Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 24 )



Ποσες μασκες χρειαζονται της μοναξιας τα ματια στις ωρκυπτες περιπετειες των βλεμματων
και ποια φυλαγμενα οστα παραγονται εκ του απολλυμι στις ψυχρες εκτασεις της ιεροτητας?

Γλωσσα η μη αρεσκουσα εις τον οχλον μεγαλες φωτιες της θλιψης κουβαλας
κυματα προξενουντα φοβερο λοιμο, αιφνιδιους θανατους ανδρων με αγανα βελη τα στηθια
του πνευματικου σωματος οταν τρυπας.

Περιστροφικα συστηματα στις εντυπωσεις των αρνησεων. Ο χρονος ειναι μια αλληλουχια γεγονοτων.
Αν για καθε κινηση απεικονιζεται μια παρασταση του κινουν απο το ιδειν, τοτε ολα ειναι προβολες.

Ποιες πορφυρες σκιες με συντροφευουν οταν πανω σε μια λεξη που αγνοω τ’ονομα σου δειχνω
και πως πρεπει ν’αγαπω με νεες φασεις στην ολογιομη ανωνυμια της μεγιστης αφαιρεσης.

Οι αισθησεις δεν μπορουν να αντιληφθουν την μη παραστατικη γεωμετρια. Η πραγματικοτητα καταληγει να ειναι συνηθως ενας ωκεανος αναγωγης βυθων σε ακρογιαλια νεκρων κοχυλιων.

Παντου οστρακα. Χαρες και λυπες περαστικοι αερηδες. Οι πιο πολλες καταστασεις του φαινομενου της ζωης,πανω σε νεκροταφεια χτιζουν την ιστορια του ανθρωπου και με την ελπιδα πως το ιδιο που κανουν τα αστερια οι ηλιοι οι πλανητες κι οι γαλαξιες- η θνητη συνειδηση βολευει την χρονικη της μικρο κλιμακα στην αναλογια της ιδιας τυχης του θανατου. Ολα τα συμπαντα αναζητουν καμποση παρηγορια απο τον ξεπεσμο της αρχικης τους λαμψης.






Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 23 )


α) τι αν ποιουντες αναλαβοιεν την αρχαια αρετη ?




Μια φορα ειναι αρκετη. Το συμβολαιο της οικειας οροφης δεν ληγει ποτε. Ηταν θεμα χρονου. Ξυπναει το καθηκον της σχηματισμενης σκεψης. Αν η μεγαλη ποιηση ηταν η εκθεση στο συννεφο, το αστεκτο δεος της ιδιας τεχνης, αποδελτιωνει τις μνημες της ποιητικης της φωνης, στις φασματικες θεοφανειες των διαφυοντων αποκαλυψεων. Η ασκηση του λογου πρωτα απ’ολα εχει μαθει να ακουει. Κηρυττουν μοναχα οσοι αγνοουν. Οσοι προκειται να γνωρισουν, ειτε να μυηθουν στο πραγμα, θα αφησουν απλως εκεινο το αινιγματικο μουσικο ιχνος της ενδοσκοπημενης καταγραφης, το ουρανιο βαθος που ξεπερναει τον διαλογο με τον εαυτο. Η εφεδρεια της προοπτικης επιλαμβανεται τα ρηθεντα του disceptatio, απο το μικρο σεμνο θνητο των μεμνημενων αισθησεων στον ιερο λογο του ασμηκτου κυκλου. Ο ασμος της οδυνης και του ωραιου ο καημος, η καρτερια του εξοριστου κυνικου ετοιμαζεται να βυζαξει το αδιανοητο. Ο πονος κατεβαινει στην μεγαλη αφαιρεση του υπατου σκοτους. Τα τυφλα σημεια της καρδιας εχουν ζεστα δακτυλα. Ο παρθενος λυκηθμος της λυρικης σπανιοτητας αντιμεριζεται στην οργιαστικη αποκλιμακωση των νοητικων αναστολων. Η καταγωγη του χορου ειναι η μιλια του ποιητη που κρυφτηκε απο τα ματια του κοσμου.

Μεγαλη τεχνη γεννημενη απο το τιποτα και μυθοι απο ευφυϊα κι απο σταχτη. Αλλοτε μερικοι αποφασισμενοι ρομαντικοι ξεπηδουν απο ανυποψιαστες κι αχαρτογραφητες σκιες σκιρτωντας στις αποπλανημενες προσδοκιες της ανθρωποτητας, ως και ρισκαρωντας τις ιδιες τους τις ζωες με θανατο συκοφαντια απομονωση κι ισοβια ,κι αλλοι εξαργυρωνουν συστηματικα το εξεγερμενο αιμα της ιστοριας στο χρηματιστηριο της επικαιροτητας για να εξαπατησουν με ζυγισμενο το πλημμελημα της αναμενομενης κρατικης τους ποινης την βολικη συντηρηση της κοινωνικης τους υπεραξιας. Οι πρωτοι συμπασχουν σιωπηλα με τους κολασμενους και τιθασευουν το μισος της εκμεταλλευσης και της πεινας. Οι δευτεροι δεν δισταζουν να τραμπουκησουν ανθρωπους απο την ταξη που υποτιθεται υπερασπιζονται αν στερξουν πως η απαραιτητη δημοφιλια τους απο μια τετοια ξυπολυτη φτωχολογια κινδυνευει. Η καταγωγη της επαναστασης ειναι η ενοπλη μαγεια της βαθιας ευαισθησιας που ανατιναζει τον λιγκβινταρισμο απο τον αργο αμεταβλητο σπαραγμο του εαυτου της.

Μια δυναμη παρθενικη που θα εξαπλωνοταν σε ολα τα πλατη των εσωτερικων τοπιων και θα ξεσηκωνε τις ατελειωτες νυχτες απο τις κουρασμενες εθιμοτυπιες των ανδροσαιμων ηλιων, εκεινες οι χοντροκομμενες ταπεινες περηφανιες της αφοσιωμενης πιστης που σκονταφτουν εσκεμμενα απο τους στοχασμους του πνευματος με μια ηθικη πονηρη διαιτα στην δυσευρετη μουσικη επικυρωση του κεραυνου, ειναι ενα χορτασμενο κολπο υπακοης, ομογενοποιησης, και κρατικης βεβαιοτητας που περα απο τους εν λογω ανθρωπινους μηχανισμους εξουσιας, ουδεις απο αυτους τους επισημους θεολογικους ψιθυρους και προσευχες δεν ακουγεται πια στους ουρανους. Τα πικαντικα υλικα των ερωτων επισης, εκεινα που παρεχουν ενα πιο αξιοπιστο συναισθηματικο κριτηριο διαλογου με τις δαιμονικες αντιληψεις των θεϊκων διαστασεων των αλεκτων χωρων, απο την λυπη ως την χαρα κι απο την ελλειψη ως την δικαιωση, εχουν περιορισει την ευγονικη σημασια της καθαρα φυλετικης γραμμης των γενεων. Η καταγωγη του θεϊκου ειναι αντιρρηση του επιουσιου λαου και η αντιναζιστικη αναμειξη της βιολογικης αδιαφοριας στο παγκοσμιο ανακατεμμα της ερωτικης επιθυμιας.

