La Beauté Est Dans La Rue – Beauty Is In The Street – H Ομορφιά Είναι στο Δρόμο – La belleza Está en la Calle

Τελευταία

Βιοπολιτική, Βιοεξουσία και Βιοηθική: Οι δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού υπό το πρίσμα του Φουκώ

Η σκληρή αλήθεια για τη Μαρία Καρυστιανού

Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού στο ζήτημα των αμβλώσεων άνοιξε εκ νέου μια συζήτηση που θεωρούνταν λήξασα εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα. Με δηλώσεις περί υποβολής του δικαιώματος στην άμβλωση σε «δημόσια διαβούλευση» και αναφορές σε «ηθικό θέμα» γύρω από το έμβρυο, η κα Καρυστιανού προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο πολιτικό φάσμα. Οι τοποθετήσεις αυτές εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα βιοηθικής και μας καλούν να τις αναλύσουμε μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, όπως αυτό αναλύθηκε από τον Michel Foucault και άλλους σύγχρονους στοχαστές.

Στόχος του κειμένου είναι να παρουσιαστεί μια συνολική προσέγγιση: αρχικά θα εισαχθούν οι έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας και η σχέση τους με τη διακυβέρνηση της ζωής, καθώς και οι βασικές αρχές της βιοηθικής που άπτονται του ζητήματος των αμβλώσεων.

Στη συνέχεια, θα εξεταστούν αναλυτικά οι θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού – τόσο ως προς το περιεχόμενό τους όσο και ως προς τις αντιδράσεις που προκάλεσαν – και θα ασκηθεί κριτική σε αυτές μέσα από μια φουκωική οπτική.

Με αυτόν τον τρόπο, θα συντεθούν οι θεωρητικές και ιστορικές αναφορές με το συγκεκριμένο παράδειγμα, στη προσπάθεια μιας συμπαγούς ανάλυσης, με τεκμηρίωση και παραπομπές όπου χρειάζεται.

Βιοπολιτική και Βιοεξουσία – Θεωρητικό πλαίσιο

Οι όροι βιοπολιτική και βιοεξουσία εισήχθησαν από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκώ τη δεκαετία του 1970, περιγράφοντας μια ριζική μεταβολή στον τρόπο άσκησης της εξουσίας πάνω στη ζωή. Παραδοσιακά, η κυριαρχική εξουσία (όπως των απολυταρχών ή των βασιλέων) όριζε «το δικαίωμα να αφήνει κάποιον να ζει ή να τον θανατώνει» – με άλλα λόγια, η υπέρτατη έκφραση της κυριαρχίας ήταν η απόφαση για το ποιος θα ζήσει και ποιος πρέπει να πεθάνει. Ο Φουκώ παρατηρεί ότι από τον 18ο και 19ο αιώνα και έπειτα, αυτή η λογική αντιστρέφεται: η έμφαση δεν δίνεται πλέον μόνο στην εξουσία του θανάτου, αλλά στην διαχείριση και ρύθμιση της ζωής των ανθρώπων.

Σύμφωνα με τον Φουκώ, η βιοεξουσία εκδηλώνεται σε δύο συμπληρωματικές μορφές:

(α) ως πειθαρχική εξουσία πάνω στο ατομικό σώμα και

(β) ως βιοπολιτική ρύθμιση του πληθυσμού.

Η πειθαρχία του σώματος αφορά τους μηχανισμούς μέσω των οποίων θεσμοί όπως ο στρατός, τα σχολεία, οι φυλακές κ.ά. ασκούν λεπτομερή έλεγχο και εκπαίδευση στα σώματα των ατόμων, ώστε να τα καταστήσουν υπάκουα και παραγωγικά.

Από την άλλη πλευρά, η βιοπολιτική αφορά στρατηγικές του κράτους που στοχεύουν στη ρύθμιση φαινομένων ζωής σε μαζικό επίπεδο – δηλαδή στον πληθυσμό ως σύνολο. Περιλαμβάνει πολιτικές για τη γεννητικότητα, την υγεία, τη δημόσια υγιεινή, τον έλεγχο ασθενειών και γενικά κάθε μέτρο που ρυθμίζει τις βιολογικές διεργασίες μιας κοινωνίας. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, αντικείμενο της βιοπολιτικής γίνεται “ο πληθυσμός” – μια στατιστικά μετρήσιμη, ανώνυμη συλλογικότητα – και όχι πλέον ο «λαός» ως υπήκοοι ενός ηγεμόνα.

Η ανάδυση της βιοπολιτικής συνδέεται άρρηκτα με την έλευση του καπιταλισμού και των σύγχρονων κρατών. Καθώς τα κράτη επιδίωκαν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και τη στρατιωτική ισχύ τους, χρειάζονταν υγιείς και πολυπληθείς πληθυσμούς – εργάτες, στρατιώτες, πολίτες. Έτσι, η εξουσία άρχισε να επεμβαίνει ενεργά στη ζωή: να ενθαρρύνει γεννήσεις, να επιβάλει κανόνες υγιεινής, να ελέγχει και να κατευθύνει τη γονιμότητα και την σεξουαλικότητα των ανθρώπων. Όπως περιγράφει ο Κώστας Δουζίνας, στον σύγχρονο «βιοπολιτικό καπιταλισμό» η άσκηση εξουσίας επικεντρώνεται ακριβώς στον έλεγχο της βιολογικής ζωής: πολιτικές δημόσιας υγείας, παιδείας, ασφάλισης, αλλά και πολιτικές για τη σεξουαλικότητα και τη μετανάστευση, εφαρμόζονται με στόχο τη βελτίωση των χαρακτηριστικών του πληθυσμού, την πειθάρχηση των σωμάτων και τη ρύθμιση των βιολογικών λειτουργιών των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η βιοπολιτική έχει καταστεί ο γενικός τρόπος άσκησης εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες, επεκτείνοντας τον έλεγχό της «από τα βάθη της συνείδησης ως τα σώματα του πληθυσμού».

Στο πεδίο αυτό, κεντρική θέση κατέχει η σεξουαλικότητα και η αναπαραγωγή. Ο Φουκώ παρατήρησε ότι η έμφασή του 19ου αιώνα στα ζητήματα σεξουαλικής ηθικής και υγιεινής δεν ήταν απλώς πουριτανισμός, αλλά εξηγείται επειδή ακριβώς η σεξουαλικότητα συνδέεται με τη βιοπολιτική: μέσω του ελέγχου της σεξουαλικής συμπεριφοράς, η εξουσία μπορούσε να επιδράσει τόσο στο ατομικό σώμα όσο και στην πληθυσμιακή δυναμική (γεννήσεις, οικογένεια κλπ). Η μετάβαση λοιπόν από τον παραδοσιακό κυρίαρχο (που «έκανε να πεθάνουν ή άφηνε να ζουν») στον σύγχρονο διαχειριστή της ζωής (που φροντίζει να “κάνει να ζουν” και – στην ακραία περίπτωση – να “αφήνει να πεθαίνουν”) συνιστά, κατά τον Φουκώ, αποφασιστική τομή στη νεώτερη πολιτική. Η εξουσία γίνεται πλέον «θετική», δηλαδή παράγει και διαχειρίζεται ζωή αντί απλώς να απειλεί με θάνατο. Αυτό όμως, όπως θα δούμε, δεν σημαίνει απαραιτήτως έναν πιο ανθρώπινο ή φιλελεύθερο χαρακτήρα της εξουσίας – αντίθετα, ανοίγει το πεδίο για νέες μορφές ελέγχου πάνω στα σώματα και τις συμπεριφορές.

Ένας αριθμός στοχαστών επέκτειναν ή μετέβαλαν την έννοια της βιοπολιτικής μετά τον Φουκώ. Ο Giorgio Agamben, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι στην εποχή μας “όλη η πολιτική είναι βιοπολιτική”, με την έννοια ότι η εξουσία ορίζει ποιες ζωές θα περιληφθούν στην πολιτική κοινότητα και ποιες θα εξαιρεθούν ως «γυμνές ζωές» – αναλύοντας περιπτώσεις κατάστασης εξαίρεσης όπου το κράτος αποφασίζει ουσιαστικά ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει χωρίς νομικές εγγυήσεις. Άλλοι, όπως οι Michael Hardt και Antonio Negri, επαναξιολόγησαν τη βιοπολιτική σε μια πιο θετική κατεύθυνση, βλέποντάς την ως τη δύναμη των κοινωνιών να παράγουν συλλογικά μορφές ζωής και δημοκρατίας (ιδίως στο έργο Multitude, 2004). Σε κάθε περίπτωση, η ουσία παραμένει ότι η σχέση ζωής και εξουσίας είναι σήμερα αδιάρρηκτη: το πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά πώς ρυθμίζεται η ίδια η ζωή των ανθρώπων από την εξουσία – από την υγεία και την αναπαραγωγή μέχρι τον θάνατο. Η βιοεξουσία λοιπόν συνιστά το υπόβαθρο πάνω στο οποίο ξεδιπλώνονται κρίσιμα ζητήματα, όπως αυτά που θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Βιοηθική και αναπαραγωγικά δικαιώματα

Παράλληλα με τις έννοιες της βιοπολιτικής, αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και το πεδίο της βιοηθικής, που αφορά τις ηθικές και δεοντολογικές διαστάσεις των παρεμβάσεων πάνω στη ζωή. Η βιοηθική ασχολείται με διλήμματα που προκύπτουν από την πρόοδο της ιατρικής και της βιολογίας – όπως η ευθανασία, η γενετική μηχανική, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι μεταμοσχεύσεις και, φυσικά, η άμβλωση. Το ερώτημα της ηθικής αποτίμησης της έκτρωσης αποτελεί κλασικό ζήτημα βιοηθικής: συγκρούονται αφενός η αρχή του αυτοκαθορισμού της γυναίκας επί του σώματός της και αφετέρου απόψεις περί της αξίας της εμβρυϊκής ζωής πριν τη γέννηση.

