Εκείνη τη φορά είδα στην πόλη τη Γυναίκα, και αφού της μίλησα εγώ, αυτή μου απάντησε.
Ήμουν σ’ένα δωμάτιο δίχως φώς. Ήρθαν και μου’πανε πως είχε φτάσει. Μες στο κρεβάτι μου την είδα, κι ήταν ολόκληρη δική μου, δίχως φως! Ένιωσα τόση ταραχή, γιατί ήτανε το σπίτι της οικογένειάς μου. Και γέμισα μ’απόγνωση! Εγώ, ένας κουρελής κι εκείνη, κοσμική -θα μου δινόταν-, έπρεπε εξάπαντος να φύγει! Απόγνωση απερίγραπτη – την πήρα απ’το κρεβάτι, τη σώριασα στο πάτωμα, σχεδόν γυμνή, και μέσα σ’ανείπωτη αδυναμία, ρίχτηκα πάνω της και στα χαλιά συρθήκαμε οι δυο μας, δίχως φώς! Η λάμπα των δικών μου τα διπλανά δωμάτια κοκκίνιζε το’να μετά το άλλο. Τότε, η γυναίκα εξαφανίστηκε. Κι απο τα μάτια μου κύλησαν τόσα δάκρυα όσα ο Θεός δεν ζήτησε ποτέ.
Βγήκα στην πόλη που δεν τελειώνει πουθενά. Τι Κόπος! Να πνίγομαι στο αδυσώπητο σκοτάδι, φυγάς απο την ευτυχία. Ήταν σαν νύχτα του χειμώνα, μ’έναν χιονιά που σκέπαζε θανάσιμα τον κόσμο. Οι φίλοι, όταν τους φώναξα : που μένει; λάθος απάντηση μου δώσαν. Στάθηκα έξω απο τις τζαμαρίες, όπου συχνάζει κάθε βράδυ : χώθηκα τρέχοντας σ’έναν θαμμένο κήπο. Μ’έβγαλαν έξω με τη βία. Έκλαιγα απαρηγόρητος ύστερα απ’όλα αυτά. Τέλος, κατέβηκα σ’ένα χώρο γεμάτο σκόνη, κι ακουμπισμένος σε κάποιο σκελετό απο ξύλο, όλα τα δάκρυα του κορμιού μου τ’άφησα να στερέψουνε μαζί μ’αυτήν τη νύχτα. – Κι όμως, αισθάνθηκα και πάλι εξουθενωμένος.
Κατάλαβα ότι Εκείνη ήταν δοσμένη στη ζωή που κάνει καθημερινά. Κι ότι πιο εύκολα επιστρέφει στη θέση του ένα αστέρι απ’ό,τι μια καλή στιγμή. Δεν γύρισε ποτέ, ούτε και θα γυρίσει, η Λατρεμένη που ήρθε να με βρεί μες στο δωμάτιό μου – μήτε που το ‘χα φανταστεί. Εκείνη τη φορά έκλαψα, αλήθεια, πιο πολύ απ’όλα τα παιδιά του κόσμου.
Arthur Rimpaud
μετ. Στρατης Πασχαλης
–
Για την πριγκίπισσα των ονείρων μου, που με μύησε στην ανάγνωση του Rimbaud και με άφησε να περιπλανηθώ στις ερημιές του έρωτα και να καταλήξω στην πόλη που δεν τελειώνει πουθενά…
Σ’ευχαριστώ!