Η αισθητικη γοητεια με εμφυτο πεσσιμισμο στον φυλετικο εγκλωβισμο της δυαδικης απελπισιας, που αθροιζει την ενσωματωση της φαντασιακης εκρηξης με την αγιατρευτη δυσφορια της εξαναγκασμενης κοινωνικης κανονικοποιησης των σεξουαλικων ονειρων ειναι η μεγαλη συνειδηση της πιο επικινδυνης μοναξιας. Η ακεραιοτητα των εραστων δοκιμαζεται με την ψευδαισθηση οτι το παθος και ο εγωισμος ταυτιζονται. Απο την οικειωση του χρονου που αναδυονται καποτε σαν ειλικρινεια κι αλλοτε ως εμπιστοσυνη, συν καιρω ερχεται κι η αμεταθετη στιγμη οπου το αποκαρμα της πιο μεγαλης θλιψης εμφανιζεται, η παρουσια της πιο κοινης ερωτικης αναπηριας στατιστικα, αντι του εναρετου τα σωματα μοιραζεσθαι, η αποκλειστικη αρρωστια της ψυχικης ζηλιας. Αν το προνομιο της θεσμοφοριαζουσας κλιμακωσης των ηδονων με κανονικες μικροστρεβλωσεις της καναλιζαρισμενης ηθικης στις θαλασσες της καθημερινοτητας πνιγεται και αφανιζεται, η πνευματικη οκνηρια και η συναισθηματικη παραιτηση, η μη αποδοχη της διαφορετικοτητας των συζυγων συντεταγμενων εξισωνει τον αλλον με ορους υλικης ιδιοκτησιας. Η καταγωγη ολων των αμεσων ή εμμεσων εγκληματων, ολων οσοι υποπτευονται πως κυριαρχουν με τον ταδε ή τον δεινα τροπο επανω στον αλλον, ειναι η ψευδης πεποιθηση πως ολα ειναι ενα.

β) το υδωρ εντος




Ολα τα προσωπα που μ’αρεσαν σταθηκαν εξω απο καθε μετρο. Εζησα την ζωη της φυσικης ρωμης που χαριζει η τυχαια φυσικη επιλογη, απο την αγνοια και την επαρση ως την συνειδηση και την σεμνοτητα με οδηγο την ευφυϊα της μοναξιας. Η ποιητικη απαιτηση στο μεγαλειο της ψυχρης καταβυθισης του πονου ηταν παντοτε η μεθοδικη απομακρυνση απο την αλαζονεια της δικαιοσυνης. Επιτεταμενος ενεστωτας ολων των επιλογων, ολοι οι χρονοι, εσυ το νομιζεις ως εαυτο δικαιωμενο απο τις ομαδες και την συλλογικη ηθικη, πισω απο τις οποιες κρυβεις με ηθικη τον κατα τις ομαδες τελειο βιο, ολοι οι χρονοι ειναι αθαλασσευτοι . Ετσι δεν ειναι?

Λοιπον, ακου. Διατεθρυμμενος του θανατου ειμαι εγω.
Η ανυπολογιστη ακοη των ουρανων και των νεκρων
επι του πνευματος η παρηγορος ψυχη, η λεξη και ο λογος.

Ακομα η χαρη αυτη δεν εχει δειξει τιποτα περα απο την χρησμικοτητα εκεινη για την οποια γινομαι μισητος για τα οικεια κακα των εαυτων σας που θελετε να αποκρυψετε με μια μεθοδικη κοινωνικοτητα. Δεν υπαρχει ουτε εξιλασμος, ουτε διαφυγη. Το ψευδος με διασκεδαζει.

Η ποιηση εχει να διαθεσει μια μη υπολογισμενη εκπληξη
Μια οπλισμενη παρα τη Ρωμη ποταμω του κρατους.

Κοιταζετε και θαυμαζετε. Δι ο,τι κλαιει δεν ειμαι εγω που απο τα δακρυα συνθετω τις μουσικες της αβυσσου, αλλα εσυ που απο την γη του λαου λεωνιδης, με μαυρα πονηρα σαλονια και αρμενικες βιζιτες στον πλουτο να σε σφαγιαζουν οι γυναικες που αμυνονται για την ζωη που τις τραμπουκιζεις και για τις οποιες οψιμα μιλας εξ ονοματι των μη και καποιος πιστεψει οτι ο ποιητης περα απο το να ασκει μια κριτικη φαρμακειου, κακοποιει και μια εγκυο, αυτος ο τρομοκρατης, αυτος που περα απο την μαγεια του λογου, τιποτα αλλο δεν εχει στην ταξικη του φτωχεια να διαθεσει περα απο την ευχαρη γυμνια
και την αβολη μεταβολη των κυβερνησεων να διοιχονται, αυτος δεν αμαρτανει εκ των λογων οσο αμαρτανει ο εκ των πραξεων διοκτυπος, αυτος ο ποιητης αμαρτανει μονο και μονο δια της υπαρξεως του.


Εσυ λοιπον που παριστανεις τον δημιο και την δικαιοσυνη
εσυ που λες τα ενοχος και τα εις θανατον
εγω με μια ακαταδεκτη ποιηση
δονω τους ανεμους -λεω βρεξε και πνιγεσαι
και τους ερωτες που θελεις παντι τροπω να απολαυσεις,
εγω ο μοναχικος που ολα μ’αρεσει να τα αποφευγω
εγω μες την ατυχια του επιψυχρου πορευειν μου λαχε
να δρεπω και με σιωπη να εκτοπιζω μιαν ανασυρη αφηγηση
την μουσικη ζωντας και την ευσεβεια της ζωης σ’απανθισμενο χρεος
ν’ ανταποκρινομαι, διπλην εχοντας αιχμη κεραυνου
πιο κατω απο την γη, πιο πανω απο τον ουρανο
μικρο των κυματων του φοβου
σφαιρικο θαυμα και αθελξινοο
εξω απο καθε μετρο να χαιρετω,
να στεκω για το μηδεν, το ειναι και το απειρο
το αναποφευγο του πονου, την ηρεμια της δροσιας
και την μοναξια του ωραιου.


Γλεντησα λοιπον με πορνες και με τρελους.
Με χασικληδες εφερα απο τις ψευδαισθησεις
τις ηδονες της βραδυτητας, και με τρελαμενους κοκακηδες
εμαθα να σιωπω και να ακουω πιο περα απο την ορμη του λογου.
Σε ολες τις δοκιμασιες του εμπολεμου βρυχηθμου η αξια της σιωπης δεσποζει,
κι εγω που ειμαι εκεινο το γνωριμο αιμα που κανει τους ουρανους να καμπυλωνουν
βαζω τον εαυτο μου εργατη και σκλαβο μισθωτο των οχταωρων
να μαθω να ειμαι δουλος καλυτερος της δουλειας
απο την αναπηρη αναγκη των αφεντικων
να δινουν εντολες και ν’αρμεγουν το αθαιαρειο
και παμπολο χρημα.