Στην Ελλάδα, το νομικό και δεοντολογικό πλαίσιο για τις αμβλώσεις διαμορφώθηκε οριστικά τη δεκαετία του 1980. Με τον Νόμο 1609/1986 κατοχυρώθηκε το δικαίωμα της γυναίκας να διακόπτει την κύηση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: ελεύθερα μέχρι τη 12η εβδομάδα, έως τη 19η εβδομάδα σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης από βιασμό ή αιμομιξία, και έως την 24η εβδομάδα αν συντρέχουν σοβαρά ιατρικά προβλήματα του εμβρύου. Όπως επισημαίνει ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης, η συζήτηση περί του δικαιώματος στην άμβλωση στην Ελλάδα «στην πραγματικότητα έχει λήξει από το 1986» με την ψήφιση του νόμου αυτού. Πράγματι, από τότε η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με σχετικά φιλελεύθερη νομοθεσία στο ζήτημα, θεωρώντας την άμβλωση ως πτυχή του ατομικού δικαιώματος της γυναίκας στην ιδιωτική ζωή και την υγεία.

Ωστόσο, το ότι ένα θέμα λύθηκε νομικά δεν σημαίνει ότι παύει να έχει ηθικές αποχρώσεις ή να γίνεται πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων – κάτι που φάνηκε και από το επίκαιρο παράδειγμα της κας Καρυστιανού. Η βιοηθική προσέγγιση στο θέμα των αμβλώσεων αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο ζήτημα, όπου η έννοια της «ζωής» αποκτά διαφορετικές σημασίες. Από καθαρά βιολογική σκοπιά, η ανθρώπινη εμβρυϊκή ζωή ξεκινά με τη σύλληψη και είναι μια εξελικτική διαδικασία. Όμως η έννοια της προσωπικής ζωής συνδέεται και με παράγοντες όπως η συνείδηση, η αίσθηση πόνου, η αυτοτελής επιβίωση κ.ο.κ. – χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται σε πιο προχωρημένα στάδια της κύησης και μετά τη γέννηση. Πολλοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι μέχρι περίπου τη 20ή εβδομάδα το έμβρυο δεν έχει αναπτύξει επαρκώς το νευρικό σύστημα για να υποστηρίξει συνείδηση ή αισθήσεις. Συνεπώς, λένε, δεν μπορούμε να εξισώνουμε ένα πρώιμο έμβρυο με ένα πλήρως ανεπτυγμένο βρέφος ως προς την έννοια της «ανθρώπινης ζωής».

Πέρα από τη βιολογία, στη βιοηθική ζυγίζονται και οι κοινωνικές και νομικές παράμετροι: το δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση, η αξία της μητρότητας, οι αντιλήψεις της κοινωνίας περί οικογένειας, καθώς και οι τυχόν θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στη σύγχρονη κοσμική δημοκρατία, έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι η απόφαση για μια εγκυμοσύνη ανήκει πρωτίστως στη γυναίκα, σε συνεννόηση με τους ιατρούς της, και ότι ο ρόλος του κράτους είναι να διασφαλίζει ότι αυτή η απόφαση μπορεί να υλοποιηθεί με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, σε έκθεσή του το 2022, τόνισε ότι το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για την εγκυμοσύνη της είναι αδιαπραγμάτευτο και ότι περιορισμοί στις αμβλώσεις δεν μειώνουν τον αριθμό τους αλλά αυξάνουν την προσφυγή σε επικίνδυνες, μη ασφαλείς μεθόδους. Με άλλα λόγια, όταν ένα κράτος απαγορεύει ή δυσχεραίνει τις νόμιμες αμβλώσεις, το αποτέλεσμα δεν είναι «λιγότερες αμβλώσεις» αλλά περισσότεροι κίνδυνοι για την υγεία και τη ζωή των γυναικών. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά σε πολλές περιπτώσεις (όπως θα αναφερθεί και παρακάτω).

Συνοπτικά, η σύγχρονη βιοηθική θεώρηση υποστηρίζει πως ο μόνος βιώσιμος δρόμος είναι η ενημερωμένη συναίνεση της εγκύου και η ασφαλής ιατρική πρόσβαση στις σχετικές υπηρεσίες υγείας. Η άμβλωση αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως «ηθικό δίλημμα» αφημένο στη δημόσια κρίση, αλλά ως μέρος της αναπαραγωγικής υγείας και του αυτοκαθορισμού. Όπως διατυπώθηκε, «το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της δεν είναι μόνο ένα ηθικό ζήτημα, αλλά στηρίζεται και σε στέρεες επιστημονικές βάσεις». Η φράση αυτή συνοψίζει τη σύγχρονη προσέγγιση: η αυτονομία της γυναίκας είναι θεμελιωμένη τόσο ηθικά (στην αξία της ελευθερίας) όσο και επιστημονικά (στην κατανόηση περί της εμβρυϊκής ανάπτυξης και των κινδύνων της απαγόρευσης).

Με αυτό το πλαίσιο κατά νου – βιοπολιτική, κρατικός έλεγχος της ζωής, αλλά και βιοηθική έμφαση στα δικαιώματα και στην ασφάλεια – μπορούμε τώρα να εξετάσουμε πώς εγγράφονται οι απόψεις της Μαρίας Καρυστιανού και τι σημαίνουν πολιτικά.

Οι δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις

Η Μαρία Καρυστιανού, παιδίατρος στο επάγγελμα, βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας όταν σε τηλεοπτική συνέντευξη (OPEN TV, 19/1/2026) εξέφρασε μια σειρά από απόψεις σχετικά με το δικαίωμα στην άμβλωση, οι οποίες προκάλεσαν αίσθηση και αντιδράσεις. Η κα Καρυστιανού παρουσιάζει αυτές τις θέσεις στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής πρωτοβουλίας της – επιχειρεί να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό φορέα – όμως τα σχόλιά της περί αμβλώσεων επισκίασαν κάθε άλλη θεματική. Ας δούμε τι ακριβώς είπε:

Κατ’ αρχάς, δήλωσε ότι «σέβεται την ελεύθερη βούληση» και αναγνωρίζει πως το δικαίωμα των γυναικών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά ταυτόχρονα υποστήριξε πως πρόκειται για «ένα θέμα δημόσιας διαβούλευσης» και ότι «ας αποφασίσει η κοινωνία τι θέλει να γίνει». Με άλλα λόγια, ενώ παραδέχεται το ισχύον πλαίσιο της ελευθερίας επιλογής, θεωρεί ότι το ζήτημα πρέπει να τεθεί στην κρίση της πλειοψηφίας της κοινωνίας μέσω κάποιας μορφής δημόσιας διαβούλευσης ή ψηφοφορίας.

Στη συνέχεια, διευκρίνισε γιατί θεωρεί ότι το θέμα των αμβλώσεων είναι ιδιαίτερο. Όπως είπε, «υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στο θέμα των αμβλώσεων γιατί αφορά στα δικαιώματα της γυναίκας – δικό της είναι το σώμα, αλλά αφορά και στα δικαιώματα του εμβρύου». Η ίδια, ως παιδίατρος, δήλωσε πως «διχάζεται» και δεν μπορεί να ιεραρχήσει εύκολα αυτά τα δύο, της γυναίκας και του αγέννητου παιδιού. Εδώ η κα Καρυστιανού εισάγει το επιχείρημα που συχνά προβάλλουν οι λεγόμενες «pro-life» (κατά των αμβλώσεων) απόψεις: ότι δηλαδή υπάρχει ένας δεύτερος φορέας δικαιωμάτων, το έμβρυο, του οποίου η ζωή πρέπει να προστατευθεί.

Το πιο αμφιλεγόμενο σημείο των δηλώσεών της ήταν όταν ανέφερε: «στην περίπτωση των αμβλώσεων υπάρχει κι ένα άλλο πολύ ηθικό θέμα… Δεν έχει σημασία τι λέω εγώ ή τι πιστεύετε εσείς. Στη δημόσια διαβούλευση η πλειοψηφία, οι περισσότεροι, θα έχουν καλύτερη άποψη και είναι πιο δημοκρατικό. Μιλάμε για μια ζωή που μόλις γεννάται». Με αυτή τη φράση, υποστήριξε ουσιαστικά ότι το ζήτημα δεν πρέπει να αφεθεί στην ατομική συνείδηση ή επιλογή, αλλά να κριθεί από το συλλογικό σώμα της κοινωνίας – ότι αυτό θα ήταν μάλιστα «πιο δημοκρατικό». Έδωσε δε έμφαση στην οπτική ότι έχουμε να κάνουμε με «μια ζωή που μόλις γεννιέται».

