμα του την φράση που μετέπειτα θα διάβαζα και σε πολλά βιβλία: «το χειρότερο χαρτί στην πόκα είναι το δεύτερο καλύτερο του τραπεζιού».

Απο τότε, λοιπόν, προσέχω πολύ και μπορεί κανείς να καταλάβει όταν με δεί να παίζω, γιατί όταν έχω φουλ στον κούκο δεν λέω τι φουλ είναι (εκτός αν είναι του Άσσου) παρά τελειώνω στερεότυπα με την φράση: «Έχω ένα μικρό φουλ».
Τι λέτε θα το ξεπεράσω ποτέ;
.

..
….
…..
……
Αφιερωμένο στον Βασίλη, που μας άφησε νωρίς και παίζει πρέφα με τους αγγέλους.

3 Σχόλια

Filed under flexxus, ιστοριες της ποκας

Ζάρια με τον Αντρέα

γραμμένο από το γυφτάκι

» Άκη, ρε μαλάκα πέθανε ο Ανδρέας…» είπα στο αυτί του φίλου μου την ώρα που κουνούσε τα ζάρια στη χούφτα του με κίνηση που προκαλούσε συνειρμούς. Δεν μπορεί, όταν η ηδονή καταφθάνει αγχωμένη με την ίδια κίνηση του χεριού, λογικά θα έρθει και η τύχη.
«Τι λες ρε μαλάκα, στα αρχίδια μου!», απάντησε και πέταξε τα ζάρια στην τσόχα. Δίκαιο είχε. Πήρε πίσω 400 δολάρια. Τα ζάρια στον κατάλληλο συνδυασμό είναι θέαμα πιο ηδονικό, ακόμα και από την Ελενα Ράπτη στον αγιασμό των υδάτων του Θερμαϊκού.

Την ώρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου άφηνε την τελευταία του πνοή (κατά τις φήμες, διότι κατά τη γνώμη μου ζει παρέα με τον Ελβις), βρισκόμουν στο Atlantic City με τον Άκη και τον Άγγελο. Εγώ από ζάρια γνωρίζω μέχρι Μονόπολη και τάβλι. Ο Άκης κατέχει το σπορ, όπως ο Ροναλντίνιο το ποδόσφαιρο. Έτσι νομίζει, δηλαδή. Εξ όσων μπορώ να φανταστώ, τα ζάρια είναι το απόσταγμα του τζόγου. Εκεί που οι υπόλοιποι πίνουμε ουίσκι, ο φέρων τα ζάρια στα χέρια πίνει φωτιστικό οινόπνευμα και στέλνει φιλάκια στο τζάκι.

Έχουν περάσει, λοιπόν, λίγες ώρες από την άφιξη μου στη μεγάλη σύμμαχο χώρα. Είμαι πρωτάρης εκεί, και αντιστοιχώ τις εικόνες που βλέπω με αυτές που έχω προσλάβει από την παρακολούθηση ταινιών του Χόλιγουντ. Την ίδια στιγμή ο Άκης φορτώνει στο αυτοκίνητο τις βαλίτσες του. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, γνωριστήκαμε μέσω internet-το 1996 οι Έλληνες χρήστες του δικτύου ήμασταν, πράγματι, μία παρέα. Προορισμός μας είναι η Φιλαδέλφεια. Λάθος, η Φιλαδέλφεια είναι η ενδιάμεση στάση. «Λοιπόν μαλάκα πάμε σπίτι, γνωρίζεις τη γυναίκα μου, της λέμε ότι είναι όνειρο ζωής για σένα να παίξεις στο Atlantic City, παίρνουμε το μαλάκα τον Άγγελο και φεύγουμε τα τρία μας για το καζίνο.» Προσπάθησα να εγείρω μία μικρή αντίρρηση. Μήπως ήταν καλύτερα να ξεκουραστώ λιγάκι, να δούμε τη Φιλαδέλφεια και να πάμε την επομένη; «Τι να δεις ρε μαλάκα στη Φιλαδέλφεια; Τα σκαλιά του δημαρχείου που έκανε προπόνηση ο Ρόκι; Θα σε πάω αύριο. Άντε πάμε να ξεχαρμανιάσουμε.» Κατάλαβα πως ήμουν το άλλοθι. Και, συνεπής προς το ρόλο μου, έπρεπε να μείνω ακλόνητος και σιωπηλός. Θα πάμε στο καζίνο!

Εγώ και ο Άγγελος πήραμε black jack. Ο Άκης ζάρια και ρουλέτα. Σκορπίσαμε ωσάν ιεραπόστολοι της ορθοδόξου διακονίας σε εχθρικό περιβάλλον, αλλά με στόχο τη διάδοση του ελληνορθοδόξου πολιτισμού. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως σε οποιοδήποτε σημείο του καζίνο και αν καθόσουν, μπορούσες, αν γνωρίζεις ελληνικά, να καταλάβεις πως τρεις τύποι «γαμούν το σύμπαν», συνευρίσκονται ερωτικά μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της μητρός Του, ενώ, κατά σύμπτωση, φέρουν και οι τρεις το ίδιο όνομα, δηλαδή λέγονται «ρε μαλάκα». Πράγματι, το κήρυγμα απέδωσε και εντός ολίγου είχε σχηματιστεί μία μικρή κοινότητα δέκα Ελλήνων και δύο Αμερικανών ελληνικής καταγωγής, η οποία άρχισε αμέσως να οργανώνεται, αναζητώντας τα απαραίτητα: «μάγκες εδώ πού μπορεί να γαμήσει κανείς;» ή, ακόμη, αναπτύσσοντας φιλολογικές προσεγγίσεις προς το περιβάλλον: «μαλάκα τη γαμούσα άνετα αυτήν. Κοίτα πως με κοιτάει ρε μαλάκα!» Μέχρι που κάποιος αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον αδελφό του, στην Αθήνα. Και ας ήταν προχωρημένη η ώρα στην Ελλάδα. Επέστρεψε αμήχανος. Λογικά την ίδια ώρα, κάποιοι ξενυχτισμένοι στρατιώτες σε έναν όρχο οχημάτων στρατοπέδου της Αττικής, θα ετοίμαζαν τον κιλλίβαντα για τον γίγαντα…