Παιρνω την ικανη μαγεια της ανθεκτικοτητας και περπατω απο παιδι,
βαδιζω παντα σε καθε δρομο και σε καθε απαγορευμενο τοπο
και με την ιδια παντοτε καταληξη για καθε εχθρο του ποιητη
με τις μουσικες των σημειων, τις αδικαιολογητες συννεφιες
και τα ουρλιαχτα των λυκων να ειναι προσωπα που μου αρεσουν
να στεκουν -μ’ επιβραβευουν, απο το βαρος του θανατου με ακουν
με μια συμπαθεια αδελφικη με προσκαλουν γιατι ειμαι αδελφος
και θαρσος αατον και ανευ ηχου ετουτα τα μαθηματικα
ετουτη η φυσικη, ετουτη η ιστορια, αυτη η γλωσσα
κι εκεινη η ηδονη ως αθανατως ευδειν την αθεαμοσυνη.

Ολα τα προσωπα που μ’αρεσαν σταθηκαν εξω απο καθε μετρο

Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 22 )


«Γιατι αυτη ειναι η ανατομια της λογικης του συγχρονου ανθρωπου,δηλαδη να μην εχει μπορεσει ποτε του να ζησει, ουτε καν να σκεφτει οτι ζει, παρα μονο σαν δαιμονισμενος». Αντονεν Αρτο



Ξασμενα απο το θεαμα των πραγματων
η αδρανης φυση καθοδηγειται απο την φημη.
Ο μπατσος θα καταστειλλει τον αναρχικο
με τον ιδιο τροπο που ο μπατσος του κινηματος
θα καταστειλλει την ανυπακοη αναρχικη μοναξια.
Οι γονεις κακοποιουν το ζωηρο παιδι
και το παιδι κακοποιει το αδαμαστο ζωο.
Η εκλεγμενη ολιγαρχια του νομοθετη οριζει τον δικαστη
κι η εξαρτημενη σεχτα του δικαστη
τον ξυπολητο που αρπαζει το ψωμι ονομαζει εγκληματια.
Ουδεις ερωτα αν ειναι ετσι τα πραγματα
αν εισαι ενοχος για κατι που ακουγεται
κι ολοι ετοιμοι να καταδικασουν, να εκτελεσουν:
ο οπαδισμος δεν ενδιαφερεται για την γνωμη σου
δεν ενδιαφερεται για κανεναν διαλογο,
ευγενεια ή αρετη κι ελευθεροπρεπεια της σιωπης
μηδεμια.

H λατρεια της εξουσιας τρεφεται
απο την δοξα και τα προνομια που της δινει
το μεγαλο παθητικο εργο της κοινοτητας,
του λαου, της ομαδας, της ανθρωποτητας.
Οποιος μιλαει εξ ονοματος του θεου
τιμωρει την συλλογικη συνειδηση του δραπετη.


Ποιητης ειναι η εναντιωμενη
αφθογγη μουσικη του κυκλικου λογου.
Ποιητης ειναι ο εραστης των Μουσων –
πνευματων και βιωμενων οραματων
ο αιψηρος δε κορος και το κρυεροιο γοοιον
χρονος ο ντυμενος με την σκοτεινη συνειδηση
του φωτος, της ιστοριας τα ηδιστα επαϊων
και το πολυ της νυκτος που συναπτει
την ψυχη με τον αιωνα.

Η αιψα της προδηλοτητας οξυνει την αγνοια,
επι χρημασι αμβλυτερους με παθη παθιαζει
κι αν με το αιμα στα χερια ανεξηγητα σηκωθεις
και ρωτησεις τους δημιους : » τι κανετε ρε μαλακες?»
στο θεαμα των πραγματων η αδρανης των φυση
την φημη και την συκοφαντια θ’ απαγγειλλουν εντρομα
την γκιλοτινα, την κρεμαλα και τα εις θανατον
ως ετυμηγορια.

Αν ηδονης δ’ομματων ονομα μισητο η γοητεια
η μεγαλη μοναξια της καθαρης ορασης
υφ ην τους εκ των οπαδων ειργουμενους
τινων ή τοπων ή πραξεων πορρω δε λογου
ει μη απεχοντο αυτων υπηγον,
ενα θεατρο βουβο, κι ενα τυφλο θεατρο
ενας αναεδνος καημος για τον ποιητη
και μια ματαιοτητα του alea jacta est
για τους Ρωμαιους στρατηγους
και τις λεγεωνες τους.





Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 21 )



«Nobody else took what I was doing seriously, so nobody would want to work with me. I was thought to be a bit eccentric and maybe cranky»
– Peter Higgs



Παντου τριγυρω αυτες οι τρομερες επισπευσεις να αγαπησεις και να αγαπηθεις. Η επιδραση του ανηκειν ειναι τεραστια. Βρισκομαστε βυθισμενοι ολοκληροι, αναμεσα σε ψυχολογικες μηχανες που εχουν αναγκη να λειτουργησουν. Η αισθητικη συμβαση του κορμιου ειναι το συναισθημα. Καυσιμο δευτερο. Αναζητουμε κατι ή καποιον για να νιωσουμε. Ενα γεγονος, εναν δεσμο, μια ιστορια, μια ρουτινα, μια καθημερινοτητα ή μια ιδεα να αναρπαχτουμε στην ουρανια ερωτικη διωδια που τραυλιζει η καρδια την χρησιμοτητα της. Η ψυχαναλυτικη διαδικασια ειναι ισως η υψηλη ρητορικη του κουτσομπολιου. Σε καποιον βαθμο θορυβου οπου μεσα μας γεννιεται η εννοια ως εικονα, ο πολιτισμος της μνημης γενναει την λεξη που η μαρτυρια του βιωματος δεν μπορει να εξηγησει στον αλλον εκεινη την ιδιοις ομμασι παρασταση, παρα μοναχα η σκιερη πλευρα της ομιλιας. Η καλλιγραφια των πνευμονων που ψαχνει να εναρμονιστει στον καθρεφτισμενο κυκλο της ανασας ειναι μια σιωπηλη δυναμη του βρασμου της ψυχης. Εκει που οι χημικες ενωσεις θεμελιωνουν μια ασφαλη γραμμικη βαση της νοημοσυνης, το ιδιο παραξενο θαυμα του χωρου που γεννησε τα φαινομενα της υλης και της ενεργειας καποτε, αντιστρεφει το θαυμα και σπρωχνει την συνειδηση στον ιδιο εξωτικο χωρο απο τον οποιο γεννηθηκαν ολα. Τα εσκεμμενα αποσιωπητικα της σιωπης του λογου, η ανατροφοδοτηση της ανεικονικης περιγραφης στα παραστατικα εικονικα βαθη του εμπειρικου βιωματος, το σχημα του προσωπου, το χρωμα ως και η οσμη του δερματος κατα την επαφη, διογκωνουν ως μνημη εναν τοπο που εκτοπιζει χωρικα δωματα, μια χωρητικοτητα του χωρου, μια σωρευση προς αποδελτιωση ετοιμη να αποθηκευτει. Περα απο το προφανες απαυγασμα, ετουτη η εκχυση ακτινοβολιας διατηρει εκ νεου, ενα αϋλο θαυμα νοημοσυνης περα απο την υλικη της αντιληψη και οργανικοτητα. Ολα ειναι λογικα. Ακομα και ο συναισθηματικος παραλογισμος, ακομα και το ακατασχετο παραληρημα. Αυτο που το κυριαρχο αφηγημα καθε φορα και σε καθε εποχη αποκαλει τρελα, αυτη η αποσχαση της αναπαντεχης φλεβας εκφρασης που συνηθως δεν ειμαστε διατεθιμενοι να ερθουμε μαζι του σε επαφη και να αναδρασουμε ομοιως, ειναι μια μη κανονικοτητα που μας αναστατωνει. Νεφος κυανον θανατου μας αναστατωνει οτι μας εκτροχιαζει απο την κανονικη κατανομη της ηρεμιας με την οποια διαβαινουμε τα χρονικα μας ενδυματα. Ποια βιωμενη σελιδα μπορει να φτασει στο ψυχρο υψος που εχουν οι αφωνες χαρτογραφησεις των γραμματων και των κειμενων, στιγματα και γεγραμμενα συμβολα που οδηγουν με την οραση ή την αφη στο αορτο μεγαλειο της αντιληψης?

