
One hell of a movie plus a kick-ass soundtrack!!!

Αχ, ρε Σπύρο. Αχ, ρε Σπύρο. Κρίμα.
Σενάριο: Ο Ανδρέας (Σπύρος Παπαδόπουλος) είναι καθηγητής εικαστικών τεχνών. Έχει μια γυναίκα, μια κόρη, έναν γιο, μια επί σειρά ετών ερωμένη την Καμιγ (μισή Γαλλίδα που την υποδύεται η Μαρία Σολωμού) και μια νεώτερη, και πιο πρόσφατη, ερωμένη- φοιτήτριά του. Κοινώς ζει μες στο ψέμα και στο σεξ. Και ξαφνικά, παθαίνει λευχαιμία. Αποφασίζει να τα πει όλα στις γυναίκες του, μιας και πεθαίνει, να καθαρίσει η συνείδησή του…
Λόγοι να δείτε την ταινία: Είναι ελληνικός κινηματογράφος. Δείχνει την Αθήνα χιονισμένη και dark.
Λόγοι να μην την δείτε: υπερβολικά πολύς χορός και τραγούδι για ταινία. Λεσβιακό φιλί που δεν κολλάει. Θα ήταν καλύτερη σε μικρότερη διάρκεια.

Σε αυτό το ποστ επιθυμώ να συσσωρεύσω τις ταινίες που μισήσατε, και όποτε βρίσκω το κουράγιο να τις κοιτάω και εγώ για να τις θάψω. Παρακαλώ σχολιάστε.
Μέχρι στιγμής προτάθηκαν:
Fountain.
Notebook.
Touristas.

1) Είμαι μαθηματικός και δε μου άρεσε.
2) Ήμασταν 2 άτομα όταν το είδαμε παρέα και δε μας άρεσε.
3) 3-2=1 και άλλα πολλά παιχνίδια με νούμερα σου σπάνε τα νεύρα άνευ λόγου
4) Στη τετραπλή ταχύτητα η ταινία δε γίνονταν καλύτερη
5) Ήταν χάλια
6) Ήταν χάλια. Σοβαρολογώ.
7) Τόσα ευρώ θα χάσετε άμα τη δείτε σε κινηματογράφο.
8.) Δεν ενθουσιάστηκα με τις ερμηνείες.
9) Σενάριο; Τι’ν’ τούτου;
10) Ήταν χάλια.
11) Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να τη δω μεθυσμένος.
12) 12 + 11 = 23! Ώ θεοί! Το 23 είναι παντού…
13) πρώτος αριθμός. Δε αλλάζει το γεγονός ότι ήταν χάλια.
14) 2 x 7 ευρώ αν το δείτε σε κινηματογράφο με παρέα…
15) Δεκαπεντάχρονα θα ενθουσιάζονταν.
16) Στα δεκαέξι θα ήταν ήδη υπερβολικά ώριμα άτομα για να τους αρέσει…
17) λεπτά ακόμα να διαρκούσε και θα είχα αυτοκτονήσει από τη βαρεμάρα.
18) Θα μπορούσε άνετα να συνοψιστεί σε 18λεπτη ταινία μικρού μήκους.
19) λεπτά θα πήρε η συγγραφή του σεναρίου.
20) και 3 23! Απίστευτο ε! (στερεύουν οι λόγοι πέρα του: ΕΙΝΑΙ ΧΑΛΙΑ!!!)
21) Είναι χάλια.
22) Εδώ τελειώνουν οι λόγοι όπως τελειώνει η ταινία… χάλια.

Τελικά χρειαζόταν ένα μεγάλο σοκ για να με ξυπνήσει από τη λήθη και να επανέλθω στο δρόμο που χάραξε το φτυάρι.
Και τι καλύτερο από μια ταινία (ο κθούλου να την κάνει αλλά τέλος πάντων) με την αγαπημένη γλάστρα του WCVBM, τη Sandra Bullock!!!!
That’s right lads ‘n lasses, μόλις είδα το Premonition (ολόκληρο) και λεω ν΄αφήσω το μπέικον που πλέον έχω για εγκέφαλο να κρυώσει λίγο πριν περάσω στο παρασύνθημα. Μείνετε συντονισμένοι, because I AM BACK!!!
~R.



Η ταινία είχε τόσες τρύπες, μα τόσες τρύπες, που τελικά ήταν γαμάτη. Δηλαδή: 300 Σπαρτιάτες φεύγουνε να πάνε εκδρομή. Προμήθειες, δόρια, δούλους δεν πήρανε μαζί. Μα στη μάχη πάνω, 300 δόρια έκαστος και άφθονο φαΐ. Ωραίες ατάκες, πολλές ιστορικές, αλλά εντάξει, παραποίησαν την ιστορία αρκετά νομίζω… Τέλος πάντων: Αγαπημένη σκηνή όταν είδα την ταινία στο cinema: Ο Πέρσης βασιλιάς είναι πίσω από τον Λεωνίδα. Του υπόσχεται τον ουρανό με τ’ άστρα, ροδακινιές και κάστρα, και έπειτα τον πιάνει από τους ώμους και του λέει ξέρεις Λεωνίδα: οι υπήκοοί μου δε φοβούνται το μαστίγιό μου, αλλά τη θεϊκή… εκεί υπάρχει πάυση στην ελληνική μετάφραση αρκετή για να πω στο φίλο με τον οποίο είχα πάει να δω την ταινία, οκ, πούστεψε και ο Λεωνίδας… Θα τον φάει… Αλλά τελικά δεν ήθελε να τον βιάσει ο Ξέρξης τον Λεωνίδα μας, την θεϊκή του δύναμη φοβούνται… Τι να πει κανείς; Ιδού και ένα βίντεο: Σ’Πάρ’τα