«Ρε μαλάκα εγώ νόμιζα ότι ήδη είχε πεθάνει ο Ανδρέας» μου είπε ο Άκης και μου βούτηξε άλλο ένα τσιγάρο. «Άλλο πράγμα τα ελληνικά Marlboro αδερφέ…» Εγώ, όμως, χρειαζόμουν χρόνο για να το διαχειριστώ. Πήρα ένα ουίσκι, συγκράτησα την ανάγκη μου για τηλεφώνημα στην Ελλάδα και άρχισα να χαζεύω τον Άκη. Ο τύπος κέρδισε 2.000 δολάρια. Σκέφτηκα να του προτείνω να στείλουμε στεφάνι στον Ανδρέα, αλλά φοβήθηκα μη γυρίσω με τα πόδια στη Φιλαδέλφεια. «Μαλάκα με αυτά τα λεφτά καλύπτω τα πρώτα έξοδα του μωρού» μου είπε. Ναι, θα γινόταν πατέρας σε λίγες εβδομάδες. Πήραμε το χρήμα, δώσαμε δέκα δολάρια στον παρκαδόρο και ξεκινήσαμε. Κοιμήθηκα στο αυτοκίνητο, αλλά συνέχισα με ευχέρεια στον καναπέ του.

Μετά το πρωινό των θριαμβευτών ξεκινήσαμε για κάποιο mall. Θα ξοδεύαμε, χωρίς φειδώ και σύνεση, τον άξιο κόπο του Άκη. Ο θάνατος του Ανδρέα ήταν μονόστηλο στους Times, αλλά ο Άκης μπορούσε να τους προσφέρει ένα αξιοπρεπές δίστηλο. Διότι, όπως διαπιστώσαμε σε ένα κατάστημα, τα λεφτά με τα οποία τον πλήρωσε το καζίνο, ήταν πλαστά. Οχι όλα, κάποια από αυτά, περίπου τα μισά. Μη σας κουράζω άλλο, απευθύνθηκε στο δικηγόρο του που τηλεφώνησε στο καζίνο το οποίο έκανε την πάπια και περιορίστηκε να προειδοποιήσει πως αν κατατεθεί μήνυση, θα απαντήσει με αγωγή για δυσφήμιση. Ο δικηγόρος του είπε πως δεν έχει καμία ελπίδα, το ρίσκο ήταν μεγάλο, όπως και το κόστος. Ξημέρωσε η άλλη μέρα και τα πλαστά δολάρια έβγαζαν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον Άκη. Εγώ του είπα πως αν ζούσε ο Ανδρέας θα μπορούσαμε να καταγγείλουμε, για άλλη μια φορά, τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Μου απάντησε πως ο Ανδρέας θα έδινε τα πλαστά δολάρια σε Ελληνες συνταξιούχους. Τι ντροπή…

9 Σχόλια

Filed under γυφτακι, ζαρια

Έρχεται η Μπέτα Μπεστ!