Συμπληρωματικά, η κα Καρυστιανού έκλεισε το συλλογισμό της δηλώνοντας: «Από τη στιγμή που ξεκινά να χτυπάει – στους τρεις μήνες – η καρδιά ενός παιδιού θεωρείται μια ζωή που έχει δημιουργηθεί». Αναγνώρισε ότι γνωρίζει πως οι αμβλώσεις είναι νόμιμες (άρα δεν μιλούσε για το νομικό σκέλος), αλλά – όπως είπε – «για το ηθικό θέμα λέω». Δηλαδή, προσπάθησε να διαχωρίσει τη νομική διάσταση (όπου δεν πρότεινε ρητά κάποια αλλαγή νόμου εκείνη τη στιγμή) από τη «δεοντολογική/ηθική» διάσταση, όπου εξέφρασε τις προσωπικές της αμφιβολίες.

Συνοψίζοντας τις δηλώσεις Καρυστιανού:

  • Αναγνωρίζει μεν την κατοχύρωση της ελεύθερης βούλησης της γυναίκας, αλλά ταυτόχρονα προτείνει ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος θα έπρεπε να επανεξεταστεί μέσα από δημόσια διαβούλευση (κάτι που υπονοεί ενδεχομένως μια πολιτική/νομοθετική αναθεώρηση βάσει της γνώμης της πλειοψηφίας).
  • Θεωρεί ότι τίθεται ένα ηθικό δίλημμα με δύο πόλους: από τη μια η αυτοδιάθεση της γυναίκας, από την άλλη το δικαίωμα του εμβρύου στη ζωή. Αυτό το δίλημμα, κατά την ίδια, δεν έχει προφανή λύση («διχάζομαι, δεν μπορώ να τα ιεραρχήσω», είπε).
  • Εκφράζει μια προσωπική πεποίθηση ότι η ανθρώπινη ζωή αρχίζει αισθητά νωρίς στην εγκυμοσύνη – μόλις «χτυπάει η καρδιά» – επομένως υπονοεί πως μια έκτρωση μετά τις πρώτες εβδομάδες ισοδυναμεί με διακοπή μιας ζωής που ήδη υφίσταται.

Οι θέσεις αυτές, ειδικά προερχόμενες από μια επιστήμονα και δημόσιο πρόσωπο, θεωρήθηκαν από πολλούς αιφνιδιαστικές και ανησυχητικές. Κι αυτό διότι αμφισβητούν έμμεσα ένα δικαίωμα που στην Ελλάδα θεωρείται κεκτημένο επί 40 χρόνια. Η ίδια η κα Καρυστιανού, να σημειωθεί, διευκρίνισε ότι δεν έθεσε ειδικά το θέμα των αμβλώσεων στη συζήτηση, αλλά μιλούσε γενικά για το ότι «ζητήματα που αφορούν το πώς λειτουργεί η κοινωνία μας μπορούν να λύνονται με δημόσια διαβούλευση». Παρά την προσπάθειά της όμως να γενικεύσει, ήταν προφανές πως οι δηλώσεις της για τις αμβλώσεις ήταν εκείνες που προκάλεσαν την «θύελλα».

Αντιδράσεις και δημόσιος διάλογος γύρω από τις δηλώσεις

Οι αντιδράσεις στις δηλώσεις Καρυστιανού υπήρξαν άμεσες και έντονες, προερχόμενες από όλο το φάσμα: κυβέρνηση, αντιπολίτευση, κοινωνικούς φορείς, ακόμη και ανθρώπους από τον χώρο του πολιτισμού. Αυτό δείχνει πόσο ευαίσθητο και ταυτόχρονα πόσο θεμελιωδώς κατοχυρωμένο θεωρείται το δικαίωμα στην άμβλωση στη συλλογική συνείδηση. Ας δούμε ορισμένες χαρακτηριστικές αντιδράσεις:

Κυβερνητική στάση: Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σχολίασε επικριτικά τις δηλώσεις, σημειώνοντας με έμφαση: «Το πιο φοβερό είναι ότι αυτό ακούστηκε από γιατρό. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Κάθε γυναίκα, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος να ορίζει το σώμα του. Τελεία και παύλα». Η τοποθέτηση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική: αφενός, εκφράζει την θέση ότι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί (το «ποτάμι») δεν αναστρέφεται – εννοώντας πως η Ελλάδα δεν πρόκειται να επιστρέψει σε εποχές απαγόρευσης των αμβλώσεων. Αφετέρου, διατυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο την αρχή του σωματικού αυτοκαθορισμού: κάθε άτομο (και φυσικά κάθε γυναίκα) είναι ο κυρίαρχος του σώματός του και καμία εξωτερική αρχή δεν δικαιούται να επιβάλλει τι θα κάνει με αυτό. Το αποφασιστικό ύφος («τελεία και παύλα») υπογραμμίζει ότι, για την κυβέρνηση, το θέμα θεωρείται λήξαν ως προς τη βασική αρχή.

Αντιπολίτευση: Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν και με πιο οξείς χαρακτηρισμούς προς την κα Καρυστιανού. Το ΠΑΣΟΚ σε ανακοίνωσή του τόνισε ότι «η πρόσβαση σε ασφαλή άμβλωση είναι αναφαίρετο δικαίωμα» και ότι «σήμερα είναι ώρα για περισσότερα δικαιώματα για τις γυναίκες… και όχι για πισωγύρισμα», απορρίπτοντας την ιδέα οποιασδήποτε οπισθοδρόμησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του εκπροσώπου του Κώστα Ζαχαριάδη, δήλωσε ξεκάθαρα: «Τα θεμελιώδη ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα ούτε επερωτώνται ούτε τίθενται σε δημόσια διαβούλευση. Μόνο η ακροδεξιά αμφισβητεί αυτήν την κατάκτηση». Εδώ η φράση-κλειδί είναι ότι τέτοια δικαιώματα ούτε καν τίθενται στο ερώτημα – δηλαδή δεν αποτελούν θέμα που μπορεί να κριθεί πλειοψηφικά ή να αμφισβητηθεί χωρίς να τραυματιστεί το ίδιο το κράτος δικαίου. Η δε αιχμή ότι «μόνο η ακροδεξιά» τα αμφισβητεί, τοποθετεί την κα Καρυστιανού (που δηλώνει «ούτε δεξιά ούτε αριστερά») πολιτικά στο άκρο του συντηρητισμού, παρέα με δυνάμεις που όντως προβάλλουν τέτοιες θέσεις (υπαινιγμός προς το κόμμα Νίκη κλπ.).

Και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) χρησιμοποίησε αιχμηρή γλώσσα, μιλώντας για «αναχρονιστικές, συντηρητικές και αντιδραστικές ιδέες» που αποκαλύπτονται πίσω από τις γενικόλογες διακηρύξεις του νέου κόμματος της κας Καρυστιανού. Μια νεότευκτη αριστερή κίνηση (Νέα Αριστερά) χαρακτήρισε την τοποθέτησή της «βαθιά προβληματική και άκρως επικίνδυνη», λέγοντας ότι το άνοιγμα τέτοιας συζήτησης «δεν προμηνύει τίποτα θετικό για τη δικαιοσύνη, τις ελευθερίες και το κράτος δικαίου» και ότι η κοινωνία «δεν αντέχει άλλη οπισθοδρόμηση». Η διατύπωση αυτή υπογραμμίζει τον φόβο πως η αμφισβήτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση οπισθοδρόμησης που απειλεί το κράτος δικαίου συνολικά.

Φωνές από την κοινωνία των πολιτών και τον χώρο του πολιτισμού: Αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι αντέδρασαν και προσωπικότητες εκτός πολιτικής. Ο γνωστός τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς σχολίασε ότι «τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπαίνουν σε διαβούλευση» και ότι πλέον γίνεται σαφές γιατί ακόμα και ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων (μια οργάνωση με την οποία η κα Καρυστιανού είχε έρθει σε επαφή λόγω παλαιότερης τραγικής υπόθεσης) κρατά αποστάσεις από εκείνη και το υπό ίδρυση κόμμα της. Ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης επίσης αντέδρασε έντονα, διερωτώμενος: «Θα κάνουμε debate για το αν η γυναίκα έχει δικαίωμα στο σώμα της το 2026;… Και μόνο που ανοίγει τέτοια συζήτηση σήμερα στη χώρα είναι ανατριχιαστικό», προσθέτοντας με έμφαση: «Δε θα γυρίσουμε 100 χρόνια πίσω. Ως εδώ». Τέτοιου είδους δημόσιες παρεμβάσεις από καλλιτέχνες δείχνουν ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται όχι ως μια απλή διαφωνία απόψεων, αλλά ως γραμμή άμυνας απέναντι σε αντιλήψεις που θεωρούνται σκοταδιστικές.