Οταν διαβαζουμε ενα κειμενο, η ιδεα πως ο λογος περιεχει μεσα στην σιωπη της αναγνωσης μια βαθυτερη διακυμανση περιεκτικοτερη απο την γλωσσα μας, ενα μερος γαρ, που ονομασαμε μελος, και που ως ειδικο κομματι του γενικοτερου γλωσσικου σωματος, αυτο το μυστηριο ονομαζουμε μουσικη, μια μαγεια που αναδυεται ως κομματι του λογου και που ανακτα την εντυπωσιακη της σημασια στην μνημη της πνευματικης αντιληψης ως αξιοπροσεκτης δρασης, γιατι επιστρατευει στις αφαιρεσεις της τον ρυθμο, την μελωδια, την αρμονια και ισως σε καποιον μεγιστο βαθμο εκφρασης την ποιηση, αυτο ειναι μια ευθυς αντιστοιχια στην καρδια, στα πνευμονια, στην ψυχη και στο πνευμα. Καθε φορα που κοβουμε ενα κομματι απο το ητορικο σωμα, το ειδικο αναπροσαρμοζεται και αναγεννιεται απεικονισμενο στις οργανικες του αναδιαταξεις. Η σιωπη, ειναι κι αυτη μια ομιλια μεσα σε εναν ωκεανο σημειων διαταραξης, ειτε αυτη η διαταραχη ειναι θορυβος, ειτε αναρθρες κραυγες, ειτε εναρθρος λογος, η σιωπη αποκταει μεσω της αρνησης του σημειου, μεσω της παυσης του ηχου, μεσω διαδοχικων δρασεων, μια γλωσσικη επικαλυψη. Μπορουμε τωρα να μαντεψουμε στο χαος των συμπαντων εκεινη την ομιλουσα σιωπη?

Η σιωπη δεν ειναι μια αποφασισμενη παραιτηση. Εκεινος που σιωπα δεν ειναι απαραιτητα μελαγχολικος ή τελει σε καταθλιψη. Στο σημειο αυτο οι δρομοι του ποιητη και του ζωγραφου αποχωριζονται οριστικα. Εκεινος που εννοιολογει με παραστασεις της εικονας στην επικοινωνια και στην εκφραση, δεν μπορει να κατανοησει γιατι η σιωπη ειναι λογος (σε ακραια σημεια ως και μουσικη). Η ανυψωση της πραξης πανω απο τον λογο μπορει καλλιστα να αντιστραφει και ο λογος να υψωθει πανω απο την πραξη. Τοτε ο λογος ισοδυναμει με αιτια. Τωρα οι πραξεις επονται κατω στα λιβαδια, στις πεδιαδες και στις ακρογιαλιες. Μονο τα απατα βενθη της θαλασσας, και οι αγρυκτες ανθεμωδεις πνοες των ουρανων διατηρουν κατι απο την αρχιατρικη μαγεια του λογου. Εκεινος που καταλαβαινει τον εαυτο του πολυ λιγοτερο οταν μιλαει απ’οτι οταν σιωπαινει εχει διαβει μονο τον μισο δρομο. Ξανα ο κανονας της αντιστροφης κατω απο τις περιστασεις των συγκυριων δια μεσω των οποιων τα συναισθηματα ως υλικο καυσιμο της ψυχικης μηχανης τσακιζουν τις βεβαιοτητες, τοσο εκεινων που διατεινονται υπερ του λογου ή της σιωπης. Δεν εχουν καταλαβει απολυτως τιποτα. Οταν πισω απο την λεξη δεν βρισκεται η βουληση, τοτε η λεξη αστοχει. Και οταν η λεξη αστοχει και παυει ο πολιτισμος των λεξεων, ο λογος force επιστρεφει στην σιωπη. Γιατι τοτε οι λεξεις δεν λενε τιποτα, γιατι τοτε καμμια λεξη δεν εξηγει ουτε καν την πλεον βαθεια εμπειρια. Αν το Un autre Dire que le dire ordinaire συμβαινει, αυτο καθισταται εφικτο γιατι η βουληση μεταστοιχειωνει την σιωπη σε ενα οργανωμενο σχημα λογου, που ομοιαζει με τον ανεξιχνιαστο γλωσσικο κωδικα της αναγκης. Αν ο ποιητης διαθετει εκεινην την βουληση ετσι ωστε να μπορει να μπαινει σε καθε αναγκη, σε καθε υπεροχη, σε καθε φυλακη σε καθε ελευθερια, σε καθε ηδονη, σε καθε κεφι, σε καθε λυπη και σε καθε πονο, τοτε αυτος ποιητης μπαινει ακομα και στην σιωπη. Κι αν αυτος ο ποιητης ειναι τοσο θαυμασιος και σπανιος, ολακερη η εγνοια του εχει γινει θεληση για δυναμη της δρασης, ετσι ωστε να μπορει με ανεση, αν και ο καλυτερος εστω, να τολμησει να ξεχαστει απ’ολους, να μπει ακομα και στην λησμονια των αλλων. Στα αδιανοητα αυτα επιπεδα του καλλιτεχνικου ή εστω φιλοσοφικου πνευματος, η περιφρονηση του για την υστεροφημια, για την γνωμη των αλλων, απαλλοιφει τα βαρη της εξωτερικης κοινωνικης πιεσης και γινεται ο ιδιος ως φορεας λογου μουσικη, ετσι ωστε, μεσα στην κοινωνικη του αφαιρεση, ως κομματι ανθρωπινο, ως μερος ειδικο της ανθρωποτητας, η ανθρωποτητα ξαναγεννιεται εντος του, γιατι ο ιδιος απεικονιζεται με τον ιδιο τροπο που ο λογος μεσω της μουσικης εγινε λογος ξανα, στην καρδια, στα πνευμονια, στην ψυχη, στο πνευμα. Το ητορ εχει μοναχα μια φυση: σε οσα κομματακια κι αν το κοψεις, ολοκληρο το ψυχικο και πνευματικο του σωμα το ανασταινει. Χρειαζεται μονο ενα κομματακι. Μοναχα καμποση αφαιρεση.






Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 20 )


Συννεφιασμενες αποστασεις των ουρανων,
ανταναπτω, ανασαινω την αποσπονδο μεθη αναμενω
νωτα της αρχης και δυφρευουσα των νεκρων αιθερων .

Δεν γουσταρω να αναστησω κανεναν.
Την αποκαθηλωση την καταπινω
και θαυμα αλλο να κανω αρνιεμαι.

Νυσταζω, απρακτω, αδρανω, διακονω
την βριερη οντοτητα της ψυχης κηρυττω.
την ληξιαρχικη πραξη των γραμματων
και το τελος του θνητου
κακης γυναικος χαριν αχαριν απωλετο.

Ο αλλος, οι αλλοι και κατα κρασιν ωλλοι τα τινα,
τα αριθμητικα, οι καταστασεις, τα συνολα κι οι ορισμοι,
βαθυτερα κι ας ανεβαινω στον αναλδη αστερισμο του ερωτα
με την βρυγδη της καρδιας καθε φορα απο την δοξα
του κορμιου στην ξεφτιλα του πνευματος πεθαινω.

Κατατασσω τους ανθρωπους στο κυβερναν δια μεσου καποιας εγχρονης μηχανης.
Το ΑΙ δεν μπορει να νικησει την αινιγματικη σκεψη του ποιητη
που γεννιεται μεσα απο την αστροτοξια της μελαγχολιας, της πεινας,
του θανατου και του κενου.

Αλλα αν προσπαθησα να γνωρισω το καθετι, και να σπουδασω
το προγραμμα του πανεπιστημονα για το οποιο μας μιλουσε ο Γκαιτε.
Αν τολμησα ακομα και το διαβημα του Εμπεδοκλη κι Εγινα Θεος

αξιωμα κανενα δεν υπαρχει ικανοποιηση να μου δινει
περα απο το γεγονος οτι βλεπω στο αχρονο σκοταδι
κι ιδιως ανισχω επι συμβαντων γεγονοτων κι εξερχομαι και γινομαι
η αμφοτερη ακρη ολων των πολεμων.

Ο,τι το ποιητικο ητορ ειναι, ο εχθρικος ανθρωπινος χρονος το παρενθετει.
Κι ο ποιητης δεν ειναι ανθρωπος ουτε μηχανη. Διχως προικα συνεπεσε γενεσθαι
το ακανθωδες συννεφο του βιου ανευ καπηλικων τεχνασματων
και ειπε το αναστρεφον απο την σιωπη του αορτου
στον θορυβο του πονου μιαν αναστρη αγαπη
αναμεσα σε αιτια και τυχη τις δυναμεις ολες
την καρτερια και την μακραγορια λυρα του λογου
τον ανατιναγμο του ωραιου.

Ο ποιητης μετρημενος με υλη, θυσια της θεϊκης μοναξιας.
Οποιος εχει αναντλησει τις πυλες του αδιανοητου,
εχει μετρησει στα ρουχα της χρονικης του μνημης
με παραστασεις δικες του μιαν ιστορικοτητα οσφρηση
μικροτερη απο τι ‘ναι το αχραντο δρεγμα και τι δεινον
ως γοον αμιλλαθει.

Πνευμα ανεις εκ πνευμονων, μην εισαι αφελης,
ασωματος γεωμετρια η ανατομια της εμπειρικης λογικης
(κι) ετσι ας σημειωθει, τι ημουν τι ειμαι τι θα ειμαι
κι εκεινη










Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 19 )





Mια μερα ενα διαλειμμα απο ζωη πηρα, απο φως κι απο σκοταδι μετρημενος στο ζυγι των ορασεων της αναγκης, της τροφης και του ονειρου, στο βαρος του consensus gentium μ’εβαλε η μουσικη γλωσσα των ποιητων, να μιλησω την σιωπη της καταγεγραμμενης μνημης, τις αντιληψεις, τις γευσεις, τις συναντησεις, τις γεωμετριες, το φανταστικο, το παθος, το καλεσμα, το σμιξιμο των εραστων, την μοναξια που βραζει και ξεπαγωνει μονο απο τον αλλον, αναπαντεχοι ως προσφυγες στα καταφυγια των ερωτικων απολαυσεων, εξω εντελως απο εναν κοινωνικο χρονο που πιεζει ασφυκτικα με τα αδιεξοδα της διεφθαρμενης κανονικοτητας των εξουσιων του. Ειθε λεγοιμι για κεινη τη μερα που πηρα ενα διαλειμμα απο ζωη και να γευτω την ουσια των πραγματων, απο του πληγωμενου ζωου που βρηκε καμποση ησυχια για ν’απολουσει την αλμη απο των ωμων, τις πλατες, τους μηρους και τα πελματα απο την περιπετεια της υπαρξης. Γιατι υπαρχω λερωνω τα χερια μου σημαινει, κι αυτο ακουσα καποτε που λεγαν οι αλεπουδες, στ’απαμαλδυνα των βουνων και στις ακρες των γκρεμων οπου η μοναξια των λυκων ξεκινα το νυχτερινο της τραγουδι στην Πανσεληνο οταν τα ζωα του δασους σταματησουν τον τυφλο θορυβο του ηλιου.



Mε το ρισκο της αποστασιοποιησης, και την ειρωνικη χρηση της “χυδαιας” γλωσσας που μπορει να ξενισει οσους περιμενουν εναν σταθερα υψηλο τονο, με την ευγενη χαρη των απαγορευμενων και των καταραμενων ποιητων κι εναν κυματισμο απο καμποσες λεξεις με τον ρυθμο οπως γεννω και σου μιλω η πρωτη μορφη του ζωου που αλυχτη την ποιηση πανω απο το συννεφο, εγω, εγω, ζωο βουβο κι υπηρετης των αισθησεων απο τα εντοσθια του σωματος κι απο τους ηχους των ερωτικων ιστοριων απο τις οποιες τριβονται στα γραναζια της καθημερινοτητας οι αναστεναγμοι της επιθυμιας, απο την μοναξια ενος ψυχρου αλλοκοτου μετεωριτη, απο την ομορφη ξεχασμενη λεξη κρυμμενη καλα μεσα στο αρχαιο λεξικο της γνωσης, η προγευση της νυχτας με την χαρα σγουρομαλλου ζωηρου παιδιου μου φερνει- σε εκεινην την φωνη που το σκηνοθετει, το οδηγει, το σημειωνει- φυλλομετρα: το αποδελτιωνει.