18-92320010_copy1Στον παλιό ιππόδρομο.
Είχε σημειώσει στην έβδομη κούρσα με στυλό έντονα το νούμερο 8. Έκατσε στα φθαρμένα ξύλα της πρώτης θέσης και περίμενε. Μαζί με τον ξάδελφο. Βγήκαν τα άλογα από το πάντοκ στο στίβο για επίδειξη. Έκανε ψύχρα. Φορούσε το μπουφάν κουμπωμένο μέχρι το λαιμό. Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Ακούστηκε η εκφωνήτρια με το πολλαπλούν: «Πενταετείς ίπποι, πέμπτη κλάση, νούμερο 8, χιλιάρικα επτά.» ‘Ηταν όπως τα περίμενε.Ψυχή δεν την ακουμπούσε.
Είδε που έμπαινε στο στίβο. Καστανή με γλυκά μεγάλα μελαγχολικά μάτια, παχουλή, κοντοπόδαρη, αδικημένη. Την αγνοούσαν. Κάτι η γενεαλογία, οι ατυχίες, το όνομα, η φήμη που «έσερνε», δεν την υπολόγιζαν. Είχαν άλλα να παίξουν, πιο όμορφα, με μεγαλύτερες όπως νόμιζαν δυνατότητες. Κι όμως. Όλο τον τελευταίο καιρό την παρακολουθούσε και την έβλεπε να βελτιώνεται. Δεν είχε νικήσει μόνο από κακές συγκυρίες. Όλο το βράδυ τη μελετούσε. Ήταν η κούρσα της, το πίστευε. «Έβγαινε¨από χρόνους, φόρμα, ισοζυγισμό, «έβγαινε» γιατί εκείνη ήθελε να νικήσει.
Καθώς έστριβε να βγει στο στίβο, του φάνηκε πως τον κοίταξε. Την έπαιξαν και περίμεναν.
» – Οι ίπποι ετέθησαν στις διαταγές του αφέτη». Ξεκίνησαν μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης από την άμμο. Δεν μπορούσε να διακρίνει. Ήταν όλα μαζί. Άκουγε την περιγραφή από τα μεγάφωνα. Πουθενά το όνομά της. Χάθηκαν τα άλογα πίσω από τα σπιτάκια. Εκεί που δεν έβλεπε κανείς. Τότε την άκουσε. Να καλπάζει με διαρκώς επιταχυνόμενο ρυθμό. Πετάχτηκε όρθιος. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρος. Σήκωσε και τα δυό χέρια ψηλά και με βραχνή φωνή που έβγαινε από το βάθος, άρχισε να φωνάζει: » – Έρχεται η Μπέτα Μπεστ».
Οι γύρω τον κοίταζαν με απορία, το ίδιο και ο ξάδελφος. Συνέχισε να φωνάζει, του έβγαινε από μέσα του: «- Έρχεται η Μπέτα Μπεστ». Και τότε, λίγο πριν την είσοδο στην ευθεία, την είδαν κι οι άλλοι. Είχε βγει από την εξωτερική και τους «κατάπινε» έναν-έναν. Μετά τα μέσα της ευθείας, με τον ιδιαίτερο δικό της καλπασμό, είχε φτάσει κοντά στους πρώτους και λίγο πριν το τέλος πέρασε.
Κέρδισε. Έκατσε κάτω αποκαμωμένος. Είχε βραδιάσει, μαλάκωσε το κρύο. Ένοιωθε ένα γλυκό μούδιασμα. Έκλεισε τα μάτια. » – Μπράβο κορίτσι μου». Ψιθύρισε.

8 Σχόλια

Filed under Σουταχαπει, ιστοριες ιπποδρομου

Ο Ηλίας ο Γκανιάν

Ο Ηλίας ο Γκανιάν δεν είχε καμία σχέση με ιππόδρομο, αλλά διατηρούσε άδηλη την πατρότητα του προσωνύμιου που τον ακολουθούσε. Κατά πάσα πιθανότητα δεν επρόκειτο για το αληθινό του επώνυμο. Δεν ήταν δα και Αρμένης. Ηταν από την Καλαμάτα και αυτό φαινόταν από μακριά. Προς τι το Γκανιάν; Αγνωστο.

Είμαστε στη Σαλονίκη, στην αρχή της δεκαετίας του ΄80, στα πρώιμα χρόνια της «Αλλαγής». Εκείνη την εποχή έπαιζες ιπποδρομιακό στοίχημα μόνο αν είχες όρεξη να πας μέχρι την Αριστοτέλους, στο ένα και μοναδικό πρακτορείο που διέθετε σανό για τα αλογάκια. Ο Ηλίας, όμως, δεν το κουνούσε από την αρχή της οδού Παπάφη, στις παρυφές της πανεπιστημιούπολης. Εκεί τον έσπειραν, στα μέσα των ’70s, τα αποτελέσματα των εισαγωγικών στη Φυσικομαθηματική, εκεί έβγαλε και αυτός ρίζες. Αν τον δεις ως φυτό, θα τον κατατάξεις στους βολβούς. Με ρίζες και καρπό κάτω από τη γη, στο υπόγειο σφαιριστήριο του Χρήστου Βλαμίδη, στην οδό Λαχανά. Είναι τριαντάρης, αλλά η εμφάνιση του βάζει άλλα δέκα χρόνια από πάνω. Κοντός, παχουλός, με καράφλα και σγουρά μαλλιά που πέφτουν στους ώμους.

Πίνει από το πρωί και παίζει μόνο πρέφα και «Θανάση». Για την ακρίβεια, διδάσκει πρέφα και νεοπασοκική φιλοσοφία. Αναπαράγει με δυνατή φωνή τα τραγούδια από την «Εκδίκηση της Γυφτιάς», μοιράζει αντίδωρο με το «Χαράτσι», τον πρώτο δίσκο του Παπάζογλου και κωδικοποιεί, με κλισέ και συνθήματα βασικούς κανόνες συμπεριφοράς του πρεφαδόρου. «Στη μέση ο τζογαδόρος, λιμό κάτω ρε μαλάκα.» Και πιο ψαγμένα: «η πρέφα θέλει υπομονή και το μουνί γαμήσι.» Παίζει χαρτιά όλη μέρα. Μερικές φορές και όλη τη νύχτα. Κανένας δεν ξέρει πως βιοπορίζεται. Πρέφα με τους μαθητές του με έπαθλο τον καφέ, «Θανάση» με τους μεγάλους με δύο κατοστάρικα το καπέλο. «Κουφάλες ήρθα!» αναφωνεί και κουτρουβαλάει τα σκαλιά του υπογείου. Τον έβλεπα για πέντε-έξι χρόνια και ποτέ δεν έμαθα το επίθετο του, ούτε τι ομάδα είναι. Αρκεί που μάθαινα πρέφα δίπλα του και γνώριζα, έστω ως ηδονοβλεψίας, την απόλαυση του τζόγου με πολλά λεφτά. Ακου δύο κατοστάρικα το καπέλο…Πολύ χρήμα.