Ο τίτλος της ταινίας φαίνεται καλός σκέφτηκα. Κοίταξα για συγγραφέα/ σκηνοθέτη και ήταν ο Mell Brooks. Έ, δε θέλει και πολλά ένας φανατικός ταινιών όπως Ρομπέν των Δασών: οι ήρωες με τα κολάν, Space Balls, Young Frankenstein,και λοιπών παρωδιών για να ενοικιάσει μια τέτοια ταινία. Εμπιστευόμαστε το όνομα. Ώ, (κλητικό Ω), τι μέγα λάθος!
Ας τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά:
Α) Η ταινία ήταν ένα μείγμα από ‘‘αστεία’’ που εξελίσσονταν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Τα περισσότερα ήταν φθηνά αστεία ή επαναλήψεις αστείων του Mell Brooks που έχουμε δει και σε άλλες ταινίες του. Γενικά πολύ χειρότερο χιούμορ, πολύ πιο προβλέψιμο, και πολύ πιο χοντρό από τις άλλες του ταινίες.
Β) Είχε πολλούς ηθοποιούς που θα κάνανε για θέατρο αλλά όχι για κινηματογράφο. Οι υπερβολικές εκφράσεις του προσώπου και οι μεγάλες χειρονομίες, όπως και το προαναφερθέν χιούμορ θα ανήκαν σε φαρσοκωμωδία του μεσαίωνα πολύ πιο άνετα.
Γ) Τα σκηνικά ήταν μεν φανερώς ακριβά αλλά ταυτόχρονα κακόγουστα και πολλές φορές αναχρονιστικά.
Δ) Τα ειδικά εφέ ήταν για κλάμα.
Ε) Η ιερά εξέταση παρουσιάστηκε ως Musical…
Όταν τελείωσε η ταινία μέσα μου ωρύονταν οι καλές αναμνήσεις που είχα για τον Mell, και με εκλιπαρούσαν να μην τις πετάξω στα σκουπίδια. Δε τις πέταξα αλλά είναι κοντά, καθώς ο τίτλος της ταινίας αφήνει να εννοηθεί ότι θα υπάρξει και συνέχεια, πράγμα αρκετά ανησυχητικό…
(παρεμπιπτόντως υπάρχει μία ταινία που δεν κατάφερα καν να τελειώσω. Όπως η ταινία Snakes on a Plane, έτσι και η ταινία Σκορπιοί, ασχολούνται με ζώα που δεν κολλάνε στο περιβάλλον που τα έχουν βάλει. Και ενώ η πρώτη έχει γέλιο, η δεύτερη, ακόμα και σε 4ραπλή ταχύτητα, με καλή παρέα και χρυσά φτυάρια μας ανάγκασε να μην την δούμε… Και πιστέψτε με έχω δει το The Treck, που είναι φιλιππινέζικη ταινία άνευ νοήματος και στόχου, και έχω αποδείξει έτσι ότι μπορώ να βλέπω απαράδεκτες ταινίες…)

Καλή χρονιά σε όλους. Ευτυχισμένο το 223 επί 9. Ήρθε η στιγμή που όλοι περιμέναμε, άλλαξε το έτος και όπως κάθε χρόνο τα τελευταία 45 χρόνια ήρθε η στιγμή να παραδώσετε εσείς τα βραβεία για το χρυσό θάψιμο!
Διαλέξτε από τους συγγραφείς του site και από τα κείμενα που ποστάραμε. Ο νικιτής θα θάψει τα κείμενα των συναδέλφων του με το παραδοσιακό χρυσό φτυάρι!

Δεν πάμε καθόλου καλά κύριοι μεταφραστές.
Αφήνετε ως έχει τον τίτλο της χαζοκομεντί «The Holiday» που μεταφέρεται στη γλώσσα μας κι από μαθητή χωρίς lower

και δολοφονείτε ΣΤΥΓΝΑ την πανέμορφη -εκφραστικά, ηχητικά και οπτικά- φράση «The Wind That Shakes The Barley» -που by the way αφορά μια σαφώς καλύτερη ταινία από την προαναφερθείσα;

ΓΙΑΤΙ;
Για να καταλάβουν οι ποπκορνοφάγες μάζες οτι πρόκειται για «κουλτουριάρικο» έργο;
Μήπως φοβάστε οτι αν σπάσει ποτέ η παράδοση της χώρας μας στις βλαμμένες μεταφράσεις ταινιών θα επέλθει η Αποκάλυψη του Ιωάννη;
Ας το πάρουμε χαμπάρι επιτέλους: Μπορεί όταν οι άλλοι έτρωγαν μπανάνες εμείς να χτίζαμε Παρθενώνες, όμως κάποια πράγματα καλό είναι να μένουν στη γλώσσα που γράφτηκαν.

Ή αλλιώς πιθανά η πιο πετυχημένη b–movie μετά το Kung–Fu Jesus.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η ταινία αξίζει να μπει στο Hall of Fame του WCVBM καθώς δεν είναι καλή ταινία που αποτυγχάνει αλλά είναι μια ταινία που από τα πρώτα 2 λεπτά σου εξηγεί ότι είναι χάλια, αλλά παρ’ όλα αυτά αν την δεις –ειδικά αν την δουν και άλλοι μαζί σου- πρόκειται να σε αφήσει άφωνο. Τόσα λάθη. Τόσο παράλογα χαζό σενάριο. Τόσο ωραία εφε. Η ταινία είναι cult όμως για έναν και μόνο λόγο. Οι ατάκες της.
Εδώ να σας προτείνω αν ποτέ θέλετε να χαραμίσετε αξιόλογα ένα με ενάμισι ευρώ αναλόγως με τα dvdάδικα, ε, αυτή η ταινία προορίζεται για εσάς.
Γάλλο Γιαπωνέζικη παραγωγή.
Σε συντομία το σενάριο. Πριν πολλούς αιώνες ένας δαίμονας γεννιέται στη φεουδαρχική Ιαπωνία από μια βλακεία μιας οικογένειας σαμουράι. Ο δαίμονας ζει ήσυχα επί εκατονταετίες γίνεται «νονός» της τοπικής μαφίας και βγάζει πολλά χρήματα από τα βιντεοπαιχνίδια του (?;?!;?!) τα οποία επενδύει σε εγκληματικές ενέργειες (;?;?!?;??). Όμως ήρθε καιρό να αλλάξει σώμα γιατί το δικό του γέρασε. Εκεί αρχίζει η ιστορία μας, και λογική παραπάνω απ’ όση βρήκατε στις προηγούμενες λέξεις μου δεν θα βρείτε παρακάτω.
Κατά την ταινία απογοητεύτηκα από τις μάχες (Είμαι πρωταθλητής Ται Μπο. Κανένας δε μπορεί να τα βάλει μαζί μου.) το σενάριο την ηθοποιία και άλλα πολλά. Οι νόμοι της φύσης δε ίσχυαν, το comic relief ήταν τελείως αποτυχία και άλλα πολλά τέτοια.
Επιθυμώ να πω πολλά πράγματα για την ταινία αλλά πιστεύω πως αξίζει να την δει κανείς απλά και μόνο για να αποκτήσει μια άποψη. Τώρα να σας πω τις ατάκες, που είναι το μόνο που αξίζει στη ταινία δεν θα το κάνω. Αρκεί να σας πω ότι κόντεψα να πεθάνω καθώς οδηγούσα έναν φίλο σπίτι του αμέσως μετά αυτήν τη ταινία. Κλαίγαμε από τα γέλια.
Και τώρα αυτό που περιμένετε όλοι. Το θάψιμο!
Άρχισα να θάβω με το χρυσό μου φτυάρι για αυτήν τη ταινία. Όλα κι όλα. Η ταινία είναι cult. Όσο χάλια και να είναι μια cult ταινία δεν μπορεί να θάφτει παρά με χρυσό φτυάρι.
Έσκαβα, έσκαβα και έσκαβα. Πέρασα το πυρήνα της γης και βρήκα από την άλλη. Η ταινία ήταν τόσο χάλια που ξαναβγήκε στην επιφάνεια!
Βαθμολογίες:
Σενάριο: 0 / 7
Εφε: 5 / 7
Ηθοποιία: 2 / 7
Ατάκες: 6.66 / 7
Γενικά ως ταινία αν τη δεις μόνο εσυ: -2 / 7
Αν την έχει δει και η παρέα σου: 6.5 /7
(Είχα καιρό να γράψω. Τώρα είμαι άρρωστος και μπορώ πάλι. Απόδειξη ότι έιμια άρρωστος είναι ότι χαίρομαι που είμαι άρρωστος και βρήκα χρόνο να γράψω. Α. Και κάτι περίεργο που τάραξε συθέμελα όλο μου το σύμπαν: Ο Tarantino έχει κάνει μια καλή ταινία!!! Απίστευτο και όμως αληθινό. Μου άρεσαν τα Reservoir Dogs!!! Αν και δε κατάλαβα που κολούσε ο τίτλος.)