ΜΜΕ και γενικός διάλογος: Εφημερίδες όπως η Εφημερίδα των Συντακτών χαρακτήρισαν απερίφραστα τη δήλωση της Καρυστιανού «σκοταδιστική». Σε σχετικό άρθρο τονίστηκε ότι η αντίληψη πως οι αμβλώσεις πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση είναι «βαθιά πολιτική και επικίνδυνη», ένας σκοταδισμός που ιστορικά συνδέεται «με θεοκρατικά καθεστώτα, τον βαθύ αμερικανικό Νότο και την τραμπική ιδεολογία». Η αναφορά αυτή είναι πολύ αποκαλυπτική: συγκρίνει τη στάση Καρυστιανού με τα πιο συντηρητικά και θρησκοληπτικά πρότυπα – από θεοκρατίες μέχρι τις πολιτείες των ΗΠΑ όπου το κίνημα κατά των αμβλώσεων (ιδίως επί Τραμπ) αναζωπυρώθηκε. Με άλλα λόγια, η δημόσια κριτική τοποθέτησε αμέσως την πρότασή της στο πλαίσιο ενός διεθνούς συντηρητικού κύματος αμφισβήτησης των γυναικείων δικαιωμάτων.

Επιπλέον, σχολιαστές επεσήμαναν την αντίφαση στο ότι η κα Καρυστιανού δηλώνει πως δεν θέλει «ταμπέλες» ούτε ανήκει σε αριστερά ή δεξιά, όμως «η αμφισβήτησή της στο δικαίωμα της άμβλωσης την τοποθετεί αυτόματα στο κόμμα Νίκη» (ένα κόμμα της άκρας δεξιάς με έντονο θρησκευτικό προφίλ). Αυτό ανέφερε χαρακτηριστικά η δημοσιογράφος και βουλευτής Έλενα Ακρίτα. Το μήνυμα είναι σαφές: στην πολιτική πραγματικότητα, οι θέσεις καθορίζουν την τοποθέτηση, και μια θέση σαν κι αυτή της Καρυστιανού για τις αμβλώσεις ευθυγραμμίζεται με την ατζέντα θρησκευόμενων, υπερσυντηρητικών κομμάτων.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί μια ανακοίνωση-κόλαφος που συνυπέγραψαν φεμινιστικές οργανώσεις και συλλογικότητες της κοινωνίας των πολιτών. Σε αυτήν αναφέρεται πως «η κα Καρυστιανού επέλεξε να θέσει στον δημόσιο διάλογο ζητήματα που οι φεμινιστικοί αγώνες και η Κοινωνία των Πολιτών έχουν κλείσει οριστικά εδώ και πολλές δεκαετίες, αμφισβητώντας θεμελιώδη κεκτημένα». Επιπλέον, κατηγορείται ότι «αναμειγνύει σκοταδιστικές αντιλήψεις με ψευδοεπιστημονικές θέσεις» – μια φράση που προφανώς στοχεύει στην επίκλησή της στο «χτύπο της καρδιάς του εμβρύου» ως κριτήριο ζωής, κάτι που οι επικριτές της θεωρούν επιστημονικά διάτρητο και συναισθηματικό επιχείρημα. Η πιο αιχμηρή αποστροφή αυτής της ανακοίνωσης είναι η εξής: «Οι θέσεις της δεν είναι ούτε αθώες ούτε τυχαίες. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική που επιχειρεί να εργαλειοποιήσει τα σώματα και τις ζωές των γυναικών, με μοναδικό γνώμονα την κομματική απήχηση». Εδώ διατυπώνεται ξεκάθαρα η υποψία (ή κατηγορία) ότι η Καρυστιανού χρησιμοποιεί το ζήτημα εργαλειακά: ότι το ανακινεί όχι τόσο από προσωπικό διχασμό, αλλά ως μέρος μιας στρατηγικής να απευθυνθεί σε ένα συντηρητικό ακροατήριο και να κερδίσει πολιτική υποστήριξη. Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία βιοπολιτικής εργαλειοποίησης: τα γυναικεία σώματα, τα δικαιώματά τους, μετατρέπονται σε μέσο πολιτικής κινητοποίησης και ψηφοθηρίας.

Συνολικά, οι αντιδράσεις κατέδειξαν ένα σαφές συμπέρασμα: στην παρούσα φάση της ελληνικής κοινωνίας, η αυτοδιάθεση στο θέμα της άμβλωσης θεωρείται αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο από ένα πολύ μεγάλο φάσμα – από φιλελεύθερους μέχρι αριστερούς και ακτιβιστές. Η πρόταση να «τεθεί υπό διαβούλευση» θεωρήθηκε από όλους αυτούς ως οπισθοδρόμηση προς εποχές που είτε το κράτος είτε η εκκλησία είχαν τον πρώτο λόγο πάνω στο γυναικείο σώμα. Γιατί όμως αυτή η πρόταση εγείρει τόσο μεγάλη ανησυχία; Για να απαντήσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε στις έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας, και να δούμε πώς αυτές ρίχνουν φως στην περίπτωση.

Φουκωική ανάλυση: Βιοπολιτική διάσταση των θέσεων Καρυστιανού

Η συζήτηση για τις αμβλώσεις, όπως αναδείχθηκε παραπάνω, βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην ατομική αυτονομία και τον κρατικό/κοινωνικό έλεγχο. Από τη μία πλευρά έχουμε το αφήγημα των δικαιωμάτων: ότι η γυναίκα είναι κυρίαρχη του σώματός της. Από την άλλη, με δηλώσεις όπως της κας Καρυστιανού, επανέρχεται το αφήγημα της συλλογικής ηθικής: ότι η κοινωνία (ή το κράτος, δια της κοινωνίας) έχει λόγο να παρέμβει για να προστατέψει μια «ανθρώπινη ζωή» που κυοφορείται. Αυτή ακριβώς η μετάθεση – από το άτομο στον πληθυσμό – αποτελεί τον πυρήνα της βιοπολιτικής προβληματικής.

Ας εφαρμόσουμε τις έννοιες που παρουσιάστηκαν προηγουμένως:

Η πρόταση να τεθεί το δικαίωμα στην άμβλωση σε δημόσια διαβούλευση ισοδυναμεί με την άποψη ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ατομική επιλογή, αλλά για ένα θέμα που αφορά το συνολικό βιολογικό και ηθικό σώμα της κοινωνίας. Υπόρρητα, δηλαδή, αντιμετωπίζει τις εγκυμοσύνες και τις γεννήσεις ως ζήτημα δημογραφικής και ηθικής πολιτικής: ως κάτι που θα πρέπει η ίδια η κοινωνία (ή το κράτος που την εκπροσωπεί) να ρυθμίσει σύμφωνα με κάποιους ευρύτερους στόχους ή αξίες. Αυτή ακριβώς είναι η λογική της βιοπολιτικής διαχείρισης του πληθυσμού: η εξουσία (εν προκειμένω με «δημοκρατικό» μανδύα) αξιώνει ρόλο στη λήψη αποφάσεων για τις γεννήσεις, τις ζωές που θα έρθουν στον κόσμο και τις ζωές που δεν θα έρθουν.

Ο Φουκώ είχε αναφέρει ως κεντρικό στοιχείο της βιοπολιτικής τις πολιτικές για τον έλεγχο των γεννήσεων και την παρέμβαση στις τάσεις υπογεννητικότητας ή υπεργεννητικότητας. Δεν είναι τυχαίο που ιστορικά πολλά καθεστώτα – ιδίως ολοκληρωτικά – προσπάθησαν να ελέγξουν τις αναπαραγωγικές επιλογές: π.χ. να ενθαρρύνουν έντονα τις γεννήσεις όταν ήθελαν να αυξήσουν τον πληθυσμό (χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου, στο οποίο θα επανέλθουμε), ή αντιθέτως να επιβάλουν περιορισμούς όταν θεωρούσαν ότι ο πληθυσμός μεγαλώνει ανεξέλεγκτα (βλ. πολιτικές «ένα παιδί ανά οικογένεια» αλλού). Στη δημοκρατική Δύση, μεταπολεμικά, το κύμα του φεμινισμού και η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας μετέφεραν αυτό το δικαίωμα από το κράτος στο άτομο. Το σύνθημα «το σώμα μου, μου ανήκει» συνόψισε αυτή τη διεκδίκηση. Έτσι κατοχυρώθηκε ότι η απόφαση ανήκει στη γυναίκα και στον ιατρό της.