Μέχρι που μία μέρα χάθηκε, δεν πάτησε στο καφενείο. Και η μέρα έγινε εβδομάδα. Στις δέκα μέρες εμφανίστηκε. Πλυμένος, ξυρισμένος, καλοντυμένος και κατά 400 εκατομμύρια πλουσιότερος. Είχε κερδίσει τον πρώτο αριθμό του λαχείου. Ανακοίνωσε πως γυρίζει στην Καλαμάτα. Γκανιάν!

9 Σχόλια

Filed under γυφτακι, ιστοριες πρεφας

Μια νύχτα στο καζίνο.

Αγαπώ τα καζίνο γιατί μου επιτρέπουν να γευτώ πολλών ειδών ήττες.

Τώρα τελευταία, κάθε φορά που πάω στο καζίνο, όταν τους δίνω την κάρτα μέλους, την τσεκάρουν στον υπολογιστή τους, με κοιτάνε με περιέργεια και με ρωτάνε το όνομά μου. Κάποιες φορές με ρωτάνε και ημερομηνία γέννησης. Μα υποτίθεται ότι αυτόν το ρόλο έχει η κάρτα. Να τους λέει τα στοιχεία μου χωρίς ερωτήσεις. Υπέθεσα ότι είχαν κρούσματα πελατών που τους έχει απαγορευτεί η είσοδος και μπαίνουν με ξένες κάρτες.

Στην τελευταία μου επίσκεψη, όταν έδωσα την κάρτα μου, μια κοπέλα μού έκανε πάλι τις ίδιες ερωτήσεις. Όνομα, ημερομηνία γέννησης… Συνηθισμένος πια, της απαντούσα χαμογελαστός. Στο τέλος μου ανταποδίδει το χαμόγελο και μου λέει ευγενικά:
«Έχετε αλλάξει!«.

Κοκάλωσα.
«Έχω περάσει πολλά κι έχω αλλάξει. Εσύ όμως πού το ξέρεις;» σκέφτηκα.
Το μυαλό μου εξέτασε αστραπιαία όλα τα ενδεχόμενα. Κατάλαβα. Όταν δίνεις τα στοιχεία σου για να γίνεις μέλος, κάποια κρυφή κάμερα σε φωτογραφίζει. Είχα αλλάξει σε σχέση με τη φωτογραφία. Έφαγα τη σφαλιάρα, της χαμογέλασα και προχώρησα αγέρωχος στην αίθουσα όπου θα έχανα αμίλητος ενάμισι μισθό.

Και να σκεφτείς ότι δεν έχουν περάσει ούτε δυο χρόνια που έβγαλα την κάρτα…

5 Σχόλια

Filed under Παράξενος, ιστορίες καζίνου

o kairos said…( 2 )

o kairos said…

Τα αραβικα αλογα ειχαν μολις αποσυρθει.Ηταν ατιθασα και στηνοντουσαν δυσκολα απο το κυκλωμα.Όποτε ετρεχε ο Σεϊχης κερδιζε.Δεκα δραχμες στο δεκαρικο.Δεν εβγαινε χρημα.Ετσι βγηκαν οι αραβες.Τα καθαροαιμα κυριαρχησαν σ’ολες τις κουρσες.Κανεις δεν τα ηξερε.Τα παιζανε ολοι στην τυχη.Ή στον Μαρινο.Ο Μαρινος ερχοτανε παντοτε πρωτος.Οποιο αλογο κι αν ιππευε.Αντε να εκανε τραμπα με τον Ζαρπαρινη ή τον Μπουγιουρη.Αυτο ηταν ολο.Αφου δεν ξεραμε τ αλογα παιζαμε στους αναβατες.
Ηταν, ομως, ενα ρημαδι, ο Μιτζουζο με τ ονομα, καθαροαιμο νεαρο, που οταν ετρεχε, απλως κερδιζε.Ανεμος.Ακομα κι αν τον καβαλαγε σκετη η σελα.Μετα απο μηνες ηρθε ενας τυπος στο Ντολτσε-σημερα Φιλιον-το πιο σοβαρο παραρτημα της Νομικης,και κει μεταξυ Οικογενειακου Δικαιου και Ποινικης Δικονομιας μας αμολησε το μυστικο:Ο Μιτζουζο θα εχανε σημερα!Κανεις δεν τον πιστεψε.Εκτος απο μενα.Ειχε ενα ατρανταχτο επιχειρημα.Και ηταν κατηγορηματικος.Το διδυμο ηταν Αννιτα-Μιτζουζο.Τοτε γραφεια δεν υπηρχαν.Επρεπε να ησουν εκει.Στο ναο του Φαληρου.
Και ηταν ολοι εκει.Οπως παντα.Εσπρωξα ολα μου τα λεφτα στο ταμειο στο διδυμο Αννιτα-Μιτζουζο.Ηταν 180 δραχμες.Και την Αννιτα δεν την ηξερε ουτε η μανα της.Τα αλογα ξαμοληθηκαν μολις επεσε το σκοινι.Το μηχανημα ηρθε μετα απο χρονια.Η Αννιτα ξεχωρισε πρωτη μετα τη στροφη και ολοι τρεχανε πισω της.Κι οσο τρεχανε πισω της ολοι τοσο ανοιγε αυτη καλπασμο.Ωσπου πριν την τελευταια στροφη τα αλογακια ειχανε σκασει.Σαν αερας μπηκε η Αννιτα στην ευθεια για το τερμα.Και πισω, κολλημενος στα καπουλια της ερχοτανε δευτερος ο Μιτζουζο.Τα πληθη ουρλιαζανε το ονομα του στις κερκιδες του Φαληρου. Αλλ’αυτος τερματισε δευτερος,κολλημενος με πεισμα στα καπουλια της αερινης Αννιτας. Πηγα στο ταμειο και εγινα πλουσιος.
Και φευγοντας ξανακουγα στ αυτια μου την ψιθυριστη φωνη του τυπου στο Ντολτσε:»Η Αννιτα ειναι αδιαθετη.Κι ο Μιτζουζο,που ειναι επιβητορας θα κολλησει απο πισω της».