Let’s face it: Οι περισσότερες αισθηματικές ταινίες υπολείπονται σεναρίου. Κάποιες φορές μπαίνει στη μέση η ερμηνεία των πρωταγωνιστών (όπως και η χημεία τους) και σώζουν το πόνημα. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο; Όλα γίνονται μούσκεμα. Με νερό από τη λίμνη, καλή ώρα.
Στο «Lake House», λοιπόν (αφήνω απ’ έξω τον ανεκδιήγητο ελληνικό τίτλο «Έρωτας δίχως παρόν» που παραπέμπει σε καταστάσεις Ξανθόπουλου και προσφυγιάς) πρωταγωνιστούν δυο ηχηρά ονόματα: ο Keanu -ξυλάγγουρο- Reeves και η αγαπημένη γλάστρα του WCVBM Sandra Bullock. Είχαμε να τους δούμε μαζί από την εποχή του Speed (1994) και ειλικρινά δεν νομίζω οτι υπήρχε λόγος ν’ αλλάξει αυτό το ευτυχές γεγονός. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αν ένας από τους πρωταγωνιστές ήταν διαφορετικός, ίσως το Lake House να κατάφερνε να πιάσει χαριστικά τη βάση. Αλλά όχι. Η μετριότητα, καταπώς φαίνεται, δεν είναι ποτέ αρκετή. Πάμε λοιπόν για τον απόλυτο πάτο, από τον οποίο βέβαια μας χαιρετάει ξεκάθαρα η ταινία πριν καν τελειώσει το πρώτο μισό της.
Η Kate (Bullock) είναι μια μοναχική γιατρός που ζει σε ένα σπίτι-σύμβολο του σουρεαλισμού, ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, το οποίο δεν έχει τοίχους αλλά τζαμαρίες και ισορροπεί ωσάν ξυλοπόδαρος πάνω από μια λίμνη. Μια ωραία πρωία όμως το εγκαταλείπει για να πιάσει δουλειά στη μεγάλη πόλη. Πριν φύγει, αφήνει ένα σημείωμα στον μελλοντικό ένοικο του λιμνόσπιτου, όπου τον παρακαλεί να της στείλει στη νέα της διεύθυνση οποιοδήποτε γράμμα που ίσως λανθασμένα καταλήξει εκεί. Αν εξαιρέσουμε το σπίτι-ξυλοπόδαρος (που αν τέτοιο οικοδόμημα αντέχει σε χιονοθύελλες όπως εικονίζεται, εγώ να γίνω κασέρι), όλα νορμάλ μέχρι εδώ. Έλα που όμως ο παραλήπτης Alex (Reeves) της απαντά μέσες άκρες οτι «Κυρά μου, τι λες; Ναι, εντάξει, μόλις τώρα ήρθα, αλλά το λιμνόσπιτο έχει χρόνια να κατοικηθεί». Η αλληλογραφία συνεχίζεται, μέχρι που η Kate έχει τη φαεινή ιδέα να του πει «έι, φιλαράκο, σου μιλάω από το έτος 2006! Εσύ σε ποιο χωροχρονικό συνεχές βρίσκεσαι;» Ο Alex απαντά οτι, απ’ όσο ξέρει, ζει στο 2002 και ένα ρομάντζο γεννιέται.
Ένα pause στην υπόθεση τώρα, να εξηγήσουμε μερικά πράγματα. Η μανιέρα στους ηθοποιούς δεν είναι πάντα κακό πράγμα. Αλλά ΕΧΩ ΒΑΡΕΘΕΙ να βλέπω σε κάθε (μα σε κάθε) ταινία τη Sandra Bullock να παίζει τον ίδιο ρόλο, δηλαδή την εσωστρεφή και ντροπαλή whatever που έχει να δει γκόμενο από τα σχολικά της χρόνια. Και να έπαιζε και καλά, πες παει στα κομμάτια. Αυτή όμως βγάζει όλες τις σκηνές -ανεξάρτητα με το περιεχόμενο ή το συναίσθημα- με μια μουτσούνα ίδια κι απαράλλαχτη. Κοιτάζει το πάτωμα, το ψυγείο ή τον ορίζοντα ανοιγοκλείνοντας μάτια και χείλια α λα Βουγιουκλάκη λες και την αναγκάζουν με απειλή όπλου να φέρει εις πέρας την ταινία. Guys, my –everyone’s, in fact- 16 year old cousin could have done way much better.
Για τον Keanu τα λόγια είναι περιττά. Ο τύπος είναι μια soft έκδοση του Σβαρτζενέγκερ. Κυκλοφορεί ανέκφραστος σαν κέρινο ομοίωμα, λες και του έχουν χώσει ένα παλούκι στον κώλο. Ειλικρινά, ο C3PO έβγαζε περισσότερο συναίσθημα όταν έπαθε ηλεκτροπληξία ο R2D2 στο Return of the Jedi.
Και, φυσικά, το οτι οι δεύτεροι ρόλοι (αδελφός του Alex και γιατρίνα-προϊσταμένη της Kate) ερμηνεύονται υπερβολικά καλύτερα από τους πρωταγωνιστικούς, απλά κάνει τη δική τους κατεψυγμένη κατάντια κωμικότερη.
‘Ετσι λοιπόν το «Λιμνόσπιτο» αποτυχαίνει στο βασικότερο στόχο του, αφού ερωτική χημεία μεταξύ μιας λεμονόκουπας κι ενός κονταριού σκούπας δεν δύναται να υπάρξει. Η όλη υπόθεση, δε, είναι απίστευτα προβλέψιμη. Πιο προβλέψιμη κι από αμερικάνικο θριλεράκι με εφήβους, που ξέρεις ρε αδερφέ οτι ο πρώτος που θα φύγει για κατούρημα και θα πει «I’ll be right back» θα βρεθεί αυτοστιγμής να παίζει πρέφα με τον Άγιο Πέτρο. Η πρώτη μισή ώρα φτάνει για να καταλάβεις τι θα συμβεί στην επόμενη, πως θα συμβεί και γιατί θα συμβεί. Έτσι σου μένει άπλετος χρόνος για να φιλοσοφήσεις τα της δικής σου ζωής: πω πω, το ταβάνι θέλει ξαράχνιασμα.. πήρα οδοντόπαστα από το σούπερ μάρκετ; .. να θυμηθώ να βγάλω τα σκουπίδια μετά..
Και εις άλλα με υγεία.
Κάποια ευλογημένη στιγμή, αφού μας έχουν πήξει στο κλισέ και τον ρομαντισμό της εποχής των παγετώνων, έρχεται το happy end και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα -ίσως με μερικές εκατοντάδες εγκεφαλικά κύτταρα λιγότερα αλλά δε βαριέσαι, αναγεννώνται, σωστά; Μμμ, βλέποντας τέτοιες ταινίες και σκεπτόμενη οτι
α) κάποιοι έδωσαν (πολλά) λεφτά για να γυριστούν
β) κάποιοι έδωσαν (λιγότερα, αλλά και πάλι..) λεφτά για να πάνε να τις δουν
γ) τα ζαρζαβατικά-πρωταγωνιστές θεωρούνται από τους πλέον επιτυχημένους της γενιάς τους
δ) σε κάποιους άρεσε αυτό το έκτρωμα
αρχίζω σοβαρά να αμφιβάλλω.
Verdict: Δείτε το μόνο αν είστε πωρωμένοι αρχιτέκτονες. Πατήστε παύση στα σημεία όπου δείχνει το σπίτι και σε μια άλλη σκηνή όπου δείχνει τα αρχιτεκτονικά του σχέδια, κι έπειτα προσπαθήστε να τα αντιγράψετε. Κατόπιν πηγαίνετε στα Γιάννενα, χτίστε ένα παρόμοιο οικοδόμημα στο νησάκι και ενημερώστε μας όταν αποφασίσετε να το νοικιάσετε.