Ζωο βουβο κι υπηρετης ολων των αποδρασεων απο μια συλληψη μεσα στον πολεμο, ο ανθρωπος παντου βαλμενος μεσα στην αναριθμητη εικονα της πληροφοριας και με την λειτουργια της ξυλοκαϊνης ειναι: κι εχουμε την εντυπωση οτι κοιμομαστε κι ονειρευομαστε ή οτι συμμετεχουμε σε καποιο ηλεκτρονικο παιχνιδι, στο σεναριο καποιας ψηφιακης πραγματικοτητας απο την βεβαιη ανεση του σαλονιου μας. Για αυτο σημερα η παλη των ταξεων μετριεται με διαστρωματωσεις στις αποκαλυψεις περι πραγματικοτητας.Γιατι η αληθεια του κοσμου φαινεται πως ξεσπαει μονο στο στομαχι του πεινασμενου. Η διασταση του πραγματικου υψωνεται μεσα στην οδυνη του απελπισμενου. Μοναχα η αγωνια της επιβιωσης στα ταραγμενα σημεια ασυνεχειας γνωριζει απο την εκκωφαντικη ενταση των παλμων της καρδιας. Κι ετσι μονο ο ετοιμοθανατος ανθρωπος, καταδικασμενος σε θανατο ή ανθρωπος ετοιμος σαν πολυ γερος γνωριζει οντως την αξια της ζωης και τους εφιαλτες της αφθαρτης νοημοσυνης.Ναυαγος στον ωκεανο του χαους γνωρισα την αιτια που ξεχυνεται η ανασα της δημιουργιας στην παραδοξη μαγεια του πονου. Πεταμενος και χαμηλομισθος εργατης με τον μηνα να μην βγαινει, ο λυκος, η πεινα, η περιοδος της γυναικας, στην λαμπερη λεπιδα του ολογιομου φεγγαριου συναντιουνται ολες οι απλοτητες της φυσης, με την αδυναμια της γυμνιας οπως γινεται παντα η γνωριμια με την ποιηση του Θεου και με λεξεις που διατρεχουν ολες τις ηλικιες του ανθρωπου, οταν απερχεται του βιου το ωραιο, οταν η ομορφια αποθνησκει.

Ζωο βουβο κι υπηρετης του πνευματος ο εαυτος, απο ποιητικο καθηκον καταβυθιστηκε στις κακουχιες της σκληρης αγωγης της μαυρης ψυχης που πρεπει να τον διεπει, στην λελογισμενη εκσταση της μεθης εκεινης που αυστηρα κατευθυνεται προς το ξεκουρδισμα του ουρανου, τους οργασμους των ηδονων μεσα απο τον χορο της αποπλανησης, της απορριθμησης του συνηθισμενου, απο τις ερωτικες παραστασεις των ζωγραφων, στην απαλη εκρηξη του κορμιου, την μεθοδο της οριστικης σαγηνης. Εκει που ο λογος σιωπα, εκει που ενα μεγαλο φως θα πεις εχει αρχισει να φεγγει. Στα σκοτεινα βαθη αυτης της μουσικης παυσης ωστοσο, μεσα απο σπανια αδαμαστα μυστηρια, μεσα απο την ψυχη της σιωπης, ο ποιητης, ο ποιητης σου, το τραγουδι του αινιγματος βαζει μπροστα , τον αλεκτο λογο που τυχη αιτια και αβολη ιερη οξυτητα απο λαχταρα για ζωη, την τεχνη για παρηγορια σαν καποιος που με σθενος διπλα σου στεκει την ξαναρχιζει οταν το: ημεις ( οι ) δ’εχοντες αρραβωνα την τεχνη του ζην αει πεινωμεν, αν μια φορα ειπωθηκε, παντα με τον εναν ή τον αλλο τροπο θα στεκει.

Ζωο βουβο κι υπηρετης της ευχαριστησης της ηδονης, ο πιο σημαντικος ηταν σκοπος αυτος, να μαθω το κορμι της γυναικας ν’αντικρυζω σαν οργανο μουσικο μεσα απο το οποιο οι φθογγοι, οι νοτες, η αρμονια, η συνθεση, η αντιστιξη, θα εφευρεθουν ξανα με αλλη χαρα, με αλλο ξαστερο βαθος στην συγκινηση, με αλλο θρασος στην καθαροτητα της ευγενειας, με λυσσα υγιη χωρις ιδιοκτησια κι εξαρτηση απο την αλαζονεια στην οποια ο πλουτος και η αντιπροσωπευση απαμβροτα νομιζει, και την θηλια αρχη ως φυση κι ως Σεληνη, που κρυβεται, που φουσκωνει και γεμιζει με τον αχο των ποταμων απο τα λαγουμια της γης ως τις κεντοστολιστες βινιετες των αστρων, απο εκεινα τα ριγη των εξεγερμενων νευρων και με την λεπτολογα αποπλανηση της αβυσσου που πληρωνεται της αγαπης ο μισθος, οταν τι ατελεσφορητον του ερωτος, καρπους διχως εξαγορα στην γοητεια της καυλας εκ θεμελιων χτισει.





Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 18 )



Γλωττα ποι πορευη ο τονος
ο κορυμβικος
πασων των τεχνων ο κορυμβος
και των λυγμων το νυγμα,
περιπλοκο παταγημα σεβοβημενου
οιστρου φιλων τε και συντροφων
θρηνουντων, αγαθων οντων

ινα στεγασω το λειο
τελειο πνευμα του
αδελφου εαυτου λυκου ως

δ’ομου μεν θαυματων γεμει
αν ομου δ’ερμυσεων τε και στεναγμων
αβυσσου πεπονθοτες επι αποτροπη
κακου θυουσι και παιανας αδουσι

κυνες ικανοι σε σκιερα ορη
το πολιον πελαγος των αστρων

στεφανουνται: Εν χωρω θεος κοιμηθηκε,
εν τοπω θνητος γεννηθηκε, θεος απερχεται
( και ) δαιμων γυμνος
απο νεφελης εις νεφελαν περιφερει.


Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 17 )



Το σκοταδι ειναι πολυτιμος συντροφος. Ενα στεκι αγαπημενο. Κατι παραπανω απο τις περιστασεις μιας απλης συνηθειας. Τι το αξιολογο αποκρυπτει δεν ειναι ουτε χρωμα ουτε φως, σχημα δεν εχει και αξια μηδεν για καθε θνητη σημαια. Αν η γυμνια ηταν παντοτε το ζητουμενο, στο σκοταδι η γυμνια υπερβαινει το ευαλωτο του παθοντος δερματος. Το σχημα γκρεμιζεται. Ως εκ τουτου, το ασχημο δεν εχει νοημα. Το ασχημο ειναι ενα ανοητο σχημα. Τα λυπηρα παραδειγματα συνεπιστουν την φλεγομενη σφαιρα, την διαπυρη μπαλα της αντανακλασης και της φλογας. Μπροστα το Φαος, πισω το Σαος. Ποιο προσωπο του Ηλιου καιγεται μπροστα στα εντρομα ματια του κοιμωμενου? Ποιες παραστασεις συνεργουν στις αντανακλασεις του ονειρου? Ποια φυση υποδεικνυει την φυση? Στον σκοτεινο ποιητικο οικο, τιποτα δεν διαμενει με ορους ανοχης. Στα μελανα δωματα, το ψυχος μπορει να γινει μαρτυριο, η μοναξια βασανος, κι η απουσια ενας τυραννος πιο αδυσωπητος απο καθε ενοχλητικη παρουσια. Εκεινο που το σκοτος αποκρυπτει, προβαλλεται στην υλη. Αναδεικνυεται με φως.