4 Σχόλια

Filed under ιστοριες ιπποδρομου, ο καιρος

Καυταντζόγλου και Πατησίων γωνία

GanianΈφτασα, ως συνήθως στις τρεις παρά τέταρτο. Λίγο πριν αρχίσουν οι κούρσες. Με το άνοιγμα της πόρτας, ήρθε η μυρωδιά της παλιοκαιρισμένης τσιγαρίλας. Home again. Ο χώρος ήταν δεν ήταν 50 τετραγωνικά. Στο βάθος, πάνω σε ένα ξύλινο βάθρο, ήταν στημένος ένας πάγκος. Πάνω του η μηχανή που έκοβε τα χαρτάκια για τον ιππόδρομο, και η άλλη για το στοίχημα, το τζόκερ και το λόττο. Πίσω του τέσσερις καρέκλες και στον τοίχο από πάνω τους κρεμασμένη μια τηλεόραση.
Μπροστά του, σαν πεταμένα, δύο τραπέζια σε design «δημόσια υπηρεσία», μόνο λίγο μεγαλύτερα. Γύρω τους καμιά δεκαπενταριά καρέκλες και κάποιες άλλες διάσπαρτες. Απλωμένα πάνω στα τραπέζια ιπποδρομιακά περιοδικά, χαρτιά άσπρα για να κρατούνται σημειώσεις και φυσικά στυλό. Στον ένα τοίχο, αριστερά της πόρτας αναρτημένος ένας πίνακας με τις προτάσεις όλων των ιπποδρομιακών περιοδικών αλλά και κάποιων εφημερίδων για κάθε κούρσα ξεχωριστά. Οι προτάσεις γραμμένες με κιμωλία, άλλαζαν κάθε Δευτέρα – Τετάρτη- Παρασκευή. Στον απέναντι τοίχο κάποιες αφίσες διαφημιστικές του ΟΠΑΠ και του ΟΔΙΕ, τα χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει από τον καιρό. Μαζί τους και ένας πίνακας γραφής, όπου με μαρκαδόρο γράφονταν τα αποτελέσματα και οι αποδόσεις κάθε κούρσας.

Η τηλεόραση, χωρίς ήχο, παίζει κάτι δημοπρασίες κοσμημάτων, περιμένοντας να γίνει η πρώτη σύνδεση με το Φαληρικό Δέλτα. Στο μηχάνημα που κόβει τα χαρτάκια κάθεται ο Πέτρος, νέο και αλέγκρο παιδί. Γιός της Αλέκας, που κάθεται δίπλα του μπροστά από το μηχάνημα του στοιχήματος. Φυσικά δεν ασχολείται με το στοίχημα, κανείς δεν ασχολείται όταν έχει ιππόδρομο. Έχει μπροστά της το τηλέφωνο και παίρνει παιχνίδι, από φερέγγυους παίκτες που παίζουν ιππόδρομο από το σπίτι ή το γραφείο τους. Η Αλέκα, περασμένα πενήντα, ξανθά βαμμένα μαλλιά, διατηρημένη για την ηλικία της. Ξέρει να φέρεται, είναι όμως και του πεζοδρομίου αν χρειαστεί. Κουβαλάει κάτι από την τζογαδόρικη γοητεία του άντρα της. Δικό του το μαγαζί, όμως έχει κουραστεί πια, έχει αποτραβηχτεί στο εξοχικό τους στην Ανάβυσσο και καλλιεργεί λαχανικά. Στις δόξες του ήταν μεγάλο χαρτόμουτρο, συμμετείχε σε μεγάλα καρέ, έπαιζε πολύ ιππόδρομο. Τώρα το παίζει ερημίτης.
Έχει αφήσει το μαγαζί στην γυναίκα του και εκπαιδεύεται ο γιος τους, να το κρατήσει κάποια στιγμή μόνος του.
« – Καλώς το Σοφοκλή το αγόρι μου», ακούγεται η φωνή της Αλέκας. Είμαι η συμπάθειά της, κάτι που κληρονόμησα από τον ξάδερφό μου, τη μεγάλη της αγάπη. Έχει σταματήσει πλέον να παίζει ιππόδρομο. Δεν υπάρχει φορά που να μην με ρωτήσει τι κάνει. Έρωτας κι αυτός. Ανάμεικτος με μητρικό συναίσθημα. Για τον ξάδερφό μου εννοώ, πολύ λιγότερο για μένα.
« – Έλα ρε παιχταρά μου, τι έχουμε σήμερα; Τίποτα καλό;» με χαιρετάει και ο Πέτρος.
« – Καλησπέρα μαμά του λόχου» λέω κοιτάζοντας την Αλέκα, προχωρώντας προς τον πάγκο-γκισέ. Φθάνω και δίνω το χέρι μου στον Πέτρο παλάμη με παλάμη με τους αγκώνες να ακουμπάνε στον πάγκο. « – Θα τους γαμήσουμε σήμερα».