Γνωρίζετε το WCVBM εδώ και μερικούς μήνες. Επίσης παρατηρήσατε ότι δεν εργαζόμασταν και πολύ σκληρά τελευταία. Ήρθε η ώρα τα πράγματα ν’ αλλάξουν. Είμαστε το διάλειμμα για φαΐ και καπνό κατά τη διάρκεια της ταινίας, που ανακουφίζει τον πεινασμένο και στερημένο θεατή. Είμαστε το «Χασάπη! Γράμματα!» που πρέπει ν’ ακουστεί όταν δεν έχει ήχο η ταινία. Είμαστε η Ιερά Εξέταση των αθλίων ταινιών.
Από εδώ και πέρα κάθε Τετάρτη θα βγαίνει ένα αντίστοιχο ποστάκι στο οποίο θα σας ζητάμε να σχολιάσετε. Όχι ότι να ‘ναι, αλλά να σχολιάσετε παραγωγικά. Ποιες ταινίες θα θέλατε να θάψουμε αυτήν την εβδομάδα. Θα διαλέγουμε μία (ή και περισσότερες αν είστε καλά παιδιά) και θ’ αρχίζουμε το θάψιμο. Ελπίζουμε λοιπόν ως την άλλη βδομάδα να έχουμε σχόλια, ώστε να ξεκινήσουμε το θεάρεστο έργο μας.
(ακολουθεί μακιαβελικό γέλιο του γράφοντος. Φμουχαχαχααχαχαχαχαχαχαχαχαχα!)

Πρώτα απ’ όλα, ναι το ξέρω οτι έχουμε καιρό να φροντίσουμε το εν λόγω blog. Υπόσχομαι οτι θα επανέλθουμε δημήτριοι με νέο υλικό λίαν συντόμως.
Θα ήθελα όμως να μιλήσω για κάτι που παρατήρησα σήμερα, και ομολογώ οτι με συγκλόνισε. Περιπλανώμενη στα του wordpress, είπα να κοιτάξω λίγο τα blog stats. ΙΔΟΥ τι αντίκρυσα.

– «Βίντεο Τρακαρίσματα» –> Εντάξει, κάποιος τη βρίσκει με καταστροφές ή δε θυμάται τον τίτλο του Crash. Δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπουμε στα στατιστικά μας.
– «Τσόντα» –> Αυτό κι αν έχουμε βαρεθεί να το βλέπουμε..
– «Inquisition Movies» –> Κάποιος ψάχνει Monty Python ή ταινίες με θέμα την Ιερά Εξέταση. Μπορεί κι εμάς, χου νόουζ. Νορμάλ πράγματα.
– «Saga Νεροχύτες» –> What The Fuck?!?!
Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ τι σκεφτόταν όποιος πάτησε αυτούς τους search terms. Υπάρχει ταινία/ιστορία με νεροχύτες που μάλιστα χωρίζεται και σε saga? Εντάξει, πλην αυτών του Τσάκωνα.. αλλά και πάλι…
Άγνωστε φίλε που έψαξες για «saga νεροχυτες», άκουσέ με. Αν η αναζήτησή σου σε βγάλει ξανά σ’ αυτό το ταπεινό ιστολόγιο, σε παρακαλώ, άφησέ μας ένα σχόλιο και πες μας ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ψάχνεις να βρεις.
We are all dying to know.