Γνωριμος με καθε στοργη, αποζητουσα καθε ρυθμο που θα ζεστανει το κορμι. Εκτιμωμενος χρονος θερμικης αποκαταστασης απο λιγες εβδομαδες μεχρι καμποσους μηνες. Αρρητα πολλαπλασια της ηλιακης περιφορας στις ματαιοδοξες πομπες των ερωτιδεων. Γνωρισα αμετρητες ερωμενες. Υπηρξα η ανοιγμενη καρδια του ενθουσιασμου προς καθε σχημα γυναικειας ψυχης, καθε σχημα θηλυκου κορμιου, ο Χουντινι καθε αλυσοδεμενου φορεματος στο σωμα της γυναικας. Διαολε. Ποσο αξιζει να σπαταληθεις για να μαθεις τι ειναι τι και ποιος ειναι ποιος. Ποση ματαιωση, ποσα αδιεξοδα, ποσος πονος, ποσες παρεξηγησεις, ποσες συκοφαντιες, ποση κατηγορια, ποσοι καταδικασμοι ενοχου, ποση απογοητευση? Προς τι γαρ? Πως γινεται να γνωριζω αν η γυναικα διπλα , ειναι ο ερωτας του μοιραιου, το amor fati, o κβαντικος ερωτικος εναγκαλισμος που αρμοζει ως απαντηση σε οποιον τολμησει να θεσει ενα τετοιο ερωτημα στο εν τοις πνυκασι δικαστηριο των ερωτων και εντελως εξω απο την καταναλωτικη μανια των επιθυμιων της ηλιθιοτητας του καπιταλισμου ενωπιον θεων και ανθρωπων, ζωων και λουλουδιων? Αρκει μια στιγμη ή απαιτειται ο χρονος ολος?

Η νοσταλγια για το αδιανοητο ειναι ο χαρτης της τρυφεροτητας. Υπακουω. Διχως αμφιβολια, η συντριπτικη πλειοψηφια, ευτυχως, μιλαει για το φως, ηθικολογει υπερ του φωτος, εντασσει το φως στο καλο, προτιμαει το φως. Απο την αλλη ο ποιητης που μυηθηκε στα μεγαλα μυστηρια της ποιησης, επιλεγει να υποφερει, επιλεγει να πνιγεται στα κρυα σκοταδια ενος ατελειωτου ωκεανου μοναξιας γιατι ο καλυτερος τροπος να εξασφαλισει την δροσια του ο κουφιος ανθρωπος ειναι η ρηχη χρηση των εννοιων: θα καναλιζαρει την ηθικη με ορους ευπεπτους για ωτα ευηκοα ως κυριαρχο αφηγημα. Υπακουει. Απο την αλλη, κοντρα στο περιωνυμο που υπεξαγει την σοφη οικονομια, την εδρα της ζωης, το λεγομενο ητορ, η πιο σημαντικη εννοια απο τις εννοιες της μεταφυσικης, με τα στορια και τις πορτες της ανθρωποτητας εν αγνοια πειρα να τελουν σε λατρευτικη παρεκκλιση, της κρατικης ανιεροτητας που διδασκεται για τους ουρανους την βασιλεια, λοιπον, χιλιαδες χρονια σχεδιαζεται ηλιθιωδως μια αστοιχειωτη και ανορθογραφη αποκαλυψη παντι τροπω. Υπακουνε.

Χαμενος στην τεχνη της γραφης μπορεις να παραμεινεις ενα «σουρεα-ληστης που κανει σουρεαληστρικες διακοπες». Γιατι δεν υπαρχει πιο ομορφη εικονα απο την εικονα μιας αναστατωμενης γυναικας που αναπαυεται ιδρωμενη σε ενα στηθος που ασθμαινει ρυθμικα με μουσικες που λιγο και σιγα σβηνουν στα λαιμα της, την μερικη ωρα που καθεται στην καρεκλα της και προσπαθει να ανακτησει δυναμεις (δυναμεις που χαρισε στον κοσμο αλλα κυριοτερα στον εαυτο της), λιγο νωριτερα καθως χορευε. Να η αφηγηση και ιδου το αιτιο. Γιατι η ποιηση θα ηταν εντελει κριμα να ειχε εναν ορισμο. Προσπαθηστε το οσο θελετε. Οσο πετυχημενοι κι αν ειναι οι ορισμοι που θα δοθουν, η ποιηση δεν επιδεχεται ορισμου. Το μεταμοντερνο στον κυριοτερο συγκλονισμο της ενεργειακης του ενθαλπιας, ηταν με εναν τροπο απο κατασκευης ανθρωποτητας, ακριβως κατω απο την μυτη μας. Αν η ποιηση, στις σχολες, τις εκφρασεις , κι αν το υφος ειχε εναν ορισμο, αυτο θα ηταν ενας περιορισμος. Και ο περιορισμος προσαδει εναν κοσμο διχως ποιηση. Οι ομορφες εικονες του κοσμου δεν ειναι παρα η ενεργοποιηση του παρατηρητη, απο το ερεθισμα αψυχο καθολα, στο εμψυχο του παρατηρηρητη. Η ποιηση ειναι η χημεια του ανθρωπου. Προσπαθεις να φιλοσοφησεις για το παραλογο και πεθαινεις παραλογα. Αφοριζεις την επανασταση με ορους πασιφισμου εξισωνοντας το θυμα με τον θυτη, και γινεσαι στατικος. Μιλας για την αγιοσυνη και ψοφας μεσα στην αμαρτια. Δεν εχει νοημα να μετανοησεις μαλακα. Σκοτωσες την γυναικα σου επειδη σου εσπαγε τ’αρχιδια. Καμια δικαιολογια δεν εχεις. Φονεψες εναν φασιστα που εκμεταλλευεται τους πλαγιους τροπους μιας κατ’επιφασην δημοκρατιας και ολοι οι μπουχεσες της οικουμενης, απο αυτους που καταστρεφουν τον κοσμο, βγαινουν να σε συγχωρεσουν ή να μην σε συγχωρεσουν. Σημασια εχει η δραση. Και πανω στην δραση, οι μαναδες κι οι ερωμενες τους, θα πουλησουν το σκοινι που κρεμαστηκες. Η ποιηση αφηγει, δεν αφηγειται. Η ποιηση οδηγει, δεν οδηγειται.






Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 16 )

Πανω στις αναγνωσεις του εργου του Ζαν Πωλ Σαρτρ, το μηδεν και το ειναι, παρουσιαζονται δυο βασικες κατηγοριες μελετητων/ αναγνωστων στατιστικα.

Των τυφλων, και εκεινων που κατανοησαν πως ο Σαρτρ γινεται φορεας δυο εκπληκτικων ανακαλυψεων: εξηγει πληρως τον μηχανισμο της αντιληψης του εαυτου, στους υποκειμενικους χωρους χιλμπερτ που τον θεμελιωνουν. Ο πρωτογενης χωρος της μοναξιας του οντος χωρις εξαρτηση απο την ψυχαναλυτικη οδο , η ερμηνεια της ψυχαναλυτικης αφελειας.

Πολλοι ξεχνουν και παρασυρονται απο την σεμνη λαϊκοτητα του Σαρτρ, πως απο πισω βρισκεται καποιος γνησιος, και συστηματικα υπαρκτος φιλοσοφος. Η μεγαλη τεχνη του ψιθυρισματος ειναι τετοια, που ακομα και ο ιδιος ο βακχευτης των παντων, ο κινηματογραφος, να μην μπορει, να αδυνατει να το παραστησει εστω και ως υποτυπωδη δυνατοτητα αυτην την σκηνη. Ο υπαρξισμος, το ανεφικτο της σιωπης και το γαρ λοιπον, πρεπει να αγαπησει,και θελει τι?- ο κινηματογραφος , ναι, αν θελει να μαθει να κανει τεχνη που με την οικονομικη του απληστια δεν θα μπορεσει ποτε του να κατακτησει θα επρεπε να στραφει στην φτωχια του ποιητη . Η εγγραφη καταστασεων πανω στις οποιες, το καρε του φιλμ, συντριβεται ηρωϊκα χωρις τιποτα ουσιαστικο να εχει να διηγηθει. Το φραγμα του κβαντικου αρμονικου ταλαντωτη του σινεμα. Το σινεμα οταν αποσυντιθεται, μαδαει απλα σαν ανθος για το οποιο θρηνουν οι ποιητες στα ροδοπεταλα του, τα πιο γλυκα τους τραγουδια. Οι μεν πλουσιοι κι οκνοι, οι δε φτωχοι και λυσσασμενοι.

Ο κινηματογραφος μπροστα στην ζωγραφικη, μπροστα στην λογοτεχνια, μπορει κυριολεκτικα να πει καποιος πως μοιαζει με εντυπωσιακο ψυχεδελικο μανιταρι μπροστα σε ενα λησμονημενο δασος με μικρες νεαρες σεκοϊες ηλικιας ολιγων αιωνων.

Η υλη και το πνευμα, η εξουσια, η εντολη,
η αισθητικη αρχιτεκτονικη των οσμων,
η κοινωνια, η πολιτικη και ολα αυτα τα σκατα.
Η ζωη ειναι ομορφη, δεν ειναι?
Για παρτη σου ή για ολους
ψοφας τα χανεις ολα
γλυκα θα παριστανεις τον αθωο
καλυτερα αν εισαι ενοχος και το γελας
καλυτερα νεκρος και μαζι μου.
Πλουσιοι στα κρουασαν και φτωχοι στα ετσι ειναι

Η αληθεια ειναι στατιστικα διαρκης.
Καποια ιδιαζοντα σημεια πανω στο μηκος αυτης της διαρκειας.

Πιστευει αυτος που δεν γνωριζει. ΚαΙ συγκλονιζουμε την λεξη πιστευω στην σημερινη της σημασια, αρκει να υπενθυμισουμε πως παραγεται απο τον β’αορ του πειθω, που ειναι επιθον..

Οταν λοιπον κατι πιστευει, γνωριζει οτι πιστευει, αλλα αυτο που γνωριζει οτι πιστευει, δεν πιστευει πια. ειναι σωστο? ειναι. γιατι? Γιατι η συνειδηση του ενεργηματος στοχασμου, ειναι πλεον, ενα αλλο μεγεθος. Το εχει μηδενισει. Ειμαστε πλεον σε αλλη κλιμακα.

Υπολογιζουμε: η πειθως, ειναι το ορισμα της διαλεκτικης διαδικασιας, μιας θεσης και μιας αντιθεσης, τοτε η συνθεση μεταξυ τους, ειναι το αλγεβρικο αθροισμα της οριακης τους αποσβεσης. Aρα, το να πιστευεις, σημαινει το να γνωριζεις. Tο να γνωριζεις οτι πιστευεις, σημαινει να εχεις συνειδηση πως δεν πιστευεις πια, και εχει αποδειχθει,

Kαι αυτο εξηγει γιατι ολοι οι μηχανισμοι ολιγαρχιας, και αψευδης μαρτυρας αυτου η ιδια η ιστορικοτητα των ζωντανων ερειπιων, επιθυμουν να καταργησουν απο την πιστη την πειθω, δηλαδη, να κανουν την αντιθεση μια διπλη ταυτοτητα της θεσης, αρα, να καταργησουν την γνωση της συνθεσης. και στην χειροτερη, αν δεν μπορουν να κανουν αλλιως, να ενοχοποιησουν, να γελοιοποιησουν την αναδυση παραβιαζοντας την ιδια την φυση σ’ολοκληρο το στατιστικο της φασμα. Ο ανθρωπος αποτυγχανει στον ανθρωπο και η μηχανη του ανθρωπου αποτυγχανει το ιδιο ανθρωπινα.


Ουδεις μπορει να υπερβει την ποιητικη τεχνη.


Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε

Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 15 )





Μιλανε οι ζωντανοι για πεθαμενους
οπως θα μπορουσε ενας πεθαμενος
να μιλησει για καποιον ζωντανο?
Γαληνια, αδιαφορα με πενθιμη χροια
φωνη μεταλλικη οπως τ’ορυκτο βρυχαται
απο πιεσεις κι ατμοσφαιρες ασυλληπτες
μια τετοια φωνη εν φασμασι
μαλλον θα κυλουσε ηρεμα,σωστα?
Αγαπη μου, αν καποιος γεροντας
που αφηγειται σε παιδια
ενα ηρωικο παραμυθι για μακρινους,
αλλοτινους καιρους, ή μηπως για μελλοντα
που ακομα δεν ηρθαν, ενας τετοιος νεκρος
ποιος ειναι? Ποιο σκηπτρο της νυχτας,
ποια απελπισια εξοριστη
βαστα το πιστολι και το ξιφος
τι αναγκαζει τον λυκο να χυμηξει
στο τσοπανοσκυλο ή στον βοσκο?

Συντροφι γλυκο σκοταδι και παρηγορια εσυ
που στα μαυρα μας δωματια εκτεινεσαι απεριοριστα
και ξεπροβαλλεις μπροστα απο τα μαγεμενα ματια
των εξαθλιωμενων βασανων,
μια δρακα ανθρωπων τρομερης λυσσας ξεπροβαλλει
διχως μανα και πατερα, ψυχες οπλισμενες στην εχθρα
απεναντι στον κυκλο των αφενταδων της εξουσιας
εναντιωνονται, και σε καθε εποχη,
βρισκουν και θα βρισκουν τροπο,
και αγωνιζονται για τον κοσμο
ως κοσμημα: θα ταξιδεψουν μεσα απο τα ονειρα τους
στο απωτερο μελλον, κοντα σε ανθρωπους
που ειναι αδελφια , ανθρωπους που δεν γεννηθηκαν
κι ακομα για οπλα που δεν εχουν επινοηθει
αποτυπωματα ποτε δεν θ’αφησουν,
σε παροντα απο κατεργα, κρεμαλα και τρελα
ωχροι αιματοβαμμενοι θα επιστρεφουν,
φαντασματα με τα οποια τρομοκρατουν
ο ενας τον αλλον οταν η ζωη
ειναι εξωφρενικα συντομη
αδικη, μαρτυρικη, για λιγους:
καθεναν απο εμας αδελφε μας περιμενει
η κρεμαλα, το κατεργο, η τρελα, η μοναξια,
κι η τελευταια σφαιρα στην θαλαμη.




Άρθρο δημοσιεύτηκε στις από giorgos kallergis | Σχολιάστε