Αυτό είναι το μεγαλείο με τον τζόγο. Μπορεί να χάνεις συνεχώς επί ένα μήνα, που σημαίνει 10 – 12 ιπποδρομιακές στη σειρά , δηλαδή πάνω από 100 διαδοχικές κούρσες και την ώρα που ξαναπάς είσαι σίγουρος πως έχεις βρει τα άλογα που θα σε κάνουν πλούσιο. Το μεγαλείο είπα; Αυτή είναι και η αιτία της καταστροφής. Μα μήπως και το μεγαλείο, καταστροφή δεν είναι; Ή η καταστροφή δεν κρύβει μεγαλείο;
Γυρνώ προς τα τραπέζια, αναζητώ φάτσες συναγωνιστών, το πιθανότερο είναι να τις βρω. Χαιρετώ, τραβάω μια καρέκλα και κάθομαι να ξεφυλλίσω τα ιπποδρομιακά περιοδικά – τα άλλα πλην του «Γκανιάν», το οποίο αγοράζω και μελετώ διεξοδικά. Πάντα μου άρεσαν τα παιχνίδια εκείνα που απαιτούσαν μελέτη, διάβασμα. Γι’ αυτό κι όταν με ρωτούν αν μου αρέσουν τα τυχερά παιχνίδια, πάντα απαντώ «Όχι» και το εννοώ. Τα τεχνικά παιχνίδια μου αρέσουν. «Και δεν χρειάζεται τύχη;» θα μου πείτε. Φυσικά και χρειάζεται και τύχη. Υπάρχει κάτι στη ζωή που δεν χρειάζεται και τύχη; Εκτός κι αν θεωρήσουμε και τη ζωή ολόκληρη τυχερό παιχνίδι, οπότε πάσο.

Ανάβω τσιγάρο, έρχεται και ο καφές που μου έχει φτιάξει η Αλέκα. Για τους περισσότερους έχει ουίσκι, μα ξέρει πως εγώ δεν πίνω. Κρατάω λίγες ακόμα σημειώσεις πάνω στο ήδη γραμμένο «Γκανιάν» μου και είμαι έτοιμος για τον πόλεμο. Πάνω στην ώρα αρχίζει και η μετάδοση από το Φάληρο. Ακούω την φωνή του Φώτη του Ιωσηφίδη να λέει τις αποδόσεις για την πρώτη κούρσα. Είναι ήδη δύο λεπτά πριν τις τρεις και τα άλογα που θα τρέξουν στην πρώτη ιπποδρομία έχουν φθάσει στο σταρτ, ετοιμάζονται να μπουν μέσα.

« – Έχω μάθει τον Μίστερ Πάμπλικ Ριλέισονς, για την πρώτη», μου λέει ένας παππούς, που ο γαμπρός του δουλεύει στον ιππόδρομο- ή έτσι θέλει να πιστεύουμε. Χαμογελώ και σηκώνομαι να πάω στον Πέτρο να παίξω τον Μίστερ Πάμπλικ Ριλέισονς. Όχι γιατί το είπε ο παππούς, μα γιατί από τη μελέτη μου τον ξεχώρισα σαν καλό αουτσάιντερ.

17 Σχόλια

Filed under ιστοριες ιπποδρομου, sofogreg

o kairos said… ( 1 )