Η γραμμή που διαχωριζει την ευφυία από την μ.. ηλιθιότητα είναι πολύ λεπτή, και ο Μ. Νight Shyamalan όχι μόνο την έχει περάσει αλλά έχει αγοράσει οικόπεδο και έχει χτίσει σπίτι με πισίνα, κήπο και γηπεδάκι μπάσκετ. Για ποιο λόγο πρέπει πλέον να πληρώνουμε για να βλέπουμε στο σινεμά τα παραμύθια που το μαυριδερό πρώην wiz-kid διηγείται στις κόρες του; Ποιο στούντιο ήταν τόσο financially καθυστερημένο ώστε να στηρίξει το ντελίριο μεγαλομανίας του Shyamalan; H Warner Brothers, να ποιο.
Ο Cleveland Heep ( Paul Giamatti) είναι επιστάτης σε ένα οικοδομικό συγκρότημα όπου ζουν κάθε λογής παράξενοι ένοικοι. Ένας μαύρος μανιακός με σταυρόλεξα, ένας wannabe συγγραφέας, ένας νεαρός που γυμνάζει μόνο το δεξί μέρος του σώματός του, ένας αλαζονικός κριτικός κινηματογράφου, μια κορεάτισσα ή-τι-δγιάλο- είναι –τέλοσπάντων γιαγιά που φαίνεται να είναι θησαυροφυλάκιο folk γνώσεων, ηθών και εθίμων… και στη μέση ο πρώην γιατρός και νυν μάστορας Cleveland, που μετά τον θάνατο της οικογένειάς του, ζαλισμένος από τον πόνο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η θλίψη είναι πιο ανεκτή όταν περνάς τη μέρα σου ξεβουλώνοντας νεροχύτες από σφηνωμένους αρουραίους παρά κάνοντας καλά τον κόσμο και βγάζοντας 5-6-7 χιλιάδες δολάρια το μήνα. Η βαρετή ζωή του Cleveland αλλάζει όταν μέσα στην πισίνα σχήματος νεφρού της πολυκατοικίας εμφανίζεται η Story, μια Narf (Bryce Dallas Howard) . Δεν ξέρω τι είναι το Narf αλλά με δεδομένο ότι στα νορμάλ φίλτρα πισίνων κλπ το πολύ πολύ να βρεις τρίχες ή κανα μπικίνι, μάλλον η Story είναι κάτι το υπερφυσικό. Τη λύση δίνει η κορεάτισσα ή-τι-δγιάλο- είναι –τέλοσπάντων γιαγιά που εξηγεί, μέσω της εγγονής της ότι οι Narf έρχονται σπάνια στον κόσμο μας, και πρέπει να γυρίσουν πίσω στον δικό τους καβάλα σε ένα αετό…προσοχή όμως, γιατί στη γύρα υπάρχει και ένα τέρας που θέλει να την κάνει κομμάτια, ενώ το σκηνικό παρακολουθούν τα (το;) Tartuti, τρία μαϊμουδοειδή πλάσματα που επιβλέπουν ώστε κανείς να μην παραβεί τους κανόνες. Δεν κάνουμε πλάκα- και δυστυχώς ούτε ο Shyamalan..
«Τι στο διάλο γίνεται» ίσως ρωτήσετε. «Το τρέιλερ έμοιαζε με αυτό του υπέρτατου θρίλερ», ίσως επισημάνετε… ναι, έχετε δίκιο, αλλά το Lady in the Water θα προκαλέσει ανατριχίλα μόνο σε όσους πάσχουν από περίεργες φοβίες- πχ «κορεάτισσα ή-τι-δγιάλο- είναι –τέλοσπάντων γιαγιαδοφοβία». Γιατί ειλικρινά, σεναριακά, σκηνοθετικά και τεχνικά δεν υπάρχει τίποτα στο φιλμ που να το καθιστά ανώτερο από ένα μέσο τηλεοπτικό θριλεράκι της καλωδιακής τηλεόρασης, από αυτά με τον Eric Roberts. Aργόοοοοοοοσυρτες σκηνές, ένα εντελώς σουρεαλιστικό κλίμα που δεν αρμόζει στο μοντέρνο setting του φιλμ, απίστευτες σεναριακές ελευθερίες προκειμένου να σταθεί αυτός ο χάρτινος πύργος που λέγεται πλοκή και ο Shyamalan που έχει πάρει τόσο κουράγιο ώστε να επιφυλάσσει έναν μεγάλο ρόλο για τον εαυτό του- για όσους δεν είδαν το «Signs» να υπενθυμίσουμε ότι ο Shyamalan καταζητείται σε 45 χώρες για εγκλήματα εναντίον της ηθοποιίας… Ο Giamatti δεν είναι μεν κακός, στον ρόλο του εύπιστου looser, αλλά η Howard δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κοιτάει το άπειρο σαν παιδί που μόλις είδε τους γονείς του να κάνουν σεξ με την τοπική ομάδα football ενώ το υπόλοιπο καστ πρέπει να υποστεί τους ταπεινωτικούς, μονοδιάστατους ρόλους που ο Shyamalan έχει δημιουργήσει μόνο και μόνο για να τους χρησιμοποιήσει ως ερπύστριες στο δυσκίνητο και αναληθοφανές σενάριό του. Και τώρα μερικές ερωτήσεις: Eίναι δυνατόν να είχα την Bryce Dallas Howard (που για να λέμε την αλήθεια, φαίνεται σαν να την έχει καταραστεί η Βασίλισσα του Αλμπινισμού) γυμνή στο ντους και να μην επιχειρήσω να της ‘ξηγήσω το όνειρο; Και από τη στιγμή που αρνείται, τι είναι πιο πιθανό, να την βοηθήσω να βρει και να καβαλήσει τον αετό ή να την πετάξω στην πισίνα και να την χτυπάω με ένα σκουπόξυλο ώστε να ξαναμπεί στο φίλτρο από όπου ισχυρίζεται πως βγήκε; Και αν οι γείτονές μου είναι τόσο εύπιστοι, δε θα τους είχα ήδη φάει λεφτά και αποδράσει προ πολλού στα νησιά Καυμάν, ωσάν Γούκος της Φιλαδέλφειας αντί να ξεβουλώνω τους βρωμερούς νεροχύτες τους; Με το Lady in the Water o Shyamalan αποδεικνύει πως δεν έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας ούτε την αλάνθαστη συνταγή για Blockbuster. Από την πλευρά μας, σας συνιστούμε να δείτε αυτό το φιλμ ΜΟΝΟ σε DVD, ή αν πάτε στο σινεμά να μας στείλετε mail με μια φώτο στην οποία τραβάτε τα μαλλιά σας σκεπτόμενοι τα φράγκα που μόλις σπαταλήσατε. Το αντίστοιχο της Warner Brothers ήδη το λάβαμε.
Verdict: Η ταινία δεν στέκει σαν θρίλερ. Ούτε καν σαν δράμα. Ούτε καν σαν περιπέτεια. Αν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε ένα νόημα είναι το εξής: Mια κοπέλα εμφανίζεται στη ζωή ενός τυπάκου, τον κάνει να τρέχει σαν αποκεφαλισμένο κοτόπουλο, γίνεται δούλος της, τρέχει για κάθε παράλογη απαίτησή της, και στο τέλος εξαφανίζεται γιατί ήρθε το άλλο πουλί που περίμενε τόσο καιρό. Αλλά δε χρειαζόταν όμως ο μετρ του θρίλερ για να μας τα πει αυτά…
Aξιολόγηση: Άχρωμο, άοσμο και άγευστο, σαν water.

Πάρτε μια γεύση από το τι μας περιμένει τον επόμενο χρόνο, τουλάχιστον όσον αφορά τον γνωστό υπερήρωα της Marvel.
Πάντα πίστευα ότι ο μαύρος «κακός» spiderman ήτανε πιο γαμάτος…


Μην τα ξαναλέμε. Η πρώτη ταινία (The Blair Witch Project) ήταν τρισάθλια εκτός από ένα σημείο: Το ιδιοφυές promotion της, κυρίως μέσω Internet, που ξεκίνησε δυο χρόνια πριν κυκλοφορήσει η ταινία. Μέσα από διάφορα sites και fora άρχισαν να στήνουν το «μύθο της μάγισσας του Blair» και την -υποτίθεται πραγματικότατη- ιστορία εξαφάνισης των τριών φοιτητών. Θυμάμαι ακόμα ένα βίντεο που είχα δει (όταν ακόμα η ταινία -το είπαμε- δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε σαν υπόννοια), στο οποίο η υποτιθέμενη μητέρα της εξαφανισμένης κοπέλας έκλαιγε κρατώντας τη φωτογραφία της.
Έξυπνο και βολικό. Στην Αμερική εξαφανίζεται ένα κάρο κόσμος κάθε μέρα εκεί που περπατάει για να παει σπίτι του, ακόμα και μέσα από το σπίτι του. Οπότε το γεγονός οτι 3 πιτσιρικάδες την είδαν Ροβινσώνες κι έκτοτε αγνοούνται δεν κάνει σε κανέναν εντύπωση. Στο σημείο του promotion λοιπόν -και μόνο- τους βγάζω το καπέλο. Στην επιμονή τους βέβαια, ακόμα και κατόπιν της κυκλοφορίας της ταινίας, να μας πείσουν οτι πρόκειται για αληθινή ιστορία… μη φάτε σήμερα, θα βράσω γλάρο.
Ο λόγος που πήρα με καλό μάτι το sequel αυτής της πατάτας είναι πως κάνει κάτι που όλοι θέλαμε να κάνουμε αλλά ποτέ δεν αποτυπώσαμε σε φιλμ: Κοροϊδεύει την πρώτη ταινία μέχρι τελικής πτώσης! Γερό ξεκίνημα, γιατί ο αυτοσαρκασμός πάντα δίνει πόντους. Πήγε όμως άπατο και χαμένο, γιατί δυστυχώς δεν είχαμε να κάνουμε με μια σφιχτοδεμένη μαύρη κωμωδία. Ούτε καν με καραγκιοζιά τύπου Scary Movie. Αντίθετα, οι δημιουργοί μας σέρβιραν ξαναζεσταμένο και ληγμένο φαγάκι, με τους καινούριους πρωταγωνιστές να διαρυγνύουν τα ιμάτιά τους πως…. οοοοχι, μπορεί η πρώτη ταινία να ήταν χαζή, αλλά η ιστορία πίσω από αυτήν…. είναι όντως πραγματική!!!!!!
Κάπου εκεί η καλή διάθεσή μου έφυγε για τσιγάρα και τη θέση της πήρε ο Μπομπ ο Θάφτορας, εργοδηγός χρυσού εκσκαφέα.
Για να μην μακρυγορούμε λοιπόν, αφ’ ότου η ταινία ξεκαθαρίζει τις προθέσεις της, όλα κυλούν ως είθισται να κυλήσουν σε κάθε προβλέψιμο αμερικάνικο θριλεράκι της σειράς. Έχουμε τους πέντε χαζοχαρούμενους ήρωες που πάνε να ερευνήσουν το δάσος όπου δρούσε η μάγισσα και πέφτουν πάνω σε αίρεση που σκοτώνει αβέρτα τον κοσμάκη. Τι πρωτότυπο, ε; Για το επίπεδο υπόκρισης ας μη μιλήσω καλύτερα. Ο ένας έλεγε τα λόγια του σαν παιδάκι του δημοτικού που απαγγέλει «ποίμα», η γκοθού της υπόθεσης κυκλοφορούσε (όπως όλες οι γκοθούδες απαρχής χρόνου) με μισό κιλό ασβέστη στη μούρη που μάλλον είχε πετρώσει και γι’ αυτό δεν μπορούσε ούτε να μορφάσει, οι άλλοι έπαιζαν τους καθυστερημένους με μεγάλη επιτυχία -αλλά μάλλον δεν ήταν αυτό το ζητούμενο… α, ξέχασα και την παγανίστρια της παρέας που χάιδευε με στοργή κάθε αγριομολώχα που συναντούσαν. Τι έλειπε από το όλο σκηνικό, μόνο ο Marilyn Manson δεν βγήκε από καναν υπόνομο να τους κάνει «μπου» και να πεθάνουν όλοι από σηψαιμία λόγω ακατάσχετου τρόμου.
Δεν ξέρω αν μετά από όλα αυτά πείστηκε κανείς για την «αλήθεια» που διέπει την ιστορία της μάγισσας του Blair. Για τη βλακεία που δέρνει τους δημιουργούς των ταινιών πάντως, εγώ δεν έχω ουδεμία αμφιβολία.
Verdict: Κάντε σεξ. Κόψτε τα νύχια των ποδιών σας. Κάντε format στον υπολογιστή σας κι έπειτα εγκαταστήστε τα Windows ξανά από την αρχή. Αποστηθίστε δέκα ποιήματα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Κάντε οτιδήποτε άλλο εν πάση περιπτώσει αν θέλετε σώνει και καλά να χάσετε μιάμιση ώρα από τη ζωή σας, αλλά προς θεού, μην πέσετε τόσο χαμηλά ώστε να δείτε οικειοθελώς αυτό το πράγμα.


Πριν με κράξετε, δείτε το έτος που γυρίστηκε η ταινία. Ναι δεν πρόκειται για τη προπέρσινη ομώνυμη ταινία. Η ταινία του 2004 από μόνη της αποτελεί έπος της 9ης τέχνης, και δεν τολμώ να την ακουμπήσω. Από την άλλη, και η ταινία Crash του 1996, είναι από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες που γίνανε ποτέ. Ετοιμασθείτε για θάψιμο –ξεθάψιμο και πάλι από την αρχή…
Ελληνικός τίτλος της ταινίας: Crash (πολύ ελληνικό, δε συμφωνείτε;)
Αν έδινα εγώ τίτλο στη ταινία θα ήταν: ελπίζω να μη βαρεθώ τόσο το σεξ ώστε να χρειαστεί να φτάσω σε τέτοια βίτσια, αν και το φοβάμαι.
Σενάριο: Η ταινία αρχίζει με μια ανάλατη μουσική, και εκεί που ξενερώνεις, ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα υπόστεγο αεροπλάνων, όπου μια πανέμορφη ξανθιά γδύνεται, και ακουμπάει το στήθος της πάνω στο φτερό του αεροπλάνο. Τότε έρχεται ένας τύπος και βλέπουμε τα προκαταρκτικά πριν από το σεξ. Βγάζουμε το dvd από τον υπολογιστή, και βεβαιωνόμαστε ότι δεν βάλαμε κατά λάθος την τσόντα που νοικιάσαμε αντί για την εν λόγω ταινία. Αφού το βεβαιωνόμαστε, ξαναβάζουμε το dvd μέσα, και συνεχίζουμε. Για να δούμε έναν παραγωγό κινηματογράφου να πηδάει μια κοπέλα ασιατικής καταβολής στην αίθουσα με τις κάμερες. Επαναλαμβάνουμε την διαδικασία εξακρίβωσης περί τσόντας, την οποία εισαγάγουμε στο dvd–player αντί της άλλης, μπας και τα εξώφυλλα μπερδεύτηκαν βρε αδερφέ, ποτέ δε ξέρεις, και αφού βεβαιωθούμε ξανά περί του περιεχομένου, μπερδεμένοι συνεχίζουμε την ταινία. Να μην τα πολυλογώ, ένα 60 με 70 της εκατό της ταινίας είναι ελαφριά τσόντα με πολλά βίτσια μέσα. Ο James Ballard (James Spader), γνωστός και πετυχημένος παραγωγός ταινιών και Helen Remington (Holly Hunter), με την οποία έχει σχέση, είναι ένα ζευγάρι που έχει τα πάντα, και πλήττει. Έχουν βαρεθεί το σεξ και δεν τους προσφέρει πια όση ευχαρίστηση όση επιθυμούν. Ο James παθαίνει ένα ατύχημα, που τον σακατεύει τελείως, και μετά από αυτό ανακαλύπτει μια ομάδα ατόμων με ηγέτη τον Vaughan (Ellias Koteas! Έλληνας ήταν ο ανωμαλούλης;). Η ομάδα αυτή κάνει κέφι τα αμάξια, και τα τρακαρίσματα. Κάνουν σεξ μεταξύ τους χωρίς φυλετικές διακρίσεις, άνδρες γυναίκες όλοι μαζί, ομοφυλοφιλικά, ετεροφυλοφιλικά, γενικά φιλικές καταστάσεις με ατυχήματα. Η κατάσταση αρχίζει και μπλέκεται από εκεί και πέρα. Αλλά αν θελήσω να συνοψίσω την ταινία, μπορώ να πω ότι τελικά αν βαρεθείς το σεξ, την έχεις άσχημα…
Verdict: Καλή ηθοποιία, μπουρδελοσενάριο, περίεργη σκηνοθεσία και φωτογραφία. Τη βλέπεις, και αν έχεις αρκετά ανοιχτούς ορίζοντες σε βάζει σε προβληματισμούς σχετικά με το κατά πόσο θες να έχεις ανοιχτούς ορίζοντες. Καλή τσόντα. Με μπερδεύει η ταινία.
Την βασάνισα όσο λίγες. Άντεξε, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν αυτό οφείλεται στα βίτσια της, ή στο ότι είναι καλούτσικη ταινία. Μάλλον το πρώτο, αλλά δεν θα βαθμολογήσω, γιατί δεν είμαι σίγουρος. Αν κάποιος την έχει δει, να μου στείλει βαθμολογία σε σχόλιο, και ίσως προσθέσω βαθμό.