Η κα Καρυστιανού, όμως, έρχεται να πει: «Όχι, ας αποφασίσει η κοινωνία τι θα γίνει». Αυτή η φράση φέρει μια βαθιά βιοπολιτική σημασία. Η «κοινωνία» – δηλαδή η συλλογικότητα, μέσω ενδεχομένως κάποιου θεσμού όπως ένα δημοψήφισμα ή μια δημόσια συζήτηση που θα οδηγήσει σε αλλαγή πολιτικής – καλείται να πει αν θα επιτρέπονται οι αμβλώσεις ή υπό ποιους όρους. Με όρους Φουκώ, θα λέγαμε ότι εδώ επιχειρείται μια επαν-κυριαρχικοποίηση του ζητήματος: ενώ είχε αφαιρεθεί από τη σφαίρα της κυριαρχικής εξουσίας (του κράτους/νόμου) και είχε περάσει στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων, τώρα προτείνεται να επιστραφεί στη δημόσια εξουσία. Η πλειοψηφία – ένας αφηρημένος, μαζικός κυρίαρχος – θα αποφασίσει για ένα ζήτημα ζωής.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η επίκληση της «πλειοψηφίας» και της «δημοκρατικότητας» εδώ είναι επί της ουσίας παραπλανητική ως προς τον χαρακτήρα των δικαιωμάτων. Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, τα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν κατοχυρωθεί ακριβώς για να μην υπόκεινται σε πλειοψηφικές διαθέσεις – για να προστατεύουν τα άτομα από πιθανές τυραννίες της πλειοψηφίας. Όπως είδαμε, αυτή ήταν και η έντονη αντίδραση πολλών: «Τα θεμελιώδη δικαιώματα ούτε επερωτώνται ούτε μπαίνουν σε διαβούλευση». Από φουκωική σκοπιά, θα λέγαμε πως εδώ συγκρούονται δύο λογικές: η πειθαρχία μέσω δικαιωμάτων και η πειθαρχία μέσω της κανονιστικής ηθικής του πληθυσμού. Η πρώτη είναι προϊόν των αγώνων για όρια στην κρατική εξουσία (ως ανάχωμα στη βιοεξουσία λειτουργεί το νομικό πλαίσιο δικαιωμάτων, όπως ιστορικά διαμορφώθηκε από τον Διαφωτισμό – θυμηθείτε: «κόκκινες γραμμές προστασίας των υπηκόων που το κράτος δεν μπορεί να παραβιάσει»). Η δεύτερη λογική, όμως, προτείνει ότι η ίδια η δημοκρατία (ανεξέλεγκτη από τέτοια όρια) μπορεί να αποφασίζει επί παντός – ακόμα και επί του σώματος των πολιτών της.

Η αναφορά της Καρυστιανού στην «ηθική» πτυχή και στο «δικαίωμα του εμβρύου» υποδηλώνει μια βιοπολιτική του αγέννητου. Δηλαδή, το κράτος (ή η κοινωνία) καλείται να προστατεύσει ένα βιολογικό ον (το έμβρυο) απέναντι στη βούληση ενός άλλου βιολογικού όντος (της εγκύου). Αυτός ο λόγος έχει τις ρίζες του σε παραδοσιακές, κυρίως θρησκευτικής προέλευσης, αντιλήψεις περί ιερότητας της ζωής από τη σύλληψη. Ενδιαφέρον έχει ότι η κα Καρυστιανού επέλεξε ένα ιατρικό κριτήριο – τον χτύπο της καρδιάς – για να ορίσει πότε θεωρεί ότι αρχίζει η ζωή. Αυτό επιστημονικά δεν είναι ομόφωνα αποδεκτό ως ορόσημο της «ζωής» (π.χ. πολλοί θα έλεγαν ότι πιο κρίσιμο είναι το πότε αρχίζει η εγκεφαλική λειτουργία). Η επίκλησή του όμως έχει συναισθηματική δύναμη και έχουμε δει παρόμοιες επιχειρηματολογίες στις ΗΠΑ (οι λεγόμενοι «heartbeat bills» σε συντηρητικές πολιτείες, που απαγορεύουν την έκτρωση μετά ανίχνευση καρδιακού παλμού στο έμβρυο). Θα μπορούσε κανείς να πει πως τέτοια «ψευδοεπιστημονικά» επιχειρήματα – όπως τα χαρακτήρισαν οι επικριτές – εντάσσονται σε μια στρατηγική πειθάρχησης μέσω γνώσης/εξουσίας. Κατά τον Φουκώ, η εξουσία συχνά ασκείται όχι διά της ωμής βίας, αλλά διά της παραγωγής γνώσης και λόγου. Εδώ βλέπουμε μια προσπάθεια να παραχθεί ένας ηθικο-επιστημονικός λόγος: «στους 3 μήνες υπάρχει καρδιά, άρα είναι άνθρωπος, άρα η κοινωνία έχει καθήκον να προστατεύσει». Αυτός ο λόγος νομιμοποιεί την επέμβαση της εξουσίας ως δήθεν ουδέτερη επιστημονική αλήθεια.

Μια φουκωική ανάλυση θα επεσήμαινε επίσης το εξής: Η μετάθεση του ζητήματος σε επίπεδο «πληθυσμιακής ηθικής» μπορεί να θεωρηθεί και εργαλείο κοινωνικού ελέγχου της σεξουαλικότητας. Όπως ο Φουκώ εξηγεί, στον 19ο αιώνα η αστική ηθική περί σεξουαλικότητας εξυπηρέτησε τη βιοπολιτική ανάγκη για πειθαρχημένες οικογένειες, ελεγχόμενη αναπαραγωγή κτλ.. Σήμερα, το δικαίωμα στην έκτρωση δίνει στις γυναίκες έναν βαθμό ελευθερίας απέναντι σε αυτήν την πειθαρχία – επιτρέπει τον διαχωρισμό της σεξουαλικής ζωής από την αναγκαστική τεκνοποίηση. Το να αφαιρεθεί ή να περιοριστεί αυτό το δικαίωμα, θα σήμαινε μια επαναφορά της πειθαρχίας: θα «υποχρέωνε» πρακτικά τις γυναίκες (ή θα τις τιμωρούσε αν δεν) να φέρνουν στον κόσμο όλα τα ανεπιθύμητα παιδιά. Αυτό συνεπάγεται τεράστιες συνέπειες στην εργασιακή, κοινωνική και προσωπική ζωή των γυναικών – εντέλει, ένας τρόπος να κρατηθούν οι γυναίκες σε έναν παραδοσιακό ρόλο (της μητέρας) θέλοντας και μη, κάτι που εξυπηρετεί μια συντηρητική κοινωνική ατζέντα. Έτσι εξηγείται και γιατί οι φεμινίστριες μίλησαν για «εργαλειοποίηση των σωμάτων των γυναικών»: διότι η αφαίρεση της επιλογής για την αναπαραγωγή κάνει το γυναικείο σώμα μέσο υλοποίησης κρατικών/κοινωνικών σκοπών (π.χ. αύξηση πληθυσμού, επιβολή ηθικών κανόνων), αντί για φορέα αυτοπροσδιορισμού.

Επιπλέον, η επίκληση της «δημοκρατικής» διαδικασίας για ένα τέτοιο θέμα κρύβει μια ακόμη διάσταση βιοεξουσίας: την κανονικοποίηση. Αν υποθέσουμε ότι πράγματι ένα δημοψήφισμα, π.χ., έκρινε ξανά το θέμα των αμβλώσεων, αυτό θα σήμαινε ότι η πλειονότητα θα επέβαλε τη δική της κανονική αντίληψη περί ηθικής στο σύνολο. Η έννοια της κανονικότητας (normalization), κατά Φουκώ, είναι κεντρική στη βιοπολιτική – η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο με νόμους, αλλά καθορίζει τι είναι «φυσιολογικό» και τι όχι, και ωθεί τους ανθρώπους να συμμορφωθούν. Εάν λοιπόν μια κοινωνία, μέσω ενός τέτοιου διαλόγου, κατέληγε ότι «ηθικό είναι να γεννιούνται όλα τα παιδιά, ανήθικο να γίνονται εκτρώσεις», θα δημιουργούσε έναν ισχυρό κοινωνικό κανόνα. Ακόμα κι αν αυτός δεν μπορούσε νομικά να επιβληθεί πλήρως (λέμε υποθετικά), θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνική ενοχοποίηση των γυναικών που επιλέγουν την έκτρωση. Δηλαδή, η βιοεξουσία δεν χρειάζεται πάντα νόμο για να λειτουργήσει – αρκεί η διάχυση ενός πειθαρχικού κανόνα στην κοινωνία.

Από μια άλλη οπτική, η φράση της κας Καρυστιανού «περί ζωής που μόλις γεννάται» φέρει έναν λόγο βιοηθικής φύσεως: θέλει να δώσει αξία στο έμβρυο σαν πρόσωπο. Ωστόσο, η σύγχρονη ηθική και νομική θεώρηση – όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα – διαχωρίζει την έννοια του κυοφορούμενου εμβρύου από αυτήν του γεννημένου ανθρώπου με δικαιώματα. Η πρότασή της ουσιαστικά επανα-προσωποποιεί το έμβρυο, δίνοντάς του δικαίωμα λόγου ίσο ή και ανώτερο της εγκύου. Αυτό θυμίζει έντονα καθεστώτα όπου ο νόμος αντιμετώπιζε την έκτρωση ως φόνο. Για παράδειγμα, στο παρελθόν – ή και σήμερα σε ορισμένα μέρη – η έννοια του «αγέννητου παιδιού» χρησιμοποιήθηκε για να ποινικοποιήσει πλήρως την άμβλωση. Αυτή είναι μια ακραία εκδοχή βιοπολιτικής: το κράτος υπερασπίζεται με τόσο ζήλο την «ζωή» του εμβρύου, που ουσιαστικά εγκληματοποιεί τη γυναίκα (και όποιον τη βοηθά) αν δεν την φέρει εις πέρας.