o kairos said…
Πηρα τα βηματα μου και περπατησα μεχρι την οπερα.Ετσι τη λεγαμε την ταβερνα πισω απο το Ιπποκρατειο,με τις ψαθες στους τοιχους καρφωμενες με δεκαρες και εικοσαρες.Αυτα τα νομισματα παιζαν ακομα.Το σουβλακι ειχε 3,5 δραχμες και το νοικι 600.Ετρωγες καλα με 25 .Στο μαγαζι ητανε παντα γνωστοι,ητανε στεκι.Παραμονη πρωτοχρονιας,ομως,ειχαν λακισει ολοι.Οι φιλοι ηταν εκδρομη,η κοπελια με τους γονεις-μικρη ακομη-εγω 19.Στο ταβερνειο ενας γνωστος,μεχρι εκει,ουτε τα ονομα του δεν ηξερα καλα καλα,μου κανε νευμα,πηγα εκατσα,τα ειχαμε πιει δυο τρεις φορες σε αχταρμα παρεες,φαγαμε,φυγαν οι αλλοι,μειναμε οι δυο μας,χαρμανιασμενοι.Δεν ειχα φραγκο,κερνουσε ταξι κι αλλο ποτο στη μπυραρια,απεναντι απο το Πρωτο νεκροταφειο,και κεινο στεκι.Στο διπλανο τραπεζι η μανταμ ηταν χοντρη και ροδοκοκκινη,ο γκομενος της ξερακιανος μες στα 50 με κοστουμακι,κι ο διπλανος τους ατημελητος,με το ταξι του.Για ποκα λεγαμε,επιασαν σημα,μας προσκαλεσανε,δεν εχω μια λεω του δικου μου,καλυπτω εγω με πηρε πανω του.Μπροστα οι τρεις τους,πισω εμεις,ανοιγει λιγο το σακκακι του,φανηκε το οπλο,μου το δειχνει,δεν ηταν μπατσος αυτο το ηξερα,τ αλλα σκοταδι του υπογειου.Με το ταξι καναμε σταση στο καφενειο της μανταμ,στην Ηλιουπολη,μια τη νυχτα,να ξημερωσει η πρωτη μερα του ’70.Πηραμε τραπουλες σφραγισμενες,τρεχα γυρευε,και σταματησαμε σ’ενα μονοροφο της Αργυρουπολης,σαν ολα που ηταν καποτε η Αργυρουπολη της εργατιας.Μου εδωσε χιλιες,κρατησε χιλιες-δεν ειχε αλλα-δικια του η χασουρα,τα κερδη στη μεση.Χιλιες η καβα,πενηντα το τσιπ,μονο χαρτουρα.Μαρκες δεν ειχαμε.Ο ταξιτζης ταπωσε στην ωρα απανω με τον δικο μου,πιασαν ντιβανι.Κουκος μονος,χαρακιρι,αβολοντε,τελεία.Οποτε πασαριζα κερδιζε,οποτε εμπαινα εχανε.Ρηγα ο ξερακιανος,ασσο εγω,ζευγη αυτος,τρια εγω.Χρωμα αυτος φουλ εγω.Δε βολευε πια το χερι μου ο τοπος να μοιρασω με τοσο χαρτονομισμα μπροστα μου.ΤΟ χερι μου,γιατι το άλλο δεν το εβγαλα από την τσεπη του παλτου ουτε στιγμη .Χαραξε η μερα,τελειωσαν τα λεφτα,» παω στο μαγαζι να φερω»,ειπε.Πηγε και ξαναπηγε στο μαναβικο .Γυρω στις δυο το μεσημερι εκανε νευμα στη χοντρη,που ειχε μεινει ξενυχτισμενη να φτιαχνει καφεδες για τους δυο μας-ο ταξιτζης ειχε φυγει και ο δικος μου ροχαλιζε στο ντιβανι-κατι του τσινησε αυτή,αγριεψε το ματι του,πηγε μεσα,του φερε ένα χιλιαρικο.Κουκος μονος,μοιραζει αυτος,ανοιγει ρηγα,ντουκου εγω,σπρωχνει τα χιλια,πεφτει σε φλος,καρα στον ασσο.Κατερρευσε.Περιμενε,μου λεει,να φερω.Σηκωθηκα.Δεν εχει νοημα,του ειπα.Μια άλλη μερα ευχαριστως.Κι εκει που ηταν στο παρακαλι και στην απειλη,να σου ξυπναει ο δικος μου απ το ντιβανι,»παμε» μου λεει,ξεκομμενα.Αφησα δυο για τη γκανιοτα στη χοντρη και βγηκαμ εξω.Και τοτε αναψα το πρωτο τσιγαρο της βραδυας.

19 Σχόλια

Filed under ιστοριες της ποκας, ο καιρος

Η "Αργιθέα"