![]()
Αποφάσισα λοιπόν και εγώ να θάψω καμιά ταινία να περάσει η ώρα, αρχίζω να ετοιμάζομαι, έφτιαξα καφέ, έστριψα τσιγάρο, έβγαλα από την ντουλάπα το φτυάρι, το καθάρισα (γιατί ως γνωστόν το φτυάρι θέλει φροντίδα, αγάπη και προδέρμ για να δουλέψει σωστά) και κάθισα μπροστά στον υπολογιστή.
Μετά από πολύ ώρα σκέψης (πάνω από 5 δευτερόλεπτα, χρόνος ρεκόρ για μένα) αποφάσισα να γράψω για το Blair Witch Project και τότε συνειδητοποίησα έντρομος ότι το πολύτιμο μου φτυάρι δεν θα αρκούσε και έτρεξα στον κυρ-Γιώργο από απέναντι να μου δανείσει τον εκσκαφέα του. Ιδού λοιπόν το αποτέλεσμα…
Καταρχάς να πω, πως συνήθως χωρίζω τις ταινίες σε 3 κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όλες οι ταινίες που είδα, γούσταρα που τις είδα και μάλλον θα τις ξαναδώ, στην δεύτερη κατηγορία κατατάσσω όλες τις ταινίες που είδα και περάσανε ευχάριστα 2 ώρες, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, η τρίτη και φαρμακερή, από την άλλη είναι και η κατηγορία που θα μας απασχολήσει και περισσότερο από τις άλλες σε αυτό το blog, γιατί όπως μάλλον πολύ σωστά μαντέψατε, είναι η κατηγορία που εντάσσονται όλες οι «μούφες», «πατάτες» κτλπ κτλπ ταινίες που έχω δει. Μιλάω για τις ταινίες που τις βλέπεις και μετά κλαις για τα πεταμένα σου λεφτάκια, για τον χρόνο που σπατάλησες για να την δεις ακόμα και για το bandwidth που έχασες για να την κατεβάσεις.
Ε λοιπόν ναι, το Blair Witch Project ανήκει χαλαρά στην τρίτη κατηγορία και όποιος τολμήσει να εκφράσει αντίθετη άποψη του αξίζει εγκλεισμός σε ένα δωμάτιο με 4 τοίχους όπου θα γίνεται συνεχής προβολή της εν λόγω ταινίας (ε τι; Ή είμαστε Ιερά Εξέταση ή δεν είμαστε).
Όπως λέει και η υπόθεση:
«Το 1994 3 φοιτητές πήγαν να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για την μάγισσα του δάσους του Blair… ένα χρόνο μετά βρεθήκανε τα πράγματα τους»
και συνεχίζω εγώ…
«Το 1999 ξεκίνησε ο πραγματικός τρόμος»
2 τύποι και μια πατσαβούρα, παίρνουν μια κάμερα και πάνε να ερευνήσουνε το «στοιχειωμένο δάσος», ε και πεθαίνουν όλοι… Το χειρότερο είναι ότι το ξέρεις ότι θα πεθάνουνε και ότι θα πεθάνουνε άσχημα, όχι λάθος τώρα που το ξανασκέφτομαι το χειρότερο είναι ότι προσπάθησαν να μας πείσουν ότι είναι true story (sick!).
Άσε το άλλο, μόνο εμένα με έπιασε ναυτία όταν έβλεπα την ταινία ρε γαμώτο;
Verdict: Αν εξακολουθείτε να θέλετε να δείτε αυτή την ταινία, τότε είστε άξιοι της μοίρας σας και σας παρακαλώ πάρα μα πάρα πολύ να μην ξαναμπείτε εδώ μέσα, θα ήτανε ακόμα καλύτερο αν αυτοκτονούσατε κιόλας…
Βαθμός αποτυχίας: 6,8 στα 7 ‘nough said

Η κλασσική τριλογία Star Wars έχει χαραχτεί κυριολεκτικά στη μνήμη μου, τελεία και ταύλα. Μπορεί να έφταιγε που πέρασα την παιδική μου ηλικία με sci-fi freaks ξαδέρφια στην εφηβεία, δεν ξέρω. Καθείς και με τα βίτσια του -και μόλις μάθατε ένα δικό μου.
Για τα τρια πρώτα μέρη, πάλι, επιφυλάσσομαι. Από το να γράψω λοιπόν κάτι το οποίο θα μετανιώσω όταν τα ξαναδώ, αφήνω τη μαγεία του Weird Al Yankovich να μιλήσει για μένα!
Enjoy!

