Η Ιστορία δεν πενθεί για τους δημοσιογράφους – παρίες
Δύο ειδήσεις της ίδιας μέρας:
και
Ο ένας, διαπρεπής, γνωστός στο πανελλήνιο, κατάφερε να αξιοποιήσει τις γνώσεις και τις ικανότητές του, διακρίθηκε, εισέπραξε την αναγνώριση (ηθική και οικονομική) από το δημοσιογραφικό κόσμο, έβαλε τη σφραγίδα του στην ιστορία του ελληνικού Τύπου.
Ο άλλος, ταλαντούχος, ευφυής, εργαζόμενος σε όχι τόσο λαμπερό μέσο επικοινωνίας, το Διαδίκτυο, τον παρία που η ΕΣΗΕΑ αποτάσσει μετά βδελυγμίας. Το κοφτερό του μυαλό, η παιδεία και ειδικά οι γνώσεις του σε θέματα ελληνοτουρκικών ικανά να θαμπώσουν τη λάμψη πολλών εκ των προβεβλημένων αστέρων του δημοσιογραφικού κατεστημένου.
Εργαζόμενος γύρω στα 8 χρόνια, αλλά (ακόμη) ασφαλισμένος στο «ταπεινό» ΙΚΑ (θεωρούμενος μάλιστα από τους τυχερούς), ένας δημοσιογράφος που δεν υφίσταται για το σινάφι της ΕΣΗΕΑ, αλλά τη δουλειά του οποίου αυτό αξιοποιεί για τη δική του ειδησεογραφική παραγωγή.
Τέτοιοι δημοσιογράφοι, όπως ήταν ο Μάνος, που θα μπορούσαν να θέσουν τη δημοσιογραφική πρακτική σε πιο υγιή βάση, διαβιούν λάθρα ως παρίες του επαγγέλματος, δεν ανήκουν στη λίστα οποιουδήποτε δημοσιογραφικο-οικονομικο-πολιτικού σταρ σύστεμ, δεν διαπρέπουν ως διασημότητες, παρά μόνο εκτιμώνται από τους συναδέλφους και μια μικρή ομάδα του κοινού που είχε την τύχη να τους ανταμώσει.
Τέτοιοι δημοσιογράφοι δεν είναι αστέρες της δημοσιογραφίας, είναι εργάτες της και ως γνωστόν καμία επίσημη Ιστορία δεν έχει χώρο για τα ονόματα των εργατών.
Οι παντόφλες, οι εκλογές και η νέα κυβέρνηση
Επί αρκετούς μήνες, κάθε μέρα που περνάω από παράδρομο της Κηφισίας για να πάω στη δουλειά, βλέπω δύο παράταιρες παντόφλες πεταμένες στην άκρη του δρόμου. Αρχικά τις είχα προσέξει γιατί μου έκανε εντύπωση ότι ήταν διαφορετικές. Πλέον, καθώς περνάω ρίχνω κάθε φορά μια ματιά για να δω αν είναι ακόμη εκεί, αφού είναι ένα από τα σημάδια της καθημερινής μου διαδρομής. Σαν αυτά που αφήνει ο σκύλος με τα ούρα του, σαν αυτά που άφησε ο Κοντορεβιθούλης στο δάσος, εγώ έχω μάθει να γνωρίζω το δρόμο μου και από τις παρατημένες παντόφλες.
Η πόλη μας, η κοινωνία μας, είναι οργανωμένες ή μάλλον εγκαταλελειμμένες, όπως οι δύο αυτές παντόφλες. Μήνες τώρα, εκεί παρατημένες, σε έναν δρόμο που δεν καθαρίζεται ποτέ -καίτι κεντρικός, σε ένα Δήμο -ενός εκ των μεγαλύτερων της Αττικής, αυτόν του Χαλανδρίου. Ό,τι συμβαίνει στον τόπο μας – καλό ή κακό – αφήνεται στην τύχη του. Καμιά έγνοια, καμία φροντίδα για τίποτε. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις. Οδυνηρά μεμονωμένες. Αποτασσόμαστε την ομορφιά όπως το σατανά. Αγαπούμε και θεοποιούμε τα σκουπίδια, τη φθήνια, την ευκολία, τη σκαιότητα, στο σπίτι μας, στη γειτονιά μας, στη δουλειά μας, στις σχέσεις μας, στην πολιτική.
Οι πολιτικοί μας ταγοί κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν μας, αλλά ξεσκονισμένοι και λουστραρισμένοι. Μας (μετα)χειρίζονται σαν παρατημένες παντόφλες σε έναν παράδρομο, και το χειρότερο δεν μας νοιάζει καθόλου, μάλλον μας ανακουφίζει, αφού δεν έχουν απαιτήσεις από εμάς και μας αφήνουν στην μακαριότητά μας.

Με γεια μας η νέα κυβέρνηση (όποια κι αν είναι). Ούτως ή άλλως, εκτός συνταρακτικού απροόπτου, και τη Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου (ή έστω την Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου που θα ορκιστεί), οι δύο παντόφλες θα είναι εκεί να μου δείχνουν το δρόμο.