Ήταν στα δεκαοκτώ.
Είχε λίγους μήνες που άλλαξε η ζωή του, έφυγε από το σπίτι.
Περπατούσε νύχτα ανεβαίνοντας την Αραχώβης. Κρύο και υγρασία. Είδε τη φωτισμένη γωνία. Καφενείο «Η Αργιθέα». Βρώμικα καφέ τζάμια και λίγος κόσμος. Μπαίνοντας, πρόσεξε μια παρέα που έπαιζε χαρτιά. Στη μέση ο Μήτσος – αδύνατος, μακριά ίσια σαν λαδωμένα μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα. Του χαμογέλασε και με ένα χαρακτηριστικό μορφασμό σοβαρότητας και συγκέντρωσης ,τον προσκάλεσε.
« – Έλα κάτσε». Τους έβλεπε να παίζουν πρέφα χωρίς να μιλάει, περίμενε. Τους παρατηρούσε. Φαγωμένα πρόσωπα, τσιγάρα και άσπρο φως, εκτεθειμένοι και κρυφοί.
Πλησίαζαν στο Παγκράτι. Οδός Ιέρωνος, ψηλά σπίτια, σκοτεινοί δρόμοι, υγρό γκρι. Η βαριά σιδερένια πόρτα έτριξε ανοίγοντας. Πολυκατοικία του ’60, στενό διαμέρισμα. Μετά το χωλ το δωμάτιο με το τραπέζι. Ήταν εκεί ο Κώστας από τη σχολή και άλλοι δύο ξένοι. Πίσω από το τραπέζι, το ντιβάνι. Σιγά-σιγά με το παιχνίδι, το δωμάτιο μεγάλωσε. Πέφταν τα φύλλα, άκουγε τον ήχο από τις μάρκες. Πήγαινε καλά, «κυνηγούσε». Ινδιάνο τον έλεγε ο Μήτσος. Κούκος μονός, ορεινός, διπλός, μαμούθ με καθρέφτη, σταυρός. Είχε καλό φύλλο, κυρίως όμως του «γινότανε» στο τέλος. Δεν είχε πολλά να χάσει, έβλεπε τα χτυπήματα, ένας ρυθμός ακουγόταν μέσα του. Καταλάβαινε το τραπέζι και τους κοιτούσε. Πρέπει να ήταν ο ψηλότερος, σίγουρα ο πιο μικρός. Κέρδιζε, είχε μαζέψει μπροστά του ένα άτακτο βουνό από μάρκες, περίπου τριάντα χιλιάδες. Από το βάθος ακούστηκε μια κοριτσίστικη φωνή λίγο βραχνή.
« – Μήτσο, μη ξεχάσεις να με ξυπνήσεις το πρωί». Ήταν η αδελφή του που φάνηκε λίγο στη μεσόπορτα. Φορούσε μια πουκαμίσα μόνο. Είδε λίγο τα πόδια της και το σκυφτό μελαχρινό της πρόσωπο.
Χαρακίρι. Μοίραζε. Ο Μήτσος πήρε τα φύλλα. Άρχισε να τα φυλλάρει. Τα δάκτυλά του ήταν λευκά και μακριά. Είδε μόνο τη γωνία από το δεύτερο φύλλο. Τα ακούμπησε στο τραπέζι, τα σκέπασε με το χέρι του. Περίμενε, πόνταραν όλοι. «-Τα χίλια και άλλες τρεις χιλιάδες», είπε ο Μήτσος. «Πάσο», «Μέσα». Εκείνος πήγε πάσο, ξεχάστηκε. Τον κοίταξε ο Μήτσος. «-Τούμπα τη φακή». Κοντοστάθηκε. Του έκανε ένα κυκλικό νεύμα με την παλάμη. Έπρεπε να γυρίσει τα φύλλα.
Όσοι τελείωναν σιγά-σιγά, αποχωρούσαν. Ξημέρωσε, μείναν οι δυο τους. Είχε μπροστά του ογδόντα χιλιάδες, όσα χάθηκαν από όλους και ο Μήτσος οκτακόσιες δραχμές, σε μάρκες. Σηκώθηκε.
«-Κάτσε να παίξουμε λίγο».
«-Δεν έχεις λεφτά, Μήτσο».
« – Όλο το σπίτι δικό μου δεν είναι»;
Άρχισε να του δείχνει. Την τηλεόραση, το στερεοφωνικό, ένα σκονισμένο εμφανιστήριο μαυρόασπρων φωτογραφιών.
«- Θα συμφωνούμε ένα ποσό για το κάθε πράγμα και θα παίρνω τις μάρκες».
Δεν τον ένοιαζε να φύγει με τα λεφτά. Δεν είχε σηκωθεί ποτέ από το τραπέζι πριν το τέλος. Κάθισε. Στριπτήζ παιζόμενο, γωνία, ξανά μαμούθ. Τελείωσαν τα λεφτά για την τηλεόραση και το στερεοφωνικό. Μεσημέριασε. Παίζαν το τελευταίο αντικείμενο πριν φύγει. Το μαυρόασπρο εμφανιστήριο. Αισθανόταν μια γλυκιά κούραση. Είχε τη διαύγεια του χρόνου μετά το ξενύχτι. Λίγες ακτίνες έπεφταν στο τραπέζι από τα κλειστά παντζούρια. Τα τασάκια μύριζαν παλιά στάχτη. Μαμουθάκι. Παίρνει στα χέρια του δύο οχτάρια και έναν άσσο. Ο Μήτσος είχε μπροστά του περίπου είκοσι χιλιάδες, τα τελευταία. Χίλιες το «άνοιγμα». Τα «βλέπει». Πρώτο φύλλο δέκα. Πέντε χιλιάδες ο Μήτσος, τα «βλέπει». Δεύτερο φύλλο. Άσσος. Άλλες πέντε χιλιάδες. «Μέσα». Το τρίτο φύλλο βαλές. Τον κοιτάζει. Με τα δυο του χέρια έσπρωχνε σιγά-σιγά τις μάρκες στο κέντρο.
«-Τα ρέστα μου».
« – Δικαίωμα…»
Σκεφτόταν. Το παιχνίδι ήταν κέντα χρώμα. Ο Μήτσος είχε σπρώξει τα τελευταία του λεφτά. Πρέπει να ήταν δυνατός. Σφίχτηκε το στομάχι του. Αισθανόταν ότι έχανε.
«- Πάσο».
Μετά το παιχνίδι «γύρισε». Ήταν κουρασμένος, ψυχικά κυρίως, άρχισε να παίζει επιθετικά, σχεδόν παράλογα. Κατά τις πέντε τελείωσε, τάχασε όλα. Αποκαμωμένοι και οι δυο, έκανε να βάλει το παλτό του, ο Μήτσος έκατσε στο ντιβάνι.
«- Κάτσε λίγο», του είπε.
Έκατσε.
« – Θέλω να σου χαρίσω ένα δίσκο».
Έψαξε λίγο στη στοίβα πάνω στο κομοδίνο, τον ξεχώρισε και του τον έδωσε: The best of Ray Charles.
Τον άκουγε για χρόνια. Georgia on my mind, Hit the road Jack, What’d I say.
Τον έχασε μαζί με πολλούς άλλους όταν ύστερα από μια μετακόμιση τους ξέχασε στο καπό ενός αυτοκινήτου.

17 Σχόλια

Filed under Σουταχαπει, ιστοριες της ποκας