Τι είναι χειρότερο από μια πραγματικά κακή ταινία;
Μια κακή ταινία που βασίζεται σε ένα καλό βιβλίο ή που είναι sequel/remake μιας πραγματικά καλής (ή κλασσικής) ταινίας.
Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις επέρχεται το απόλυτο ξενέρωμα. Γιατί εντάξει, μια stand alone ταινιούλα που βγαίνει πατατιά, την καταπίνεις με μπόλικα ποπ-κορν. Όταν όμως από πίσω έχεις ένα αξιόλογο γραπτό ή μια προηγούμενη προσπάθεια που αξίζει να χαρακτηριστεί «καλλιτεχνικό πόνημα» -και όχι «βιντεάκι του ..όλου»….
Με μια λέξη: Γειώνεσαι.
Με τις μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη υπάρχει πάντα το κλασσικό πρόβλημα «πάρα πολλά δεδομένα – πολύ λίγος χρόνος». Κι έτσι οι σκηνοθέτες κατεφεύγουν στη λύση του patchwork ή/και του blender. Μερικές φορές αυτό πετυχαίνει και έχουμε να κάνουμε με ένα άρτιο αποτέλεσμα (βλέπε το ατελείωτο «The Stand» του Stephen King που αν και έγινε τηλεταινία μεγάλης διάρκειας, άφησαν πολλά πράγματα απ’ έξω, σύμπτυξαν ιστορίες και χαρακτήρες κι όμως ήταν απολαυστικοτάτο). Το ίδιο ισχύει και για πολλά άλλα βιβλία του King, όπως «The Shining», «Carrie», «Christine», «Salem’s Lot». Ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» επίσης ήταν μια αξιοπρεπής μεταφορά, παρά τις αντιρρήσεις που ακούστηκαν. Τι να κάνουμε παιδιά, κι εγώ ήθελα να δω τον γέρο-Τομ να χορεύει μες στο δάσος, αλλά μερικά πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο τα φανταζόμαστε.
Μερικές φορές, όμως, το όλο επιχείρημα δεν πετυχαίνει. Και τότε έχουμε τους περίφημους «βιασμούς βιβλίων» όπου κατά τη γνώμη μου πρέπει να τιμωρούνται ποινικά. Όποιος έπεισε τον Malkovich να συμμετάσχει στο «Ripley’s Game», το οποίο ούτε καν αγγίζει την ατμόσφαιρα του βιβλίου, θα ‘πρεπε πραγματικά να καταδικαστεί σε αιώνια παρακολούθηση βιντεοκασετών της Cynthia Rothrock, με διαλείμματα για διαφημίσεις και Ταμτάκο. Σίγουρα η Highsmith δεν είναι η καλύτερη συγγραφέας που έχω διαβάσει ποτέ μου, αλλά τα βιβλία της δεν είναι ούτε κατά διάνοια για πέταμα -κατάσταση στην οποία, δυστυχώς, πλησιάζει έντονα η συγκεκριμένη ταινία.
Μετά έχουμε τα sequels. Ω θεοί. Εδώ γίνεται η μεγάλη σφαγή. Παίρνουν μια καλή ιδέα και την ξεχειλώνουν χειρότερα κι από μάλλινη σκελέα που έχει φορεθεί από παππού σε εγγονό.
Τι να πρωτοαναφέρω; Tο -80s till the bone, δεν αντιλέγω, αλλά για την εποχή του άξιζε- «Nightmare on Elm Street», που με εξαίρεση το 3ο μέρος, όλα τα υπόλοιπα δεν έπρεπε να βγουν ούτε στο βίντεο; Την παρόμοια κατάσταση με το «Friday the 13th»? Tην ιεροσυλία που λέγεται «The Crow 2, 3» και δε συμμαζεύεται, όπου απλά οι πρωταγωνιστές κόπιαραν τον Brandon Lee? Και η ειρωνεία είναι πως ο Lee δεν ήταν και κανένας σπουδαίος ηθοποιός. Απλά αναδείχθηκε σε cult φιγούρα μέσω του θανάτου του, that’s all.
Σε γενικές γραμμές λοιπόν, είναι συμπαντικός κανόνας πως τα part II, ΙΙΙ και πάει λέγοντας συνήθως δεν είναι αντάξια της πρώτης ταινίας. Ο ίδιος κανόνας λεει επίσης πως αν η πρώτη ταινία είναι μάπα, η συνέχειά της προβλέπεται να είναι αστρονομικά χειρότερη -οπότε έχετέ το υπόψη σας όταν η παρέα προτείνει να δείτε το «Jeepers Creepers II».
Same rule applies to remakes? Not quite, but almost. Συνήθως, όταν ένα φιλμ γίνεται επιτυχία, αυτό συμβαίνει για πολλούς και διάφορους λόγους. Μερικοί από αυτούς είναι το casting, ο σκηνοθέτης και το χωροχρονικό συνεχές μέσα στο οποίο δημιουργείται (εξηγώ λίγο το τελευταίο: Διαφορετικό feeling έχει μια ταινία των ’70s και διαφορετικό μια των ’90s. Κακά τα ψέματα, κάθε ταινία έχει αναφορές στην εποχή της, γι’αυτό και έχει την ανάλογη απήχηση. Γι’ αυτό τώρα σε κάθε teen movie θα δεις έναν ράπερ, ενώ στα 80s τα «κακά παιδιά» είχαν μαλλί α λα Φάρα Φόσετ και φορούσαν παντελόνι-σωλήνα και μπλούζα Megadeth).
Όταν κάποιος λοιπόν παίρνει απλά μια καλή ιδέα και ένα καλό βασικό σενάριο, κι έπειτα άλλαζει όλα τα υπόλοιπα, πως περιμένει οτι θα έχει την ίδια επιτυχία; Απλό το σκεπτικό. Λεει «θα βάλω αντίστοιχα καλούς ηθοποιούς, σκηνοθέτη και θα τη διανθίσω με στοιχεία της εποχής μας». Αν οι ηθοποιοί δεν είναι μοντέλα/τηλεοπτικά αγγούρια/γενικώς ξέκωλα, ο σκηνοθέτης ξέρει τι του γίνεται, το σενάριο δεν βιαστεί και τα στοιχεία της εποχής μας ΔΕΝ είναι μόνο γκάνγκστερ με καδένες, σεξ, σεξ κι άλλο σεξ, τότε το πείραμα μπορεί και να πετύχει.
Αλλιώς έχουμε αποτελέσματα όπως το ΑΝΕΚΔΙΗΓΗΤΟ «The Fog» που θα φτυαρίσουμε κι εδώ λίαν συντόμως, οπότε δεν επεκτείνομαι περισσότερο. Βέβαια υπάρχει και μια άλλη κατηγορία remakes. Αυτά που βασίζονται σε μη-αγγλόφωνα φιλμ που έπιασαν την καλή και ξέφυγαν από την ντόπια κατανάλωση, τα μυρίστηκε το Hollywood και όρμηξε. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε εκτεταμένα σε έτερο ποστ.
Προς το παρόν, έχοντας κάνει την απαραίτητη και μοιραία εισαγωγή, ακονίζω το φτυαράκι μου για μερικές ταινίες που άπτονται των άνωθεν κατηγοριών.
Stay tuned!