Σκεφτείτε το παράδειγμα της Ρουμανίας επί Ceaușescu, μια ιστορική συγκριτική αναφορά που λειτουργεί ως προειδοποίηση. Το κομμουνιστικό καθεστώς του Nicolae Ceaușescu, το 1966, απαγόρευσε πλήρως τις αμβλώσεις και την αντισύλληψη με στόχο να αυξήσει τον πληθυσμό της χώρας (μια ξεκάθαρα βιοπολιτική κίνηση αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας). Βραχυπρόθεσμα, οι γεννήσεις πράγματι αυξήθηκαν δραματικά – ο αριθμός παιδιών ανά γυναίκα πήδηξε από 1,9 σε 3,7 μέσα σε έναν χρόνο. Μακροπρόθεσμα όμως, οι γυναίκες βρήκαν τρόπους να αντισταθούν: οι εύπορες απέκτησαν πρόσβαση σε παράνομα αντισυλληπτικά ή σε γιατρούς που τις βοηθούσαν κρυφά, ενώ οι φτωχές και μειονεκτούσες υπέφεραν περισσότερο, καταφεύγοντας σε άκρως επικίνδυνες μεθόδους για να τερματίσουν ανεπιθύμητες κυήσεις. Το αποτέλεσμα; Τουλάχιστον 10.000 γυναίκες πέθαναν λόγω των παράνομων εκτρώσεων (πιθανώς ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος) και η μητρική θνησιμότητα στη Ρουμανία διπλασιάστηκε την περίοδο 1965-1989. Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά κατέληξαν σε κρατικά ορφανοτροφεία, μεγαλώνοντας σε άθλιες συνθήκες – τα διαβόητα «ορφανά του Τσαουσέσκου» που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα όταν αποκαλύφθηκαν μετά την πτώση του καθεστώτος.

Το παράδειγμα της Ρουμανίας είναι ίσως το πιο τραγικό (μα και διδακτικό) παράδειγμα βιοπολιτικής επιβολής αναπαραγωγικής πολιτικής. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά ένας μελετητής: «Η Ρουμανία είναι μια προειδοποίηση για το τι συμβαίνει όταν ένα κράτος προσπαθεί να ελέγξει τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των πολιτών του». Με άλλα λόγια, όταν η βιοπολιτική μετατρέπεται σε παρεμβατικό ζόφο (αυτό που ο θεωρητικός Achille Mbembe αποκαλεί νεκροπολιτική – την εξουσία δηλαδή να επιβάλλει ακόμα και τον θάνατο ή τη δυστυχία για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς), οι συνέπειες είναι φρικτές: ούτε οι γεννήσεις μακροπρόθεσμα αυξάνονται σημαντικά, και οι ανθρώπινες απώλειες και ο πόνος εκτοξεύονται.

Φυσικά, κανείς δεν υπαινίχθηκε ότι η κα Καρυστιανού προτείνει κάτι ανάλογο με το καθεστώς Τσαουσέσκου. Ωστόσο, η κριτική που δέχθηκε – συνδέοντάς την με «θεοκρατίες» ή με τον «βαθύ Νότο» της Αμερικής – αναδεικνύει τον φόβο ότι ακόμα και με πιο «ήπιες» μορφές (π.χ. περιορισμοί ή αποθάρρυνση των αμβλώσεων παρά πλήρης απαγόρευση) η κοινωνία μπορεί να μπει σε μονοπάτια επικίνδυνα. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ το Ανώτατο Δικαστήριο το 2022 ανέτρεψε το προηγούμενο Roe v. Wade αφαιρώντας το ομοσπονδιακό δικαίωμα στην άμβλωση – κι ήδη πολλές πολιτείες επέβαλαν εξαιρετικά αυστηρές απαγορεύσεις. Στην Πολωνία, το 2020, μια συντηρητική κυβέρνηση πέτυχε σχεδόν ολικό απαγορευτικό (μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις επιτρέπεται πλέον η άμβλωση), κάτι που ξεσήκωσε μαζικές διαδηλώσεις. Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η ανάδυση οργανωμένων κινήσεων αμφισβήτησης του δικαιώματος στην άμβλωση είναι μια πραγματικότητα σε διάφορα μέρη του κόσμου – συνήθως συνδεδεμένη με συντηρητικές, λαϊκιστικές ή θρησκευτικές πολιτικές δυνάμεις. Η κα Καρυστιανού, λοιπόν, στη συγκεκριμένη συγκυρία, θεωρήθηκε ότι ευθυγραμμίζεται (συνειδητά ή ασύνειδα) με αυτό το διεθνές ρεύμα.

Βλέπουμε έτσι πώς η βιοπολιτική οπτική μας βοηθά να ερμηνεύσουμε βαθύτερα το διακύβευμα: δεν πρόκειται απλώς για μια «άποψη» ή μια «δήλωση ατυχής», αλλά για μια διεκδίκηση εξουσίας πάνω στη ζωή. Το κράτος ή η κοινωνία, στο όνομα μιας συλλογικής ηθικής, αξιώνουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή (γέννηση) ή τον θάνατο (τερματισμό κύησης) – δηλαδή επανέρχονται στην καρδιά της κυριαρχικής εξουσίας, που όπως λέει ο Mbembe, συνίσταται στο ποιος αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Η διαφορά είναι ότι στον σύγχρονο κόσμο αυτό δεν γίνεται με διατάγματα ενός δικτάτορα, αλλά (εάν συμβεί) με όπλο την «ηθική πλειοψηφία», τις νομιμοφανείς διαδικασίες και τη γλώσσα των αξιών.

Συμπέρασμα

Η αντιπαράθεση γύρω από τις δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού ανέδειξε με ένταση πώς ένα ζήτημα που αφορά το πιο προσωπικό πεδίο – το σώμα και τις επιλογές μιας γυναίκας – είναι ταυτόχρονα βαθύτατα πολιτικό. Στην Ελλάδα του 2026, η ευρεία κοινωνική και πολιτική αντίδραση στις απόψεις αυτές επιβεβαίωσε ότι η κοινωνία έχει μετατοπιστεί αποφασιστικά προς την κατεύθυνση του σεβασμού των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα στην ασφαλή άμβλωση αντιμετωπίζεται ως αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο έπειτα από αγώνες δεκαετιών.

Από τη φουκωική σκοπιά, θα λέγαμε ότι οι αντιδράσεις λειτούργησαν ως μια μορφή «αντίστασης στη βιοεξουσία». Δηλαδή, απέναντι στην προσπάθεια επαναφοράς της συλλογικής εξουσίας πάνω στα σώματα, ενεργοποιήθηκε ένα είδος αντιστάθμισης της εξουσίας μέσω του λόγου των δικαιωμάτων. Αυτή είναι μια διαρκής διαλεκτική: η εξουσία ποτέ δεν είναι απόλυτη, πάντα συναντά αντιστάσεις και όρια. Στην προκειμένη περίπτωση, το όριο τέθηκε ξεκάθαρα: «Ως εδώ, δεν θα γυρίσουμε πίσω».

Η συζήτηση αυτή μας υπενθυμίζει ότι η βιοπολιτική δεν είναι ένα αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, αλλά κάτι που διατρέχει τις πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις. Πίσω από κάθε αντιπαράθεση για τα δικαιώματα στην υγεία, στην αναπαραγωγή, στην αυτονομία, ελλοχεύει το ερώτημα: ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει για τη ζωή; Στις δημοκρατικές κοινωνίες, η απάντηση που έχει δοθεί – και που υπερασπίστηκαν σθεναρά σχεδόν όλοι στην περίπτωση Καρυστιανού – είναι ότι αυτή η εξουσία ανήκει πρωτίστως στο ίδιο το άτομο. Το κράτος και η κοινωνία έχουν ρόλο να υποστηρίζουν, να φροντίζουν (π.χ. μέσω ενός συστήματος υγείας, μιας σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, κοινωνικών παροχών στις μητέρες) – αλλά όχι να επιβάλλουν. Πρόκειται για ένα λεπτό ισοζύγιο ανάμεσα στην φροντίδα της ζωής (που οφείλει να παρέχει το κράτος – αυτή είναι η θετική πλευρά της βιοπολιτικής) και στον σεβασμό της αυτονομίας (που οφείλει να διασφαλίζει – αυτή είναι η δικαιική πλευρά της δημοκρατίας).

Η περίπτωση της Ρουμανίας, όπως είδαμε, είναι ένα ζωντανό μάθημα του τι συμβαίνει όταν το ισοζύγιο αυτό συντρίβεται υπέρ της ανελέητης κρατικής παρέμβασης: οι συνέπειες είναι καταστροφικές για την κοινωνία στο σύνολό της. Ακόμα και πέρα από τα άκρα, όμως, οποιαδήποτε οπισθοδρόμηση στο θέμα των αμβλώσεων θα σήμαινε αυξημένους κινδύνους για την υγεία των γυναικών, περισσότερες ανισότητες (καθώς οι πλούσιες πάντα θα βρίσκουν τρόπο, οι φτωχές θα υποφέρουν) και μια συνολική υποβάθμιση της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο που οι δείκτες ισότητας και προόδου των χωρών συνδέονται στενά με την πρόσβαση σε αυτά τα δικαιώματα.