Δεν έχει κίνητρα για να γίνει καλύτερο το Ελληνικό πανεπιστήμιο
Στον πυρήνα της παθογένειας του Ελληνικού πανεπιστημίου βρίσκεται η ανυπαρξία ουσιαστικής αξιολόγησης όλων των φορέων που εμπλέκονται σε αυτό, που αποστερεί από τον καθηγητή, το φοιτητή και το διοικητικό υπάλληλο, κάθε κίνητρο βελτίωσης της ποιότητας του έργου τους.
Ο καθηγητής, αφού καταφέρει μετά κόπων, βασάνων ή και γνωριμιών, να γίνει μέλος ΔΕΠ (Διδακτικό Επιστημονικό Προσωπικό) και επιχειρήσει να ασκήσει με συνέπεια το διδακτικό του έργο, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με πληθώρα γραφειοκρατικών και διοικητικών κωλυμάτων, που ακυρώνουν στην αφετηρία της οποιαδήποτε προσπάθεια. Πώς να καταφέρει να προετοιμάσει το μάθημά του όταν δεν του παρέχεται από το πανεπιστήμιο ούτε καν γραφική ύλη, όταν δεν έχει τη δυνατότητα να διανείμει έντυπο υλικό στους φοιτητές, γιατί δεν λειτουργούν τα φωτοτυπικά μηχανήματα, πώς να καταστήσει ελκυστικότερο και αποτελεσματικότερο το μάθημά του με τη βοήθεια τεχνολογικών μέσων, όταν δεν υπάρχουν ούτε συσκευές προβολής ή, το συνηθέστερο, έχουν χαλάσει χωρίς ποτέ να αντικατασταθούν; Πώς να καταφέρει να κινητοποιήσει τους φοιτητές, όταν καλείται να κάνει μάθημα σε αίθουσες βρώμικες, κατεστραμμένες, με σπασμένα τζάμια, χωρίς θέρμανση το χειμώνα ή κλιματισμό το καλοκαίρι; Τι κίνητρα έχει για να παραγάγει ερευνητικό έργο (παρά μόνο αν συμμετέχει σε κάποιο επιδοτούμενο πρόγραμμα και έχει οικονομικά οφέλη) αφού αυτό δεν θα αναγνωριστεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα και δεν θα αξιολογηθεί κατά κανέναν τρόπο;
Οι φοιτητές, από την πλευρά τους, εισάγονται σε ένα ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, σε μία σχολή για την οποία αρκετές φορές ελάχιστα γνωρίζουν και καλούνται να θητεύσουν σε μια επιστήμη, η οποία ενδεχομένως δεν τους ενδιαφέρει. Ωστόσο, η πίεση από την οικογένεια και τον κοινωνικό περίγυρο είναι τέτοια που η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν τολμά να την εγκαταλείψει, ακόμη κι αν τη σιχαίνεται. Αρχίζουν δε τις σπουδές τους ήδη κουρασμένοι, εξουθενωμένοι καθώς είναι από τη δοκιμασία των πανελληνίων εισαγωγικών εξετάσεων και σύντομα απωθούνται από τους αδιάφορους καθηγητές, την εχθρική γραμματεία και τις επιεικώς μη εξυπηρετικές λοιπές υπηρεσίες του εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Ω
στόσο, πέραν των υποδομών και της διαδικασίας, οι φοιτητές δεν έχουν κίνητρα να παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον τις σπουδές τους, γιατί δεν υπάρχει ουσιαστικό σύστημα αξιολόγησης. Δεν έχουν κίνητρα να παρακολουθήσουν τα μαθήματα και να εκπονήσουν εργασίες, αφού είτε με διάβασμα της τελευταίας στιγμής, είτε με αντιγραφή θα περάσουν «κουτσά-στραβά» τα μαθήματα, ενώ ακόμη κι αν πιαστούν να αντιγράφουν στις εξετάσεις, δεν θα υποστούν καμία συνέπεια.
Και γιατί, εξάλλου, να ενδιαφερθούν αφού γνωρίζουν ότι η συμβολή του πτυχίου τους στη μελλοντική επαγγελματική τους σταδιοδρομία θα είναι μικρή και ότι ανεξαρτήτως εφοδίων και προσόντων, μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας θα είναι το «μέσον» του μπαμπά ή του θείου;
Βέβαια, πέραν του θλιβερού του πράγματος, καμία έκπληξη δε θα πρέπει να προκαλεί η κατάσταση αυτή, δεδομένου ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο, ως μικρόκοσμος της ελληνικής πραγματικότητας, αποτελεί πεδίο όπου αναπαράγονται όλες οι παθογένειες του κρατικού μηχανισμού και διαιωνίζονται οι στρεβλωμένες αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Απλώς, είναι άξιον απορίας πως ορισμένοι προσδοκούν ή -ακόμη χειρότερα- απαιτούν να αλλάξει συθέμελα η κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς τίποτα να ταράξει το μακάβριο ύπνο της ελληνικής κοινωνίας.
Πρώτη δημοσίευση στο http://www.reporter.gr/default.asp?pid=16&la=1&art_aid=110318.

