Two cities

Με κομμένη την ανάσα βλέπω κάποιον που σου μοιάζει
Το σχήμα των αυτιών του από πίσω
Η πλάτη του και τα χέρια
Το περπάτημα προδίδει ότι είναι κάποιος άλλος
Ένας τυχαίος σωσίας στο μετρό
Και όμως τα πόδια μου κόβονται
Η ανάσα μου βαραίνει
Και πάω πιο κοντά
Να επιβεβαιώσω
Έξι μήνες σε μια στοιχειωμένη πόλη
Την πόλη που είμαστε και οι δυό πιο κοντά από ποτέ
Και πιο χώρια
Νομίζω ότι παίρνουμε λεωφορεία προς αντίθετες κατευθύνσεις
Κάθε μέρα , Ίδια ώρα
Όπως κάποτε ψάχναμε τα δευτερόλεπτα που συμπιπτουμε
Τώρα διασχίζουμε τους ίδιους δρόμους
Και δε σε έχω δει ποτέ

όταν αναρωτιέσαι τι να κάνεις

Να προσφέρεις χαρά και να παίρνεις τη λύπη. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα. Άραγε οι άνθρωποι που κάνουν κάτι αντίθετο, τι να σκέφτονται; μήπως δεν ξέρουν την ομορφιά της άλλης πλευράς; είναι κάποια μορφή εκδίκησης; αναρωτιέμαι.
αναρωτιέμαι τι να κάνω και δεν βρίσκω τίποτα καλύτερο απ΄το να δώσω χαρά.
αλλά καμιά φορά χάνομαι.. πληγώνομαι από ανθρώπους που όλο μου την παίρνουν..
όταν αναρωτιέσαι τί να κάνεις, κάνε κάτι όμορφο.

(home)

Σκέψη: Και αν δεν έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις ;

Φωνή: έφυγε απτο ” σπίτι ” σαν όλα τα παιδιά μα όταν γύρισε το σπίτι δεν υπήρχε πιά.

Σκέψη: Αν δεν έχεις ένα ασφαλές μέρος να γυρίσεις; Αν νιώθεις οτί δεν ανήκεις πουθενά;

Φωνή: Πάντα νιώθουμε ότι τουλαχιστον ανήκουμε στην οικογένεια μας, ε;

Φωνή Β’: Μα την ψάχνει και δεν τη βρίσκει. Το σπίτι της χάθηκε.Ή μάλλον είναι ακόμα εκεί αλλα δεν είναι ό,τι ήταν.

Σκέψη: Μοιαζει το σπίτι το νέο πιο ασφαλές αλλά.. δε παύει να ναι ξένο.

Φωνή: Είναι που λείπουν οι δικοί της, πάντα λείπουν, συναισθηματικά και σωματικά, ο καθένας με τον τρόπο του.

Φωνή Β’: Είναι που οι δικοί της δεν είναι πλέον δικοί της.

Κοπέλα: Είναι που το “σπίτι” πια ειμαι μόνο εγώ.

Σιωπη: Σωστά.

καλημέρα

ξύπνησα χωρίς να θέλω

κοιτάω το είδωλο μου στον καθρέφτη

χλωμή

 

περιμένοντας το λεωφορείο

μπα, άσε δε μπαίνω

 

περπατάω ανάμεσα σε πεσμένα φύλλα

κρύος αέρας , η ζακέτα αυτή δε φτάνει να με ζεστάνει

 

θα θελα να βγάλω φωτογραφία αυτή την παρέλαση λουλουδιών

σ΄εκείνο το μπαλκόνι ψηλά

 

περνάω από το γνωστό καφέ

πόσος καιρός να πέρασε;

ξεχάστηκα

 

ακόμα να φτάσω σπίτι

περνάω τη διασταύρωση χωρίς να κοιτάξω

πέφτω στην πόρτα με δύναμη

έφτασα.

Καλή σου μέρα

 

δαίμονες

Oι δαίμονες μας ,ξέρεις, είναι και άγγελοι

και στο βάθος της κόλασης φαίνεται ο παράδεισος

 

χρυσά φτερά με κόκκινα μάτια

οι δαίμονες μας..

όσο τους μισούμε τόσο δε τους αποχωριζόμαστε ποτέ

 

ποιος έφταιξε

φωνές ήσυχες

σε συζητήσεις αχνές

ένταση σταδιακή

μάταιες κουβέντες

οι γονείς

οι γονείς ;

 

δεν αντέχω άλλο-

η μάνα.

 

φτάνει-

ο πατέρας.

 

κενό-

τα παιδιά.

 

οικογένεια: έννοια χαμένη προ πολλού, αναζητείται

 

ερώτημα ζ

Υπεράνθρωπος ή λάτρης του μέτρου;

Γιατί να μη νιώσω υπεράνθρωπος

και να αρπάξω τη ζωή

να της κλέψω τους πιο γλυκούς καρπούς της

του απαγορευμένου, του όχι και του μη

στεφάνι στα μαλλιά της ,γεμάτο ταξίδια και δρόμους άγνωστους,να της χαρίσω

και με αχορταγία  βαθιάς αγάπης να τη γδίνω

σαν έρωτα αδικοχαμένο

ή μήπως

να καθίσω ήρεμα δίπλα της και να τη χαιδεύω απαλά -με μέτρο

προσέχοντας πάντα μην υπερβάλλω

τραγουδώντας της σιγανά τραγούδια για όνειρα μου απραγματοποίητα;

πως να το πείς εν τέλη;

αχορταγία ή δίψα για ζωή;