Εν κατακλείδι, οι δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού – και ο σάλος που προκλήθηκε – αποτέλεσαν μια προειδοποίηση: ότι ακόμη και σε μια χώρα όπου το θέμα θεωρείται λυμένο, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο. Η διαρκής επαγρύπνηση της κοινωνίας των πολιτών, των κινημάτων και των δημοκρατικών θεσμών είναι απαραίτητη ώστε τα δικαιώματα που κατακτήθηκαν να μην αρχίσουν να διαβρώνονται. Όπως διατυπώθηκε και από επιστημονικά χείλη, το δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της στηρίζεται σε στέρεες βάσεις και δεν αποτελεί απλώς “προσωπική άποψη” ή θέμα πλειοψηφίας, αλλά ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επιστημονικά τεκμηριωμένης κοινωνικής πολιτικής.

Συνεπώς, ενώ ο δημόσιος διάλογος οφείλει να είναι ανοιχτός και ανεκτικός σε διαφορετικές απόψεις, υπάρχουν ορισμένα πεδία όπου η δημόσια διαβούλευση έχει ήδη γίνει – και μάλιστα επί δεκαετίες – με νικηφόρο αποτέλεσμα υπέρ της ελευθερίας. Η αυτοδιάθεση της γυναίκας είναι ένα από αυτά. Και αυτό, θα έλεγε ίσως ο Φουκώ, είναι μια μικρή αλλά σημαντική νίκη της κοινωνίας πάνω στη βιοεξουσία: η στιγμή που οι μηχανισμοί εξουσίας (θρησκευτικοί, κρατικοί, πατριαρχικοί) αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στην ελεύθερη βούληση των ίδιων των υποκειμένων. Το διακύβευμα πλέον είναι να παραμείνει αυτή η νίκη σε ισχύ και να επεκταθεί – διότι η ιστορία δείχνει ότι τα δικαιώματα που θεωρούμε δεδομένα μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Κι όπως έγραψε με μια δόση ειρωνείας ο Νίκος Μωραΐτης, «θα κάνουμε debate για το αν η γυναίκα έχει δικαίωμα στο σώμα της το 2026;» – η ίδια η διατύπωση φανερώνει πόσο αναχρονιστική φαντάζει μια τέτοια προοπτική.

Εν τέλει, μέσα από αυτόν τον διάλογο, η ελληνική κοινωνία διατράνωσε ότι δεν προτίθεται να γυρίσει “δεκαετίες πίσω”. Οι έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας μάς βοήθησαν να κατανοήσουμε γιατί: διότι το δικαίωμα στην άμβλωση δεν είναι παρά μία ψηφίδα σε ένα μεγαλύτερο μωσαϊκό – αυτό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και του περιορισμού της εξουσίας πάνω στη ζωή. Κάθε οπισθοδρόμηση εκεί ισοδυναμεί με βαθιά πολιτική μεταβολή στο πώς αντιλαμβανόμαστε το κράτος και το άτομο. Και, προς το παρόν τουλάχιστον, η πλειονότητα στην Ελλάδα φαίνεται αποφασισμένη να κρατήσει το κράτος μακριά από την κρεβατοκάμαρα και το χειρουργικό κρεβάτι, αφήνοντας αυτές τις αποφάσεις στη σφαίρα που ανήκουν: στην γυναίκα, στον γιατρό της και στη συνείδησή της.

Meredith Monk – Songs of Ascension

«In a sense I think of myself as a vocal archeologist, trying to dig down to the most fundamental human utterances, the most elemental forms….
In the larger works, I combine forms weaving together music, movement, film object, light and ambiance.
This multi-dimensional approach hopefully creates a poetry of sound, image and movement
that increases the luminosity and radiance of the experience.»

– Meredith Monk –

«looking down» – The Tower, designed by Ann Hamilton, 2007

Η Μeredith Μonk είναι μια αμερικανίδα συνθέτρια, τραγουδίστρια, σκηνοθέτιδα και χορογράφος και υπήρξε πρωτοπόρος σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «extended vocal technique«.

Με συνεχή παρουσία 50 και πλέον ετών (1960 έως και σήμερα), η Monk ξεκίνησε έχοντας ως όραμα την εξερεύνηση της ανθρώπινης φωνής, φέρνοντας στο φως τεχνικές και δυνατότητες μιας άλλης γλώσσας, της φωνής, προτρέποντάς μας να καταλάβουμε ότι η ανθρώπινη φωνή είναι μια αυτόνομη γλώσσα από μόνη της.

Ταυτόχρονα σκηνοθέτησε φιλμς, θεατρικά, δημιούργησε χορογραφίες και εγκαταστάσεις, τα οποία λειτουργούσαν ως ένα πρωτότυπο πεδίο έρευνας. Επιχείρησε ακόμη να συνδυάσει τη φωνή με τη μουσική, την εικόνα, την κίνηση, το φως με σκοπό να ανακαλυφθούν νέοι τρόποι αντίληψης.

Η τελευταία της δουλειά κυκλοφόρησε το 2009, με τίτλο «Songs of Ascension»/ «Τραγούδια της Ανάληψης», το οποίο πλην της ηχογράφησης του, περιλαμβάνει και τη παραγωγή μιας οπτικοακουστικής παράστασης σε έναν οκταόρωφο πύργο (αξιοποιώντας της φυσικές και ακουστικές ιδιότητες του), με ζωντανή μουσική (από κουαρτέτο εγχόρδων με κορυφαίο τον βιολονίστα Todd Reynolds) και φωνητικά (από το «Meredith Monk Vocal Ensemble»).

Το «Songs of Ascension» είναι εμπνευσμένο τόσο από μεταφράσεις των Ψαλμών, του ποιητή Norman Fischer, όσο και από το οκταόροφο πύργο που σχεδίασε η εικαστικός Anna Hamilton , για το ίδρυμα Οliver Ranch, στον οποίο και έλαβε μέρος η παράσταση της Meredith Monk.

Η πρώτη μου ακρόαση έργου της Meredith Monk ήταν το «Do You Be«, το οποίο και αποτέλεσε ένα σοκ αλλά και μια μεγάλη αποκάλυψη σχετικά με το ανθρώπινο πολύεδρο.

Η Μ. Monk είχε πλήρη αντίληψη του ότι με μέσον την ανθρώπινη φωνή μπορεί να παρέμβει στο σώμα, και αντίστροφα, ότι το ανθρώπινο σώμα καθορίζει τη φωνή, και αυτή η σχέση είναι άρρηκτη όσο και πολλαπλασιαστική: «χορεύοντας η φωνή, τραγουδάει το σώμα».

Σήμερα, ακόμα, αντιμετωπίζω με δέος τη καλλιτέχνιδα Meredith Monk και το έργος της αποτελεί, για μένα, την αρχαιολογία ενός καλλιτέχνη.

Όχι με την έννοια ότι ανασκάπτει απ’ το παρελθόν και φέρνει στο φως ξεχασμένους μύθους και ανθρώπινες δυνατότητες, αλλά, αντίθετα, βυθιζόμενη στον ανθρώπινο χρόνο και σώμα, αναδύεται πάνω από αυτά και συνεχίζει να μας αποκαλύπτει έναν νοητό όσο και αισθητό κόσμο του μέλλοντος.

Για αυτό, εξάλλου, την αγαπώ τόσο πολύ.

Για αυτό, εξάλλου, παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα.

.
worldcity

«looking up» – The Tower, designed by Ann Hamilton, 2007

Λωτρεαμόν: Άσματα του Μαλντορόρ – Eγκώμιο Mιας Mεταμόρφωσης, Bijoux de kant

«Ωστόσο δεν παραπονιέμαι. Δέχτηκα τη ζωή σαν τραύμα, κι απαγόρευσα στην αυτοκτονία να θεραπεύσει την ουλή.
Θέλω να βλέπει ο Δημιουργός, την κάθε στιγμή της αιωνιότητάς του, εμένα , το χαίνον ρήγμα.
Είναι η ποινή που του επιβάλλω. Τα άλογα δεν πρέπει ν’ ακούσουν αυτά που λέμε.

Θα μπορούσαν ίσως και να μας καταλάβουν αγαπημένε γυιε του ωκεανού.
Κακό δικό τους –γιατί θα υπέφεραν ακόμα πιο πολύ!
Τα άλογά μας, κάλπαζαν κατά μήκος της όχθης, σα να δραπέτευαν απ’ το βλέμμα του ανθρώπου»

Λωτρεαμόν

Το βασικότερο έργο του Λωτρεαμόν, τα «Άσματα του Μαλντορόρ», 6 πεζόμορφα ποιήματα για την ακρίβεια, είναι ένα παραληρηματικό καλειδοσκόπιο ιδεών και εικόνων. Ήταν επόμενο οι Σουρεαλιστές των αρχών του 20ου αιώνα να χαιρετίσουν αυτόν τον «καταραμένο» ποιητή των τελών του 19ου αιώνα ως πρόδρομο και προφήτη τους, αφού το έργο του μοιάζει να είναι η κοιτίδα των αισθητικών τους αρχών.

Το ίδιο το κείμενο χαρακτηρίζεται από τον εσμό και πλούτο των ιδεών του, τη ρηξικέλευθη χρήση της γλώσσας που σπάει τους κώδικες της λογικής και του αφηγηματικού ειρμού, την πρωτόλεια εφαρμογή αφηγηματικών τεχνικών που θα γίνουν στη συνέχεια ο καταστατικός χάρτης της μοντέρνας γραφής, καθώς και από μία σχιζοφρενικά και εκρηκτικά εκθαμβωτική εικονοπλασία. Εικονοκλάστης και εικονοπλάστης αυτόχρημα, Λωτρεαμόν δεν ακροβατεί μόνο ανάμεσα στο παλιό και στο νέο. Καθόλη την περιπέτεια της γραφής αυτών των πεζών ασμάτων, γιατί η γραφή γίνεται μια αυτούσια περιπέτεια πάνω στα χαρτιά του Λωτρεαμόν, ο ποιητής παραπαίει στο μεταίχμιο καταστάσεων, ιδεών, συναισθημάτων, παθών και επιθυμιών, καθώς προσπαθεί να πορευτεί μέσα από τον δαίδαλο του ίδιου του μυαλού. Χωρίς να καταλήγει πουθενά, το έργο καθαυτό μπορεί να χαρακτηριστεί, σύμφωνα και με την επιτυχημένη παρατήρηση του Στ. Πασχάλη, ένα «εν δυνάμει ποίημα», ένας λόγος που διαρκώς τείνει προς το υπερβατό και προς ένα ανέφικτο ιδεατό που ποτέ δεν μοιάζει να συγκεκριμενοποιείται.

a photograph of Marino Marini’s sculpture «Dancer» –

Επειδή το ίδιο το έργο βρίθει μοτίβων, θεμάτων, ιδεών, συμβόλων και εικόνων, συνθέτοντας ένα χαοτικό μείγμα χωρίς εμφανή προσανατολισμό, ήταν αδήριτη ανάγκη να αλιεύσουμε από τα μαύρα νερά αυτής της ανήσυχης ποιητικής ένα συγκεκριμένο μοτίβο που ως άξονας του δικού μας αντιπροσωπευτικού έργου θα αντανακλούσε πιστότερα το πνεύμα του δημιουργού. Ταυτόχρονα όμως, η επιλογή και ανασύνθεση των αποσπασμάτων του έργου γύρω από αυτόν τον κεντρικό άξονα κατέληξαν συν τω χρόνω να διαμορφώσουν ένα κείμενο αυτούσιο και αυτοδύναμο, ικανό να σταθεί και ανεξάρτητα απέναντι στην αρχική του προέλευση, συμπυκνώνοντας και διαρθρώνοντας δομικά την ουσία της λωτρεαμονικής ποιητικής.

Πιο συγκεκριμένα, ο άξονας που επιλέχθηκε ήταν η ιδέα της μεταμόρφωσης, μιας εν δυνάμει ποθητής μεταμόρφωσης, όπως αυτή προκύπτει ως ανάγκη και ιδανικό μέσα από την διάδραση και διαπάλη του Εγώ με τον Άλλον, το Έτερο, το οποίο έτερο όμως νοείται και σημασιοδοτείται ως ένα βαθύτερο δυνητικό υπέρτερο Εγώ, ίσως ένας νιτσεϊκό υπεράνθρωπος, ο οποίος, αποτροπιασμένο από την ανεπάρκεια και αποτυχία του ανθρώπινου είδους να ολοκληρώσει την αριστοτελική του εντελέχεια, ήτοι τον προορισμό του να γίνει τωόντι Άνθρωπος, αποφασίζει να συμφιλιωθεί με την επαχθέστερη φύση του, να κατέλθει στο επίπεδο των ζώων, των βαθύτερων ενστίκτων, προκειμένου από αυτό το ναδίρ της εξέλιξης, έχοντας συνθηκολογήσει με την ειδεχθέστερη όψη του, να αφυπνιστεί από τη λανθάνουσα κατάσταση στην οποία ησυχάζει, να περάσει από διάφορα στάδια δοκιμασιών και εντέλει να χειραφετηθεί ως ένα νέο πλάσμα.

Το αν επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός, αν τελικά πραγματώνεται η μεταμόρφωση και αν αυτή η μεταμόρφωση δεν είναι τελικά κάτι παραπάνω από την αφύπνιση μίας οξύτερης συνειδητότητας, αυτά παραμένουν ένα ζητούμενο στην κρίση του θεατή. Τελικά, ο ήρωας-Λωτρεαμόν μεταμορφώνεται από ερπετό σε ένα κομψό πετούμενο ή μαθαίνει να αποδέχεται την κατάρα μιας μοίρας που διαρκώς ψάχνει ως επάρατη ευλογία που τον κρατά σε εγρήγορση ως προς την ουσία της ανθρώπινης συνθήκης;

Σ’ αυτήν τη σκηνική εγκατάσταση που δεν είναι άλλο από τάφος και κλίνη της αγωνιούσας ζωής, ο μοναδικός ήρωας ερμηνεύει την περιπέτεια μιας τραγωδίας σε διαρκή κίνηση, οριοθετώντας ο ίδιος της φάσεις της, μετακινούμενος ανάμεσα στα πάθη, τα συναισθήματα και τις ιδέες του, όπως ανάμεσα στα στάδια μια χημικής αντίδρασης. Ο ίδιος ο Λωτρεαμόν, με πολλαπλές επιρροές από τον Όμηρο και τον Δάντη, πρέπει να είχε επηρεαστεί και από την εσωτερική φιλοσοφία της εποχής του. Ως εκ τούτου, η κίνηση του ήρωα αποτυπώνει στον χώρο την πορεία μιας αλχημιστικής μεταστοιχείωσης όπου, όπως διαβάζουμε στα κείμενα της εποχής, αν κάτι θέλει να ανέλθει πρέπει πρώτα να κατέλθει, να συμφιλιωθεί με το σκότος μέσα του, προκειμένου αυτό το σκότος να μεταμορφωθεί σε φως:

«Θα ανέβει τότε από τη γη στον ουρανό και στη συνέχεια θα κατέβει και πάλι στη γη,
όπου και θα συλλέξει τη δύναμη των ανώτερων και κατώτερων πραγμάτων.
Έτσι θα αποκτήσεις τη δόξα όλου του κόσμου και το σκοτάδι θα φύγει μακριά σου.»

(Tabula Smaragdina, αλχημιστικό κείμενο του 14ου αι.).

Παράλληλα, το νερό παίζει βασικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας ως υλικό που κυοφορεί τα όνειρα, ως στοιχείο και αγωγός ζωής, αλλά και ως σύμβολο δημιουργικής γόνιμης ρευστότητας.

Lautréamont Maldoror
Eγκώμιο Mιας Mεταμόρφωσης10 παραστάσειςΊδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Υπόγειο Γκαράζ
26/9 – 7/10Μια παράσταση της Bijoux de Kant
βασισμένη στα «6 Άσματα του Μαλντορόρ» του Κόμη του Λωτρεαμόν
Διάρκεια: 50 λεπτά
Παραγωγή: Bijoux de Kant

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία: Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική: Κώστας Δαλακούρας
Προσαρμογή Κειμένου – Δραματουργία: Γιώργος Λαγουρός
Γλυπτική: Περικλής Πραβήτας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Αλέξιος Παπαζαχαρίας
Ερμηνεία: Κρις Ραντάνοφ

there’s no Movement without Rythm

«Όταν προσπερνάμε ο ένας τον άλλον στο δρόμο,
ακούμε το ρυθμό της ανάσας
και αντιλαμβανόμαστε πώς ο καθένας μας μετράει το χρόνο».
– Χαρούκι Μουρακάμι –

Ο Ρυθμός είναι ενσωματωμένος στις καθημερινές μας δραστηριότητες.
Οι σκηνοθέτες (και αδέλφια) Thomas Roebers και Floris Leeuwenberg
συνέλαβαν τον απίστευτο ρυθμό της φυλής Malinke, στο χωριό Baro στη Γουινέα.
Στο βίντεο αυτό εγγράφεται το πως οι ρυθμοί είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής.

Οι ίδιοι οι σκηνοθέτες λένε σχετικά με το βίντεο αυτό:

«Η ζωή έχει ρυθμό, βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση.
Η λέξη για το ρυθμό (που χρησιμοποιείται από τις Malinke φυλές) είναι Foli.

Είναι μια λέξη που περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από κρουστά, χορό ή ήχο.
Βρίσκεται σε κάθε μέρος της καθημερινής ζωής.
Σε αυτήν την ταινία όχι μόνο θα ακούσετε και θα αισθανθείτε το ρυθμό,
αλλά θα μπορέσετε να το δείτε.

Είναι μια εξαιρετική μίξη εικόνας και ήχου που
τροφοδοτεί τις αισθήσεις και υπενθυμίζει πόσο σημαντικός  είναι. «

Τα γυρίσματα για το ενδεκάλεπτο αυτό βίντεο διήρκησαν ένα μήνα.

«Everything, all work, all sound,  it’s a rythm
every step we take is rythm – every word we speak is rythm
so, we’re all in this rhytm right now
everything is rythm»

– the chief, DJEMBEFOLA |: Mansa Camio –

djembe

Μπορείτε να ανατρέξετε στο blog

Jusi i Love,

σχετικά με μουσική από την Αφρική και την Αφρικάνικη διασπορά.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε